Skip to main content

Full text of "Analekta hierosolymitikēs stachyologias : ē, Syllogē anekdotōn kai spaniōn hellēnikōn syngraphōn peri tōn kata tēn Heōan orthodoxōn ekklēsiōn kai malista tēs tōn Palaistinōn"

See other formats


Τΐιΐδ  ΐδ  α  άΐ^ΐΐαΐ  οοργ  οί  α  ΐ3θθ]<:  Ιΐιαΐ  \ναδ  ρΓ^δεΓνεά  ίοΓ  ^εηεΓαΙΐοηδ  οη  ΙΛιαΓγ  δΐιείνεδ  ΐ3£ίθΓ6  ΐΐ  \ναδ  οαΓείιιΠγ  δοαηηεά  \)γ  Οοο^ΐε  αδ  ραΓί  οί  α  ρΓθ]£θΙ 
ίο  ιηα]<:6  Ιΐιε  χνοΓίά'δ  ΐ3θθ]<:δ  άΐδθον6Γαΐ3ΐ6  οηΐΐηε. 

ΙΙ  Ιιαδ  δΐίΓνΐνβά  1οη§  εηοιι^ΐι  ίοΓ  Ιΐιε  οοργή^ΙιΙ  ίο  εχρίΓ©  αηά  Ιΐιε  ΐ3θθ]<:  ίο  εηΙεΓ  Ιΐιε  ριιΐ3ΐΐο  άοιηαΐη.  Α  ριιΐ3ΐΐο  άοπιαΐη  ΐ3θθ]<:  ΐδ  οηο  ΙΙιαΙ  \ναδ  ηενεΓ  δΐιΐ3]60ΐ 
ίο  οοργή^ΙιΙ  ΟΓ  \ν1ΐ0δ6  Ιε^αΐ  οοργή^ΙιΙ  Ιεηη  Ιιαδ  εχρίΓεά.  λΥΙιεΙΙιεΓ  α  ΐ3θθ]<:  ΐδ  ΐη  Ιΐιε  ρπΐ3ΐΐο  άοιηαΐη  ηιαγ  ναιγ  οοπηίΓγ  ίο  οοιιηίΓγ.  Ριιΐ3ΐΐο  άοηιαΐη  ΐ3θθ]<:δ 
αΓ6  οπΓ  §αΐ6\ναγδ  ίο  Ιΐιε  ραδί,  τερΓεδεηΙΐη^  α  λνεαίΐΐι  οί  ΙιΐδΙΟΓγ,  οπΙΙιίΓε  αηά  ]<:ηο\νΐ6(1§6  Ιΐιαί'δ  οίΐεη  άΐίβοιιΐΐ  ίο  άΐδοονεΓ. 

ΜαΓίίδ,  ηοΐαΐΐοηδ  αηά  οΙΙιεΓ  ηιαΓ^ΐηαΙΐα  ρΓβδεηΙ  ΐη  Ιΐιε  οή^ΐηαΐ  νοίπηιε  \νΐ11  αρρεαΓ  ΐη  Ιΐιΐδ  βίε  -  α  τεηιΐηάεΓ  οί  Ιΐιΐδ  ΐ3θθ]<:'δ  1οη§  ]οιΐΓη6γ  ίΓοηι  Ιΐιε 
ρπΐ3ΐΐδ1ΐ6Γ  ίο  α  1ΐΐ3ΓαΓγ  αηά  βηαΐΐγ  ίο  γοιι. 

υ83§6  ^αίάεϋηεδ 

Οοο^ΐβ  ΐδ  ρΓΟίιά  Ιο  ραΓίηεΓ  \νΐ1β  1ΐΐ3ΓαΓΪ£δ  Ιο  άΐ^ΐΐΐζε  ριιΐ3ΐΐο  άοηιαΐη  ηιαίεήαΐδ  αηά  ηια]<:6  Ιβεηι  χνΐάεΐγ  αοοεδδΐΐ)!©.  ΡιιΙ)1ΐο  άοηιαΐη  ΐ3θθ]<:δ  ΐ36ΐοη§  ίο  Ιβ© 
ρπΙ^Ηο  αηά  \ν6  αΓ6  ηιειείγ  ΙβεΐΓ  οιΐδίοάΐαηδ.  ΝενεΓίβεΙεδδ,  Ιβΐδ  \νοΓ]<:  ΐδ  εχρεηδΐνε,  δο  ΐη  ΟΓάεΓ  ίο  Ι^εερ  ρΓονΐάΐη§  Ιβΐδ  ΓεδοιίΓοε,  \ν6  βάνε  Ιαΐ^εη  δίερδ  ίο 
ρΓενβηΙ  αβπδε  βγ  οοηιηιεΓοΐαΙ  ραΓίΐεδ,  ΐηο1ιιάΐη§  ρ1αοΐη§  Ιβοβηΐοαΐ  ΓεδΙήοΙΐοηδ  οη  αιιΐοηιαίβά  ςπεΓγΐη^. 

λνε  αίδο  αδ]<:  ΙβαΙ  γοπ: 

+  ΜαΙίβ  ποη-αοηιπιβΓοίαΙ  Η5β  ο/ίΗββΙβ^  λΥε  άεδΐ^ηεά  Οοο^ΐε  Βοο]<:  ΞεαΓοβ  ίοΐ  ιίδε  βγ  ΐηάΐνΐάιιαίδ,  αηά  \ν6  τεςπεδί  ΙβαΙ  γοιι  ιίδε  Ιββδε  βίεδ  ίον 
ρεΓδοηαΙ,  ηοη-οοηιηΐ6Γθΐα1  ριίφΟδεδ. 

+  Κβ/Γαίη/Γοηι  αηίοηιαίβά  ρΗβΓγίη§  Όο  ηοΐ  δεηά  αιιΐοηιαίβά  ςιιεήεδ  οί  αηγ  δΟΓΐ  ίο  Οοο^ΐε'δ  δγδίεηι:  Ιί  γοπ  αιε  οοηάποΐΐη^  τεδεαΓοβ  οη  ηιαοβΐηε 
ΐΓαηδΙαΙΐοη,  ορίΐοαΐ  οβαΓαοΙεΓ  Γεοο^ηΐΙΐοη  ογ  οΙββΓ  αιεαδ  \νβ6Γ6  αοοοδδ  ίο  α  ΙαΓ^ε  αηιοιιηΐ  οί  ΙεχΙ  ΐδ  βείρίιιΐ,  ρΐεαδο  οοηίαοί  ιΐδ.  λν©  οηοοιίΓα^β  Ιβε 
ιίδε  οί  ριιββο  άοηιαΐη  ηιαίεπαΐδ  ίοΓ  Ιβεδ©  ριίφΟδβδ  αηά  ηιαγ  β©  αβί©  ίο  ββίρ. 

+  Μαίηίαίη  αίίήΒηίίοη  Τβ©  Οοο^ΐε  "\ναΐ6ΓηιαΓ]<:"  γοιι  δε©  οη  εαοβ  βίε  ΐδ  εδδεηΐΐαΐ  ίοΓ  ΐηίθΓηιΐη§  ρεορίε  αβοιιΐ  Ιβΐδ  ρΓθ]60ΐ  αηά  βείρΐη^  Ιβεηι  βηά 
αάάΐΐΐοηαΐ  ηιαΐ6ΓΪα1δ  ΙβΓΟίι^β  Οοο^ΐε  Βοο]<:  ΞεαΓοβ.  ΡΙεαδε  άο  ηοΐ  Γεηιονε  ΐΐ. 

+  Κββρ  ίί  Ι6§α1  λΥβαΙεν^Γ  γοιίΓ  ιίδε,  τεηιεηιββΓ  ΙβαΙ  γοιι  αΓ©  τεδροηδΐβίε  ίοΓ  εηδίιήη^  ΙβαΙ  \νβαΙ  γοιι  αΓ6  άοΐη§  ΐδ  Ιε^αΐ.  Βο  ηοΐ  αδδΐιηιε  ΙβαΙ  ]ιΐδΙ 
βεοαιίδε  \ν6  βεβενε  α  βοο]<:  ΐδ  ΐη  Ιβε  ρπββο  άοηιαΐη  ίοΓ  ιΐδεΓδ  ΐη  Ιβε  ΙΙηΐΙεά  δίαΐεδ,  ΙβαΙ  Ιβε  \νοΓ]<:  ΐδ  αΙδο  ΐη  Ιβε  ριιββο  άοηιαΐη  ίοΓ  ιΐδεΓδ  ΐη  οΙβεΓ 
οοιιηΐήεδ.  λΥβεΙβεΓ  α  βοο]<:  ΐδ  δΙΐΠ  ΐη  οοργή^βΐ  ναήεδ  ίΓοηι  οοιιηΐΓγ  ίο  οοιιηΐΓγ,  αηά  χνε  οαη'Ι  οίίεΓ  ^ιιΐάαηοε  οη  χνββΙβεΓ  αηγ  δρεοΐβο  πδο  οί 
αηγ  δροοΐβο  βοο]<:  ΐδ  αΠοχνοά.  ΡΙοαδο  άο  ηοΐ  αδδΐιηΐβ  ΙβαΙ  α  βοο]<:'δ  αρρβαΓαηο©  ΐη  Οοο^Ι©  Βοο]<:  ΞοαΓοβ  ηιοαηδ  ΐΐ  οαη  β©  ιΐδεά  ΐη  αηγ  ηιαηηοΓ 
αηγ\νβ6Γ6  ΐη  Ιβο  \νοΓΐά.  Οοργή^βΙ  ΐηίήη^οηίβηΐ  ΗαβΐβΙγ  οαη  βο  ςιιΐΐο  δονοΓο. 

ΑβοαΙ  Οοο§ΐ6  Βοοίί  δεαΓοΗ 

Οοο^ΐο'δ  ηιΐδδΐοη  ΐδ  ίο  ΟΓ^αηΐζο  Ιβο  \νοΓΐά'δ  ΐηίοΓηιαΙΐοη  αηά  ίο  ηια]<:ο  ΐΐ  ιιηΐνοΓδαΠγ  αοοοδδΐβίο  αηά  πδοίιιΐ.  Οοο^ΐο  Βοο]<:  δοαΓοβ  βοΐρδ  ΓοαάοΓδ 
άΐδοονοΓ  Ιβο  \νοΓΐά'δ  βοο]<:δ  χνβΐΐο  βοΐρΐη^  αιιΙβοΓδ  αηά  ριιββδβοΓδ  Γοαοβ  ηοχν  αιιάΐοηοοδ.  Υοιι  οαη  δοαΓοβ  ΙβΓΟίι^β  Ιβο  ίηΠ  ΙοχΙ  οί  Ιβΐδ  βοο]<:  οη  Ιβο  χνοβ 


αί|]ιίίρ  :  //]οοο1^3  .  α^οοα^ΐβ  .  οοιη/ 


α_^_νΓ^α^<^ 


ί^ΗΓίΐΗΛ  (ΙοΙΙεβί  2.ίΙ)ΓΗΓ2 


ΚηΟΜ  ΤΗΕ  ΒΕΟρΚδΤ  ΟΡ 

]ΟΗΝ    ΗΑΚΥΕΥ  ΤΚΕΑΤ 

ΟΡ   Ι.Α\νΚΕΝΟΈ,  ΜΑδδ. 
(Οίαββ  Οί  1863) 


Οϊ^ίίίΜεΙ  όγ 


Μάόγ' 


Οοο^Ι^ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΑΝΑΛΕΚΤΑ 


ΙΕΡΟΙΟΛΥΙ^ΙΚΗΣ  ΜΪΟΛΟΠΑ^ 


•χτοποό|ΐ•να  μβν  άναλώμαοι  τοϋ 

ΑΓΓΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΓ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ  ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΟΙ  ΣΤΛΔΟΓΟΓ 

συλλβγέντα  δέ  χαΐ  έχ$($όμ.βνα  υπό 

Α.   ΠΑΠΑΔ0Π0ΤΔ0Υ-ΚΕΡΑΜΕ2Σ 


ΤΟΜΟΣ   Β' 


•Μ- 


ΕΝ ΠΕΤΡΟΤΠΟΛΕΙ 
1894 


ΐΛίρζΙβΤ,  ■ 

1η  Οοιηιηΐ88ΐοη  1>6ΐ  01^1»  Ηβτταββο^τΐΐΐζ.      οψίζβά  \:>γΚ^Ο^  ^1( 


ΕΚΔΟΣΕΙΣ  ΤΟΥ  ΑΓΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥ  0ΡΘ0Δ020Ϊ  ΠΑΑΑΙΣΤΙΚΟΥ  ΣΪΑΑΟΓΟΪ. 

Τιμή. 
*Ορ&6δοζος  Παλαιστίνη  Συναγωγή:  ρ.  κ. 

1-ον  τβδχος.  Έ  ορ^ο^οξία   έν  ή  άγί^  Γ-ζ  όπο  Β.  Ν.  Χιτροβοδ 2     — 


2-ον 
8-ον^ 

4-ον 

δ-ον 

β-ον 

7-ον 


8-ον 

9-ον 

10-ον 

ΙΙ-ον 

12-ον 
18•ον 

14-ον 

1δ-ον 

16-ον 

17-ον 


18-ον 
20-ον 
21-ον 
22-ον 
28-ον 


24-ον 
2δ-ον 
2β-ον 


27-ον 
28-ον 

29-ον 


Όδοιποριχον   Βορ^ιγάλλων    Ιτζι   888,    ριοσοίντι   μ^ταφρασθέν   χαι    σχολιασθβν 

όπό  Β.  Ν.  Σιτροβοΰ 1     — 

Βίος   χαι  όδοιποριχον   τοο    'Ρώασοο  ηγουμένου  Δανιήλ  (1106-1107),  Μ,  υπό 

Μ.  Α.  Β«νοβιτίνοβ.  Μέρος  1 2     δΟ 

'Ρ^ιπορία  εΙς  Σινά  Ιτ«  1881  όπό  Α.  Β.  Έλισσαίββ 2    — 

Περίοδος   του  άγιου    Σάβα   άρχιεπισχόπου    Σερβίας   (1226-1237),    βχδιδ.    υπό 

Αβωνίδου  άρχιμανδρίτου 1     — 

Περιήγησις    του  -εμπόρου    Βασιλείου   (146δ-14β6)   έχ5οθεΐσα    υπό   Αεωνίδου 

άρχιμανΒρίτου —     80 

*Ανισχαφαι  έν  τω  ρωσσιχΦ  Υ<^ρφ  "^Φ  ^βρ'  '^ο^  ^αον  της  *  Αναστάσεως  έν  'Ιε- 
ροσολυαοις  (1883)  μετά  ειχονων  χαρτών  χαι  δυο  παραρτημάτων,  υπό  *Αντω- 

νίνοο  αρχιμανδρίτοΰ 6     δΟ 

Διήγησις  Δανιήλ  μητροπολίτου  Εφέσου  χαι  περίοδος  των  Άγιων  Τόπων,  έχδ. 

υπό  Γαβριήλ  Σ.  Δεστοόνη 1     60 

Βίος   Χ2ΐ   όδοιποριχόν    του    ηγουμένου    Δανιήλ•    Μέρος    II    μετ*  ειχονων  χαι 

σχεδίων.  Έξηντλήθη δ     δΟ 

Παλαιά  Γεωργιανά  μνημεία   έν  Παλαιστίνη  χαι  Σίνα,  μετά  πινάχων  χαι  είχό- 

νων  υπό  Α.  Τζαγαρέλη  4    δΟ 

Διήγησις  Έπιφανίου  περί  της  Ιερουσαλήμ  χαι  των  έν  αύτ^  τόπων;  σύγγραμμα 
έλληνιχόν  της  θ'  έχατ.  έχδο&έν,  ρωσσιστι  μεταφρασ^έν   χαι  (ιερμηνευσεν  υπό 

Βασιλείου  Βασίλιεβσχη 6     δΟ 

Περιήγησις  Ιγνατίου  του  έχ  Σμόλνης  (1389-1406),  έχδ.  υπό  Σ.  Β.  Άρσένιεβ    1     — 
Τό  έν  Ιερουσαλήμ  Ιερόν   της  Παλαιάς    Διαθήχης    μετά  ειχονων  χαι  πινάχων 

ύπό  Α.  Α.  Όλεσνίτζχη 16     — 

Σερβιχή  περιγραφή  των  Άγιων  Τόπων  περί  τό  μέσον  της  ιζ  έχατ.,  έχδ.  ύπό  Α. 

Β.  Στογχάνοβιτζ —     δΟ 

Διήγησις  Έπιναν  ίου    αοναχού    περί   της    προς  Ιεροσόλυμα    όδοιπορίας  αύτου 

(1415-1417),  εχδ.  ύπο  Αεωνίδου  αρχιμανδρίτου —    2δ 

Τρεις  συμβολαι  εις  τάς  περί  Παλαιστίνης  ρωσσιχάς  γνώσεις,  έχδ.  ύπό  Αεωνίδου 

αρχιμανδρίτου 1     — 

Νιχολάου  έπισχόπου  Μεθώνης  χαι  Θεοδώρου  του  Προδρόμου,  συγγραφέως  της 
ιβ'  έχατ.,  βίοι  Μελετίου  του  νέου  έχδιδ.  το  πρώτον  υπό  Βασιλείου  Βασίλιεβσχη 

μετά  προλόγου  χαι  ρωσσιχής  μεταφράσεως .     4     — 

'Οδοιποριχόν  του  έμπορου  Βασιλείου  Παζνιαχόβου  (1568-1561),  έχδ.  Χρ.  Αόπαρεβ     2     — 

Οί  Άνσάριοι  ύπό  Κ.  Δ.  Πετχοβιτζ —     76 

ΡβΓβ^ίη&ϋο   &<1  Ιακλ  8&ηβ1&  β&βοιιΐί   ΙΥ  βχβαηΐίβ  βάϋα  ΓΟββίοβ  υ6Γ8&, 

ηοΐίβ  ί11ιΐ8ΐΓ&1&  &1)  Ιοίι.  Ροιηί&ίοιτβίεγ δ    — 

Προσχυνητάριον  Αρσενίου  Σουχάνοβ  (1649-1668)  μετά  ειχονων  χαι  σχεδιογρα- 

φιών,  έχδ.  υπό  Μ.  *Ιβανόβσχη 6 

Έχδρομαι  χατά  τήν  Παλαιστίνην  μετά  τών  μαθητών  τοΰ  έν  Ναζαρέτ  οίχοτρο- 

φείου  τών  αρρένων,  ύπό  Α.  Ι.  Γιαχούποβιτζ 2 

*Ιωάννοο  του  Φωχά  εχφρασις  έν  συνόψει  τών  άπ*  Αντιοχείας  μέχρις  Ιεροσο- 
λύμων χάστρων  χαι  χωρών  Συρίας  Φοινίχης  χαι  τών  χατα  Παλαιστίνην  άγιων 
•τόπων.  Σύγγραμμα  έλληνιχόν  της  ιβ'  έχατ.  έχδοθέν  χαι  ρωσσιστι  μεταφρασθέν 

ύπό  Ιωάννου  Τρόϊτσχι 1 

Περιήγησις  Ζωσιμά  μονάχου  (1419-1422)  έχδ.  ύπό  Χρ.  Μ.  Αόπαρεβ  ....     1 

Οί  έν  Παλαιστίνη  έλώδεις  πυρετοί  ύπό  Δ•  θ•  'Ρεσσετίλλου  ........     8 

Ανωνύμου  περιγραφή  τών  Άγιων  Τόπων  περί  τά  τέλη  της  ιδ'  έχατ.,  έχδιδο- 
μένη  νυν  τό  πρώτον  μετά  προλόγου    ύπό   Α.  Παπαδοπούλου  Εεραμέως.  'ΡωΓ 

σιχή  μετάφρασις  ύπό  Γ.  Σ.  Δεστούνη 

Περιήγησις  Τρύφωνος  Καραβέΐνιχοβ  (1698-1696),  έχδ.  ύπό  Χρ.  Μ.  Αόπαρεβ.     8 
Τΐιβοάοβίαβ.  Ββ  βϋα  ΤβητΑθ  δ&ηοΐΑβ  1ίΙ>6Γ  ΒΑβοαΙο  VI  ίηβαηάθ  οοηβοη- 
ρΐαβ.  Ββοβηβίοηβιη  3,  Οίΐάβιηβίβίβη  Γβρβϋτϋ,  γβηίοηβιη  π>88ίο&ιιι  ηο(Α8- 

ςαβ  &€ΐί6€ίί  3.  Ροιηί&ίοιτβΐίγ 2 

Έχφρασις  διά  στίχων  πρωτονοτάριου  της  Εφέσου,  του  Περδίχου,  περί  τών  έν 
'Ιεροσολύαοις  Κυριαχών  θαυμάτων  χαι  θεαμάτων.  Ποιημάτιον  της  ιδ'  έχατ.,  έχδ. 
μετά  προλόγου  ύπό  Α.  Παπαδοπούλου  Κεραμέως.  'ΡωσσιστΙ  ύπό  Γ.  Σ.  Δεστούνη  «— 


60 


26 
26 


—    76 


76 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΑΝΑΛΕΚΤΑ 

ΕΡΟΙΟΛΪΜΙΤΙΚΗΙ  ΠΙΠΟΛΟΠΙΓ 

η 

ΣΓΛΛΟΓΗ   ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ 

καΐ    σπανίων  έλληνιχών  συγγραφών  περί  των  κατά  την  Έώχν 
ορθοδόξων  εκκλησιών  και  μάλιστα  της  τών  Παλαιστίνων 

ΣΓΛΛΕΓΚΝΤΑ    ΜΚΝ    ΚΑΙ    ΕΚΔΙΔΟΜΚΝΑ 

υπο 

Λ.    ΠΑΙΙΛΛυΠΟϊΛΟ]•-  ΚΚΓΑΜΚϋΣ 

εχτοπούμενα  δε  άναλα>{χααι  του 

ΑΠΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΪ  ΟΡΗΟΔΟΞΟΪ  ΠΑΔΑ1ΣΤΙΝ0Γ  ΣΓΛΛΟΓΟΪ 

ΤΟΜΟΣ    ΔΕΥΤΕΡΟΣ     '     ^ 


-->  <ί*-•>:ο•;- 


ΕΝ  ΙΙΕΤΡΟΤΠΟΛΕΙ 

"Εχ   του   τυπογραφείου  Β.  Κίρσπάουμ. 

1894 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


( ν,ΑΝ    5   1914 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΑΝΑΛΕΚΤΑ 
ΙΕΡΟΣΟΑΥΜΙΤΙΚΗΣ  ΣΤΑΧΥΟΑΟΓΙΑΣ 

ΣΪΑΛΟΓΗ    ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ    ΚΑΙ    ΣΠΑΝΙΩΝ 
ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ    ΣΪΓΓΡΑΦΩΝ 

ΠΕΡΙ  ΤΩΝ  ΚΑΤΑ  ΤΗΝ  ΕΩΑΝ  ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ  ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ 
ΚΑΙ  ΜΑΛΙΣΤΑ  ΤΗΣ  ΤΩΝ  ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΩΝ. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ. 


Των  αναλέκτων  ό  τόμος  ούτοσί,  τόν  αριθμόν  δεύτερος,  έμπε- 
ριέλαβε  γρατττά  μνημεία  προς  τήν  Ιστορίαν  έζαφέτως  άφορώντα 
της  εν  Παλαιστίνη  των  ορθοδόξων  έχκλησίας*  οδ  τό  μεν  ?]μισύ 
που,  τό  μετά  την  254-ην  σελίδα,  χατ'  έχλογήν  έγγραφα  τίνα 
περιεχώρησεν,  εν  τούτω  τω  ττρολόγω  πολυπραγμοσύνης  ού  δεό- 
μενα•  ταύτα  γαρ  αυτά  τω  διεζέρχεσθαι  διδάσχει  φανερώτατα  τό 
προς  τίνα  σκοπόν  έξ  αρχής  έγράφη,  ταΐς  δ'  ύποσημειώσεσι  δεί- 
κνυται  και  τό  πόθεν  ό  έκδοτης  άντέγραψεν.  Αόγος  μεν  ουν  ενταύθα 
βραχύς  εσται  περί  του  πρώτου  μέρους  του  τόμου.  Τούτο  τοί• 
νυν  άζιολογωτάτην  εγκλείει  διάταζιν,  άκέφαλον  μέντοι,  των  ιερών 
άσματικών  ακολουθιών,  αϊ  τό  παλαιόν  έν  τω  ναω  της  Αναστά- 
σεως έψάλλοντο  κατά  τε  τήν  μεγάλην  καΐ  τήν  διακινήσιμον  εβδο- 
μάδα, δι' απογράφου  τινός  άποσωθεΐσαν  ετει  1122-ω  γραφέντος 
έν  αύτω  τω  ναω  της  Αναστάσεως•  ταύτης  δε  της  ακολουθίας  περί- 
ληψιν  έγώ  πρότερον  έγίνωσκον,  ήν  εΤδον  έν  τη  Κωνσταντίνου  πόλει 
ετει  1886-ω,  έν  τω  μετοχίω  του  Παναγίου  Τάφου*  συγγραφεύς  δε 
της  περιλήψεως  Μάξιμος  ήν  ό  Συμαΐος•  περιείχετο  γάρ  έν  τη 
τούτου  «Ίερα  ιστορία  χρονολογική  της  πόλεως  του  θεού  Ιερου- 
σαλήμ», ης  άντίγραφον  δμοιον  ύστερον  καΐ  έν  αύτη  τη  πόλει  των 
Ιεροσολύμων  εΤδον,  έν  τη  συλλογή  τών  έκεΐ  μετακομισθέντων  έκ 
του  Σταύρου  χειρογράφων  έκ  τούτου  δε  του  δευτέρου  χειρογρά- 
φου, έν  τη  μονή  προϋπάρχοντος    ετι  του  Σταυρού,  τ/]ν  έπίτομον 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


έκείνην  διάταςεν,  ώς  ό  Μάςψος  αυτήν  έγραψε  (1804-1805), 
λογιώτατος  έχ  Κιέ^οο  καθηγητής,  Άλέζιος  ό  Δημητριέβσκης,  άντε- 
γραψεν  ετει  1887-ω,  δς  χαΐ  μιηνΐ  μαρτίω  έτους  1888-ου  της 
τύποες  εκδόσεως  έν  Καζανίφ  πόλεκ  ρωσσκκη  κατήρζατο  ^.  Έν 
εκείνη  γουν  τη  ιστορία  Μάζψος  ό  Σύμηθεν  έμπερεέλα|3ε  τήν  διά- 
ταζαν έν  συνόψει  τη  επιγραφή  ταύτη•  €  Ανανέωσες  της  Εερας 
ακολουθίας  των  Ιεροσολύμων  κατά  τήν  μεγάλην  εβδομάδα  και 
διακινήσιμον,  ήν  έν  ετει  ^αωδ'  [1804-ω],  μαρτίου  ζ',  ένέτυχον 
έν  τη  ίερα  του  ήγιασμένου  Σάββα  βιβλιοθήκη,  έν  τη  αύτου  λαύρα* 
ή  αρχή  λείπει»•  μετά  δε  τόν  τύπον  της  τοιαύτης  εβδομάδος 
έγραψε  ταΰτα*  «Αδτη  ή  διάταζις  έπεκράτει  το  πάλαι  εις  τήν 
έν  Ιερουσαλήμ  άγίαν  του  Χρίστου  έκκλησίαν,  ήν  κατεστρώσαμεν 
καΐ  αυτήν  ενταύθα  προς  εΐδησιν  των  φιλοϊστόρων  προσκυνητών 
των  θεοβαδίστων  έν  Ιερουσαλήμ  και  κοσμοσωτηρίων  τόπων,  άντι- 
γράψαντες  αυτήν  άπό  χειρογράφου  μεμβραΐνου  παλαιότατου*  δπερ 
εις  τό  τέλος  περιεΓχεν  ούτως:  Έκτίσθη  ή  δέλτος  αυτή  -  -  [δρα 
σ.  254].  Άντεγράφη  δε  έν  ετει  Χ(ριστου)  γ(εννήσεως)  ^αωδ' 
Οκτωβρίου  κα',  έν  τη  Αγία  Πόλει,  ένθα  προσετέθη  χαΐ  ή  έφεζής 
ακολουθία  της  διακινησίμου  έκ  της  αύτης  ίερας  βίβλου  άπαραλ- 
λάκτως,  δνευ  τινός  προσθέσεως  ή  ελλείψεως•  δλη  δηλαδή  άντε- 
γράφη, ή  μάλλον  άνεκαινίσθη  εκείνο  τό  θείον  τεύχος  διά  ψυχικήν 
μου  σωτηρίαν».  ΚαΙ  πάλιν  έγραψε  μετά  τήν  προσθήκην  τό  €Εΐ- 
ληφε  τέλος  καΐ  αδτη  ή  της  διακινησίμου  χαρμόσυνος  και  κόσμο - 
σωτήριος  αναστάσιμος  ακολουθία  έν  ετει  ^αωε'  [1805]  ιουλίου  ις', 
ήμερα  Κυριακή,   έν  τη  άγια  πόλει  Ιερουσαλήμ». 

Πρώτος  ουν  ό  Μάςιμος  έγνώρισε  διά  συγγραφής  ανεκδότου 
τύποις,  δτι  της  διατάξεως  άπόγραφον  υπήρχε  παλαιότατον  έν  τη 
λαύρα  του  αγίου  Σάβα,  ο  και  περιέτεμε,  τά  κείμενα  τών  ασμά- 
των δλων  παραλιπών — ήρκει  γάρ  αύτώ  τών  αρχών  αυτών  ή  φα- 
νέρωσις  ή  μέρους  αυτών  ικανού — ,  περιτρέψας  άμα  του  τυπικού 
τό  δφος  εις  υφός  έλληνιστικώτερον  μετά  δε  τούτον  ετει   1877-ω 

^   £θΓΟΟΛ7Χ6Ηίβ  ΟΤρ&ΟΤΗΟΑ   Η   Π&ΟΧ&ΙΒΗΟΑ   ΟβΑΜΗΙ^Ι   ΒΙ   Ιβρ^ΟΑΛΗΜ^   ΠΟ  γΟΊΛΒγ 

IX— Χ  Β^κα,  Κ&3&Η&  1Θ88-1Θ92. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


γ 

Βενιαμίν  αρχιμανδρίτης  ό  Ίωαννίδης  έφανέρωσεν  έχ  του  παλαιοί 
κωδικός  το  πώς  ή  τελετή  του  Αγίου  Φωτός  έγίγνετο  το  παλαιόν 
έν  τω  ναω  της  Αναστάσεως•  περί  δε  του  χώδικος  αυτού  ταύτα 
ελεζε*  €τό  χειρόγραφον  τούτο,  δν  πρότερον  έν  τη  βιβλιο&ήκη 
της  λαύρας  του  αγίου  Σάββα,  καΐ  εσχάτως  μετενεχθέν  εις  την 
βιβλιοθήκην  του  έν  'Ιεροσολύμοις  ημετέρου  μοναστηρίου  [8  έστι 
του  Κοινού  του  Παναγίου  Τάφου],  δίδωσιν  ήμΐν  αξιόλογους  ειδή- 
σεις περί  τε  της  κατά  τήν  έποχήν  έκείνην  καταστάσεως  του  τότε 
έν  Ίεροσολυμοις  ελληνικού  κλήρου  και  του  εκκλησιαστικού  έν  γένει 
βίου.  Τό  χειρόγραφον  τούτο  εΤναι  μεμβράϊνον,  και  ή  μεν  αρχή 
αυτού  λείπει,  έν  δε  τω  τέλει  αύτοΰ  γέγραπται:  Έκτίσ&η  ή  δέλτος 
αδτη>  κτλ.  Ήρμήνευσε  δε  τό  "έκτίσ&η"  τω  "συνετάχ&η  ",  μή  προσ- 
σχών  τόν  νουν  προς  τήν  έννοιαν  αύτου  του  ρήματος*  δηλοΐ  γαρ  αυτό 
τό  "  κατεσκευάσθη "'  και  δια  τήν  ήμαρτημένην  έκείνην  έρμηνείαν 
εικός  ήν  ήμαρτημένως  έρμηνευσαι  και  τόν  χρόνον,  έν  ω  τό  χει- 
ρόγραφον  έγέγρατττο•  €έν  μια  δέ,  φησί,  των  έν  αύτη  [τή  βίβλω] 
ευχών  άναγινώσκεται:  και  τόν  άγιώτατον  και  θεοφύλακτον  ήμε- 
τερον  πατριάρχην  Νικόλαον  ό  Νικόλαος  ούτος  έπατριάρχευσεν 
από  του  932  -  947.  Έπι  τών  σταυροφόρων  υπήρξαν  δύο 
λατινοπατριάρχαι  Νικόλαοι,  ων  6  μέν  έπατριάρχευσεν  άπό 
του  1140-1141,  ό  δε  άπό  του  1160-1167•  ώστε  ή  εποχή 
του  χειρογράφου,  προστίθησιν  ό  Βενιαμίν,  δύναται  νάναχί^ή,  δν 
μή  καΐ  περαιτέρω,  αναμφιβόλως  δμως  μέχρι  του  932»  ^,  δ  σφάλμα 
μέγιστον,  δτι  τόν  ζητούμενον  χρόνον  ορίζει  τό  χειρόγραφον  έτει 
1122-ω,  δτε  και  Γεώργιος  ήν  ό  «χριτής  της  αγίας  πόλεως*, 
6  τήν  άντιγραφήν  έπιτάξας  της  βίβλου,  και  Νικόλαος  πατριάρχης 
των  Ιεροσολύμων  ορθόδοξος,  δ  έν  τή  ευχή  μνημονευόμενος.  ΚαΙ 
τοιαύτα  μέν  ό  Βενιαμίν  μετά  δε  τούτον  ετει  1881 -ω  Κύριλλος 
αρχιμανδρίτης  ό  Αθανασιάδης  έγραψε  ταύτα*  «Έκ  τών  σημειώ- 
σεων -  -  -  Μαξίμου  [του  Συμαίου]  οδηγούμενοι  ευρομεν  έν  τή 
σεβασμία  λαύρα  του  αγίου  Σάβα  και  τό  τυπικόν  τών  έν  τώ  θείω 

*  Βενιαμίν    Ίωαννίξου    του    προσχονηταρίοο    της  Αγίας  Γή;   τεΟ'/ος  α'.  Ή  αγία 
ηόΧις  'Ιεροϋααλήι*  χαι  τα  περίχωρα  αυτής.  Έν  Ίεροσολύμοις  1877,  σ.  238-289. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


δ' 


ναώ  της  Αναστάσεως  άκολου&ιών  της  μεγάλης  και  της  διακαινη- 
σίμου εβδομάδος,  γεγραμμενον  έπι  περγαμηνής,  και  σώζεται  ήδη 
έν  τη  βιβλιοθήκη  της  ήδη  κεκλεισμένης  θεολογικής  σχολής  των 
Ιεροσολύμων»,  τής  έν  τω  μοναστηρίω  του  Σταύρου  ^•  αύτω  δε 
τούτω  τω  ένιαυτω  την  οδτως  αρχαίου  τυπικού  παρά  κληρικών 
Ελλήνων  άνακάλυψιν,  δια  την  αόριστον  περιγραφήν  αυτών,  6  οοιηΐβ 
Βίαηΐ;  υπώτττευεν  άμφίβολον  εΤναΐ'  έγραφε  γάρ  ούτω  φανερώς• 
«έν  τινι,  φησί,  προσφάτω  βιβλίω  περί  τής  Αγίας  Γής,  έν  τω 
προσκυνηταρίω  Βενιαμίν  Ίωαννίδου  του  άρχιμανδρίτου ,  περι- 
έχεται μακρόν  απόσπασμα  τυπικού  χειρογράφου  του  ναού  τής  Ανα- 
στάσεως, άντιγεγραμμένον  μεν  έτει  1122-ω,  συντεταγμένον  δε 
περί  το  940-όν  έτος•  τούτο  δε  το  τεμάχιον  εμπεριέχει  πλήρη 
διάταςιν  ακολουθίας  του  Άγιου  Φωτός*  ου  μήν  άλλα  προσθετέον, 
δτι  τής  τοιαύτης  διατάξεως  6  τύπος  ύποκινεΓ  φιλολογικάς  αμφι- 
βολίας ίκανάς•  άλλως  δε  τοιαύτην  έγώ  διάταξιν  ούχ  ευρον  έν 
τοις  πολυαρίθμοις  ίεροσολυμιτικοϊς  τυπικοΐς,  τοις  έν  τη  ΒΛΙίο- 
Λέίΐιιβ  Ναΐίοηαΐβ»  ^. 

Δύο  τοίνυν  αγγέλματα  διαφέροντα  μέχρις  έτους  υπήρχε 
1881-ου  περί  του  τόπου,  έν  ω  το  παλαιόν  εκείνο  τυπικόν  εκείτο, 
τό  μετενεχθέν,  ως  έλεγον  οι  "Ελληνες  άρχιμανδρΐται,  έκ  τής 
λαύρας  ζΐς  Ιεροσόλυμα,  τό  μεν  δτι  περιελάμβανε  τοίϊτο  των  Άγιο- 
ταφιτών  ή  βιβλιοθήκη,  τό  δ'  δτι  κατεΐχεν  αυτό  ή  τής  θεολογικής 
σχολής•  ήν  δε  και  προβεβλημένη  φανερά  γαλλική  διαμφισβήτησις 
περί  τής  όντότητος  αύτοΰ  του  βιβλίου.  Τύχη  μέντοι  άγαθη  τό 
πρωτότυπον  ευρέθη  ετει  1888-ω,  δτε  πατριαρχικώ  διατάγματι 
μετηνέχθη  προς  την  κεντρικήν  έν  Ίεροσολύμοις  βιβλιοθήκην 
άπαντα  τα  τη  μονή  του  Σταύρου  παραπεφυλαγμένα  γραπτά  βι- 
βλία, τά  τε  ελληνικά  και  τα  συριακά,  τά  τ  αίθιοπικά  καΐ  τά  σλα- 
βικά, μάλιστα  δε  τά  γεγραμμένα  γράμμασιν  [βηρικοΤς-  έν  οΤς 
υπήρχε    συν    άλλοις    τισι    κώδις  ακέφαλος  άνεπίγραφος  ελληνικός, 

*  Κυρίλλου  Άθανααάοοϋ    τό    Καταμ-όνας,    ήτοι    α()^τθ[ΐος  περιγραφή  τοπογραφιχή 
του  μονυδρίοϋ  Καταμ-όνας.  Έν  Ίεροσολύμιοις  1881,  «.  13. 

•  ΑΓοΙιίνββ  άβ  Ρ  Οήβη^  Ι.αίίη.  Ρλπ8  1881,  τ.  Ι,  σ.  719. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


8ν  έξ  άρχης  έγώ  μέρος  όπελαβον  είναι  Τριωδίου*  δτε  δε  περί 
την  αρχήν  του  1889-οο  έτους  άνέγραφον  εν  τω  καταλόγω  τα 
ττ^  μονή  του  Σταύρου  προσήκοντα  τεύχη,  τά  συναποτελουντα 
τον  τρίτον  τόμον  της  Ίεροσολυμιτικής  βιβλιοθήκης,  τό  ρηθέν 
τεύχος  αΰθις  εν  χερσί  λαβών  έπΙ  τω  περιγράψαι  κατεφάνη  περι- 
λαμβάνον αυτό  τό  πολυθρύλητων  εκείνο  τυπικόν  της  Αναστάσεως. 
Τούτο  μεν  δή  καΐ  μελέτης  ένεκεν  αύτοχείρως  άντεγραψάμην  άχρι 
τέλους,  άναντίγραφα  τά  πρώτα  τεσσαράκοντα  μόνα  φύλλα  παρα- 
λιπών,  απερ  δστερον,  της  εκδόσεως  άρχεσθαι  μελλούσης,  ά^/ζι- 
γράψας  απέστειλε  μοι  ζητήσαντι  φιλικώς  ό  σοφώτατος  Έπιφάνιος, 
αρχιεπίσκοπος  Ιορδανού•  τετύπωται  δε  νυν  ως  έν  τω  κώδικι  γέ- 
γραπται,  μηδεμιας  αλλοιώσεως  γενομένης,  πλην  δτι  τά  κείμενα 
των  αναγνωσμάτων,  οΤον  ευαγγελίων,  αποστόλων,  προφητειών  καΐ 
τοιούτων,  αφέθη  κατά  μέρος,  της  τε  αρχής  και  του  τέλους  αυτών 
άπλούστατΛ  παρασημειωθέντων  παραδείγματος  δε  χάριν  ευΛγγέ- 
λιον  εν  μόνον  και  απόστολος  εΤς  έ^ετυπώθη  (α  2  καί  21).  Γέγραπται 
δε  τό  τυπικόν  ετει  1122-ω,  ικατά  πρόσταξιν  του  ευλαβούς  Γεωργίου, 
άρχοντος  και  κριτου  της  Αγίας  Πόλεως,  χαρτοφύλακός  τε  και  μεγά- 
λου σκευοφύλακος  τής  αγίας  Χρίστου  του  θεού  ημών  Αναστάσεως» 
(σ.  252).  Και  τίς  μέν  ήδη  του  κωδικός  ή  κατάστασις,  έν  ω  πε- 
ριλαμβάνεται τό  τυπικόν,  ό  τρίτος  εκδηλώσει  τόμος  της  'Ιεροσολυ- 
μιτικής  Βιβλιοθήκης•  αυτό  δέ  τό  κείμενον  αύτου  συνεξετυπώθη  τη 
δυνατή  μοι  άκριβεία•  έν  μέν  γάρ  ταΐς  ύποσημειώσεσι  παρεδηλώθη 
τά  του  καλλιγράφου  φανερά  σφάλματύί,  δσα  τούτων  τό  έμόν  άντί- 
γραφον  έδείκνυε,  παρασημειωθέντων  και  τών  φωνητικών  έν  τω 
τυπικώ  φαινομένων  διά  τήν  γλωσσικήν  αυτών  ώφέλειαν  έν  αύτώ 
δέ  πάλιν  τω  κειμένω  σεβασμίως  έτήρησα  τά  συντακτικά  του  συν- 
τάκτου  συστήμΛτα'  τά  δέ  στιχηρά  ποιήματα,  καθώς  έν  τω  κώ- 
δικι συνυτυήρχεν,  ούτω  κάνταΰθα  πάντ'  άνεςαιρέτως  έτυπώθη,  ϊνα 
μή  τά  τούτων  ήδη  γνωστά  διεσπαρμένως  άναζητώσιν  έν  βιβλίοις 
ου  κοινοΐς  οί  φιλόλογοι,  οΤον  εν  τε  τω  Τριωδίω  και  τη  Παρα- 
κλητική καΐ  τώ  Πεντηκοσταρίω*  διετήρησα  δ'  ώς  εικός  ακριβέστατα 
καΐ  τήν  τάξιν  αυτών  τών  ^^^μάτων,  ή  πάνυ  διάφορος  έστι  τής  νυν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


έν  χρήσει  κατά  την  έκκλησίαν  άλλ*  δσα  των  γνωστών  ασμάτων  εν 
τισι  προς  τα  πρότερον  έκτετϋπω|ΐένα  και  κοινή  παραδεδεγμένα 
κείμενα  παραβληθέντα  διάφορον  ένεφάνιζεν  άνάγνωσιν,  τούτων  ωσαύ- 
τως εγώ  τήν  διαφορότητα  πολλαχοδ  των  υποσημειώσεων  έφανέ- 
ρωσα  προς  χρησιν  των  διορθοώ/των  εκάστοτε  τα  βιβλία  της  ελλη- 
νικής εκκλησίας•  δια  δε  την  μελικήν  αυτών  στίζιν,  τήν  όρθ^  γραμμή 
παρ'  έμοδ  δηλωθεΤσαν,  ήκολούθησα  τω  κώδικι  πιστώς,  οδπερ 
ό  αντιγραφέας  έζ  εθους  άντ'  εκείνης  έχρήσατο  τ^  τε  τελεία  στιγμγ^ 
καΐ  τω  κομμάτι*  άλλ'  δτε  τήν  τοιαύτην  στίξιν  εβλεπον,  δτι  ή  ό 
χρόνος  έκ  του  κωδικός  άπεσβεσμένην  εΤχεν,  ή  καΐ  αυτός  6  άντι- 
γραφεύς  άμελεία,  καθά  φαίνεται,  παρελίμπανεν,  τότε  ταυτην  εγώ. 
τω  τε  είρμώ  καθοδηγούμενος  καΐ  τοΤς  δλλοις  έν  τω  κώδικι  τρο- 
παρίοις  τοις  μεμελισμένοις  αύτώ  τούτω  τω  είρμώ,  τοΤς  ασμασιν 
άπέδιδον,  ώς  έδει•  συνέ(3η  μέντοι  τοΐ^το  διά  ποιήματα  πάνυ  ολίγα• 
δια  δε  τήν  έκτύπωσιν  τών  αγνώστων  καΐ  μή  συνήθων  άσματικών  κα- 
νόνων, ους  έψαλλον  έν  τω  ναώ  της  Αναστάσεως  τη  διακινησίμω 
έβδομάδι,  χρησιμωτάτη  πάντως  ην  ή  συμπαραβολή  του  Πεντη- 
κοσταρίου,  του  τετυπωμένου  έν  Τώμη  (έτει  1738-ω)  κατ'  από- 
γραφο ν  έν  τω  Βατικανώ  πεφυλαγμένον  έν  τούτω  γάρ,  ώς  φησιν 
ό  Πίτρας  ^,  τοιούτοι  κανόνες  ύπάρχουσιν  άλλ'  ατυχώς  ούχ  ευρον 
αύτου  μέχρι  τούδε   ζητήσας    ίσότυπον. 

Και  ταύτα  μέν  ικανά  περί  τε  της  ανευρέσεως  καΐ  της  έν 
τούτω  τω  τόμω  περιχωρήσεως  του  πολυθρύλητου  τυπικού  της 
Αναστάσεως•  δτι  δε  τοΌΧο  χρησιμώτατον  οΤς  έργον  ή  τών  εκκλη- 
σιαστικών έστι  λειτουργιών,  έώ  λέγειν,  ήδη  του  πράγματος  γενο- 
μένου καταδηλοτάτου  τοΤς  έκτενέσι  και  σοφωτάτοις  υπομνήμασι 
του  Δημητριέβσκη,  τοις  προστεθεΤσι  τη  παρ'  αύτου  δεδημοσιευ- 
μένη  της  επιτομής  έκδοσεΐ'  δτι  δε  χρήσιμον  ωσαύτως  οΤς  μέλει 
περί  τών  έν  τη  πόλε  ι  τών  Ιεροσολύμων  ιερών  τόπων,  ή  ποικίλη 
τών  ονομάτων  αυτών  άπαρίθμησις  έν  τω  τυπικώ  σαφέστατα  μαρ- 
τυρεί• δτι  δε  χρήσιμον  και  τοις  Ιστορουσι  τά  κατά  τήν  κοινήν 
τών  Ελλήνων  διάλεκτον,  αύται  του  συντάκτου    του  τυπικού    μαρ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ταροδσιν  αί  φωνητιχαΐ  χαΐ  συντακτικαΐ  συνή&ειαι.  Μνήμ,ης  δ'  δμως 
ιδίας  δξιον,  δτι  τούτο  φανεροί  το  πρώτον  ήδη  πυκνότατα  παλαβά 
στεχηρά  τροπάρια,  παντάπασιν  ήμΐν  δγνωστ'  άλλαχόθεν  ονο- 
μάζει δε  και  τον  άγιώτατον  έν  πατριάρχαις  Φώτιον  ποιητην  του 
πολυί^ρυλήτου  δοξαστικού  στιχηρου  της  πόρνης  (σ.  78  και  489), 
δ  παράδοσις  αστήρικτος  άπό  της  τρίτης  καΐ  δεκάτης  έκατονταε- 
τηρίδος  ΕΙκασία  προσγράφει  τί)  μονάχη  *.  Σημειώσεως  δε  άξιον 
και  τούτο.  Θεόδωρος  ό  Πρόδρομος  έδίδαξεν  δτι  Κοσμδς  ό  μελω- 
δός έποίησε  τον  κανόνα  του  μεγάλου  ΣαΡ|3άτου  μετ'  άκροστιχίδος 
τοιαύτης•  '^Σά^βατον  μέγα  μέλπω",  ήπερ,  ως  νυν  έχει,  συντά- 
κτην  εκείνον  δείκνυσι  της  δκτης  καΐ  των  μετ'  αυτήν  ωδών  ^•  της 
δε  πρώτης  καΐ  τών  επίλοιπων  άχρι  της  πέμπτης  ωδής  ώνόμασε 
ποιητήν  Μαρκον  τον  Ίδρουντος  έπίσκοπον,  ου  τά  τροπάρια,  κατά 
τον  αυτόν  θεόδωρον,  ακροστιχίδα  τοιαύτην  άποτελεΐ'  ^ΚαΙ  σή- 
μερον δε".  Και  τούτο  μεν  ήδη  τό  τυπικόν  έπιβεβαιοΐ  τής  Ανα- 
στάσεως (σ.  164),  γνωρίζει  δ'  δμως  τόν  κανόνα  του  Κοσμά 
πληρέστερον,  έμφανίζον  πρώτην  ωδήν  αύτοΰ,  τό  ^'Και"  συναπο- 
τελουσαν  ακροστιχίδα,  Ι'να  τούτω  σύνδεση  προτέραν  ακροστιχίδα, 
τήν  τής  μεγάλης  Παρασκευής.  Έποίησε  τοίνυν  6  Κοσμάς  ου  τε- 
τραώδιον,  ως  έπιστευετο,  τόν  του  Σαββάτου  κανόνα,  πενταώδιον 
δε,  και  τήν  πρώτην, ωδήν  αύτου  τροπάρια  συναπετέλουν,  Ιξω  του 
ειρμού,  δύο,  άπερ  οί  άντιγραφεΤς  έκ  τών  Τριωδίων  άπέβαλον, 
έπιγράψαντες  τήν  νυν  έν  τω  Τριωδίω  πρώτην  ωδήν  άπασαν  τω 
Μάρκω,  τω  συμπληρώσαντι  τόν  κανόνα  του  Κοσμά*  συνεπλήρωσε  δε 
τούτον  ούτος,  ώς  ήδη  διδασκόμεθα,  τη  προσθήκη  τρίτης  τετάρτης  και 
πέμπτης  ωδής•  έπεί  δε  τήν  πρώτην  εύρε  βραχεΐαν  και  δυσανάλογον 


^  '*Ορα  τά  σημειώματα  του  Δεμητριέ^σχη.  ΕοΓΟΟϋ^κβΗΪβ  Οτρ&ΟΤΗοΑ  Η  ϋ&οχ&Λΐ- 
Η0&  ΟβΑΜΗη'&  ΒΙ  ΟΒ.  ΐ6ρ70ΑϋΙΗΜ%,  σ.  820     324. 

*  Νιχο^ήμου  Άγιορείτοο  έορτολόγιον,  ήτοι  ερμηνεία  εις  τους  ασματιχούς  χανόνας 
τών  ^εσποτιχών  χαι  θεομητορικών  εορτών,  συνερανισθέν  έχ  διαφόρων  τής  έχχλησίας 
πατέρων,  πλοοτισθέν  μέ  πολλάς  σημειώσεις  χαι  συντεθέν  εις  τήν  χοινήν  γλώσσαν.  Έν 
Βενετία  1886,  σ.  372  χέ.  Τριώ5ιον  χατανυχτιχόν,  περιέχον  άπασαν  τήν  άνήχουσαν  αυτώ 
άχολοοί^ίαν  τής  άγιας  χαΐ  μεγάλης  τεσσαραχοστής.  Έν  'Ρώμτο  1879,  σ.  728.  Οΐιηβί  βί 
Ρ&Γ&ηίο&8,  Αιιϋιο1ο^'&  £^&6ε&  οΑπηίηιιιη  οΚΓίβΗ&ηοΓαιη.  1<ίρ8ί&6  1871,  σ.  196. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


προς  τα;  λοιπάς  ώδάς,  κατεμήκυνεν  αυτήν  τρισι  μόνοις  τροπαρίοις,  δ 
τό  τυπικον  της  Αναστάσεως  ευδιάκριτα  περιέχει  (σ.  165)*  προσέθετο 
δε,  καθά  φαίνεται,  καΐ  θεοτόκια  πάσαις  ταΐς  ώδαΐς,  απερ  ελλείπει 
τοις  έκδεδομένοις  Τριφδίοις.  Σημειωτέον  και  τούτο*  δτι  6  κώδιζ, 
έν  ω  τό  τυπικόν  υπάρχει,  γέγραπται  καθ*  δν  χρόνον  ή  πόλις 
Ιερουσαλήμ  βασιλέα  λατΐνον  είχε,  πατριάρχην  δ'  ωσαύτως  λα- 
τΤνον.  Τό  τυπικόν  ουν  καταδείκνυσιν  ήδη,  δτι  τω.  χρίνω  τούτω 
των  ορθοδόξων  6  κλήρος  έκράτει  της  αρχαίας  αύτου  μεγαλεΐ(5τιτ]τος 
έν  τω  ναω  τής  Αναστάσεως,  καΐ  δτι  και  τόν  πατριάρχην  αύτου 
στερρότατον  εΐχεν  έν  αύτοΐς  τοις  Ίεροσολύμοις•  δνομα  δε  τούτω 
Νικόλαος,  δστις,  ως  φαίνεται,  τόν  αύτου  θρόνον  έκόσμησεν  έπί 
πολλούς  ένιαυτούς•  καΐ  γαρ  ετη  τριάκοντα  και  τέσσαρα  μετά 
του  τυπικού  τήν  άντιγραφήν  εύρίσκομεν  αυτόν  έν  τη  Κωνσταντίνου 
πόλει,  συμμετασχόντα  των  εργασιών  μεγάλης  έκεΐ  συνόδου  (Π  56)  ^ 
"Οτι  δέ  των  ορθοδόξων  ή  ίσχυς  μεγάλη,  των  λατίνων  κυριαρχούν- 
των  έν  Ίεροσολύμοις,  ήν  έν  τω  ναω  τής  Αναστάσεως,  βέβαιοι  τό 
Δανιήλ  ηγουμένου  του  Τώς  υπόμνημα*  παρήν  γαρ  οοτος  έτει 
1107-ω  έν  τούτω  τω  ναω,  τελούμενης  εορτής  του  Αγίου  Φωτός 
ύπό  των  ορθοδόξων  καθά  δέ  διηγείται,  τήν  τελετήν  έτίμησεν  ή 
παρουσία  του  λατίνου  βασιλέως*  αύτους  δέ  τους  λατίνους  ιερείς  ε?δε 
κατ'  ιδίαν  έν  έτέρω  τίίπω  του  ναού  τής  εορτής  μετασχόντας  ^.  Πάσα 
μεν  ουν  ή  διήγησις  του  Δανιήλ  παρίστησι  τους  "Ελληνας  μοναχούς 
απανταχού  του  ναοΰ  πρωτεύοντας*  δ  τό  μετά  πεντεκαίδεκα  έτη 
γεγραμμένον  έκεΐ  τυπικόν  έπιβεβαιοΐ  νυν  τρανότατα  τη  τε  κατα- 
γραφή των  κληρικών  και  τω  πομπώδει  τύπω  τών  εορταστικών  ιερουρ- 
γιών* διδάσκει  δέ  πάλιν  6  Δανιήλ,  δτι  παρά  τόν  ναόν  τής  Αναστά- 
σεως υπήρχε  μοναστήριον  τη  θεοτόκω  καθιερωμένον,  δπερ  ώνο- 
μάζετο  Οπγ^Η  ή  Οπγ^^ίΒ  ^•  τούτο  δ'  έστΙν  ή  Θεοτόκος  τών 
Σπουδαίων,    ης    τό    τυπικόν    μέμνηται    τετράκις    (σ.   3,   7,  147, 


*  Μω,  δρίοίΐβ^ίαιη  Κοιηαηαιη  τ.  Χ,  σ.  16. 

2  5(£ιηβ  Β^  ^0  ΟΜίΓονο,  ΙϋηόΓΛίΓββ  πιββββ  βη  ΟΓΪβηΙ.  Οβηέτβ  1889,  τ.  Ι,  σ.  75-83. 
'  ^Ητίβ    Η    Ί,οχ,χβΕΐ,β   ]ί,&ΕΉΛ&   Ρ^ΧΒΟΚΗΑ    36ΜΛΗ   ΗΓ7Μ6Η&.  Έν    Πετρουπόλει 
1885,  σ.  24. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


θ' 

161)•  οϋτοι  δ'  οι  Σπουδαίοι  μοναχοί  τυπικόν  εΤχον  ΐδιον,  χαΐ 
χαθά  φαίνεται  τοΤς  όρ&οδοςοις  ήρι&μουντο*  διεχώριζε  μέντοι  τούτους 
έχε(νων  ή  γλωσσιχή  διαφορά*  ήσαν  γαρ  ούτοι  φράγχοι  μοναχοί 
εξ  Άμάλφης,  τω  τάγματι  προσήκοντες  των  Βενεδικτίνων  χαΐ  το 
μοναστήριον  οικουντες  της  Θεοτόκου  των  Σπουδαίων,  δπερ  Ι'δρυσε 
Κάρολος  ό  Μέγας,  προσ}>έμενος  αύτω  [ϊι^λιο&ήκην  καΐ  ξενώνα,  ϊνα 
ξενίζωνται  έν  τούτω  οι  εκ  Φραγκιάς  προσκυνηταΐ  των  αγίων  τόπων 
ώνομάζετο  δε  λατινιστι  δαηοΐίΐ  ΜαΓίΑ  1<αϋηίΐ  ^.  Έν  αύτω  και  Βερ- 
νάρδος ό  μο^αγ^οζ  (ετει  870-ω)  έ;ενίσι)η,  συγγραφεύς  υπομνήματος 
λατινικού  περί  των  αγίων  τόπων  *•  άντικα&ίστησι  δε  νυν  τόν  τόπον 
του  ξενώνος  εκείνου  μοναστήριον  των  ορθοδόξων,  δπερ  άφιέρωται 
Αβραάμ  *τω  δ'.καίω,  και  τόπος  ευρύς  υπό  μοναχών  οίχούμενος 
Ά|3ησινών  ^. 

Έν  Πετρουπόλει,   τη  ιβ'  μηνός    Ιανουαρίου  έτους  ^αω^δ'. 

Α.  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ^]  -  ΚΕΡΑΜΕΓΣ  ^ 


*  Ιίίόνίη  άβ  Η&ιηιηβ,  Οαίάβ-ΙηάίοαΙοαΓ  άβδ  βΛηοΙααΐΓββ  βί  ϋβυχ  ΗίδΙοηςαββ 
άβ  1&  ΤβΓΓβ-δώηΙβ.  3"<»  έάίΐΐοη.  ΙόπιβΛίοιη  1877,  τ.  Ι,  σ.  263. 

"  ΒβΓΠΛΓάί  ιηοηΛοΙιί  Γγλώοϊ  ΐΙΐηβΓΛπυιη  §  Χ  (Τ.  ΤοΜβΓ  β4  Αυρ.  ΜοΙίηίβΓ, 
ΙϋηβΓα  ΗίβΓΟβοΙ^ιηίίΗηΛ.  ΟβηβνΛβ  1872,  τ.  Ι,  σ.  314). 

*  Τό  ιίαρά  τω  Δανιήλ  8ρθΐΐ(1ί  προΕταύτίζετο  τω  μονοστηρίω,  δ  Μεγάλη  Παναγία 
λέγεται  νυν.  ΑΙ)ΓΐΐΛΛΐη  άβ  ΝοΓοΐΤ,  ΡέΙβΓίηα^β  βη  ΤβΓΓβ-δαίηΙβ  (1β  Γΐιί^οιιιηέηβ 
ηΐ88β  Ό&ηίβΐ.  8ΐ.  Ρέί6Γ8ΐ)οαΓς  1864,  σ.  26. 

*  Σημειωτέον,  δτι  ό  τυπογράφος  ανωτέρω,  σελίδι  ς',  γραμ.μ.η  25•ιυ,  παρέλειψε  μίαν 
λέξιν  άνάγνωΰι  τοίνυν  οΰτως  έχει*  «λειτουργιών  έρευνα». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Ι 

ΤΥΠΙΚΟΝ   ΤΗΣ  ΕΝ  ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΟΙΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

Διάταζις    των    ιερών    άχολου&ιών   της   μεγάλης  των  παθών  εβδο- 
μάδος του  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου,    κατά  τό  άρχαΐον 
της  έν  *Ιεροσολυμοις   εκκλησίας  εθος,    ήτοι  τό  έν  τω 
ναώ  της  Αναστάσεως. 

Έχδίδοται  δέ  χατά  κώδιχα  του  1122-ου  έτους. 
(Οοά.  ΧΙ.ΙΙΙ  8.  ΟΓΠοίδ). 


Ακέφαλος    ακολουθία  της  Κυριακής  τών  Βαΐων  *. 

Δβυτε  χαΐ  ήμεΐς  σήμερον  |  πάς  ό  νέος  Ισραήλ, 

ή  εξ  εθνών  εκκλησία,  |  μετά  του  προφήτου  Ζαχαρίου   ευφημήσωμεν. 

"  Χαίρε  σφόδρα,  Ούγατερ  Σιών  |  κήρυσσε,  θύγατερ  Ιερουσαλήμ, 

οτι  Ιδοί)  6  βασιλεύς  σου  έρχεται  σοι  |  πραδς  και  σφ!1ων, 

και  έπιβεβηκώς  |  έπι  πώλον  δνου,  |  υΐον  υποζυγίου. 

Εόρταζε  τα  τών  παίδων. 

Κλάδους  χερσι  κατέχουσα  ευφήμησον 

"Ωσαννά  έν  τοις  ΰψίστοις*  |  ευλογημένος  ό  ερχόμενος 

βασιλεύς  του  Ισραήλ". 

*  Τό  άπόγραφόν  έστιν  άχέφα>.ον•  κατά  γάρ  τήν  άρ'/ψ  τούτου  δύο  χαΐ  ήΐΑΐσυ  έλλείττει 
τετράδια.  Και  τά  μέχρι  μεν  του  14  φυ'/Λου  περιεχόμενα  έν  τω  χώδιχι  χατά  τε  τάς  εμάς 
περιλήψεις  χαι  τό  τέ)νειον  έχδίδοται  άπόγραφόν,  ο  ευμενώς  σοφώτατος  άπέστεΛέ  μοι 
αρχιερεύς,  Έπιφάνιος  ό  αρχιεπίσκοπος  *Ιορδάνοϋ•  τι  δέ  λοιττά  φύλ>.α  τά  μέχρι  τέλους 
τοΟ  κωδικός  κατά  τό  έμόν  έκτυποΰται  άντίγραφον. — 2  ευφημήσωμεν]  αί  έκδ.  «έκβοήσω- 
μεν».  —  6  τά]  κωδ.  «τους». — 8  ό  κώδις  πανταχού  «ως  άννά». 

1 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Ι 

ΤΥΠΙΚΟΝ   ΤΗΣ  ΕΝ  ΙΕΡΟΣΟΛΪΜΟΙΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

Διάταξις    των    ίβρών    άχολου&ιών   της   μεγάλης  των  παθών  εβδο- 
μάδος του  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου,    χατά  τό  άρχαΐον 
της  έν  'Ιεροσολυμοις   έχκλησίας  εθος,    ήτοι  τό  έν  τώ 
ναώ  της  Αναστάσεως. 

Έχδίδοται  δέ  χατά  χώδικα  του  1122-ου  έτους. 
(Οοά.  ΧΙ.Ι1Ι  8.  ΟΓαοίβ). 


Ακέφαλος    ακολουθία  της  Κυριακής  τών  Βαΐων  ^ 

Δεΰτε  και  ήμεΤς  σήμερον  |  πάς  ο  νέος  Ισραήλ, 

ή  εξ  εθνών  εκκλησία,  |  μετά  του  προφήτου  Ζαχαρίοο   ευφημήσωμεν. 

"  Χαίρε  σφόδρα,  Οόγατερ  Σιών  |  κήροσσε,  θύγατερ  Ιερουσαλήμ, 

δτι  Ιδού  ό  βασιλεύς  σου  ερχεταί  σοι  |  πραυς  και  σφ!1ων, 

και  έπιβεβηκώς  |  έπι  πώλον  δνου,  |  υίον  υποζυγίου. 

Εόρταζε  τα  τών  παίδων. 

Κλάδους  χερσί  κατέχουσα  ευφήμησον 

"Ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις•  |  ευλογημένος  ό  ερχόμενο; 

βασιλεύς  του  Ισραήλ". 

*  Το  άπόγραφόν  έστιν  άχέφαλον*  χατά  γάρ  τήν  αρχήν  τούτου  δύο  χαΐ  ήΐΛίσυ  έλλείττει 
τετράδια.  Και  τα,  (ΐ>έχρι  μεν  τοΟ  14  φύ/Λου  περιεχόμενα  έν  τω  χώδιχι  χατά  τε  τάς  εμάς 
περιλήψεις  χαι  τό  τέλειον  έχδίδοται  άπόγραφόν,  δ  ευμενώς  σοφώτατος  άττέστειλέ  μοι 
άρχιερεός,  Έπιφάνιος  ό  άρχιεπίσχοπος  Ιορδανού*  τα  δε  λοιπά  φύ>λα  τά  μέχρι  τέλους 
τοΰ  χώδιχος  χατά  τό  έμόν  έχτυποΰται  άντίγραφον. — 2  ευφημήσωμεν]  αϊ  έχδ.  «έχβοήσω- 
μεν».  —  6  τά]  χώδ.  «τους». — 8  ό  χώδις  πανταχού  «ώς  άννά». 

1 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—      9 


Εις  το  «Δ'^ζα  χαΐ  νον»  ήχο;   ττλάγιος  β'. 

Ό  έχων  Ορόνον  ουρανόν  |  και  όποττόδιον  την  γήν, 
ό  του  θβοϋ  πατρός  Δόγος  |  χαΐ  οίος  ό[χοούσιος, 
έπΙ  πώλου  αλόγου  |  έμετρίασεν  οήιιερον  |  εν  Βη&ανία  έλΟών 
δ  δβεν  παίδες  Εβραίων  |  κλάδους  χερσι  κατέχοντες 

εύφήμουν  φωνή•  |  "Ωσαννά  εν  τοΙς  ύψίστοις• 
ευλογημένος  ο  ερχόμενος  |  βασιλεύς  του  Ισραήλ". 

Πληρούται  δε  ό  πατριάρχης  έχ  του  Ίεροδ  του  θυμιασαι  καΐ 
είσελθών  εις  το  Βήμα  ευ&ύς  ό  διάκονος  «Σοφία»,  ό  ψάλτης  προ- 
10  κείμενον  ήχου  δ'.  «Τα  δρη  άγαλλιάσονται  από  προσώπου  Κυρίου, 
δτι  ερχ(εται)».  Στίχ.  «*Ασατε  τω  Κυρίω  πάσα  ή  γη>.  Και 
εΤ&'  οδτως  ό  πατριάρχης  λέγει  τό  εύαγγέλιον. 

Έ%  του  κατά  Ίωάννην  αγίου  Ευαγγελίου  (11,  45 — 12,  11). 

Τφ  χαίρω  έχείνω  πολλοί  έχ  των  *Ιου5(χίων  οί  έλθόντες  χαι  θεασάμενοι  α  έποίηβεν 

1δ  ό  *Ιησους,  έπίστευσαν  εΙς  αυτόν.  Τινές  δε  εξ  αυτών  άπήλθον  προς  τους  Φαρισαίους 
χαι  είπον  αύτοΐς  α  έποίησεν  ό  *Ιησους.  Συνήγαγον  ούν  οί  Φαριααΐοι  χαι  οί  αρχιερείς 
ουνέδριον,  χαι  ε).εγον  "Τί  ποιοΰμεν,  δτι  ούτος  ό  άνθρωπος  πο/λά  σημεΤα  ποιεΐ;  Έάν 
άφώμεν  αυτόν  οΰτως,  πάντες  πιστεύουσιν  εΙς  αυτόν  χαι  έλεύβονται  οί  'Ρωμαΐοι  χαι 
άροΰσιν  ημών  χαι  τον  τόπον  χαι  τό  έίΚος'*.    Εις  δε  τις  εξ  αυτών  Καϊάφας,  άρχιερεύς 

20  ων  του  ένιαυτοΰ  εκείνου  ειπεν  αύτοΐς.  "  'Γμεΐς  ούχ  οΐοατε  ουδέν,  ουδέ  λογίζεστε  δτι 
συμφέρει  ήμίν,  ίνα  εις  άνθρωπος  άποθάντβ  υπέρ  του  λαοΐΐ^  χαι  μη  δλον  τό  έθνος  άπό- 
ληται ".  Τούτο  δέ  αφ*  εαυτού  ούχ  είπεν,  άΑ)ν'  άρχιερευς  ών  του  ένιαυτοΰ  εκείνου  προε- 
φήτευσεν,  οτι  ήμελλεν  ό  Ίησοΰς  άίΐοθνήσχειν  υπέρ  του  έθνους*  και  ούχ  υπέρ  του 
έθνους    μόνον,    αλλ*  ϊνα  και  τα  τέκνα  του  θεοΰ  τα  διεβκορπιαμένα    συναγάγη    εΙς  εν. 

25  *Απ*  εκείνης  ούν  της  ημέρας  «υνεβουλεύσαντο  οί  *Ιουδαίοι  ίνα  άποκτείνωσιν  αυτόν. 
ΊησοΟς  ούν  ούκέτι  παρρησία  περιεπάτει  έν  τοΤς  *Ιουδαίοις,  άλ)^*  άπήλθεν  έκεΐθεν  εις 
την  χώραν  εγγύς  τ?)ς  έρημου,  εις  'ΕφραΊμ  λεγομένην  πόλιν,  και  έκεΐ  διέτριβεν  μετά  των 
μαθητών  αύτοΟ.  Ήν  δέ  εγγύς  τό  πάσχα  τών  *Ιουδαίων•  καΐ  άνέβησαν  πολλοί  εΙς  τα 
Ιεροσόλυμα  έκ  της  χώρας  πρό  του  πάσχα,  Τνα  άγνίσωσιν  εαυτούς.    *Εζήτουν    ούν    τον 

30  *Ιησο5ν  και  ελεγον  μετ*  αλλήλων  έστηκότες  έν  τω  ίερώ.  "  Τί  ύμΐν  δοκεϊ,  δτι  ού  μη 
ελθη  εις  την  έορτήν  '*;  Δεδώκεισαν  δέ  οί  αρχιερείς  και  οί  Φαρισαΐοι  έντολάς,  ΐνα  εάν 
τις  γνώ  που  έστιν,  μηνύσει,  δπως  πιάσωσιν  αυτόν.  Ό  ούν  *Ιησους  πρό  εξ  ημερών  του 
πάσχα  ήλθεν  εΙς  Βηθανίαν,  οπού  ην  Λάζαρος  ό  τεθνηκώς,  δν  ήγειρεν  έκ  νεκρών. 
Έποίησεν    ούν    αύτώ    δεΐπνον  έκεΐ,    και  ή  Μάρθα  διηκόνει•  ό  δέ  Λάζαρος  εις  ην  τών 

35  άνακειμένων  σύν  τω  ^ΙιισοΌ.  Ή  ούν  Μαρία  λαβοΰσα  λίτραν  μύρου  νάρδου  πιστικής  πο- 
λυτίμου,   ήλειψε    τους  πόδας  του  *Ιησοΰ,    και  ταΐς  θριξιν  αυτής  έξέμαγεν    τους  πόδας 

2  κ.  €υποποδ.  τ.  γήν». — 3  ομοούσιος]  αί  έκδ.  *συναΐδιος». — 20  κ.  «ουκοίδατε».  — 
21  άπώληται. — 24  συναγάγει. — 26  περιεπάτη. — 27  πόλειν. — 33  τεθνηκος. — 35  λύτραν• — 
36    ει>.ειψε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    3    — 

αύτοδ•  ή  δε  οΐχία  δλη  έ;τληρώθη  έ%  της  οσίΛή;  του  μύρου.  Λέγει  ούν  εις  έ*  των  μα- 
θητών αύτοΰ,  'Ιούδας  Σίμωνος  ό  ^Ισχιριώτης,  ό  μέλλων  αυτόν  τταραδιδόναι,  "  δια  τί 
τούτο  το  μυρον  ούχ  έπράθη  τριαχοσίων  δηναρίων  και  έδό^η  τοις  πτωχοις  ";  Είπεν  δε 
τοϋτο^  ούχ  δτι  περί  των  πτωχών  εμελλεν  αύτφ,  ά)νλ*  οτι  κλέπτης  ην  χα  ι  τό  γλωσσό- 
χομ.ο'ί  βιχεν  χαι  τα  βαλλόμενα  έβάσταζεν.  Ειπεν  ούν  ό  *Ιησοΰς•  "  *Αφες  αυτήν  εις  την  5 
ήμέραν  του  ενταφιασμού  μου  τετηρηχεν  αυτό•  τους  πτωχούς  γαρ  έχετε  πάντοτε  μεί^' 
εαυτών,  έμέ  δε  ου  πάντοτε  έχετε  '\  "Εγνω  ουν  όχλος  πολύς  έχ  τών  Ιουδαίων  δτι  έχεΧ 
έστιν  χαι  ήλΟον  ου  δια  τον  'Ιησοΰν  μόνον,  αλλ*  ϊνα  χαι  τον  Λάζαρον  θείαωνται,  δν 
ήγειρεν  εχ  νεχρών.  Έβουλεύααντο  δε  οι  αρχιερείς,  ΐνα  χαι  τον  Λάζαρον  άποχτείνωβιν, 
δτι  πολλοί  δι*  αυτόν  ύπήγον  τών  Ιουδαίων,  χαι  έπίστευον  εις  τον  'ίησοΰν.  10 

ΚαΙ  ευθύς  €Δ();α  καΐ  νδν».  ^Ηχος  πλάγιος  δ'.  Στιχηρόν  προς 
τό   «Ό  έν  Εδέμ.  παράδεισος». 

Ό  ΣεραφΙμ  τοΙς  άνω  φοβερός,  |  Χριστέ,  έποχοϋ|χενο; 
ώς  θεός  τε  και   τών  όλων  αυτοοργός, 
αυτός  έν  πώλφ  έπΙ  γης  |  καΟεσΟηναι  επείγεται,  15 

ως  υπάρχων  δι'  ημάς  άν&ρωπιχώς. 

Ή  ΒηΟανία  άγάλλεται  |  είσδεχομένη  σε,  Χριστέ. 
Ίεροσόλυ{χα  χαίρεται  |  ως  προσδοκώντά  σε  λαβείν 
θάνατος  τέΟηπεν  |  προαισ&όμενος  τον  Αάζαρον  φοιτάν  εκ  τών  νεκρών 

και  ήμεις  μελφδίαις  |  προϋπαντήν  τελούντες  έν  χαρά  20 

άνυμνοϋμεν  τό  κράτος  |  της  άγα&ότητός  σου,  |  Κύριε. 

Και    ευθύς    «Νυν  απολύεις».   Κάθισμα  άπολυτίχιον  ήχου  δ'. 

Σονταφέντες  σοι  |  δια  του  βαπτίσ}ΐατος,  |  Χριστέ  ό  θεός  ήίΐών, 
της  αθανάτου  ζωής  ήξιώ&ημεν  |  τη  άναστάσει  σου, 
και  άνυμνοΰντες  κράζομεν  |  "  Ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις*  2δ 

ευλογημένος  ό  ερχόμενος  |  έν  ονόματι  Κυρίου  ". 

ΚαΙ  άπολύουσιν,  και  ευθύς  άρχεται  άνάγνωσιν  ό  βασιλικάριος 
του  αγίου  Παύλου  την  έπιστολήν  την  πρύς  Εβραίους,  δως  ου 
έρχονται  οι  Σπουδ(αΐοι)  χαΐ  άπάρζονται  της  άγρυττ^ίας  εις  την 
άγι'αν  Βασιλιχήν,  χαθώς  ό  τύπος  χατά  Κυριακής  άγρυττ^ίαν.  30 

Κάθισμα  εις  τό  "θεύς  κύριος"  ήχου  δ'.  «Συνταφέντες  σοι 
διά  του  βαπτίσματος».  Στιχολογία*  «Έςομολογήσομαί  σοι  Κύριε 
έν  βλη».  Κάθισμα  ήχου  δ'  πρί>ς  τ6  «Κατεπλάγτ]  Ιωσήφ  το 
υτυερ»   χτλ. 

3  διναρίων.— 8  θεάαονται. — 13  έ^ωχούμιενος. —  18  ΐτροσδοχόσα.  —  19  προεσίΙώμ.ε- 
νος.— 20  προυπαντεΐν.— 29  άπάρίουνταί.~'30  χαΟώς  ||  χαταχυ.— 33  χατεπλάγει. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    4    — 

Μετά  χλάδων  νοητών  |  χεχαδαρμβνοι  τήν  ψοχήν, 

ώς  οι  παΐδβς  τον  Χριστό  ν  |  άνεοφημήοωμεν  πιστώ;, 

μεγαλοφώνως  χραογάζοντες  |  τψ  δεσπόττ;)• 

"Ευλογημένος  ει,  Σωτηρ,  |  ό  ει;  τον  χόσμον  έλθών 
δ  του  σώσαι  τον  "Αδάμ  |  έχ  της  αρχαίας  αράς, 

πνευματιχίος  γενόμενος,  |  φιλάνθρωπε, 

νέος  Αδάμ,  ώς  ηοδόχησας•  |  ό  πάντα,  Δόγε, 

προς  το  συμφέρον  |  οιχονομήσας  θεός  δόξα  σοι. 
Εις  το    Δόξα    δμοιον.    "  Κατβπλάγη ". 
10  ΈπΙ  φίλψ  σοο,  Χριστέ,  |  δάχροα  ραίνεις    μοστιχώς 

χαΐ  εγείρεις  έχ  νεχρών  |  Λάζαρον  χείμενον  Ονητόν 

αλλά  συμπά θειαν    εδειζας  |  φιλανθρώπως. 

Μαν&άνοντα  δε  τήν  σήν  |  παρουσίαν,  Σωτήρ, 

τα  πλή&η  των  βρεφών  |  έξήλΟον  σήμερον. 
15  Έν  ταΤς  χερσί  χατέχοντα  βαία  |  τό  Ωσαννά  σοι  έχραυγαζον. 

Ό  τότε  τούτοις  τό  φως  σου  λάμψας  |  φώτισον   τους  ύμνουντάς  σε. 

Και  νυν*  ήχος  δ'. 
Βασιλεΰ  τών  αιώνων  |  επουράνιε  δυνατέ, 
προς  σε  χαταφεύγομεν  |  πριν  χαταλάβη 
χαιρός  του  άπολέσ&αι  ήμας. 
20  Τήν  όργήν  χατάπαυσον  |  χαί  ήμας  έλέησον 

ψάλλοντας  σοι,  δέσποτα,  |  τόν  τρισάγιον  υμνον 
"Αγιος  ό  θεός  |  ό  υπ'  αγγέλων  ύμνούμενος* 
άγιος  ισχυρός  |  ό  λοτρούμενος  ήμας  έχ  της  οργής• 
άγιε  ά&άνατε,  |  έλέησον  χόσμον  χινδυνεύοντα 
25  χαι  σώσον  τάς  ψυχάς  ημών. 

Ευθύς  άνάγνωσις  βίς  τά  βαΐα.  Στιχολογία*  «Αγαπήσω  σε, 
Κύρκβ  ή  ισχύς  μου».  Κάθισμα  ήχου  πλαγίου  δ',  προς  τό  «Τό 
προσταχθέν  μοι    μυστικώς». 

Ό  έπι  θρόνου  Χερουβιμ  |  χαι  έπΙ  πώλου 
30  έπιχαΟίσας  δι'  ημάς  |  χαι  προς  τό  πάθος 

τό  έχούσιον  φθάσας  |  σήμερον  άχουει 
τών  παίδων  άνευφημουντων  |  τό  *9σαννά, 

1  αϊ  έχδ.  «τάς  ψυχάς».  -4  σωτήρ  βίο]  ελλείπει  ταΤς  έχ^σεσι. — 8  θεός]  ελλείπει 
ταΤς  έχδ. —  11  χ.  «ό  έγειρα;»  ||  Αάζαρον]  χ.  «μένων  τόν».  —  12  «άλλα»  χατά  τόν 
χώδιχα*  αί  έχδ.  «έν  ω»  ||  χ.  «φιλάνθρωπε»  —  15  αί  έχδ.  «χραυγάζοντα*  ευλογημένος 
•ί,  δτι  τόν  χόβμον  εις  τό  σώσαι  έλήληθας».  —32  άνευφημουντων]  αί  έχδ.  «άναβοώντων* 
υίέ    Δαυίδ  σπευσον  σώσαι  ους  έπλασα;»  χτλ• 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    5     — 

των  δχλων  άναβοώντων  }  "οΐβ  Δαυίδ, 
σπβδσον  σώααι  ους  επλασας,  |  εολογηίλβνε  Ίησου* 
εις  τοδτο  γαρ  έλήλυ&ας,  |  δπως  γνώμεν  τήν  δόξαν  σοο  ". 
Εις  το  «Λόξα  χαι  νυν»  ήχος  πλ.  δ'. 

Μέγα  χαι  άνεχφραστον  θαύμα*  |  6  έχ  παρ&ένοο  προελΟών  Χριστός,  5 

οίος  ων  τοδ  πατρός,  |  τήν  άνω  Ιερουσαλήμ  μή  λιπών, 
εις  τήν  έπι  γης  προς  το  έχούσιον  πά&ος  παραγίνεται, 
χαι  εχαιρον  τα  δρη  βλέποντα  τον  ποιητήν  της  χτίσεως 
έπι  πώλου  έποχούμενον  |  χαι  τοις  χλάδοις 

παίδες  των  Εβραίων  |  προφητιχώς  τοΰτο  έχραύγαζον  10 

"Ωσαννά  εν  τοις  υψίστοις•  |  ευλογημένος    ό  έλ&ών 
χαι  ερχόμενος•  |  Χριστέ  ό  θεός,  δόξα  σοι"• 

Εύθας  άνάγνωσιν  και  τον  πολυέλεον.  Κάθισμα  ήχου  πλαγίου  δ'. 
"Οτε  παραγέγονας  έν  ΒηΟανί(;ί, 

τότε  έπεγνώσ&ης  τη  ση  |  δεσποτεί(;ί  15 

υιός  μονογενής  Ι  του  Λαζάρου  τήν  εγερσιν 
θεός  αναδειχθείς  τη  έπιβάσει  σου  τψ  πώλφ• 
χαι  γαρ  οΐ  παίδες  |  μετά  βαιων  έχραύγαζον 
"  Ευλογημένος  ό  ερχόμενος  |  σωτήρ  ημών  ", 

χαι  συν  αύτοΤς  βοώμέν  σοι•  20 

"  Ωσαννά  τφ  υΐω  |  Δαυίδ•  Ευριε,  δόξα  σοι ". 

Εις  τό  «Δόξα»    ήχος  πλ.  δ'. 
Ό  έν  θρόνφ  χερουβιχψ  |  βασταζόμενος 
χαι  άσιγήτοις  χείλεσι  |  των  Σεραφιμ  δοξολογουμενος 
έπι  πώλου  ευτελούς  |  έδείχθης  εποχούμενος•  25 

δθεν  παίδες  Εβραίων  |  μετά   χλάδων  έλαιών 
τον  έπινίχιον  υμνον  |  έβόων  σοι• 
"  Ωσαννά  ό  θεδς-  |  ευλογημένος  ό  ερχόμενος 
έν  ονόματι  Κυρίου.  |  Ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις ". 

«Και  νυν».  Ό  αυτός.  30 

Σωτηρίας    χρηπΤδα  |  ασφαλή  χαι  βεβαίαν 
τήν  πρεσβείαν  σου  έχοντες,  |  θεοτόχε  παρθένε, 
τά  μεγαλεία  των  θαυμάτων  σου  |  χηρύττομεν 
χαι  τη  σχέπη  σου  |  διά  παντός  περίσωζε, 
δτι  συ  ει  χαύχημα  |  της  δυνάμεως  ημών,  35 

μόνη  ευλογημένη. 
24  χ.  «άσογείτοίς»  ||  σεραφείμ..  —  31  χριπήδα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    6    — 

Εΐθ'  οδτως  άνάγνωσις  χαΐ  τον  ^Αμωμον. 

Τροπάρια  του  Άμωμου  της  εορτής  αναστάσιμα: 

Των  αγγέλων  ο  δήμος  |  χατεπλάγη   ορών  σε 
έποχουμενον  πώλφ,  |  οι  οέ  παίδες  λαβόντες 
5  των  βαιων  τα  χλάδη 

σοι  το  'Ωσαννά  εχραζον,  |  υιέ  Δαυίδ, 
τους  χιτώνας  τους  εαυτών  στρωννυοντες. 
Των  αγγέλων  ο  δήμος  |  χατεπλάγη   ορών  σε 
τψ  πώλψ  έπιβάντα  1  χαΐ  βαιοις  χαΐ  χλάδοις 
10  πασιν  ευφημισ&έντα 

τον  χερουβιχοΤς  αρμασιν  |  οχούμενον, 
Ωσαννά  τφ  υίψ  |  Δαυίδ    άχουσαντα. 
Ό  έπ'  ώμων  Χερουβιμ   χαΐ  ΣεραφΙμ 
έπιβεβηχώς  |  ως  παντοχράτωρ 
15  έπΙ  πώλου  έπέβης  υποτάσσων 

χαΐ  τους  άπει&εΤς,  δέσποτα,  |  γεννήτορας 
δια  παίδων  πιστών  |  άνευφη μουντών  σε. 
Λίαν  πρωί  μυροφόροι  |  εδραμον  εν  τψ  μνήματι 
θρηνολογοΰσαΐ'  |  άλλ'  επέστη  προς  αυτά; 
20  ο  άγγελος  χαΐ  εΐπεν* 

"θρήνου  ό  χαιρός  πέπαυται•  |  μη  χλαίετε, 
την  άνάστασιν  δε  |  άποστόλοις  είπατε ". 
".Τί  τά  μόρα  συμπαΟώς  |  τοΤς  δάχρυσιν,  ώ  μαδήτριαι, 
χιρνατε'*  ό  άστράπτων  |  εν  τφ  τάφψ  άγγελος 
25  προσεφΟέγγετο  ταΐς  μυροφόροι;; 

"  "Ιδετε  υμεΤς  τον  τάφον  χαι  ήσ&ητε• 
ό  Σωτηρ  γάρ  |  βξανέστη  του  μνήματος* 
Μυροφόροι  γυναΤχες  |  μετά  μύρων  έλθουσαι 
προς  το  μνήμα  σου,  Σώτερ,  |  ένηχουντο  Αγγέλου 
30  προς  αυτάς  φβεγγομένου 

2  Τροπάρια  χτλ.]  ι:αράβ(χλ).ε  ταΰτα  προς  τά  ψαλλόμιενα  εις  ήχον  α'  τω  άγίω 
Σαββάτω  πρω(|  μετά  τ/^ν  τρίτην  στάσιν.  Έχείνων  ουν  τήν  ψαλτιχήν  στίξιν,  ώς  ταύτην 
ό  ΤΤίτρας  διήρεσεν,  τταρειαήγηγον  χαν  τοις  είρημένοις  τροπαρίοις*  ό  δέ  χώδιξ  ούτω 
στίζει  το  πρώτον  τροπάριον.  €Τών  αγγέλων  6  δήμ-ος  κατεπλάγη  |  όρων  σε  έποχ.  πώλω,  ' 
οι  δε  παίδες  |  λοφόντες  των  β.  τά  χλάδη  |  σοι  το  ωσαννά  εχραζον  υίέ  Δαυίδ  | 
τους  χιτώνας  τους  εαυτών  στρωννύοντες>— 16  χ.  «άπιθεΐς»  —τ  23  μΰρα— 26  Τσθητε. — 
29  ή  ρωμαιχή  εχδ.  «άγγελος  δε  προς  αύτάς  εφη  λέγων»•  ή  εχδοσις  Βενετίας  1856* 
€άγ•^ζΚοο  τρανώς  προς  αύτάς  φλεγομένου» — 80  χ.    «αύταΐς». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


"τί  μβτά  νεκρών  |  τον  ζώντα  έλογίσασΟε; 
ως  θεός  γάρ  |  έξανεστη  του  μνήματος". 

Προσχυνουμεν  πατέρα  |  χαΐ  τον  τοάτου  υΐόν  τε 

καΐ  το  αγιον  πνεύμα,  |  την  άγίαν   τριάδα 
εν  μι^  τή  οοσίςι,  |  συν  τοις  ΣεραφΙμ  χράζοντες  5 

το  "άγιος  |  άγιος  άγιος  ει  Κύριε". 

Ζωοδότην  τεχοΰσα  |  αμαρτίας,  παρθένε, 
τον  *Αδάμ  έλυτρώσω,  |  χαρμονήν  δε  τη  Εδςε 
άντΙ  λύπης  παρέσχες, 
ρεύσαντα  ζωής•  |  ΐθονε  προς  ταύτην  δε  10 

ό  έχ  σου  σαρχωθεις  θεός  χαι  άνθρωπος. 

Εύθυς  χάθεσμα  ήχου  πλαγίου  δ',  προς  τό   "Ανέστης  έκ  νε- 
χρων  ή  ζωή^τών". 

Δϋάς  των  μαθητών  |  αποστέλλεται  σήμερον 
.     τον  πώλον  άγαγεϊν  [  τω  δεσπότη   τών  απάντων.  15 

Έρχεται  επφήναι  |  6  οχούμενος  |  ΣεραφΙμ  πλήθεσιν 
άρχεται  δειματοΰσθαι  |  ο  χοσμοχράτωρ  |  παμφάγος  θάνατος 
διό  Λαζάρου  πρώτον  σχυλευθείς  |  τω  γένει    τών  ανθρώπων. 

ΚαΙ  νΟ^•   ήχος  πλάγιος  δ'. 
ΈπΙ  σοι  χαίρει  χεχαριτωμένη.  20 

ΚαΙ  8ϋθύς  χαταβαίνεε  ό  πατριάρχης  χαΐ  δρχεται  τον  κανόνα 
μετά  τόν  κληρον  (=τοϋ  κλήρου),  οι  δέ  Σπουδαίοι  άναβαίνουσιν 
εΙς  την  θεοτόκον  των  Σπουδαίων  και  ψάλλουν  έκεΐ  τόν  κανόνα 
χαΐ  πασαν  τήν  άκολουθίαν  και  άπολύ(ονται),  καθώς  έστιν  ό  τύ- 
πος αυτών,  25 
Ό  κανών  φέρων  ακροστιχίδα  τήνδε• 
"Ωσαννά  Χριστός,  ευλογημένος  θεός". 

*Ωδή  α. 
"Ωφθησαν  |  αι  πηγαΐ  της  αβύσσου  |  νοτίδος  άμοιροι 
και  άνεχαλύφΟη  θαλάσσης  |  χυμαινούσης  τα  θεμέλια  30 


1  αϊ  έχδ.  €λογίζεσ^ε>.  —  14  Δυάς  χτλ.]  ψάλ).ετα(  νυν  τη  παρασχευ^  προ  τών 
Βαΐων,  εις  τόν  ορθρον*  εστί  (έ  χατά  το  Τριώ^ιον  χάρισμα  «του  χορίου  Θεοδώρου».  — 
17  χ.  €δηματοΟσθαι».  —  18  αί  έχδ.  «το  γένος».  —  23  χ.  «τοσπουδαΓ»  |1  ψάλουν. — 
24  χαθώς  έστιν]  χ•  «χαθώς  εις  το  ό  τύπ.  αυτών».— 29  άμυροι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    8    — 

τη  χαταιγίδι•  (  νεύματι  ταύτης  γαρ  βπβτίμησας, 

περιοόσιον  λαόν  δε  έσωσας,  |  ςίδοντα  |  έπινιχιον  υμνον  σοι,  Κόριε. 

Στόματος  |  έχ  νηπίων  άχάχων  |  χαΐ  θηλαζόντων  αΤνον 
των  σων  οίχετών  χατηρτίσω  |  χαταλΟσαι  τον  άντίπαλον, 
δ  χαΐ  έχδιχήσαι  |  πάθει  σταοροΰ  την  ΤΓτώσιν  του  πάλαι  Αδάμ 

διά  ξύλου  άναστησαι  τούτον  δε, 
αδοντα  |  έπινίκιον  δμνον  σοι,  Κύριε. 

Αΐνεσιν  |  έχχλησία  όσιων  |  τφ  ενοιχουντι  Σιών 

σοι,  Χριστέ,  προσφέρει•   εν  σοι  δε  |  Ισραήλ  τω  ποιητή  αύτοδ 
10  χαίρει  και  δρη•  |  ε&νη  αντίτυπα  λι&οχάρδια 

έχ  προσώπου  σου  ήγαλλιάσαντο 
^δοντα  |  έπινίχιον  υμνον  σοι,  Κύριε* 

'Ωδή  γ . 

Νάουσαν  άχρότομον  προστάγματι  σψ 
15  στερεάν  έΒήλασε  πέτραν  |  Ισραηλίτης  λαός• 

ή  δε  πέτρα  σύ.  Χριστέ,  |  υπάρχεις  χαι  ζωή, 
έν  ή  Ι  έστερεώ&η  |  ή  έχχλησία  χράζουσα 
Ωσαννά,  |  ευλογημένος  ει  ό  ερχόμενος. 

Νεχρόν  τετραήμερον  προστάγματι  σψ 
20  έχ  νεχάδων  σύντρομος  αδης  |  άφήχε  Δάζαρον 

ή  άνάστασις    Χριστέ•  |  συ  γάρ  (ει)  χαΐ  ζωή, 
έν  η  Ι  έστερεώ&η  |  ή  έχχλησία  χράζουσα 
"Ωσαννά,  |  ευλογημένος  ει  ό  ερχόμενος". 

"Ασατε,  λαοί,  θεοπρεπώς  έν  Σιών 
25  χαΊ  εύχήν  άπόδοτε  Χριστψ  |  έν  Ιερουσαλήμ. 

Αυτός  έρχεται  έν  δόξη  |  μετά  χυρείας, 
έν  φ  Ι  έστερεώ&η  |  ή  έχχλησία  χράζουσα 
"  'ί^σαννά,  |  ευλογημένος  ει  ό  ερχόμενος". 

'Γπαχοή.  Ήχος  δ'. 

30  Προς  το  πά&ος  επισπεύδων,  πολυέλεε, 

προφητών  τε  τάς  προρρήσεις  βεΐϊαιούμενος 
πώλω.  Χριστέ,  έπιβέβηκας  σωματιχώς• 

2  διέσωσας  ||  σοι.  —  4  ή  ρω^Α.  εχδ,  «τον  σον  ίχετών>  ||  %.  «χατηρτήσω  χατα- 
λυσαί». — 8  ενοιχουντι. — 9  αύτοΰ. — 21  προσέθηχα  το  «ει»,  ο  έλλβίπει  τη  ένετιχη 
έχδόσεΐ'  ό  Πίτρις  εγριψεν  «υπάρχεις  χιι  ζωή»,  χιτά  τον  είρμόν.  —  22  αϊ  έχδ.  «έν 
ω». — 26  «μετά  χυρείας»  χιτζ  τις  έχδόσεις•  έν  τω  χώδιχι  «χύριος». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    9    — 

δ&βν  χαΐ  βαιοις  φοινίκων  |  οι  παίδες  υπαντώντες 

εκραύγαζον  |  "Ώσαννα  τψ  υΐψ  Δαυίδ, 

*9σαννά  τψ  τον  θάνατον  καταλόσαντι"• 

άλλ^  Ίοοδαΐοι  οι  φρενοβλαβείς 

ουχ  εΐ'λοντο  μη  λέγειν  θεόν  σε  φιλάνΟρωπον.  5 

Χριστός  ό  ερχόμενος  |  εμφανώς  θεός  ημών 

ήξει  και  οι)  χρονιει  |  εξ  δρους  |  κατασκίου  δασέος,  κόρης 

τικτοόσης  άπειράνδρως  |  προφήτης  πάλαι  φησί• 

διό  πάντες  βοώμεν  |  "  δόξα  τη  δυνάμει  σου,  Κύριε  '\  10 

'Ρηςάτω  ευφροσύνη  ν  |  χραταιάν  επ'  Ιλεον 

δρη  και  πάντες  βουνοι  |  και  ξύλα  |  του  δρυμού  επικροτησάτω. 
Χριστόν  αΙνειτε,  ε&νη,  |  και  τούτον,  πάντες  λαοί, 
έπαινοδντες  βοάτε  |  "δόξα  τη  δυνάμει  σου,  Κύριε". 

'Ισχύν  ό  βασιλεύων  |  τών  αιώνων  Κύριος  15 

ένδεδυμενος  ήξει•  |  της  τούτου  |  ώραιότητός  τε  και  δόξης 
ασύγκριτος  υπάρχει  |  ευπρέπεια  εν  Σιών 
διό  πάντες  βοώμεν  |  "  δόξα  τη  δυνάμει  σου.  Κύριε". 

Σπιθαμή  ό  μετρήσας  |  ούρανόν,  δρακί  δε  γήν 

Κύριος  πάρεστι•  |  Σιών  γαρ  |  έξελέξατο,  εν  αύτη  δε  20 

οικείν  και  βασιλεύειν  ]  ήρέτισε  τον  λαόν 
τόν  εν  πίστει  βοώντα  |  "  δόξα  τη  δυνάμει  σου,  Κύριε ". 
'Ωδή  ε'. 

Τήν  Σιών  επ'  δρους  άνάβηθι  |  ό  εύαγγελιζόμενος 

και  την  Ιερουσαλήμ  |  ό  κηρύσσων  εν  Ισχύι  25 

υψωσον  φωνήν.  |  Δεδοξασμένα  έλαλήΟη 

περί  σοδ,  ή  πόλις  του  θεοΰ. 

Ειρήνη  επΙ  τόν  Ισραήλ  |  και  σωτήριον  Ι&νεσιν. 

Ό  εν  τοις  ύψίστοις  κα&ήμενος  |  επΙ  τών  Χερουβιμ  θεός 

και  έφορών  ταπεινά  |  Ιδού  Ιρχεται  εν  δόξη  30 

μετά  κυρείας  |  και  πληρω&ήσεται  τα  πάντα 

θεϊκής  αινέσεως  αύτοϋ. 

Ειρήνη  επι  τόν  Ισραήλ  |  και  σωτήριον  εθνεσιν. 

5  οΐ)γζ\λθΊτο. — 9  άπειράνδρως]  %.  «άιτεφάνδρος»*  αί  έχ5.  «άπεφάνδροο». — 11  έπέ- 
λαιον. — 13  τοϋ-ον]  οΰτως  εν  τω  χώδιχι,  %ατά  τήν  ρωμιαΐχήν  εχ^οσκν*  ή  δε  ένετιχν) 
εχδοσις  έχει  «τούτω. — 16  ήξει. — 21  ήρέτισε]  οΰτω  χιτά  τήν  ρωμαϊχήν  εχδοσιν*  εν  δέ 
τω  χώδιχι  γέγραπται  «ήρέτησαι»•  ή  δέ  ένετ.  ε%δ.  έχει  «ήρετίοατο  λαών  τών  εν  π.  βοών• 
των».     25  ισχύει. — 80  ιδού]  οΰτως    εν    τω    χώδιχί'  αί  έχδ.  «αυτός» 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   10  — 

Σιών,  θβοδ  δρος  το  αγιον,  |  καΐ  Ιερουσαλήμ,  χύχλω 
τους  οφθαλμούς  σου  άρον  |  χαι  ΐδε  τα  συνηγμένα 
τεχνα  σου  εν  σοι*  |  ιδού  γαρ  ήχασι  μαχρόδεν 
προσχυνησαι  τφ  βασιλει  σου. 
5  Ειρήνη  έπι  τον  Ισραήλ  |  χαΐ  σωτήριον  εΙΗ/εσιν. 

*Ωδή  ς'. 
Έβόησαν  |  εν  ευφροσυνγ^  διχαίων  τα  πνεύματα* 
"  νυν  τψ  χόσμφ  |  διαθήκη  χαινή  διατίθεται 
χαΐ  ραντι'σματι  |  χαινουργείσθω  λαός  |  θείου  αίματος. 

10  Τπόδεξαι,  |  Ισραήλ,  του  θεού  το  βασίλειον 

χαι  6  βαίνων  |  εν  τψ  σχότει  το  φως  θεασάσθω  μέγα 
χαΐ  ραντίσματι  |  χαινουργείσθω  λαός  |  θείου  αίματος. 

Λελυμένους  |  σους  δεσμίους,  Σιών,  έξαπόστειλον 
χαΐ  έχ  λάχχου  |  άγνωσίας  ανύδρου  έζάγαγε, 
15  χαι  ραντίσματι  |  χαινουργείσθω  λαός  |  θείου  αίματος  ^\ 

Εί8*  ούτω  το  χονδάχιον  ήχος  πλ.  β'. 
Τψ  θρόνψ  εν  ούρανφ  |  τφ  πώλφ  έπι  της  γης 
εποχούμενος.  Χριστέ  ό  θεός,  |  των  αγγέλων  |  την  αινεσιν 
χαΐ  των  παίδων  |  την  υμνησιν  |  προσεδέξω  βοώντων  σοι 
20  "  ευλογημένος  ει  ό  ερχόμενος  |  τόν  Αδάμ   άναχαλέσασθαι ". 

Ό   οίχος. 

Επειδή  <^δην  εδησας,  |  αθάνατε,  χαι  θάνατον  ένέχρωσας 
χαι  χόσμον  άνέστησας,  |  βαιοις  τα  νήπια 
άνευφήμουν  σε  Χριστέ,  ως  νιχητήν 
2δ  χραυγάζοντά  σοι  σήμερον 

'•  *£2σαννά  τφ  υιφ  Δαυίδ*  |  ούχέτι  γάρ  φησι] 
σφαγήσονται  βρέφη  |  δια  τό  βρέφος  Μαριάμ, 
άλλ'  υπέρ  πάντων  νηπίων  χαι  πρεσβυτών  μόνος  σταυρουσαι. 
Ούχέτι  χαθ'  ημών  |  χωρήσει  τό  ξίφος• 
30  ή  ση  γάρ  πλευρά  |  νυγήσεται  λόγχη. 

"Οθεν  άγαλλόμενοι  φαμέν* 

Άντίφωνον  α'  "Ευλογημένος  ό  ερχόμενος".  ΚαΙ  πάλιν  λέ(γο- 
μεν)  '^Τω  θρόνω".  ΚαΙ  εύθυς  ψάλλομεν  τό   "  Έξομολογεΐσθε  τα> 

1  βν  τφ  χώδ.  ελλείπει  τό  €τό».— 2  χ.  €Ϊδε»  χατά  τήν  εν.  εχδ. — 22  αθάνατε]  ελ- 
λείπει τφ  χώλχι.  —  24  νιχη^.  —  28  πρεσβυτέρων.  —  33  έξομολογεϊσθοι• 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    11    — 

Κϋρ(α>"  (είς)  ήχον  δ'.  Και  8ταν  δρξεται  το  "Αδτη  ή  ττύλη  του 
Κυρίου•  δίκαιοι  εϊσελεύσονται  εν  αύτ^ξ",  τότε  είσελευσεται  6  πα- 
τριάρχης χαΐ  οι  επίσκοποι  και  οΊ  πρεσβύτεροι  είς  τήν  Άγίαν  Άνά- 
στασιν  καΐ  είσέρχονται  είς  του  Κυρίου  τόν  Τάφον,    οί  δε  διάκονοι 
(ϊστανται)  Ιμπροσθεν  του  ζωηφόρου  Τάφου  και  συνάπτει  ό  άρχι-     5 
διάκονος.    ΕΤτα    ψάλλουσι  τα  έπακουστά  (εΙς)  ήχον  γ'.  "Ευλογη- 
μένος δ  ερχόμενος  διά  σταυρού  λυσαι  την  κατάραν  της  αμαρτίας 
χαΐ  τον   αΐνον  παρά  παίδων  προσδεχόμενος.  Ωσαννά  έν  τοις  ύψί- 
στοις".  Στίχ.   α'•  '^Ή    βασιλεία    σου,    Χριστέ,    βασιλεία  πάντων 
των  αιώνων".   Άντίφωνον    β'•   "Ουκ  εστίν    δμοιός    σοι  έν  θεοΤς    10 
Κύριε,    καΐ  ουκ  Ιστι  κατά    τά  έργα    σου•    πάντα    τά    έθνη    δοα 
έποίησας  ?]ζουαι,   μετά  βαΐων  σοι  βοώντα    Ωσαννά    έν  τοΐς  ύψί- 
στοις ".  Στίχ.  "  Ό  θεός  παράνομοι  έπανέστησαν  έπ'  έμέ  και  κρα- 
ταιοί   έζήτησαν  τήν  ψυχή  ν    μου".    ΚαΙ  άντΙ  του    "Πδσα    πνοή" 
λέγεται  •'θεός  κύριος    και    έπέφανεν".    Στίχ.  "Έζομολογ:"  Εΐθ'    ΐδ 
ούτως  άναγινώσκεται  εύαγγέλιον   άναστάσιμον,  δτι  ή  Αγία  *Ανά- 
στασις  ου  λείπει  Κυριακή  νά  μή  τό  λέγη,    άλλα  πάντα  λέγει. 
Ευαγγέλιον  ια'  εκ  του  κατά  Ίωάννην 

(ου  ή  αρχή'  €Τφ  χαίρω  έχείνω  έφανέρωσεν  εαυτοί  6  *Ιησοΰς  τοΐς  μαθηταΤς  αύτου 
εγερθείς  έχ  νεχρων,  χαι  λέγει  τω  Σ(μων(  Πέτρω'  Σίμων  *Ι(ονά  αγαπάς  μ.ε»  χτλ.  Τέλος*     20 
€τόν  χόσμον  χωρήσαι  τά  γραφτ,σόμενα  βίβλία*  άμιήν>.  'Ιω.  χα',  16—  26). 

ΕΤτα    λέ(γουσι)    τό    τροπάριον    τούτο    άντΙ    του    *"  Άνάστασιν 
Χρίστου  θεασάμενοι". 

Τήν  των  βαΓο)ν  άγίαν  έορτήν  Οεασάμενοι 

προσκονήσωμβν  αγιον  κυριον,  25 

ΊησοΙ5ν  τον  μόνον  άνα^ιάρτητον. 

Τό  μετριοπαθές  σου,  Χριστέ,  προσκονοδμεν 

και  τά  προοίμια  της  αης  αναστάσεως 

υμνοομεν  και  δοξάζομεν* 

ή  του  Λαζάρου  γαρ  τετραήμερος  Ιγερσις  30 

τήν  τριήμερόν  σου  άνάστασιν  προετύπωσεν. 

Δεοτε  πάντες  πιστοί  προσκονήσωμεν 

τήν  τοδ  Χριστοδ  σογκατάβασιν 

π  ο  ε' 

17  έν  τώ  χώ^ιχι  ούτως•  «ού  λι  χ  ναμήτολγ». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  12   — 

Ιδοί)  γαρ  ήλθεν  δι'  αοτής  χαρά  έν  δλψ  τψ  κόσαψ. 

Δια  παντός  βυλογουμβν  τον  Κύριον, 

υμνοδμβν  τα  παθήματα  αυτού• 

σταυρόν  γαρ  ύπομείνας  |  θανάτφ  θάνατον  ώλεσεν. 

5  £ύθυς  €Δόξ3».  Ήχος  πλάγιος  δ'. 

Φανερώσας  εαυτόν  τοις  μα&ηταΐς  δ   Σωτήρ 
μετά  την  άνάστασιν  σοι,  Σιμών,  δέδωχε 
την  των  προβάτων  νομήν,    εις    αγάπης  άντίχτησιν 
τήν  του  ποιμαίνειν  φροντίδα  αιτών 
10  διό  σοι  Ιλεγεν  |  "ει  φιλεΐς,  Πέτρε, 

ποίμαινε  τά  άρνία  μου,  |  ποίμαινε  τά  πρόβατα  μου  '\ 
Ό  δε  ευθέως  |  ένδειχνύμενος  το  φιλόστοργον 
περί  τοδ  άλλου  μαθητού  |  έπυνθάνετο' 
ων  ταΐς  πρεσβείαις,  |  Χριστέ, 
15  την  ποίμνην  σου  διαφύλαττε  |  έχ  λύχων  λυμαινομένων  αυτήν. 

Και  ευθύς  λιτή  έπΙ  τό  "Αγιον  Κρανίον,  ψάλλοντες  στιχηρόν 
ήχου  πλαγίου  β'•  *' Σήμερον  ή  χάρις".  Και  άνα^ϊ^ίνει  ό  πατριάρ- 
χης εις  τόν  "Αγιον  Γολγοθαν  του  θυμιασαι,  χαΐ  μένει  ό  πρωτό- 
παπας κάτω  συν  τω  κλήρω  ψάλλειν  "  Έν  ταΐς  νυζίν  επάρατε  τάς 

20  χεΤρας  υμών  εις  τά  "Αγια  χαΐ  ευλογείτε  τόν  Κύριον".  Στίχ.  "Ευ- 
λογήσει σε  Κύριος  έχ  Σιών ".  Και  ευθέως  καταβαίνει  ό  πατριάρ- 
χης χαΐ  άρχεται  τό  ''  Έλέησόν  με  ό  θεός ",  χαι  παραυτίχα  λιτή 
έπΙ  τήν  **  Άγίαν  Άνάστασιν".  Οί  ψάλται  γυρίζοντ(αι)  τόν  πανά- 
γιον  χαΐ  ζωοποιόν  Τάφον,  εως  ου   έλεύσονται    εΙς  τόν  Χορόν,  χαι 

25    άρχονται  ψάλλειν  τάς  τρεις  ωδάς-  ό  δε  πατριάρχης  χαι  ό  χλήρος 

άναβ(αίνει)  εΙς  τά  Κατηχούμενα,  δως  ου  απολύει.    Και  μετά  τό 

άπολύ(σειν)    εξέρχεται    ό    πατριάρχης     μετά    του    λαοΰ    εΙς  τήν 

Έλαίαν  έν  τη  Βηθανία. 

'Ωδή  ζ'. 

30  Ό  διασώσας  έν  πυρί  |  τους  'Αβραμιαίους  σου  παιδας 

χαΐ  τους  Χαλδαίους  άνελών,  |  οΐς  άδίχως  διχαίους  ενήδρευσαν, 
οπερύμνητε  Κύριε,  |  ο  θεός  ό  των  πατέρων,  |  εύλογητός  ει. 


τ 
16  τόν  αγιον.— 17  άναβαίνη.  —  20    ημών.  —  22  παρραυτίχα.  —  23  γορίζον    τοτζα- 

Τ 
να. — 24  ζωοποιών.  —  25  ψάλλει  [  |  τρις. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  13  — 

Γονοπβτοοντες  οι  λαοί  |  χαι  συν  μαΟηταΤς  γεγηβότες 
μετά  βαΐων  "Ωσαννά  |  τψ  οΐψ  ΔαοΙδ"  άνεχραύγαϋον 
"ί)περόμνητε  Κύριε,  |  ό  θεός  ό  των  πατέρων,  |  εύλογητος  ει". 

Ή  άπειρόχαχος  πλη&ύς,  |  ετι  νηπιάζουσα  φύσις, 

θεοπρεπώς  σε,  βασιλευ  |  Ισραήλ  χαι  αγγέλων,  άνύμνησεν  5 

*'  ύπερύμνητε  Κύριε,  |  ό  θεός  ό  των  πατέρων  |  εύλογητός  ει  *'. 

Μετά  βαιων  σέ.  Χριστέ,  |  χλάδοις  έπεχρότει  τά  πλήθη• 
"Ευλογημένος  ό  έλΟών  |  βασιλεύς  των  αιώνων"  έβόα  δέ• 
"  ύπερύμνητε  Κύριε,  |  ό  θεός  ό  των  πατέρων,  |  εύλογητός  ει". 

*Ωδή  η'.  10 

Εύφράνδητι,  Ιερουσαλήμ*  |  πανηγυρίσατε  |  οι  άγαπώντες  Σιών 
ό  βασιλεύων  γάρ  |  εις  τους  αιώνας  |  Κύριος  των  δυνάμεων  ήλθεν. 
Εύλαβείσ&ω  |  πάσα  ή  γη  έχ  προσώπου  αύτοΰ 
χαι  βοάτω  |  "ευλογείτε  Κυρίου  τόν  Κύριον ". 

Νέον  πώλον  έπιβεβηχώς  |  ό  βασιλεύς  σοι,    Σιών,  |  επέστη  Χριστός•  15 

την  γάρ  άλόγιστον  |  ειδώλων  πλάνη  ν  |  λδσαι  χαΐ  την  άχάθαρτον    ορμή  ν 
άναστείλαι  |  πάντων  έ&νών  παραγέγονεν 
εΙς  τό  μέλπειν  |  "ευλογείτε  Κυρίου  τόν  Κύριον". 

Ό  θεός  σου — χαίρε,  Σιών,  σφόδρα —  |  έβασίλευσεν  |  εις  τόν  αιώνα  Χριστός• 
ούτος,  ως  γέγραπται,  |  πραδς  χαι  σφζων  |  δίχαιος  λυτρωτής  ημών  ήλ&εν    20 
έπΙ  πώλου  |  ιππειον  θράσος  όλέσαι  έχ&ρου 
εΙς  τό  μέλπειν  |  "ευλογείτε  Κυρίου  τόν  Κύριον". 

Σπανίζεται  θείων  περιβόλων  |  τό  παράνομον  |  συνέδριον  άπει&ών, 

τόν  προσευχής  θεού  |  έπείπερ  οΐχον  |  σπήλαιον  άπειργάσατο  λιαστών, 

έχ  χαρδίας  |  τόν  λυτρωτή  ν  άπωσάμενον*  25 

φ  βοώμεν  |  "ευλογείτε  Κυρίου  τόν  Κύριον". 

2  «άνεχρα6γαζον>  χατά  την  ρωμ.  εχί^οσιν*  εν  τω  χώδιχι  «έχραόγαζον»•  ή  ένετ. 
εχδ.  €βχραζον».  —  8  ει]  χ.  «σοι».  —  5  ανύμνησαν.  —  6  ει]  σοι. — 7  τό  «σέ»  ελλείπει 
τη  ένετ.  έχδόσει.  —  18  δέ]  χατά  τόν  χώδιχα  χαι  την  ρωμ.  εχδοσιν•  ή  ένετ.  εχδοσις 
«τε».— 9  ει]  χ.  «σοι».— 13  εχ]  εν  τ<ρ  χώδ.  «από». — 14  ευλογείτε  Κυρίου  τόν  Κύριον] 
οΟτως  έχει  ό  χώδιζ  εν  άπάσ-β  τη  ωδη,  αί  δε  έχδόσεις  «πάντα  τά  έργα  ομνεΐτε  τόν 
χύριον». — 15  6  βασιλεύων  σοι]  ένετ.  έχδ.  «ό  βασιλεύς  σου»  ||  επέστη  Χριστός]  ούτω  χατα 
τόν  χώδιχα  χαι  την  ένετ.  έχδοσιν.  ή  δέ  ρωμ.  γράφει  «Χριστός  επέστη  εν  σοι».  — 
16  λΟσαι]  έ)Λείπει  τω  χώδ. — 19  τόν  αιώνα]  αί  έχδ.  «τους  αιώνας». — 21  χ.  «ΐππιον»  {| 
€9λέσαι»  χατά  τόν  χώδ.  χαι  την  ρωμ.  έχδοσιν  ή  ένετ.  έχδ.  «ολέσων».  —  22  εΙς  τό 
μέλπειν]  οΰτως  ό  χώδις*  αί  έχδ.  «μη  βοώντων»  ή  «των  βοώντων»  χατά  τήν  ρωμ. 
έχδοσιν. — 23  χ.  «περιβόλαιον>. — 24    άπειργάσαντο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   14  — 

'Ωδή  θ'. 

θεός  Κύριος  |  χαι  έπεφανεν  ήμιν 

συστησασ&ε  έορτήν  |  και  άγαλλό[ΐενοι 
δεοτε  μεγαλύνω^ιεν  Χριστον  |  [ΐετά  βαιων  και  κλάδων 
υμνον  κραυγάζοντες  |  "ευλογημένος  ό  ερχόμενος 
εν  ονόματι  Κυρίου,  |  σωτηρος  ημών". 

"Ε&νη,  ϊνα  τ£  |  έφρυάξατε;  γράφεις 
και  ιερείς,  τι  κενά  |  έμελετησατε 

"τίς  ούτος"  ειπόντες,  "ω  παίδες  |  μετά  |3αΓων  και  κλάδων 
*-^'  υμνοις  κραυγάζουσιν  |  ευλογημένος  ό  ερχόμενος 

εν  ονόματι  Κυρίου,  |  σωτηρος  ήμων  "; 

Ούτος  ό  θεός,  |  ψ  παρόμοιος  ουδείς• 
δικαίαν  πασαν  όδόν  |  έζευρών  δέδωκε 
τφ  ήγαπημενφ  Ισραήλ,  |  μετά  δε  ταΰτα  άν&ρώποις 
15  συνανεστράφη  όφΙ>είς•  |  ευλογημένος  ο  ερχόμενος 

εν  ονόματι  Κυρίου,  |  σωτηρος  ήμων. 

Σκάνδαλα  τρίβου  |  τί  έχόμενα  ήμϊν 
τι&έατε  άπειΟεΐς;  |  πόδες  οξείς  υμών 
αίμα  διεκχέαι  δεσπότου•  ]  άλλ'  άναστήσεται  πάντως 
20  σώσαι  τους  κράζοντας  |  "ευλογημένος  ό  ερχόμενος 

εν  ονόματι  Κυρίου,  |  σωτηρος  ημών  ". 

Έξαποστείλάρ'ον  προς  το  «Τοις  μα^^ηταΐς  συνέλΟωμεν». 

ΈπΙ  πτερύγων  Κύριος  |  τών  ανέμων  ό  βαίνων, 
έπ'  ώμων  τε  καΙ>η μένος  |  Χερουβιμ  εν  ύψίστοις, 
2δ  νυν  εποχούμενος  πώλψ  [  έρχεται  ετπ,βήναι 

προς  πάθος  το  έκούσιον,  |  προφητών  ως  προρρήσεις 
άποπληρών  |  και  νηπίων  αινεσιν  |  και  αγγέλων 
άπαύστως  προσδεχόμενος  ]  ώς  θεός  και  δεσπότης. 

30  Ό  ούρανόν,  πανάχραντε,  |  ώσει  δέριν  έκτείνας, 

εξ  αχράντων  λαγόνων  σου  |  προελβών  τε  άφράστως 
τοις  κάτω  συνανεστράφη  |  και  βροτούς  εκ  της  πλάνης 
ρυσάμενος  ώς  ευσπλαγχνος•  |  δν  δυσώπει  άπαύστως 

9  χ.  «ώ>.— 10  κραυγάζοντες. — 15  ώφ^)εΙ;.  —  17 τρίβοος  ||  ύμεΐς.     18  τίθεοΕτέ  άπι- 
θεις. — 19  δε  έχχέε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   15  — 

λότρον  ήμΐν  |  δωρηΟηναι  των  πολλών  |  εγκλημάτων, 
ώς  παρρησίαν  έχουσα  |  προς  τον  πάντων   δεσπόχην. 

Στιχηρα  βίς  τους  αίνους•  ήχος  πλάγιος  δ'. 

^Ηλβεν  ο  Σωτήρ  σήμερον  |  έπΙ  την  πόλιν  Ιερουσαλήμ 

πληρώσαι  τήν  Γραφήν,  |  και  πάντες  ελαβον  5 

εν  ταϊς  χερσι  βαια,  |  τους  δε  χιτώνας 
ύπεστρώννυον  αυτψ,  |  γινώσκοντες 
δτι  αυτός  έστιν  ό  θεός  ημών,  |  ψ  τα  Χερουβιμ 

βοα  άπαυστως- 
"ωσαννά  εν  τοις  ύψίστοις*  |  ευλογημένος  ει  ό  Ιχων  10 

πλήθος  οίκτφμών  |  έλέησον  ήμας". 

Δεύτε  και  ήμεις  σήμερον  |  έπι  την  νεαν  Ιερουσαλήμ• 
προσπέσωμεν  Χριστφ  |  — ιδού  γαρ  κάΟηται 
ουκ  έπΙ  πώλου  νέου,  |  άλλ^  έπι  θρόνου 

υψηλού  τών  Σεραφίμ-  |  προσφέροντες  αύτφ  15 

άντι  κλάδων  έλαιας  |  καρπόν  ελεημοσύνης 
και  βοώμεν  αυτφ 
"  ωσαννά  εν  τοις  υψίστοις•  |  ευλογημένος  ει  ό  Ιχων 
πλή&ος  οίκτιρμών,  |  έλέησον  ήμας". 

Προφητικώς  ήλ&ες,  αγαθέ,  |  έπι  πώλου  καθήμενος.  20 

Εύφραίνου  ή  πόλις  του  θεοδ, 

άγάλλου  δε  ή   θυγάτηρ  Σιών. 
Παίδες  Εβραίων  βαιοις  ένεκρότουν  κραυγάζοντες 
"  ωσαννά  εν  τοις  υψίστοις  |  τψ  υιψ  Δαυίδ  και  κυρίφ  ". 

Έχος  πλάγιος  δ'.  25 

Ό  τοις  Χερουβιμ  εποχούμενος  |  και  ύμνούμενος  ύπο  τών  ΣεραφΙμ 
έπέβης  έπι  πώλου  |  προφητικώς,  αγαθέ, 
και  παιδές  σε  ανυμνούν  θεοπρεπώς* 
Ιουδαίοι  έβλασφήμουν  παρανόμως• 
το  άκάθεκτον  τών  εθνών  |  ή  καθέδρα  του  πώλου  προετύπου  30 

έξ  απιστίας  εις  πίστιν  μεταβαλλόμενον. 
Δόξα  σοι,  Χριστέ,  |  ό  μόνος  έ>νεήμων  |  και  φιλάνθρωπος. 


27  προφητικώς]  αί  έκδ.  «δααιτιχώς».  —  31  κ.    «άκίστείας»  ||  αί  έκδ.  «μεταποιού• 
μένον». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   16  — 

Εις  το  €Λ'>ς2>•  ήχος  πλάγιος  β'. 
Προ  εξ  ημερών  του  ττάσχα  |  ηλϋεν  Ίησους  εις  ΒηΛανίαν 
χαι  προσηλΟον  αυτψ  |  οι  μαΟηταΙ  αύτου  |  λέγοντες  αοτψ 
"Κύριε,  ποδ  θέλεις  |  έτοιμάσωμέν  σοι  φαγεΐν  το  πάσχα;" 
5  ό  δε  άπέστειλεν  αυτούς•  |  "άπέλ&ετε   εις  την  απέναντι  κώμην 

και  εύρήσετε  ανΟρωπον  |  κεράμιον  ύδατος  βαστάζοντα- 
ακολουθήσατε  αύτω  |  και  τφ  οικοδεσπότι^  |  είπατε: 
ό  διδάσκαλος  λέγει 
προς  σέ  |  ποιώ  το  πάσχα   μετά  τών  μαθητών  μου". 

10  Και  νΰ^•    ήχος  β'  προς  το  «Σήι^ερον». 

Σήμερον  ταπεινώσεως  ημών  |  τύπους  Χριστός  προοπογράφει. 
Σήμερον  τψ  πώλψ  καθήμενος  |  την  πρόοδον  ποιείται. 
Αι  δυνάμεις  τών   ουρανών    ευφραίνονται 
τήν  σήμερον  όρώσαι  ταπεινωσιν 
15  νηπίων  άγάλλονται  στόματα 

θείον  αΐνον  τψ  Χριστψ  καταρτίζοντα, 
ημείς  δε  ακαταπαύστως   βοώμεν 
"δόξα  εν  ύψίστοις  θεφ 
και  έπΙ  γης  ειρήνη,  |  εν  άνθρώποις  ευδοκία". 

20  Εύθυς    τό    "Δόξα  έν  υψίστοις   θεώ"    εις  τήν  λιτήν   ϊζω    εΙς 

Βηθανιαν  διά  τήν  Έλαίαν. 

Ευχή  λεγομένη  επάνω  τών  βαΐων  χαι  χλάξων  υπό  του  πατριάρχου. 

€Σϋνάναρχε  Αόγε  του  άκαταλήτττου  σου  πατρός,  ό  ων  έν  τω 
πατρί  και  ό  πατήρ    έν    σοι  άχωρίστως,    παρ'   ου    τό    τυνευμα  τό 

25  δγιον  έζεφάνη,  ό  έν  τη  ένσάρχω  σου  οικονομία  τό  της  ημετέρας 
σωτηρίας  έχπληρών  μυστήριον,  πρό  εζ  ήμερων  του  πάσχα  τήν 
Βηθανίαν  χαταλαβών,  έχουσιον  δεικνύων  τό  πάθος,  ω  χαΐ  ό  πλεί- 
στος δχλος  έστρώννυον  τά  ιμάτια  έν  τη  όδω,  δλλοι  δε  εχοτπτον 
χλάδους  έκ  τών  δένδρων  καΐ  έστρώννυον  έν  τη    όδω,  οι  δε  παΤ- 

30  δες  έζεβόουν  πανευφήμοις  φωναΓς  '*  ευλογημένος  ό  ερχόμενος  έν 
ονόματι  Κυρίου",  αϊνιγματίζων  ήμΐν  τά  δντα  και  τά  μέλλοντα*  τω 

23  χ.  «άχαταλειπτου».— 25  έζεφάνει. — 26  σωτηρίας]  διορι%Οτ(χι  έν  τη  ώα*  έν  δε 
τω  χειμιένω  γέγραπται  €θΐχονομ.ία;».  —  28  χ.  •εχο7Γτων>. — 29  έστρώννυον.-  31  αινη- 
γΐιατίζων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   17  — 

γαρ  πώλω  δηλουται  ό  νέος  λαός,  οί  τά  ιμάτια  δε  στρωννύοντες 
είσΐν  οί  τάς  αμαρτίας  άποδυόμενοί.  Διό  χαΐ  ημείς,  Χριστέ  ό 
θεός  ημών,  άναλαβόντες  τους  κλάδους  βοώμέν  σοι  "ευλογημένος 
ό  ερχόμενος  έν  ονόματι  Κυρίου",  δπως  άζιωθώμεν  καΐ  έν  τη 
δευτέρα  σου  παρουσία  χορευσαι  έμπροσθεν  σου  μετά  λαμπάδων  5 
φωτεινών,  πρεσβείαις  της  υπεραγίας  δεσποίνης  ημών  μητρός  σου 
καΐ  τών  αγίων  σου  χαΐ  επουρανίων  δυνάμεων  καΐ  τών  ένδοξων 
σου  αποστόλων  χαΐ  πάντων  σου  τών  αγίων,  νυν  καΐ  άεΐ  και  εϊς 
τους  αιώνας  τών  αιώνων  ι. 

ΚαΙ  ευθύς  ρογεύει  τά  βαΐα  και  τους  κλάδους,  ομοίως  καΐ  10 
τά  κερία  καΐ  βαστάζουν  τήν  Έλαίαν  έκ  την  Βηθανίαν  και  γίνε- 
ται λιτή  και  απέρχονται  είς  τό  αγιον  δρος  τών  Έλαιών  έν  τη 
Αγία  Άναλήψει  ψάλλοντες  τροπάριον  ήχου  πλαγίου  δ'•  **  Ωσαν- 
νά έν  τοΤς  ύψίστοις  |  ευλογημένος  ό  έρχόμε^;ος  |  έν  ονόματι  Κυ- 
ρίου. Ι  'Ωσαννά  έν  τοΐς  ύψίστοις".  ΕΤτα  προκείμενον  ήχου  δ'•  15 
"Τά  δρη  άγαλλιάσονται  |  άπό  προσώπου  Κυρίου,  |  δτι  έρχεται". 
Στίχ.  "  *Ασατε  τω  Κυρίω  άσμα  καινόν".  Και  ό  πατριάρχης  τό 
εύαγγέλιον  έκ  του  κατά  Μαρκον, 

(ου  ή  αρχή•  "  Και  δτε  ήγγισοτ^    ε'ις  Ιεροσόλυμα    εις  ΒηΗφαγή  χα  ι    εις  Βηθανίαν, 
ίτρός  το  δρος  τών  Έλαιών,    αποστέλλει    ό  *Ιησους    δυο  τών  μαθητών '*.    Τέλος*    "χαι     20 
περιβλεψάμενος  πάντας,  οψίας  ήδη  οΰσης    της  ώρας  έξήλθεν    εις   Βηθανίαν    μετά  τών 
Βώδεχα**.  Μάρχ.  ια',   1—11). 

Και  ευθύς  ό  διάκονος*   "Έλέησον  ήμας  ό  θεός  κατά  τό  μέγα 
Ιλεός  σου".  ΚαΙ  ό  πατριάρχης 

τήν  εύχήν.  25 

«Κύριε  Χριστέ  6  θεός  ημών  6  καθήμενος  έπΙ  τών  Χερου- 
βίμ,  ό  έγείρ:ζς  τήν  δυναστείαν  σου  καΐ  άποστείλας  τόν  μονογενή 
σου  υίόν,  τόν  κύριον  ημών  Ίησουν  Χριστόν,  Ι'να  σώση  τόν  κό- 
σμον  διά  σταυρού  και  ταφής  και  τής  αναστάσεως  αύτοΰ — ω  και 
παραγενομένω  έν  Ιερουσαλήμ  προς  τό  έ;κούσιον  πάθος,  ό  λαός  ό  30 
καθήμενος  έν  σκότει  και  σ/ια  θανάτου  λαβόντες  τά  τής  νίκης 
σύμβολα,    τους    κλάδους    τών    δένδρων    καΐ    βαΐα    τών  φοινίκων, 

3  άναλαβώντες  ||  βωώμεν.— 6  φωτινών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  18   — 

ύπήντων — αυτός,  δέσποτα,  καΐ  ήμας  τους  κατά  μίμηαιν  έχείνων 
κατά  τήν  προεόρτιον  ταυτην  ήμεραν  βαΐα  καΐ  κλάδους  δένδρων 
έν  χερσί  φέροντας  καΐ  βοώντας  τό  Ωσαννά  διαφυλαξον,  δπως  και 
ήμεΐς  έν  υμνοις  καΐ  άσμασι  καΐ  ψδαΐς  πνευματικαΐς  αύτω  υπαν- 
δ  τησαι  καταξιωθώμεν  καΐ  της  ζωοποιού  αναστάσεως  αυτού,  έν 
Χριστώ  Ίησου  τω  κυρίω  ημών,  με&'  ου  εύλογητός  εΤ  και  δεδο- 
ζασμένος  συν  τω  παναγίω  σου  πνεύματι,  νυν  και  άει  και  εις  τους 
αιώνας  τών   αιώνων  >. 

Και  ευθύς  λιτή  έπι  τήν  Γεθσημανήν  κάτωθεν,  ψάλλοντες  ήχον 

10  πλάγιον  δ'.  "Χαίρε  και  ευφραίνου".  "'Ό  άναρχος  υίός".  Ε?θ'  ούτω 
προκείμενον  ήχου  δ'•  **  Άγαλλιάσονται  πάντα  τά  ζύλα  του  δρυμού 
άπο  προσώπου  Κυρίου,  δτι  έρχεται".  Στίχ.  '^'Ασατε  τω  Κυρίω 
πάσα  ή  γη".  Ό  διάκονος*  "Σοφία•  όρθοι  άκουσωμεν".  Εύαγγέ- 
λιον  β'  υπό  του  δευτεραρίου  του  αγίου    τάφου  της  Θεοτόκου  της 

15    Γεθσημανής. 

Έ%  του  χατά  Αουχαν  ίίγίοο  ευαγγελίου, 

(οϋ  ή  αρχή*  "  ΚαΙ  δτε  έγγίζουσιν  εις  Βηθφαγή  και  Βη&ανίαν  προς  τό 
δρος  τό  καλούμενον  Έλαιών ".  Τέλος•  "  εΙρήνη  έν  ουρανψ  καΐ  δόξα  έν 
ϋψιστοις   ). 

20  Και  ό  διάκονος  "Έλέησον  ήμας".   Και    ευθύς  ευχή  υπό  του 

δευτεραρίου  της  αγίας  Γεθσημανής. 

«Κύριε  ό  θεός  ημών  ό  παντοκράτωρ,  6  διά  της  κιβωτού  τόν 
τύπον  της  εκκλησίας  ύποδείξας  έπι  του  δικαίου  καΐ  θεράποντος 
σου  Νώε  καΐ  τήν  του  αγίου  πνεύματος    παρουσίαν  διά  της  περι- 

25  στερας  καταμηνύσας,  τό  κάρφος  της  έλαίας  φερούσης,  τούτον  τόν 
τρόπον  Εβραίων  παίδες  έπλήρωσαν  και  μετά  κλάδων  και  έλαιών 
καΐ  βαΓων  ύτυηντησάν  σοι  κράζοντες  και  λέγοντες  ^^  ωσαννά  ευλογη- 
μένος ό  ερχόμενος  έν  ονόματι  Κυρίου*  ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις*'. 
Ταύτην  τήν  φωνήν  και  ήμεΓς  οί  δουλοί  σου  κράζομεν  και  λέγομεν 

30  "  ωσαννά  ευλογημένος  ό  ερχόμενος "  κρΐναι  δικαιοσύνην  συν  πατρι 
χαΐ  τω  άγίω  πνεύματι,  νυν  και  άει  καΐ  εις  τους  αιώνας  τών 
αιώνων». 

Και    ευθύς    λιτή    έκ    τήν    Γεθσημανήν    εις  τήν  Προβατικήν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  19  — 

Άλλ'  ήμεΐς  νυν  λιτανεύομεν  έκ  την  άγίαν  Γε&σημανην  ε?ς  το 
Ιερόν,  ήγουν  ζΐς  τά  "Αγια  των  Αγίων,  ψάλλοντες  "  Ό  τοις  Χε- 
ροϋβίμ  εποχούμενο; ".  Εύ&ύς  προχείμενον  ήχου  δ'•  "  Έχ  στόματος 
νηπίων  χαΐ  θηλαζόντων".  Στίχ.  ** Κύριε  ό  κύριος  ημών".  Ευθύς 
ό  διάκονος  '  *"  Σοφία  "•  ό  πρωτοπαπάς  το  εύαγγέλιον  έκ  του  κατά  5 
Ίωάννην, 

(οϋ  ή  αρχή•  "Τη  επαύριον    δχλος  πολύ;  ό  έλΟών  εΐ;  τήν  έορτήν". 
Τβλο;•  "δτι  ήχοοσοίν  τούτο  αύτο  πεποιηχεναι  το  σημβΤον". 

Ό  διάκονο;    ^^  Έλέησον    ήμας  "•    Ευχή    τρίτη  λεγομένη  ύπό 
του  πρωτοπαπδ.  ΐϋ 

Ευχή. 

€  Κύριε  ό  θεός  ημών  ό  έπΙ  θρόνου  Χερου^31μ  εποχούμενος 
και  ύπό  τών  Σεραφιμ  καΐ  πασών  τών  νοερών  δυνάμεων  άνυ- 
μνούμενος,  έπι  τό  πάθος  δε  έπειγόμενος,  τήν  τών  εθνών  άλο- 
γίαν  προτύπων  πώλω  έπέβης•  δθεν  και  οί  παίδες  τών  Έ|3ραίων  ΐδ 
μετά  βαΐων  ύπήντησαν  κράζοντές  σοι  "ευλογημένος  ό  ερχόμενος 
έν  ονόματι  Κυρίου".  ΚαΙ  ήμας  τους  κατά  μίμησιν  εκείνων  βαΐα 
φοινίκων  άραμένους  καΐ  ώς  νικητή  του  θανάτου  προσφωνουντας 
σοι  "ευλογημένος  ό  ερχόμενος  έπι  τό  πά&ος  τό  έχούσιον",  εύλό- 
γησον  ήμας  καΐ  άκατακρίτως  άςίωσον  τής  ολόφωτου  αναστάσεως,  20 
εις  δόξαν  σήν  και  του  άναρχου  σου  πατρός  καΐ  όμοδυνάμου  πνεύ- 
ματος, νυν  και  άει  και  ε?ς  τους  αιώνας  τών  αιώνων  ι. 

Και  ευθύς  εξέρχονται  άπό  τήν  Προβατικήν  λιτ(ανεύοντες),  ψαλ- 
λο(μένουτου)  ^'Ό  τοΤς  Χερουβίμ",  μέχρις  ου  έλθωσιν  εις  τήν  βα- 
σιλικήν  πύλην  του  αγίου  Κωνσταντίνου  καΐ  είσελεύσονται  είς  τον  25 
ναόν  και  ούτω  πάλιν  λιτανεύουσιν  §ως  του  Αγίου  Κρανίου  ει; 
τον  "Αγιον  Κήπον.  ΕΤ&' ό  ψάλτη;  προχείμενον  ήχου  δ'•  "Ευλο- 
γημένος ό  ερχόμενος".  Στίχ.  "  Έςομολογεΐσ&ε  τώ  Κυρίω". 
Ειθ'  ούτως  προφητείας  Ζαχαρίου  τό  ανάγνωσμα•  '^Τάδε  λέγει 
Κύριος•  χαίρε  σφόδρα".  Ζήτει  εις  τον  έσπερινόν.  Και  ό  διάκο-  30 
νος  ϊσταται  έμπροσθεν  του  Αγίου  Κρανίου*  πρΙν  λέγ(ειν)  τό 
εύαγγέλιον,  λέγει  ούτω;•  "ΕΓπωμεν  πίντε;  έκτενώ;".  Και  απο- 
κρίνεται ό  λαός  τό  "Κύριε  έλέησον".    (Ό    διάκονο;)•     «Κύριε    ό 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  20  — 

θεός  ημών,  ό  βασιλεύς  των  βασιλευόντων  και  χύριος  των  χυ- 
ριευόντων,  ό  έπί  των  Χερουβιμ  φοβερώς  εποχούμενος,  έπΙ  πώλου 
ονοϋ  καθήμενος,  προς  το  έκουσιον  πάθος  παραγενόμενος,  δεόμε- 
θά  σου,  Κύριε•  έπάκουσον  και  έλέησον.  —  Χριστέ  ό  θεός  ημών 
5  ό  ύπό  ουρανίων  δυνάμεων  φόβω  προσκυνούμενος,  υπό  νηπίων 
άπειροκάκων  πόθω  νυν  εύφημούμενος  και  δοξαζόμενος,  δεόμεθά  σου, 
Κύριε•  έπάκουσον  και  έλέησον. — Χριστέ  ό  θεός  ημών  6  έπαγ- 
γειλάμενος  διά  στόματος  των  σών  προφητών  "χαίρε  σφόδρα  θύ- 
γατερ  Σιών,  κήρυσσε  Ιερουσαλήμ,  εύφραίνου  και  τέρπου  έξ  δλης 

10  της  καρδίας  σου•  ιδού  6  βασιλεύς  σου  έρχεται  σοι  δίκαιος  καΐ 
σώζων  αυτούς  πράος  και  έπιβεβηκώς  έπΙ  ύποζύγιον  και  πώλον 
νέον",  δεόμεθά  σου  Κύριε. — Κύριε  ό  θεός  ημών  ό  την  οικονο- 
μίαν  σου  πληρών,  έπιβας  έπΙ  πώλω  νέω,  προς  τήν  θυγατέρα 
Σιών  παραγενάμενος  και  τήν  έξ  εθνών  έκκλησίαν  μνηστευσάμενός  • 

15  .  περίελε,  Κύριε,  τα  αδικήματα  ημών  και  λύτρωσαι  ήμας  έκ  τών 
ύπεναντίων  και  έχθρων  ημών  δεόμεθά.  Κύριε.  —  Κύριε  6  θεός 
ημών  ό  τάς  τών  ψελλιζόντων  γλώσσας  τρανώσας  καΐ  ρητορεύειν 
κοτϋά  της  τών  γεννησάντων  απιστίας  διδάζας•  σώσον  ήμας,  κύριε 
ό  θεός  ημών  τ^  δυνάμει  σου,  και  έπάγαγε  έφ'  ήμας  εύφροσύνην  καΐ 

20  ειρήνην  και  άγαλλίασιν  καΐ  έγκαίνισον  έν  ήμΐν  τήν  άγάπην  σου  και 
ευφρότ^ον  ήμας  τέρψει  κατά  τό  ρήμα  σου,  ώς  έν  ήμερα  εορτής  σου, 
δεόμεθά.  —  Κύριε  ό  θεός  ημών  ό  προσδεζάμενος  τά  αιτήματα  τών 
αγίων  σου,  πρόσδεζαι  ημών  τήν  δέησιν.  Κύριε,  βασιλεΰ  αιώνιε*  και 
ώς  προσεδέζω  της  πόρνης  τά  δάκρυα  και  τόν  δμνον  τών  θηλαζόντων 

25  νηπίων,  &  σε  έδόξαζον  μετά  βαΐων  και  κλάδων  κραυγάζοντα  "  ωσαννά 
έν  τοις  ύψίστοις,  ωσαννά  τω  υΐώ  Δαυίδ  ",  δεόμεθά  Κύριε  και  έλέη- 
σον. —  Κύριε  6  θεός  ημών  6  πλούσιος  έν  έλέει  καΐ  αγαθός  έν 
οίκτιρμοΐς,  Ικετευομέν  σε,  πολυέλεε*  άνάδειζον  σωτηρίαν  και  άντίληψιν 
του  αγίου  πατρός  ημών,  του  πατριάρχου,  παντός  του  κλήρου  και 

30  τοί3  φιλοχρίστου  λάου,  και  κατευόδωσον  αυτόν  έν  πάσαις  ταΐς  περιό- 
δοις  αύτου•  χάρισαι  αυτόν  ταΤς  αύτου  έκκλησίαις,  σώσον  έντιμον 
και  μακροημέρευσον  αυτόν  έν  ειρήνη  εΙς  πολλάς  ετών  περιόδους, 
δεόμεθά. — Χριστέ  ό  θεός  ημών,  υπέρ  τών  θεοστέτττων  και  εύσε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  21  — 

βεστάτων  αύτοχρατόρων  και  ορθοδόξων  άνάχτων  ημών,  παντός 
του  παλατίοϋ  και  το5  στρατοπέδου  αυτών  εκτενώς  δεόμεθα,  ϊνα, 
Κύριε  παντοκράτορ  επουράνιε,  ύποτάςης  αοτοΐς  πάντα  τά  πολέμια 
φυλά  και  βάρβαρα  έθνη  τά  τους  πολέμους  θέλοντα,  δεόμεθα. — Τπέρ 
του  ρυσ&ηναι  ήμας  άπό: — Σώσον  ό  θεός  τόν  λαόν  καΐ  εύλόγησον».  5 
Ευθύς  ό  δευτεράριος  του  αγίου  Γολγοθά  λέγει  τό  ευαγγέλιον 

Έχ  του  -χατά  Ματθαίον 

(ου  ή  αρχή"   «Και  δτε  ήγγισαν  εις  Ιεροσόλυμα  χαΐ  ήλΟον  εΙς  Βηθ- 
φαγη  προς  τό  δρος  των  Έλαιών,  τότε  ό  'Ιησους  άπέστειλβ  δύο  των  μαθη- 
τών» κτλ.  Τέλος•   «κατηρτισω  αΐνον,    και  καταλιπών    αυτούς  έξήλθεν    Ιξω    10 
της  πόλεως  εις  Βηθανίαν  και  ηυλίσ&η  έκει».  Ματθ.  κα'  1 — 17). 

Μετά  δε  τό  πληρωθηναι  τό  ευαγγέλιον  αρπάζει  ό  λαός  τό 
δένδρον,  τήν  Έλαίαν,  έμπροσθεν  του  Αγίου  Κρανίου,  κατά  μί- 
μησιν  της  σταυρώσεως  του  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου•  και 
εύθυς  ό  διάκονος  (λέγει)  την  έκτενήν,  είτα  6  πατριάρχης  τήν  ευχήν.    15 

«Δέσποτα  κύριε  Ίησου  Χριστέ  ό  θεός  ημών,  υμνουμεν  καΐ 
δοξολογουμέν  σου  την  δφατον  συγκατάβασιν,  8τι  θρόνον  έχων  τόν 
ούρανόν  και  την  γήν  υποπόδιον  κατηξίωσας  τήν  ήμετέραν  φυσι- 
κώς άμφιάσασθαι  φυσιν,  και  έπΙ  τό  πάθος  ήδη  μολών  τό  έκου- 
σιον,  νικητήν  ταύτην  και  τροπαιουχον  καΐ  πρό  της  του  θανάτου  άνα-  20 
δεΐξαι  γεύσεως,  νεκρόν  έγείρας  τόν  τετραήμερον  Λάζαρον  δυνάμει 
της  σης  πα^/τεφόρου  θεότητος.  Ό  συγκάθεδρος  ων  του  πατρός  καΐ 
του  αγίου  πνεύματος,  σήμερον  έπέβης  έπΙ  πώλον  δνου  υπό  πλή- 
θους μαθητών  δορυφορούμενος  και  ταΐς  έκκλησίαις  των  εθνών 
προσδοκώμενος.  Σήμερον  ό  τόν  ούράνιον  πόλον  περικρατών  και  25 
τοις  ΧερουβΙμ  ίπογούμζΊος  καΐ  έπαναπαυόμενος  πώλω  υποζυγίου 
έπιβήναι  καΐ  έπαναπαυθήναι  και  ανθρωπίνως  περιγραφήναι  και 
εις  Ιερουσαλήμ  είσιέναι  καταδεξάμενος,  ό  πανταχού  παρών  και 
τά  πάντα  πληρών,  όδοποίησαι  τω  γένει  τών  ανθρώπων  τήν  είς 
τήν  ανω  Ιερουσαλήμ  εΐσοδον  και  κατάπαυσιν  σήμερον  γάρ  τά  30 
τών  νηπίων  στόματα  αναφανδόν  ήνέωκται,  καθώς  τω  προφήτη 
προκεκήρυκταΐ'  '^έκ  στόματος  νηπίων  και  θηλαζόντων  κατηρτίσω 
αινον"  και  άτελευτητοις  στόμασιν  έκέκραγον  έτερος  προς  τόν  δτε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   22  — 

ρον  "ωσαννά  τω  υίω  Δαυίδ",  μεθ'  ων  και  των  Εβραίων  τα 
πλήθη  συνεξεβόων  '' ευλογημένος  ό  ερχόμενος  εν  ονόματι  Κυ- 
ρίου", 8ς  έστι  Χριστός  ό  θεός  ημών  6  έπΙ  τό  έκουσιον  πάθος 
έχουσίως  έπειγόμενος  χαι  της  σωτηρίας  των  ανθρώπων    προνόου - 

5  μένος,  ϊνα  διά  πάθους  σταυρού  την  του  κόσμου  άμαρτίαν  έξιάση. 
"Οθεν  ημείς  πλησθέντες  της  χάριτος  του  παναγίου  τυνεύματος 
κλάδους  έλαιών  καΐ  βαΐα  φοινίκων  εν  ταΓς  χερσί  κρατούντες  τό 
"ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις"  κραυγάζομεν  "ευλογημένος  ό  ερχό- 
μενος εν  ονόματι  Κυρίου".  Αυτός  καΐ    νυν,  Κύριε,  6  καταξίωσα; 

10  ήμδζ  τους  αναξίους  δούλους  σου  καταντησαι  έν  τη  αγία  ταύτη  ημέρα, 
έν  *§  εκουσίως  παρεγένου  έπι  υποζυγίου  εις  Ιερουσαλήμ,  τον  υπέρ 
ημών  υπομεΐναι  σαρκι  σταυρόν  άνασχόμενος — διό  Ικετεύομέν  σου 
την  τοσαύτην  περί  ήμας  δφατον  αγαθότητα — πρόσδεξαι  και  ήμας 
υπαντουντάς  σοι  έν  έκτενία  καΐ  ευφροσύνη  ττ^ευματικη,  δωρούμε- 

15  νος  των  ήμαρτημένων  ήμΐν  την  συγχώρησιν,  ϊνα  άξιοι  γενώμεθα 
ιδεΐν  και  προσκυνήσαι  και  την  άγίαν  ήμέραν  του  πάθους  του 
σωτηρίου.  Κύριε,  και  χορεύσωμεν  πάντες  καΐ  εύφρανθώμεν  και 
άσπάσασθαι  άκατακρίτως  την  πα>;αγίαν  σου  καΐ  ένδοξον  ά^^άστα- 
σιν,  δτι  ήμεΙς  έσμέν  λαός  σου  και  πρόβατα  νομής  σου  καΐ  σε  μόνον 

20  γινώσκομεν  και  σε  λατρεύομεν  και  προσκυνουμεν,  τόν  μόνον  και 
άληθινόν  θεόν  ημών.  Έπίβλεψον  έξ  ουρανού  και  σπλαγχνίσθητι. 
Κύριε,  έπΙ  τόν  λαόν  σου  και  την  κληρονομίαν  σου,  καΐ  λύτρω- 
σαι  ήμας  τους  ταπεινούς  δούλους  σου  έκ  τών  έχθρων  σου  και 
τους  δούλους  σου  τους  πιστότατους    ημών  βασιλείς.  Συ  νίκας  αύ- 

25  τοις  δώρησαΐ'  ύπόταξον  υπό  τους  πόδας  αυτών  πάντα  έχθρόν  καΐ 
πολέμιον,  πρεσβείαις  και  ίκεσίαις  της  παναγίας  δεσποίνης  ημών  μη- 
τρός σου  καΐ  Θεοτόκου  και  τών  αγίων  καΐ  επουρανίων  σου  δυνά- 
μεων, τών  ένδοξων  σου  αποστόλων  προφητών  και  πάντων  τών 
αγίων  τών  άπ'  αιώνος  σοι  εύαρεστησάντων,   δτι  πρέπει  σοι  πάσα 

30  δόξα  τιμή  καΐ  προσκύνησις  συν  τω  πατρί  και  τω  άγίω  πνεύματι, 
νυν  καΐ  άει  και  εις  τους  αιώνας  τών  αιώνων».  ΚαΙ  άπόλυσις. 

Εις  τήν  λειτουργίαν  ψάλλ(ε)τ(ε)  τήν    τριτέκτην  εΙς   τό  σκευο- 
φυλάκιον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  23  — 

01  μαχαρισμοί•  ήχος  πλ.  δ'  προς  το  "  Μνήσί)ητι  ημών,  Χριστέ 
σώτερ  τοΰ  χόσμου". 

Χαίρετε  λαοί,  |  Οαρσβίτε  χαι  σχιρτάτε* 
ήλθεν   γαρ  Χριστές  |  πα&εΐν  υπέρ  τοΰ  χόσμου, 
?να  της  τούτου  ζοοης  |  τύχωμεν  πάντες,  5 

της  αθανάτου  αναστάσεως. 

Δάβωμεν,  πιστοί,  |  |3αΓα  μετά  χλάοων 
πάντες  τφ  Χριστψ  |  πιστώς  συναντη&ώμεν 
προς  το  έχουσιον  πά&ος  |  εύαρεστουντες 
χαι  έχβοώμεν  τάς  των  παίδων  φωνάς.  10 

ΣοΙ  το  'ΰσαννά  |  βοώμεν  τψ  σωτηρι, 
σοι  την  τοΰ  Δαυίδ  |  φωνήν   άνα[3οώμεν, 
"ευλογημένος  ει",  χράζοντες  |  μετά  βαιων 
ωσπερ  οι  παίδες,  "ό  ερχόμενος". 

Πάντων,  Ίησοΰ,  |  προσδέχου  τάς  δεήσεις•  15 

πάντας  της  φαιδρας  |  άςίωσον,  οίχτίρμων, 
της  αναστάσεως,  ψάλλοντας  σοι  τον  υμνον 

"αυτή  ή  ημέρα  ην  έποίησεν". 

Τριαδιχόν. 

"Αναρχε  τριάς,  ;  αμέριστε  ουσία,  20 

σύν&ρονε  μονάς,  |  ομότιμε  τη  φύσει, 
ή  υπεράρχιος  μία  και  βασιλεία, 
σψζε  τους  σους  πίστει  άνυμνοΰντάς  σε. 

Χαίρε  αληθώς,  |  χαρά  της  σωτηρίας•  25 

χαΤρε  ή  άμνάς  |  άμνοΰ  τοΰ  υπέρ  πάντων 
ζωοτυΟέντος  άμώμως,  |  άμωμε  νύμφη, 
δι'  ης  το  πάσχα  προσκυνείται  Χριστός. 

Ή  σύναξις    της    λειτουργίας    τοΰ    αγίου    Ίακώ^3οϋ  γίνεται  εις 
τόν  ναόν  τοΰ  αγίου  Κωνσταντίνου,  εν  ω  ευρέθη  ό  τίμιος  και  ζω-    30 
οποιός  σταυρός    του  κυρίου    χαΐ  σωτηρος    ημών    Ίησου    Χρίστου. 

4  ήλ^ίεν.  — 8   συναντιθώμιεν. — 16  φιιδράς  — 17  σοι. — 21  μονάς  ||  φύσε. — 23  σώζε. — 
2β  άμ.νάς  ||    άμνοΟ. — 27  ζωοτοθέντος  άμώαος. — 29  σύναξης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


10 


—  24  — 

Στιχηρόν  εις  την  άγίαν  εισοδον. 

^Ηχο;  πλάγιος  β'. 

Σήμερον  |  ή  χάρις  του  άγίοο  πνεύματος 

ήμδς  συνήγαγεν  |  χαΐ  πάντες   αΐροντες 

τον  σταυρόν  σου  λέγομεν 

"ευλογημένος  ο  ερχόμενος  |  εν  ονόματι  Κυρίου• 

ωσαννά  εν  τοις  ύψίστοις". 

Ψαλλόντ(ων)  τούτο,  εΊσοδ(εϋ6ΐ)  ό  πατριάρχης  καΐ  6  χλήρος, 
χαΐ  οι  ψάλται  έπΙ  τον  δμβωνα  λέγοασι  τά  αντίφωνα. 

Άντίφωνον  α'•  ιΉγάττησα,  Άτι  είσακούσεται  Κύριος  της  φω- 
νής της  δεήσεώς  μου». — «Ταΐς  πρεσβείαις».  Στίχ.  «"Οτι  έκλινε  τό 
ους  αύτου  έμοί,  καΐ  έν  ταΐς».  Στίχ.  «Περιέσχον  με  ώδΐνες  θανάτου». 

Άντίφωνον  β'•  «Έπίστευσα  δι'  δ  έλάλησα». — ιΣώσον  ήμας, 
υιέ  θεοΰ».   Στίχ.    ιΈγώ  δε  εΐπα  έν>:  Στίχ.    «Τί  ανταποδώσω»: 
15    Εις  το  Δόξα*    «Ό  μονογενής   υιός  και  λόγος». 

Άντίφωνον  γ'•  ήχος  δ'•  « ΈζομολογεΤσθε  τω  Κυρίω  δτι 
άγαθ»: — ιΣυνταφέντες  σοι  δια  του  βαπτίσματος».  Στίχ.  «Είπά- 
τω  δη  οίκος  Ισραήλ,  δτι».  Στίχ.  «Ειπάτω  δη  οίκος  Ααρών». 
Είς  τήν  εΐσοδον  «Ευλογημένος  ό  ερχόμενος».  Δόξα*  ήχος  πλά- 
20  γιος  β''  ιΤω  θρόνω  έν  ούρανω  αύτω».  Προκείμενον  ήχου  δ'• 
«Ευλογημένος  6  ερχόμενος  έν  ονόματι».  Στίχ.  « Έξομολογεΐσθε 
τω».   Ό  απόστολος. 

Προς  Φιλιππισίοος  επιστολής  Παύλοο  (τό  ανάγνωσμα). 
«Αδελφοί,  χαίρετε  έν  Κυρίφ  πάντοτε•  πάλιν  έρώ,  χαίρετε.  Τό   έπιει- 

25  χές  υμών  γνωσ&ητω  πασιν  άν&ρώποις.  Ό  Κύριος  εγγύς.  Μηδέν  μεριμνάτε, 
άλλ'  έν  παντι  τ^  προσευχή  και  τ^  δεήσει  μετά  ευχαριστίας  τά  αΙτήματα 
υμών  γνωριζέσ&ω  προς  τον  θεόν  και  ή  ειρήνη  του  θεού,  ή  υπερέχουσα 
πάντα  νουν,  φρουρήσει  τάς  καρδίας  υμών  και  τά  νοήματα  υμών  έν  Χριστώ 
'Ιησοΰ.  Τό  λοιπόν,  αδελφοί,  δσα  έστιν  άλη&η,  δσα  σεμνά,  δσα  δίκαια,  δσα 

30  αγνά,  δσα  προσφιλή,  δσα  εύφημα,  ει  τις  αρετή  και  ει  τις  έπαινος,  ταύτα 
λογίζεσΟε.  Ά  χαι  έμά&ετε  και  παρελά43ετε  και  ήκούσατε  και  εϊδετε  έν 
έμοί,  ταύτα  πράσσετε•  και  ό  θεός  της  ειρήνης  Ισται  μεθ'  υμών». 

5  λέγωμεν.  —  10  ήγάπησα.— 24  έν  τώι  επιειλές. — 26  προσευχή  (|  ευχάριστε ίας. — 
28  ττάντωνοΰν.  —  30  ει  τις]  κ.  «ήτίς...  ήτίς». —  31  λογίζεστε  ||  έμάθατε  ||  ακούσατε. — 
32  ένεμοί. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  25   — 

Αλληλούια•  ήχος  πλάγιος  δ'.  Στίχος  α-  €  Κύριε  ό  κύριος 
ημών,  ως  θαυμαστόνι.  Στίχος  β'•  «Έκ  στό(ΐΛτος  νηπίων  και 
θηλαζόντων».  Και  ό  άρχιδιάκονος  τό  εύαγγέλιον. 

Έχ  του  'Λίχτά  *Ιωάννην  αγίου  ευαγγελίου» 

(ου  ή  αρχή•  €Πρό  εξ  ήμερων  του  πάσχα  ήλθεν  ό  *ΙησοΟς  εις  Βη•)οινίαν»  χτλ.  Τε-       5 
λος•  €και  έπίστευον  εις  τον  Ίησοΰν».  Κεφ.  ίβ'   1 — 11). 

Και  μετά  τό  εύαγγέλιον  ό  διάκονος  την  αΐτησιν,  ψάλλοντες 
στιχηρόν  ήχου  πλαγίου  β'. 

Προ  εξ  ήΐϋ^ρών  του  πάσχα  |  ήλ&εν  ό  'Ιηαοΰς  εις  Βηθανίαν 
και  προσηλΟον  αυτψ  οι  [ΐα&ηται  αί>τοΰ  |  λέγοντες  αυτψ•  10 

"Κύριε,  ποδ  θέλεις  |  " έτοιμάσωμέν  σοι  φαγεΤν  τό  πάσχα"; 

Ό  δε  άπέστειλεν  αυτούς• 
"  Άπέλ&ετε  εις  τήν  απέναντι  κώμη  ν  |  και  ευρήσετε  άν&ρωπον 
κεράμιον  ύδατος  βαστάζοντα. 
ακολουθήσατε    αυτψ  |  και  τψ  οικοδεσπότη  είπατε•  15 

Ό  διδάσκαλος  λέγει•  |  προς  σε  ποιώ  τό  πάσχα  μετά  των  μαθητών  μου  ". 
Στίχος•    ιΈκ    στόματος    νηπίων  και    θηλαζόντων».  ΚαΙ  άντΙ 
του  χερου|3ικοΰ    ψάλλομεν    στιχηρόν    ήχου    πλαγίου    δ'*    €Ό  τοις 
ΧερουβΙμ  εποχούμενος». 

Ευχή  υπό  του    διακόνου    λεγομένη  καρπ(ο)φ(όρως?)    είς  τ(ό)    20 
υψώσαι  τά  άγια  τ^  Κυριακή  των  βαΓων. 

«Τπέρ  της  φαιδρότατης  καΐ  λαμπροφόρου  θεϊκής  καΐ  κοσμι- 
κής πανηγύρεως  ταύτης  ήμεΙς  οι  φιλέορτοι  καΐ  χριστώνυμοι  και 
θεοσεβεΐς  ασμένως  πάντες  εύφημοΰντες  Χριστόν  τόν  παμβασιλέα 
και  παντεπόπτην,  τόν  υπό  των  ουρανίων  δυνάμεων  δοξαζόμενον,  2δ 
συμφώνως  κράζωμεν  μετά  βαΓων  καΐ  κλάδων  τό  "  ωσαννά  εν  τοΓς 
υψίστοις•  ευλογημένος  ό  ερχόμενος  έν  ονόματι  Κυρίου•  ωσαννά  τω 
υίώ  Δαυίδ",  πνευματικώς  ευφραινόμενοι  καΐ  τής  μεταλήψεως  των 
θείων  καΐ  άχραντων  αύτου  μυστηρίων    άζίως    μετέχοντες  καΐ  την 

9  πασχα. — 11  πασχα.  —  13  άπέλθατε.  —  15  όιχοδεσπότη.  —  16  ίίοιώι. — 20  Ή  ευχή 
αΰτη  εΰρηται  έν  τω  χώδίχι  πλήρης  μεταγενεστέρων  διορθώσεων,  εξ  ων  εγώ  ουδέ  μίαν 
ενταύθα  σημειώ*  παρατίθημι  δέ  μόνον  τό  χείμενον  ως  οιόν  τε  σαφές,  τήν  πρώτην  εκείνου 
φυ)4άττων  σύνταξιν.  —  25  τταντεπώτιτην. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   26  — 

άδιάδοχον  και  άσάλευτον  αύτου  ^3ασιλείαν  άφράστως  προσδοκων 
τες.  ΚαΙ  ύτυέρ  του  άγιωτάτοα  καΐ  θεοφύλακτου  ημετέρου  πατριάρ- 
χου Νικολάου  αμα  και  των  παρόντων  αρχιεπισκόπων  καΐ  επισκό- 
πων συν  κληρικοΤς  και  εύλαβεστάτοις  μοναχοΤς  καΐ  όρθοδόζοις 
5  λαϊκοΐς  άνδράσι  τε  και  γυναιζίν  ευημερίαν  καΐ  γαλήνην  [αυτοΐς  χα- 
ρίζειν]  δυσωπουντες,  και  υπέρ  των  ευσεβέστατων  και  θεοφρου- 
ρήτων  ημών  βασιλέων  κατά  πάντων  πολεμίων  έχθρων  κραταιο- 
τάτους  καΐ  τροπαιούχους  άναδειχθηναι  [αυτούς  δεηθώμεν.  Και 
τοις]  καρποφορίαν  εν  τη  σήμερον  ημέρα  προσενηνοχόσι,  φρούρησιν 

10  καΐ  συγχώρησιν  και  ζωής  άιδίου  έπιτυχεΐν,  (τοΐς]  άλήκτως  έκτελοΰσι 
ταύτην  την  έορτήν  [εύςώμεθα.  ΚαΙ  ύτυέρ]  πά^^των  των  μεταστάντων 
και  προτελευτησάντων  προπατόρων  πατέρων  τε  και  αδελφών 
ημών,  πατριαρχών  τε  επισκόπων  και  κληρικών  ταύτης  της  αγίας 
Χρίστου    του  θεού  ημών    πόλεως,   φίλων    τε    και    συγγενών  και 

15    γνωστών  ανδρών  τε  και  γυναικών,   έν  τόπω    φωτεινώ  μετά  αγίων 
και    δικαίων    σκηνωθηναι.    Και  [υπέρ]  πάντων    τών  έν  πάση  τη 
ο'κουμένη  ζώντων,  τε  καΐ  νεκρών  [και  πάντων  χριστιανών    ορθο- 
δόξων είπωμεν  πάντες  εκτενώς]  το  Κύριε  έλέησον». 
Κοινωνικόν    «Αινείτε  τον  Κυριον*. 

20  "Άλλο-   ήχος    πλάγιος  δ'•    «Ευλογημένος    ό  ερχόμενος  |  μετά 

της  δόξης  |  και  τών  αγγέλων  |  μετά  δυνάμεως  και  σωτηρίας  '  του 

σώσαι  πασαν  την  οίκουμένην.  |  Χριστέ  ό  θεός  ημών,   δόξα  σοι». 

■^Αλλο'  "Έκ  στόματος  νηπίων  και  θηλαζόντων  κατηρτίσω". 

Ευθύς    μετά   το    κοινών εΐν    τον    λαόν    καταβαίνομεν    εις    τον 

25  δγιον  ΚωνσταντΙνον  έπΙ  την  Άγίαν  Άνάστασιν,  ποιουντες  λιτήν 
(και)  ψάλλοντες  στιχηρόν  ήχου  πλαγίου  δ'•  «Σήμερον  ή  χάρις 
του»:  ΚαΙ  ούτως  εϊσελευσόμεθα  ημείς  οι  κληρικοί  εις  του  Κυ- 
ρίου τον  Τάφον  κατά  τάξιν,  αρχόμενοι  άπό  τους  έσχατους  §ως 
τους  πρωτοος-   και  ούτως  άποτ(ελειοΰμεν).  Ποιουμεν  δέ  ούτω  πάλιν 

1  προα^οχώντες.  χοι  τον  άγιώτατον  κτλ, — 5  μετά  το  «γαλήνην»  άγροφον  υπάρχει 
μέρος,  ο  τφ  €αϋτοΙς  χαρίζειν»  άνεπλήρωσα. — 7  χ.  €πάντα  δεηθώμεν  πολεμίων»  χτλ. — 
9  χαρποφορίος — 10  έπιτοχίίχν — 11  έορτήν  πάντων  χτλ. — 12  προπατέρων. —  15  φωτι- 
νώ. — 19  χοινονιχόν. — 21  μεταδονάμεως  χαι  σωτηρίαν. —  24  χαταβαίνωμεν. — 28  έσχάτ(ους). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   27    — 

τξ  αγία  ημέρα  τοδ  πάσχα  χαθότι  και  σήμερον  οι  δε  ψάλται 
ψάλλουσι  το  κονδάχιον  εις  τόν  άμβωνα,  ϊως  ου  έξέλθη  ό  χληρος 
δλος  έχ  τόν  "Αγιον  Τάφον. 

Ευχή  της  απολύσεως 

€Αέαποτοί  Χριστέ  6  θεός  ημών,  6  τήν  ήμετέραν  φυσικώς  τε     5 
καΐ  υπερφυώς  άμφιασάμενος    φύσιν  καΐ  έπΙ  τό  πάθος  ήδη  μολών 
τό  έκούσιον,   νικητήν    καΐ  τροπαιουχον  και  πρό  τής  του  ^α'^άτοο 
άναδείζας  γεύσεως,    (6  τόν)  νεκρόν  έγείρας  τετραήμερον  Λάζαρον 
δυμάμει    τής    σης    παντεφόρου    θεότητος,    ό  τόν  ουράνιον    πόλον 
περικρατών  καΐ  τοΐς  ΧερουβΙμ  εποχούμενος    καΐ  έπαναπαυόμενος,    10 
(ό)  πώλω  υποζυγίου  έπιβήναι    και  έπαναπαυθήναι    καταδεζαμενος 
σήμερον,    δ  πανταχού    παρών    και  τα  πάντα  πληρών,  όδοποιήσας 
τε  τώ  γένει  τών  ανθρώπων    τήν  εις  τήν  άνω   Ιερουσαλήμ  εϊσο- 
δον    και    κατάπαυσιν — δι'  ον  σήμερον    τα    τών  νηπίων  στόματα 
ά^>αφανδόν  ήνέωκται,    καθώς  τ^^  προφητικόν  κεκήρυκται  "εκ  στό-    15 
τος  νηπίων  και  θηλαζόντων  κατηρτίσω  αΐνον"•  άτελέσι  γαρ  στό- 
μασι   κέκραγεν  δτερος  προς    τον  έτερον  "ωσαννά  τω  υίω  Δαυίδ", 
μεθ'  ων  καΐ  τών  Εβραίων  τα  πλήθη  συνεζεβόων    **  ευλογημένος 
ό  ερχόμενος  έν  ονόματι  Κυρίου  ",  8ς  έστιν  Χριστός  ό  θεός  ημών, — 
6  επί  τό  έκούσιον    πάθος    ερχόμενος    καΐ  τής  σωτηρίας  τών  άν-    20 
θρώπων    προνοούμενος,    ϋνα  διά  πάθους  σταυρού  τήν  του  κόσμου 
άμαρτίαν  έξελάση  —  δθεν    και  ήμεΐς  πλησθέντες  τής  χάριτος  του 
παναγίου  τυνευματος  κλάδους  έλαιών  καΐ  βαΓα  φοινίκων  έν  ταΤς  χερσί 
κρατούντες  τό  ''ώσαν^;α  έν  τοΐς  υψίστοις"    κράζομεν  "ευλογημέ- 
νος ό  ερχόμενος  έν  ονόματι  Κυρίου" — αυτός  καΐ  νυν,    Κύριε,  ό    25 
χαταζιώσας    ήμας    τους    αναξίους    δούλους  σου  καταντήσαι  έν  τή 
αγία    ταύτη    ήμερα,    έν    η    εκουσίως  παρεγένου    εις  Ιερουσαλήμ 
σταυρόν    άνασχόμενος    (ίκετεύομέν  σου    τήν    τοσαύτην  περί  ημάς 
αφατον  αγαθότητα),    πρόσδεξαι  και  ημάς  υπαντώντάς  σοι  έν  έκ- 

1  πάσχα. — 6  άφιασάμενος  ||  ήδη. — 8  ζροσέθηκα  *6  τον».— 11  προσέθηχα  τό  «ό»  || 
υπό  ζογίοϋ  ||  έπάναπαηναι.  —  15  χαθώς. — 16  χατηρτήσω. — 18  εβραίων  ||  συνέξεβόων. — 
28  ελαίων. — 28  ίχετευωμιεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   28   — 

τενεία  καΐ  εύφροσύντ^  πνευματιχ-ξ,  δωρούμενος  ήμΤν  των  αμαρ- 
τημάτων την  συγχώρησιν,  Ινα  σοΙ  τήν  δόζαν  δια  παντός  άναπέμ- 
πωμεν  συν  τω  πατρί  καΐ  τω  άγίω  πνεόματι,  νυν  χαΐ  άεΐ  χαΐ  εις 
τους  αιώνας   των  αίώνων>.   ΚαΙ  άπ<5λυσις. 


ΤΗΙ   ΚΤΡΙΑΚΗΙ    ΕΣΠΕΡΑΣ    ΤΩΝ    ΒΑΪΩΝ. 


Στιχηρόν    εις    το  «Κύριε  έχέχραζα»-    ήχος  γ'.   Όφει'λ(ομεν) 
κρατ(εΐν)  από  έχ  βάθ(ους). 

Φοβερόν  το  έμπεσεϊν  |  εις  χείρας  θεοδ  ζώντος! 
Οδτος  κριτής  εστίν  |  έν&υμήσεων  |  και  εννοιών  καρδίας• 
10  μηδεις  εισέλδη  πειράζων  |  τήν  πίστιν  τήν  άμώμητον 

άλλ'  εν  πραότητι  και  φόβψ  |  Χριστφ  προσέλ&ωμεν, 
ϊνα  λάβωμεν  έλεος  |  και  χάριν  εδρωμεν  |  εις  ευκαφον  βοήθειαν. 

Τούτο  όφείλ(ομεν)  λέγ(ειν)  δεύτερον. 

■^Αλλο'   ήχος  βαρύς•    «Έάν  άνομ':» 
1δ  Συναγωγή  [  πονηρά  και  μοιχαλίς, 

ή  τψ  ιδίψ  άνδρι  |  μή  φυλάξασα   πίστιν, 
τί  χατέχεις  δια&ήκην,  |  ης  ουκ  ης  κληρονόμος; 
τί  καυχάσαι  εν  πατρί,  |  τον  υιον  άτιμάσασα; 
τους  προφήτας  ουκ  έδέξω  |  τους  αυτόν  καταγγείλαντας• 
20  καν  τα  ϊδια  τέκνα  |  αΐδέσ&ητι  ούτως  βοώντα• 

"ωσαννά  τψ  υιψ  Δαυίδ* 
ευλογημένος  ό  ερχόμενος  |  εν  ονόματι  Κυρίου". 

"Ομοια. 

Ή  εξ  έ&νών  Ι  εκκλησία  του  θεοΰ, 
25  ή  τψ  νυμφίψ  Χριστψ  |  συναφδεΐσα  τη  πίστει, 

συ  έγένου  δια&ήκης  |  πατρικής  κληρονόμος* 
συ  καυχάσαι  εν  πατρΊ  |  τον  υιόν  άγαπήσασα* 

2  διαπαντός.— 12  ελεον  ||  εΰρομεν. — 14  έτν.  — 15  πονηρά  χαΐ  μιχαλις.— 16  ίδίωι. — 
17  ης]  εΙς. — 19  ούκεδέξω  ||  αυτόν]  χ.  «αυτών»,  αί  έκδ.  «τον  οίον»  ||  ή  ρωμ.  εκδ.  «καταγ- 
γέλλοντας».— 20  ϊδια  II  αΐδέσθητι]  κ.   «έδέσ^τι»,    αί    έκδ.  «αισχύνθητι». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  29  — 

τοΤς  προφήταις  συναγάλλοο  |  τον  υΐόν  καταγγείλασι• 
χαν  τα  ϊδια  τέχνα  |  υπόδβξαι  ούτως  βοώντα• 

"ωσαννά  τψ  υιψ   Δαυίδ* 
βύλογημένος  ό  ερχόμενος  |  εν  ονόρ.ατι  Κυρίου". 

Οι  τφ  Χριστψ  |  ί)παντήσαντες,  πιστοί,  5 

έπΙ  του  νέου  λάου  |  μυστιχώς  χαΒημενψ, 
χαθαρθωμεν  ευσεβώς,  |  έχτενώς   ιχετευοντες 
άνυμνήσαι  τα  πάθη,  |  τον  σταυρόν  χαι  τον  χάλαμον, 
την  τε  λόγχην  συν  τφ  σπόγγφ,  |  α  Χριστός  χα&υπέμεινεν 
τήν  άνάστασιν  προφθάσαι  |  εν  χαρά  ούτως  βοώντες•  10 

"ό  παθών  εν  σταυρφ,  Χριστέ, 
δια  το  σώσαι  ώς  φιλάνθρωπος  |  τον  χόσμον  σου,  δόξα  σοι". 

Εις  το  Δόξα•  ήχος  δ'. 

^Ω  πονηρά  συναγωγή,  |  ω  παράνομε  μοιχαλίς, 

ή  τφ  ιδίφ  άνδρΐ  |  μή  φυλάξασα  συνείδησιν,  15 

τί  προσφέρεις  διαθηχην,  |  ην  ουκ  έχληρονόμησας; 

τί  χαυχάσαι  εν  πατρι  |  τον  υίόν  άΟετησασα; 

τους  προφήτας  ουκ  ήδέσθης  |  τους  εις  αυτόν  πιστευσαντας, 

αποστόλων  τε  παρήκουσας  |  τους  αύτψ  μαθητευσαντας. 

"^Ω  πονηρά  συναγωγή,  |  ω  παράνομε  μοιχαλίς,  20 

καν  τά  ίδια  τέκνα  αισχυνθητι  |  ούτως  κραυγάζοντα* 

"ωσαννά  εν  τοις  ύψίστοις,  |  ωσαννά  τφ  υίψ  Δαυίδ• 

ευλογημένος  ό  ερχόμενος  |  εν  ονόματι  Κυρίου". 

Είτα  το  ιΦώς  Ιλαρόν».  Προχείμενον  ήχος  βαρύς•  «Εύλογητός 
Κύριος  ό  θεός  το5  Ισραήλ,  6  ποιών  θαυμάσια  μόνος,  καΐ  εύλο-  25 
γημένον  τό  δνομα  της  δ(5ξης  αυτο^  είς  τόν  αιώνα  χαΐ  είς  τόν 
αιώνα  του  αιώνος  ι.  Στίχος•  € 'Αναλαβέτωσαν  τά  δρη"  ειρήνη  τώ 
λαώ  καΐ  οι  βουνοί  διχαιοσύνην».  Ευθύς  τό  ιΚαταξίωσον  Κύριε», 
καΐ  |χετά  τοΰτο  ψάλλουσι  στιχηρά  ήχου  πλαγίου  δ',  προς  τό  ι'Ο 
έν  Εδέμ  παράδεισος».  30 

Τό  ζωηφόρον  πάθος  του  Χρίστου  |  αρχήν  άρτι  λαμβάνει• 
ί)παντήσωμεν  προθυμως  οι  λαοί•  |  και  γάρ  μετά  τήν  εορτή  ν 

1  χαταγγεΟναντας. —  2  ΐοια.  — 6  χαιθημένω.  —  9  χαθυπέμεινεν.  —  10  πραφθάσοι  || 
βοώντος— II  παθών. — 14  ώ  πονηραι  ||  ώ(  ||  μηχοΛίς.— 15  ίδίωι  ||  συνήδεισιν. — 16  ούχεχλη- 
ρονόμησας.  — 19  αυτόν. — 20  ώ  πονηρά  ||  ώι  ||  μηχαλίς.  -  21  ϊδια.— 28  μετά  τό  «Κυρίου» 
ό  χώδιξ  ττροστίθησι  «σωτηρος  ημών».  -  25  ποιών.  —  80  ενεδεμι    πό. —  31  λαμβάνη. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    δο- 
τών Ιεροσολύμων  |  έτοιμάζουσιν  Εβραίοι  τον  σταυρόν 

χαΐ  €1;  χριτήριον  έρχεται  |  ό  κριτής  πάντων  χαΐ  θεός, 
χαΐ  κατακρίνεται  θάνατον  |  ό  της  ^ωής  δημιουργός. 
"Ω  άγα&ότητος  |  της  άφατου  σου,  Σωτήρ,  |  δτι  εκών 
5  δνήσκεις  υπέρ  του  κόσμου  |  ά&ανατίζων  πάλιν  τον  Αδάμ. 

'Αλλ'  άξίωσον  ή  μας  |  και  προσκυνήσαι  τη  άναστάσει  σου. 

"Ομοια. 

Στίχ.  «"Ινα  τί  έφρύοξαν  Ιθνη  χαι  λαοί  έμελέτησαν». 

Των  μαθητών  Ιούδας  ό  σκαιός  |  τους  δόλους  νυν  συρράπτων 
10  μελέτα  της  προδοσίας  τον  καιρόν  |  φιλαργυρία  γαρ  άλοϋς 

απιστίας  νοσηματι  |  κατεπείγεται  πιπράσαι  σε.  Χριστέ. 

Τίς  μη   θρηνήσει  τον  άθλιον  |  άποστερούμενον  φωτός; 
τίς  μή  στενάξει  ορών  αυτόν  |  χινούμενον  προδοτικώς; 
Ου  της  πωρώσεως  |  άπολύτρωσαι  ή  μας  ως  αγαθός, 
15  χαι  άξίωσον  θείως  |  τοις  ήγουμένοις  πείθεσθαι  ήμΤν, 

ϊνα  τύχωμεν  έκεΐ  |  της  βασιλείας  σου  Κύριε. 

Στίχ.    «Παρέστησαν  οί  βασΛεΐς  τ^ς  γη;  χαι». 

Τπέρ  ημών  Χριστψ  τφ  λυτρωτή  |  παθεΤν  κατεπείγοντι 
συναπίωμεν  προθέσει  ψυχική  |  και  τα  άτιμα  αύτου 
20  ύπενέγκωμεν  παθήματα,  |  εμπαιγμούς  κολαφισμούς  και  ύβρισμούς, 

και  καθ'  ήμέραν  τοις  πάθεσιν  |  συσταυρωθώμεν,  αδελφοί, 
και  καθ'  εκάστη  ν  τοις  πράγμασιν  |  συναποθάνωμεν  αύτφ, 

ώσπερ  λογχεύματα  |  εισδεχόμενοι  τόν  λόγον,  τάς  πληγάς, 
και  ως  χολήν  μετά  δ;ους  |  τα  θλιβερά  τών  υπέρ  εντολής, 
25  Γνα  συμμετασχώμεν  |  της  ουρανίου  βασιλείου  αύτου. 

Εις  το  Δόξα  ήχος  β'. 

Έκ  βαίων  και  κλάδων  |  ως  εκ  θείας  εορτής 

εις  Οείαν  μεταβάντες  έορτήν,  |  προς    σεβασμίαν 
τών  Χρίστου  παθημάτων,  |  πιστοί,  συνδράμωμεν 
30  τελετήν  σωτήριον,  |  και  τούτον  υπέρ  ημών 

πάθος  ύφιστάμενον  |  κατοτττεύσωμεν  έκούσιον 
και  την  ψυχήν  αύτοΰ  λύτρον  |  παρεχόμενον  παγκόσμιον 

1  εβραίοι.— 4  ώι. — 6  άλλαςίωσον. —9  ιουοας  ||  συράπτων.  —10  άλλου;.  —11  ά-ί• 
στεία;  II  πιπράσσβ. — 12  άτιοστρούίχενον.— 15  ήγοϋ{ΐ.ένοις.— 19  σοναπείωμεν.  —  20  ύπε- 
νεγχώμεν.  —  21  χαθήμέραν.  —  22  χαΙ^έχάστηνν.— 24  θλιβερά.  —  25  συνμετασ/ώμεν.  - 
31  χαθοπτεύσωμεν  έχούσιον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   31    - 

αυτφ  δε  τον  δμνον  |  βυχαριστουντβς  άναμελψωμεν, 
άρμόδιον  χράζοντβς  |  "ή  της  βοσπλαγχνίας  ιτηγή 
χαΐ  της  σωτηρίας  λιμήν,  |  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

Κα'.  ευθύς  ό  Ιιάχο'Φος  σονάτυτεε,  και  οδτως  έςελ&όντες  6?ς  τό 
"Αγιον  Κρανίον  ποιώμεν  λιτ(ήν),  ψάλλοντες  στιχηρά  ηχοο  πλαγίου  β'.      5 

Σήμερον  |  ή  χάρις  του  άγίοο  τη^ευματος  ήμας  συνήγαγεν, 
χαΐ  πάντες  αΐροντες  τον  σταυρόν  σου  λέγομεν 
"ευλογημένος  ό  ερχόμενος  |  εν  ονόματι  Κυρίου• 
"ωσαννά  εν  τοις  ύψίστοις". 

Στίχ.  «Εύφράνθην  έπι  τοις  είρψ,όαι  μ.οι  εις  οίχον  Κυρίου  πορευ:».  10 

Ήχος  β'. 

Εισερχομένου  σου,  Κύριε,  |  εΙς  την  άγίαν  πόλιν 

έπι  πώλου  καθήμενος  |  έσπευδες  έλ&εϊν  έπι  τό  πάθος, 

ινα  πληρώστβς  νόμον  και  προφήτας•  |  οι  δε  παίδες  των  Εβραίων 

της  αναστάσεως  τήν  νίχην  προμηνύοντες  |  ύπήντων  σοι  15 

μετά  χλάδων  χαι  βαιων,    λέγοντες 
"ευλογημένος  ει,  Σωτήρ•  |^έλέησον  ημάς". 

Εις    το  Δόξα  ήχος  β'. 

ΆναΙΙητησαι  θέλων  |  τήν  πεσοΰσαν  εικόνα 

του  Αδάμ  ό  Χριστός  μου,  |  άρρήτφ  εύσπλαγνίςι  20 

εκών  άμφιέννυται  |  χαι  σαρχοΰται  και  τίκτεται 

έχ  κόρης  άπειράνδρου,  |  σταυρόν  τε  καΐ  μάστιγας 

και  θάνατον  ό  κτίστης  |  υποφέρει  δι'  έμέ, 

και  αύτοΰ  τήν  εικόνα  άνιστορών 

προσκυνώ  χαι  σέβομαι  |  χαι  ταύτην  άσπάϋομαι,  2δ 

ως  αύτον  τον  χτίστην  όρων  εν  τη  ειχόν». 

Εύθυς  «Νυν  άττοΑυει;  τον  δοΟλόν  σου». 
Κάθισμα  άπολυτίχιον*  ήχος  δ'. 

Συνταφέντες  σοι  δια  του  βαπτίσματος.  Χριστέ  ό  θεός  ημών, 

της  αθανάτου  ζωής  ήξιώθημεν  τη  άναστάσει  σου,  30 

και  άνυμνουντες  χράζομεν  |  "ωσαννά  έν  τοις  ύψίστοις• 
"  ευλογημένος  ό  ερχόμενο;  έν  ονόματι  Κυρίου  ". 

Και  ό  διάκονος    τψ    αΐτησιν,    και  ό  ιερεύς    τήν    εύχήν    καΐ 

απολύει. 

2  αί  έκδ.  «άναχράζοντες»  ||  πηγή.  —  8  ό  ερχόμενο;]  έ>Λείπε[  τω  χώδιχι.  —  15  ττρο- 
μεινύοντες. — 19  άναζητήσαι.— 21  άμφιέννυται. — 23  6  ||  δίεμέ. — 25  σέβομαι]  σέβομεν. — 
83  αΐτη(σιν). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  32 


Ι  ΣΪΝ  ΘΕΩΙ  ΑΚΟΛΟΪΘΙΑ  ΤΗΣ  ΜΕΓΑΛΗΣ  ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ. 

Τη  αγία  χαι  μ-βγάλη  Δεοτέρα. 

ΕΙς  τό  *' αλληλούια"    κάθισμα    ήχου  πλαγίου    δ'•   ψάλλεται  δέ 

καΐ  εις  την  Τρίτην  και  τ-ξ  Τετάρτη  τό  αυτό  τροπάριον. 

5  Ήχος  πλάγιος  δ'. 

Ίδοϋ  ό  νυμφίος  έρχεται  |  εν  τψ  μέσψ  της  νυκτός, 
και  μακάριος  ο  δούλος,  |  δν  ευρήσει  γρηγορουντα• 
ανάξιος  δέ  πάλιν,  |  δν  ευρήσει  ρςιθομοΰντα. 
Βλέπε  οδν,  ψυχή  μου,  |  μή  τψ  δττνψ   κατενεχθ-^ς, 
10  ϊνα  μή  τψ  θανάτψ  παραδοθ-ζς  |  και  της  βασιλείας  άποκλεισΟ^ς• 

αλλά  άνάνηψον  κρά^οϋσα  |  "άγιος  άγιος  άγιος  ει  ό  θεός• 
δια  της  Θεοτόκου  έλέησον  ήμας ". 

Τό  αυτό  καΐ  εις  τό  Δόξα  και  νυν: — Δέον  γινώσκειν,  δτι  ή  στι- 
χολογία  οδτω  γίνεται  είς  τόν  δρθρον  β',  και  ή    α'  ώρα    ου  στι- 

15  χολο(γεΐται)  ουδέ  τη  θ\  ει  μί]  τη  γ'  ώρα  καΐ  τη  ς'.  Στιχολογοΰ- 
μεν  δέ  καθημέραν  εΙς  τ(ό)  **  Εσπέρας  τό  προκεί(μενον) "  και  τη 
αγία  και  μεγάλη  ε'  εις  τόν  δρθρον  κάθισμα  α'  και  εΙς  τάς  ώρας 
β',  και  ούτω  πληρου(ται)  τό  Ψαλτ(ήριον).  ΚαΙ  άπό  τότε  στιχολογία 
ου  γίνεται,    ει  μή  τω  μεγάλω  Σαββάτω   δια  ^τήν  άγρυπνίαν.   Και 

20  πά>αν  δτε(ρος)  τύπ(ος)•  ψάλλου(σι)  καθ(ίσ)ματ(α)  τρία  εις  τόν  δρ- 
θρον καθ'  ήμέραν  καΐ  ή  τριτέκτη  άλλα  β',  καΐ  πληρούται  τό 
Ψαλτ(ήριον)  εις  την  με(γάλην)  δ'  εΙς  τήν  τριτέκτην.  Τη  μεγάλη 
β'  στιχολογ(ία)  "Προς  σέ,  Κύριε,  ηρα  τήν  ψυχήν". 

Κάθισμα  ήχου  ο'  προς  τό  "Χορός    άγγελιχός  ". 
25  Αόρατε  κριτά,  |  εν  σαρκι  καθωράθης 

καΐ  έρχτ(]  υπ'  ανδρών  |  παρανόμων  κριΟηναι, 
ημών  τό  κατάκριμα  |  κατακρίνων  τψ  πάθει  σου• 
δθεν  αινεσιν  |  μεγαλωσύνην  καΐ  δόςαν 
άνυμνουντές  σου  |  τήν  έξουσίαν,  οίκτίρμων, 
συμφώνως  προσφέρομεν. 

6    ίδοί).  —  8  άνάξιον.— 9  χ,ατενεχθεις. — 10  παραδοθείς  ||  άποχλησθεις.  —  16  προχεί- 

ο 

μ,ενον]    προχ.  —  24  άγγελιχώς.  —  26  ύπανδρών.  —  29  άνυμίΝοΰντες]   ούτως  έχει  ό  χώ- 

διξ,   συμφωνών  τη  ρωμαϊχη  έχδόσει*    ή  δέ  ένετίχή  έχει  «άναπέμποντες»  ||  σου]  ή   ρωμ. 
εχδ.  «σε»  ||  αί  έχδ.  «τη  εξουσία  σου,  λόγε». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   33  — 

Εις  το  Δόξα.    δμοιον. 
Τά  πάθη  τα  σετττά  |  ή  παρούσα  ή|χέρα 
ώς  φώτα  σωστιχά  |  ανατέλλει  τφ  χόσμφ• 
Χριστός  γαρ  επείγεται  )  του  πα&εΐν  άγα&ότητι• 

ό  τά  σύμπαντα  |  εν  τη  δραχι  περιέχων  5 

καταδέχεται  |  άναρτηθηναι  εν  ξύλφ 
του  σώσαι  τά  σύμπαντα. 

Εύθυς  άνά(γν<ί)σμα)  του  παγλάλοο  Ιωσήφ.  Στιχολογία*  "Άγαλ- 
λιδσθε  δ(χαιοε*\ 

Κάθισμα•  ήχο;  πλ.  δ',  προς  τό  "  Τήν  σοφίαν  του  Λόγου  **.  10 

Των  παθών  του  Κυρίου  |  τάς   άπαρχάς 
ή  παρούσα  ημέρα  |  λαμπροφορει. 
Δεύτε  ουν,  φιλέορτοι,  |  ύπαντήσωμεν  ασμασιν 
ό  γαρ  χτίστης  έρχεται  |  σταυρόν  χαταδέξασθαι 
έτασμούς  χαι  μάστιγας,  |  Πιλάτφ   χρινόμενος•  1^ 

δθεν  χαι  έχ  δούλου  |  ραπισ&εις  έπι  χόρρης 
πάντα  ύπέμεινεν,  |  ινα  σώση  τον  άνθρωπον. 
Διά  τούτο  βοώμ,εν  αύτφ  |  "φιλάνθρωπε   Χριστέ  ό  θεός, 
τών  πταισμάτων  άφεσιν   δώρησαι 
τοις  έορτάζουσι  πίστει  |  το  αχραντον  πά&ος  σου".  20 

Εις  το  Δόξα  ήχος  ~λ.  δ'•  Ιδιόμελον. 

Ό  εν  σοΙ  σχηνώσας,  |  θεοτόχε,  Λόγος  χαι  θεός 
εις  έστιν  υιός,  |  χάν  προσελάβετο  σάρχα• 
ούσίςί,  ου  φαντασία,  |  εύδοχήσει,  ου  δοχήσει 

έσαρχώ&η  έχ  σου,  |  ώς  οίδεν  αυτός*  25 

αύτοΰ  τά  θαυμάσια,  |  αύτοΰ  χαΐ  τά  παθήματα• 

ου  γάρ  άλλος  χαι  άλλος,  |  άλλ'  εις  ό  Χριστός, 
πάσχων  μεν  ώς  άν&ρωπος,  |  απαθής  δε  ώς  θεός• 
έχατέρςί  δε  μορφή  ένήργησεν  |  μετά  της  θατέρου  χοινωνίας* 

διό  σε  υμνοις,  άχραντε,  μαχαρίζομεν.  30 

Ευθύς  άνάγ(νωσμα)•    στιχολογία*   '' Κύριε  μή  τω  θυμω  σοο". 

4  έπήγεται.  —  7  τά  σύμπαντα]  αί  έχδ.  «τον  άνθρωπονί».  —  10  αί  έκδ.  «και  Λό- 
γον». — 12  λαμπροφοροΐ. — 16  έπι%όρ/]ς.— 17  πάντα  ύπέμεινεν]  αί  έκδ.  «τά  πάντα  προ- 
σίεται»  II  σώσει.  ~1Θ  διατούτω  ||  βοώμεν  αύτώ]  αί  έκδ.  «βοήσωμεν».  —  19  αί  έκδ.  «δώ- 
ρησαι τήν  αφεσιν». — 20  έορτάζουσι]  αί  έκδ,  «προσκυνοΰσιν  έν  πίστει  τά  άχραντα  πάθη 
σου».  — 28  καν. — 30  μακαρίζωμεν. 

3 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   34  — 

Κάθισμα'  ήχος  τ:).,  δ',  προς  τό  "  *Ανέστης  έχ  νε(χρών)  **. 

Έπεστη  ό  χαφος  |  νυν,  Χριστέ  μοο,  τοδ  πάθους  σου 

χαι  πάντες  εν  νοκτι  |  τη  παρούσΐβ  υμνουμεν  σε• 

λάμψε  σου  την  εξ  δψους  |  αιτου[ΐεν  χάριν 

5  χαι  Οείαν  δύναμιιν,  |  όπως  σε  άνυστάχτως, 

χαΟώς  οικέται  |  πιστοί  προσνέμοντες 

της  σης  τρυφής  χαΐ  δόξης,  |  άγα&έ,  επάξιοι  γενώμεΟα. 

Εις  τό  Δόζχ 
Έκ  πάσης  απειλής  |  χαι  χαχίας  ανθρώπων 
10  διάσωσον  ήμας,  |  παναγία  παρθένε• 

σε  γαρ  έχομε  ν  |  σχέττην  χαι  προστασία  ν 
οι  καταφεύγοντες  έπι  σοί,  |  θεομήτορ, 
χαι  τον  τεχ&έντα  έχ  σου  θεόν  ημών, 
δν  έχδυσώπει  ρύσασθαι  ήμας 
15  κινδύνων  και  θλίψεων. 

Καΐ  άνάγ(νωσμα)•   και  ευθύς  τό  "  Έλέησόν   με  6  θεός  χατά 
τό  μέγα  έλεος". 

Τροπ(άρια)  ψαλλ<5μ(ενα)  εις  τον  ν'  (ψαλμόν). 

Ήχος  -λ.  |3'  -ρός  τό  "  Ήμάρτομεν  " , 
20  Έπίστρεψον,  μετανόησον, 

άνακάλυψον  τα  κεκρυμμένα• 
λέγε  θεω  τψ  πάντα  ειδότι 
"  συ  γινώσκεις  μου  |  τα  κρύφια  μόνε  Σωτηρ• 
άλλ'  αυτός  με  έλέησον,  ως  ψάλλει   Δαυίδ, 
25  '/»α'^ά  τό  ελεός  σου". 

"Ομοιον. 

Αινουμέν  σε,  εύλογουμέν  σε, 
προσκυνοΰμέν  σε,  Θεογεννήτορ, 
δτι  τής    αχώριστου  τριάδος 
30  άπεκύησας  Ι  τον  ένα  Χριστόν  τον  θεον 

και  αύτη  προανέψξας  ήμϊν  τοις  εν  γη 
τα  επουράνια. 

Και  ευθύς  τό  τριώδιον,  φέρον  ακροστιχίδα    "Τη  Δευτέρα". 

2  πάθουσοϋ.— 6  χαΙ)ώς.— 11  εχωαεν.  —12  ι)εομήτωρ  —14  έχ^υσώττη.— 27  ύ«νου- 
μεν.— 28   θεογεννήτορ. — 33  τώι  τρ'.ώδ(ιον). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


10 


—  35  — 

*Ωδή  α'•  ήχος  β'. 
Τω  την  άβατο  ν  |  χυμαινομενην  θάλασσαν 
Οείφ  αατοδ  προστάγματι  |  άναξηράναντι 
χαι  πείΐεΰααι  δι'  αύτη;  |  τον  Ισραηλίτη  ν  λαόν 
κα&οδηγήσαντι  |  Κυρίφ  ασωμεν 
ενδόξοος  γαρ  δεδόξασται. 

Ή  απόρρητος  |  θεού  χατάβασις, 

δπερ  Χριστός  αυτός  έστιν,  |  θεός  και  αν&ρωπος 
τφ  θεψ  ούχ  άρπαγμόν  |  είναι  ήγησάμενος 
εν  τω  (ΐορφοοσθαι  δουλον  |  δεικνύει  τοις  μ.α&ηταϊς• 
ένδόξως  γαρ  δεδόξασται. 

Διακονησαι  |  αυτός  έλήλυ&α, 

ου  την  μορφήν  ό  πλαστουργός  |  εκών  περίκειμαι, 

τφ  πτωχεύσαντι  Αδάμ  |  ό  πλούτων   θεότητι, 

Οήσων  έμήν  έαυτοΰ  |  ψυχήν  άντίλυτρον  ί•> 

ό  άπα&ής  Οεότητι. 

(Καταβασία)  "  Τω  τήν  άβατον  ". 
Κονδάκιον'  ήχο;  α    τιρός  τό  "  Ό  μήτραν  παρθεν(χήν  άγιάσας" 

Τα  πάθη  μυστικά  |  τους  υμνοΰντάς  σε,  δέσποτα, 
φωτί  σου  τψ  υπέρ  νουν  |  ήγίασας  ως  ευσπλαγχνος•  20 

παντοίων  πα&ών  λύτρωσαι  ημάς,  |  Χριστέ  ό  θεός, 
και  τη  θεία  σου  δυναστεία  σκεπών,  δέσποτα, 
της  αχράντου  σου   βασιλείας  |  καταξίωσον 
ό  μόνος  φιλάνθρωπος. 

Ό   ο\%οι.  25 

Άπεριγράπτως  |  τη  θεότητι 

ό  αχώρητος  |  πανταχού  |  και  απρόσιτος, 

ό  απαθής  τη  θεότητι,  |  έρχεται  παθειν 

και  ί)πομεΐναι  ώς  άνθρωπος. 

και  παδών,  θέλων   ρύσασθαι*  30 

σπεύδει  νυν  προς  έκούσιον  σφαγή  ν  ό  μακρό  θυμός, 
και  έβόα  μαθηταϊς  αύτοΰ 

2  κομενομένην — 3  αύτου. — 4  πεζεύσας  δΐϊυτής.  —  7  έλλείτιει  τω  %ώξιχι  τό  «Λό- 
γου»• παράβολε  τον  πρώτον  στίχον  τοΰ  έϊ:ο|Αένου  τροίταρίου. — 9  ήγηαά•χ£νος. — 13  μορ- 
φήν]  κ.  αμόρφωβιν».  —  16  «θήαων»  χατά  τήν  ρω•χ.  εκδοσίν  ό  χώδις  έχει  «^ήσον»•  η 
ένετιχή  1%^9ΐς  αθεΐνΐ!»  ||  ένετ.  εκο.  «έμήν  τε  αύτου».— 19  αί  έκδ.  «μυστιχώς». — 
20  τω]  τό.— 22  σχεπον.— 31  σΓεύδτ)  ||  σφιγείν. -32  ούτου. 

* 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  36  — 

"  ίδοϋ  άνομων  |  χερσιν  προΟυμως 
προδίδομαι  χα  ι  Ονήσχω- 
τήν  ψυχήν  γάρ  έξουσίαν  |  του  λαΙ^εϊν  χαΐ  Βεϊναι 
εχω•  ταύτην  υπέρ  πάντων 
5  έτοίμως  προσάγω  χερσιν  πατρός 

χαι  τίθημι  προς  λύτρον  |  χαι  αφεσιν 
των  πόθφ  τιμώντων  με 

ν  ν  "ό  μόνος  φιλάν&ρωπος ". 
*βδή  η'. 

10  "Εφριξε  |  παίδων   ευαγών 

το  όμόστολον  ψυχής  ασιηλον  σώμα 

καΐ  εΐξε  το  τραφέν  |  εν  άπείρφ  υλτβ  άχάματον  πΰρ• 

άειζώου  δε  |  έχμαρανθείσης  φλογός, 

διαιωνίζων  ύμνος  άνεμέλπετο• 
15  "  τον  Κυριον  πάντα  τα  έργα  υμνείτε 

χαι  υπερυψουτε  |  εις  πάντας  τους  αΙώνας  ". 

"  Τμάς  μου  |  τότε  μα&ητάς 

πάντες  γνώσονται,  ει  τάς  εμάς  έντολάς 
τηρήσετε",  φησίν,  |  ό  Σωτήρ  τοις  φίλοις  προς  πάθος  μολών 
20  "  ειρηνεύετε  |  εν  έαυτοΐς  χαι  πάσιν, 

χαι  ταπεινά  φρονοΰντες  άνυψώθητε 
χαι  χύριον  γινώσχοντές  με  υμνείτε 
χαι  υπερυψουτε  |  εις  πάντας  τους  αιώνας. 

Τάξεως  |  έμπαλιν  υμΐν 
25  έθνιχής  έστω  το  χράτος   ομογενών 

ου  χλήρος  γάρ  έμός,  |  τυραννις  δε  γνώμη  αυθαίρετος* 

ό  ουν  πρόχριτος  |  εν  υμΙν  εΐναι  Οέλων 

τών  άλλων  έστω  πάντων  έσχατώτερος, 

χαι  χύριον  γινώσχοντές  με  υμνείτε 
30  •  χαι  υπερυψουτε  |  εις  πάντας  τους  αΙώνας". 

θέσις'  ''Τω  δογματι  τα>": — Και  ευθύς  κονδάκιον  ήχος  πλά- 
γιος δ'  προς  τό  "  Ώς  άπαρχάς  της  φύσεως ". 

1  ιδοΰ.  —  2  προδίδωμε.  —  3  θήναι.  —  6  τίθημ-οι.  —  7  τιμόντων. — 11  άσπηλον.  — 
12  ήξετοτραφέν  ||  άχαύματον.  —  13  έκμαρ(χνθήσης.  —  14  δ^3ι^ωνίζον.  —  19  τηρήσεται.  — 
24  εμπα>λινϋμΙν. —  25  έ9νηχής. — 28  έσχατότερος. — 29  ύμνεΐ.— 81  θέσης.— 32  άπορχας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  37  — 

Ό  'Ιαχώρ  ώδύρετο  |  του  Ιωσήφ  τήν  στβρησιν, 
χαΐ  ο  γενναίος  έχάθητο  |  ώς  βασιλεος  τιμώμενος* 
της  Αιγοπτίας  γαρ  τότε  |  ταΐς  ήδοναΐς  μη  δουλεόσας 
έδοξάζετο  |  παρά  του  βλέποντος  |  τάς  των  άν&ρώπων  χαρδιας 

και  πέμποντος  |  στέφος  αφ&αρτον.  6 

Ό    οίχος. 

Έπι  τον  όδυρμόν  νυν  προα&ήσωμεν  |  όδυρμόν  |  και  έχχέωμεν  δάκρυα, 

μετά  του  Ίαχώβ  συγκοτυτόμενοι  |  Ιωσήφ  τον  άοιδιμον  σώφρονα 

τον  δουλωθέντα  μέν  τψ  σώματι,  |  τήν  ψυχήν   δε  άδούλωτον  κεκτημενον 

χ'  Αιγύπτου  παντός  βασιλεύσαντα•  |  ό  Θεός  γάρ   παρέχει  τοις  φίλοις  αυτού    10 

ά     ά 

Ν  Ν  στέφος  αφ&αρτον. 

•Ωδή  »'. 

Έμεγάλυνας,  Χριστέ,  |  τήν  τεκουσάν  σε  θεοτόχον, 
αφ*  ης  ό  πλάστης  ήμων  |  όμοιοπαΟές  περιέ&ου  σώμα, 
τό  των  ημετέρων  |  λυτηριον  άγνοημάτων  15 

ταυτην  μαχαρίζοντες  |  πασαι  γενεαΐ  σε  μεγαλύνομεν. 

"  'Ρύπον  πάντα  έμπα  8η  |  άπωσάμενοι,  επάξια  ν 

της  θειας  βασιλείας  |  γνώμην  αναλάβετε  εμφρονα  " 

τοις  σοΐς  άποστέλοις  προέφης  |  ή  δντως  σοφία  του  θεού, 

"  εν  η  δοξασ&ησεσΟε,  |  λάμποντες  ηλίου  τηλαυγέστερον  ".  20 

"  Άφορώντες  εις  έμέ  ",  |  εΐπας  Κύριε  τοις  μαθηταϊς, 
"  μή  φρονείτε  υψηλά,  |  άλλα  συναπάχθητε  τοις  ταπεινοΤς, 
έμόν,  δπερ  πίνω,  |  πίεσ&ε  ποτηριον  δτι• 
εν  τη  βασιλείς  δε  |  του  πατρός  έμοι  συνδοξασ&ησεσ&ε". 

θ  έ  σ  ι  ς•    "Ή  τον  άχώρητον  θεόν  ".  25 

1  όδύρετο. — 4  έδοζάζετο]  αί  έχδ.  «άντεδοξάζετο». — 6  χατά  τό  τριώδιον  ό  οΐχος 
ούτος  ψάλλεται  προς  τό  «Αυτός  μόνος  υπάρχεις  αθάνατος».  —  7  όδυρμόν.  —  8  αί 
έχδ.  (τχαι  σώφρονα». — 9  χεχτημένον]  οΰτως  ό  χώδιξ,  αί  δέ  έχδ.  «συντηροϋντα»  —10  αχαί 
γύ-τοο»•  οΰτως  εν  τω  χώδίχι*  αί  έχδ.  «χαι  Αιγύπτου»  ||  βαιιλεύσαντα]  χ.  «βασιλεύβαν- 
τος»•  αί  έχδ.  «χυριεύσανταΛ.  —  ΙΒ  τεχούσαν.  14  ή  ρωμ..  εχδ.  «ήμΐν». — 16  «άγνοημά- 
των» χατά  τήν  ρωμ.  εχδοσιν*  χ.  «άγνωηιι.άτων»*  ένετ.  εχδ.  «άμπλαχη•χάτων». — 16  μα- 
χαρίζοντες]  ρωμ..  εχδ.  «μαχαρίζουσαί».  —  17  «επαξίως»  χατα  τήν  ρωμ.  εχδοβιν*  χώδιξ 
«έπαξίοΜ»•  ένετ.  εχδ.  «έπάξιον».  — 19  δντως]  χ.  «δντωσ»•  αί  έχδ.  «πάντων».  — 
21  άφορώτκς  II  χώδ.  «τοις  εαυτού  μαθηταΐς»*  ένετ.  έχδ.  «τοΤς  σεαυτοΟ  μαθηταΐς»*  ρωμ. 
έχδ.  αχύρικ,  μαθηταΐς  σου». — 23  πίεσθε]  οΰτως  έχει  ό  χώδις*  αί  έχδ.  «πίετε». — 25  θέσης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  38  — 

Έξαποστειλάριον   ήχος  πλάγιος  δ'•  ίδιόμ.ελον. 

Τον  νυμφώνά  σου  βλέπω,  |  Σωτηρ  μ,ου,  κεχοσμ^ημένον 
χαΐ  ένδυμα  οί)χ  εχω,  |  ϊνα  εΙσέλΟω• 
λάμπρυνόν  μου  τήν   στολήν  |  της  ψυχής,  φωτοδότα,  και  σωσόν   με. 

δ  "^Αλλο  προς  τό  *'Τοΐς  μαθηταΐς  συνέλθωμεν". 

Ερχόμενος  ο  Κύριος  |  προς  έκουσιον  πά&ος 
εν  τ^  όδφ  προέλεγε  |  μα&ηταΤς  τοΤς  οικείοις• 
"  των  γεγραμμένων  το  πέρας  |  νυν  όρατε,  ω  φίλοι• 
εΙς  χεΐροΕς  παραδίδοται  |  ό  υιός  του  άνθρωπου 
10  αμαρτωλών, 

οΐ  σταυρω  (με)  προαπηξοντες•  |  άλλ'  εκ  τάφου 
τριήμερος  εγείρομαι  |  μετά  δόξης*  Οαρσειτε'*. 

"Ομοιον•  Οεοτοχίον. 

Βε|3αρυμένον  δντα  με  |  υπό  πλήθους  πταισμάτων 
15  έλάφρωσον,  πανάχραντε•  |  έχεις  γάρ  παρρησίαν 

προς  τον  εκ  σου  σαρχωθέντα  |  άπορρήτως,  ως  οΐδεν, 
δια  σταυρού  λυτρούμενος  |  γένος  (το)  των  ανθρώπων 
εκ  της  φθοράς  |  υπέρ  λόγον,  πάναγνε  |  Θεοτόκε, 
δν  έκδυσώπει  δέομαι  |  του  σωθηναί  με,  κόρη. 

•20  Και  ευθύς  'ΆΙνεΐτε  τον  Κύριον"  εΙς   ήχον  α\ 

Στιχηρά  εις  τους  αίνους•  ήχος  β',  προς  τό  "  *Λγγελος  μεν  το  χσΤρε  "• 

Χθες  σε  μετά  βαιων  |  Ιουδαίων  παίδες  ανύμνησαν 

νικήσαντα  τον  "Αδην  και  θάνατον 
σήμερον  μελετώσιν  |  έπΙ  ξύλου  ύψώσαί  σε 
25  τον  ράβδφ  Έρυθράν  διαρρήζαντα 

και  τούτων  τους  προγόνους  |  εκ  δουλείας  λύσαντα  βιαίας, 
αχάριστοι  δφθέντες  |  περί  τον  εύεργέτην  οΐ  τάλανες• 

ήμεΙς  δε  χράζομεν 
"  ό  ερχόμενος  προς  τό  πάθος,  |  Κύριε,  δόξα  σοι ". 


3  ούχέχω  ||  μετά  τό  «εισέλθω»  αί  έχ^όσεις  εχουσιν  «εν  αύτώ».  —  9  χεί- 
ρας.— 11  πρόσπήξαντες. — 14  βεβαρύμένον  δντα.  —  17  προσέθη%α  «τό»•  εν  ^έ  τώ  χώ- 
διχι  μεταγενέστερα  τις  χειρ  ^:ορΟοΐ  ώδε•  «γένος  άπαν  ανθρώπων».  —  19  έχδυσώπη.  — 
24  ύψώσαισε. — 26  δοολίας. — 27  ΰπερί. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  39   — 

Εγγίζει  ο  νυμφίος*  |  τας  λαμπάδας  πάντες  άνάψωμβν 

έλαίφ  συμπα&βίας  άρδεύοντες, 
δπως  εις  τον  νυμφώνα  |  τον  ούράνιον  χαίροντες 

ειαέλθωμεν  χαι  χόλασιν  φυγωμεν,  5 

φωνάς  χαριστή ρίους  |  τφ  θεφ  των  δλων  έκβοώντες, 
ήμας  λυτρωσαμένφ  |  αρχαίας  χαταδίχης  τοις  πάθεσιν 
ϋΐψ  χατεδέξατο  |  όμιλήσας  εκουσίως  |  ο  υπεράγαθος. 
"Ομοιον. 

Προδοοναι  μελετ^ί  σε  |  μαθητής,  φιλάνθρωπε,  δόλιος  10 

πάθει  φιλαργυρίας  χρατοόμενος, 
και  συγκεινείται  σπείρα  |  κατά  σου  παράνομος  απασα 

έμτυτυσαί  σε  χλευάσαι  καΐ  σταύρωσα ί  σε 
και  δόλφ  καταπαϊξαι  |  και  χολή  ν  συν  δξει  σε  πότισα  ι 
καΐ  στέφος  άναδήσαι  άκάνθινον  |  θελήσει,  μακρόθυμε*  15 

διό  βοώμεν  σοι 
"  ό  ερχόμενος  προς  το  πά&ος,  |  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

*Άλλ(χ  στιχηρά•  ήχος  πλάγίος  β*, 
προς  το  **  Τάς  ανομίας  μου  πάριδε,  Κύριε,  ό  έ%  παρθένου*". 
Τη  εύπλαγχνίςι  σου  οΐκτειρον,  Κύριε,  |  τήν  άκαρπίαν  μου  20 

και  τ-ξ  όργ-ζ  σου  μή  Εη ράντας  με• 
αλλά  μοι  δώρησαι  |  μετανοίας  καρπόν,  αγαθέ• 
μή   με  έξουδενώστβς  |  από  του  σου  προσώπου 
ό  άμέτρητον  έχων  το  μέγα  έλεος. 

Όμοιον.  25 

Τήν  υψηλόφρονα  γνώμην   άπέλασον  ημών,  |  φιλάνθρωπε, 
και  μιμητάς  ήμας  άνάδειξον 
της  ταπεινώσεως  |  της  σης  μέχρι  θανάτου.  Χριστέ, 
και  της  σεπτής  σου  δόξης  |  άξίωσον  μετόχους 

χρηματίσαι  ό  έχων  το  μέγα  έλεος.  30 

Όμοιον. 

Προς  το  έκούσιον  πάθος  σου,   Κύριε,  |  παραγενόμενος 
τους  μαθητάς  έμυσταγώγησας 

6  φωνάς.  —  8  υίω]  τοΰτο  δυσνόητον  Ισως*  ό  χώί^ιξ  έχει  ^οίώ^.  —  10  μελέτα 
αε]  μελετασαι. — 12  χατασου. — 13  εμπύσαισε  χλευασαι.— 14  καταπαίξα!  ||  χολή  συνδξησε 
ποτήσαι. — 16  άναδήσαι. — 23  έξοοδενώσεις. — 26  ό  χώδιξ  στίζει  οΰτω;•  «γνώμην*  άπέ- 
λασον».— 28  χώδ.  «ταπεινώσεως  τής  σής•  μέχρι». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  40  — 

ϋψοποιών,  Χριστέ,  |  δι'  αγάπης  ταπείνωσιν, 
δι'  ης  την  των  ανθρώπων  |  έδόξασας  ουσίαν 
Ό  άμ^τρητον  έχων  το  μέγα  έλεος. 

Εις  το  Δόξα  ήχος  πλ.  δ'. 
δ  Της  ξηρανΟείσης  συχής  |  δια  την  άχαρπιαν 

το  έπιτίμιον  φοβηΟέντες,  αδελφοί, 
χαρπους  άξιους  της  μετανοίας  |  προσάξω|χεν   Χριστφ 
τψ  παρέχοντι  ήμΐν  το  μέγα  Ιλεος. 

ΚαΙ  νυν. 
10  Δεοτέραν  Ευαν  την  Αιγυπτίαν  |  εύρων  ό  δράχων  δια  ρημάτων 

έσπευδε  χολαχείαις  |  ύποσχελίσαι  τον  Ιωσήφ* 
άλλ'  αύτος  χαταλιπών  τον  χιτώνα  |  έφυγε  την  άμαρτιαν 
χαι  γυμνός  ουχ  ήσχύνετο,  |  ώς  ό  πρωτόπλαστος  προ  της  παρακοής• 
αύτοΰ  ταις  Ιχεσίαις,  Χριστέ,  |  έλέησον  ή  μας. 

15  Ευθύς  τό  "Δόξα  εν  ύψίστοις"  εως  "τοις  γινώσχουσί  σε".  Ό 

διάχονος  "  Σοφία  ".  Ό  ψάλτης*  Ψαλμ(ός)  τω  Δαυίδ,  προκείμ,ενον  ήχου 
δ'.  "Είσάκουσον  της  προσευχής  μου,  Κύριε,  καΐ  τής  δεήσεως". 
Στίχ.  "Είπα  φυλάξω  τάς  οδούς  μου  του"•  Γενέσεως  το  ανάγνωσμα 
(ου  ή  άρχή'  "  Έν  αρχή  έποίησεν  ό  θεός  τόν  ούρανόν".    Τέλος• 

20  "έγένετο  εσπέρα  καΐ  έγένετο  πρωί  ημέρα  τρίτη").  Παροιμιών  το 
ανάγνωσμα  (ου  ή  αρχή*  '' Σοφία  εν  έξόδοις  υμνείται,  έν  δέ  πλα- 
τείαις  παρρησίαν  άγει".  Τέλος•  '*καΙ  ησυχάσει  άφόβως  άπό  παν- 
τός κάκου").  Προφητείας  Ήσαΐου  τό  ανάγνωσμα  (ης  ή  αρχή• 
""'Ασω    δή    τω    ήγαπημένω    άσμα  του  άγατυητου  μου,  τω  άμπε- 

^  λώνί  μου".  Τέλος•  "έποίησεν  δε  άνομίαν  και  ου  δικαιοσυνην, 
άλλα  κραυγην").  ΕΓτα  προκείμενον  ήχου  δ'•  "  Έξομολογήσομαί 
σοι,  8τι  έπήκουσάς  μου  καΐ  έγενόμην  εις  σωτηρία^;.  Λίθον,  8ν  απ ": 
Στίχ.  "Παρά  Κυρίου  έγένετο  αυτή".  ΚαΙ  ό  διάκονος  ^^ Σοφία". 
Έκ    του    κατά    ΜατθαΤον     αγίου    ευαγγελίου.     Ό    άρχιδιάκονος• 

30  "Πρωίας  έπανάγων  ό  Ίησους  εις  την  πόλιν  έπείνασεν,  και  ίδών 
συκήν  μίαν"  κτλ.     (Τέλος•   "πολλοί    γάρ  εισιν  χλητοί,    ολίγοι    δέ 


1  ύψοποιόν  II  διαγάπης. — 3  ά[ΐ.έτριτον. — 10  οιαρημάτων.  —  11    χολαχίαις.  —  13  αι 
σχύνετο. — 19  έναρχή. —  24  άσμα  ||  ά'Απελώνι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  41  — 

εκλεχτοί").  Καΐ  εύ&ύς  '* Καταςίωσον,  Κύριε".  Καΐ  ό  διάχονος 
τήν  αίτησιν,  καΐ  άνέλθ(ωμεν)  εις  τό  "Αγιον  Κρανίον  ψάλλοντες 
του  στιχ(ηρ)θϋ  ήχον  πλάγιον  α'•  ^^  Φθάσαντες,  πιστοί,  |  τό  σωτήριον 
πάθος  Χρίστου  του  θεοΰ,  |  τήν  δφατον  μακροδυμίαν  δοξάσω- 
μεν,  Ι  βπ<ος  τη  αύτοί5  εύσπλαγχνία  ]  συναγείρτ)  και  ήμδς  |  νε-  5 
κρ<ο&έντας  τζ  αμαρτία,  |  ώς  αγαθός  και  φιλάνθρωπος".  Στίχ. 
'"  Ένεπλήσθημεν  τω  πρωί  του  ελέους": — Και  δεύτ(ε)ρ(ον  τό)  αυτό. 

Είς  τό  "  Δόξα  χαΐ  νυν  "    θεοτοχίον  δογματιχόν. 
Έχος  πλάγιο;  α'. 
Μονάδα  τρισυπόστατον  χαι  τριάδα  όμοοόσιον  10 

εν  τρισίν  άγιασμοίς  |  εΙς   μίαν  σονιοί5σι 
κυριότητα  δοξάζομβν. 
"  "Αγιος  άγιο;  άγιος,  |  Κύριος  των  δυνάμεων  '\ 
Μοναδιχως  μέν  έχάστην  των  θεαρχιχωτάτων 
υποστάσεων  χυρύττομεν,  |  εν  τ^  συναριθμήσει  δε  15 

ου  δει  ήμας  πολύ&εον  τήν  μοναρχικωτάτην 
χαταγγέλλειν  θεότητα. 
ου  γαρ  τρισάγιον  τήν  μίαν, 
ουδέ  τρισυπόστατον  φαμέν  ύπόστασιν, 

ουδέ  πάθος  προσάπτομεν  τ-^  άπαθει  20 

και  τρισαγίφ  θεότητι• 
έσταυρώσθαι    δέ  λέγομεν  |  τον  εκ  πατρός  άμήτορα 
μονογενή  υιόν  και  θεόν  |  και  εκ  σου  άπάτορα  μονογενή 
σεσαρκωμενον  Κύριον  απαθή 
και  παθητόν  κτιστόν  και  άκτιστον,  25 

τον  αυτόν  ώς  θεόν  όμου  και  άνδρωπον 
εν  δύο  ταις  φύσεσιν 
αύτεξουσίως  θέλοντα  και  ενεργούντα  σαφώς 
καθ"  έκατέραν  των  αύτοΰ  |  αδιαιρέτων  φύσεων. 

Αυτόν  ικέτευε,  |  σεμνή    παμμακάριστε,  30 

σωθήναι  τάς  ψυχάς  ήμων. 

Εόθύς  τό  "Αγαθόν  τό  έςομολογεΤσθαι ".  ΕΓτα  ψάλλεται  ή  α' 
ώρα•  άνευ  στιχολογίας  τρίψαλμος.   Ευθύς  αλληλούια,  ήχος  βαρύς• 

4  μετά  τό  «άφατον»  αί  ζχοόιζιζ  εχοοσιν  «αύτοΰ». — 5  αύτοΰ]  αί  έχδ.  «εαυτού». — 
15  %ηρόττω(χεν.  —  16  δει  ή(ΐ-α>]  ούτως  έγραψα  άντι  του  εν  τω  χώδιχι  άχατανοήτοο 
}Α0ΐ  «δήμιος•. — 17  χαταγγέ>λειν?]  κωδ.  «χαταγγέλοντες». — 20  ά;:α&τ,.  —  80  ίχέτευε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   42   — 

γ'  στάσεις.  Στίχ,  α  «Κόριε  είσάκουσον  της  προσευχής».  Στίχ.  β' 
«Άκουστόν  ποιησό^^  μοι>,  Στίχ.  γ'  «Τό  ττ/εδμά  σου  το  αγαθόν 
οδηγήσει»:  —  «Χριστέ,  τό  φως  τό  άληθινόν  τό  φωτίζον». 

Εις  τό  «Δόςα»    -ρό;  τό  €'Ώς  έχων  π     ». 

5  Ίλάσθητι,  άγα&έ  |  καΐ  ελεήμων  πλαστουργέ, 

λαψ  σου  τφ  άμαρτωλφ,  |  δν    έξηγόρασας, 
Χριστέ,  σταυρούμενος  ένΟάδε  τφ  Κρανιφ 
τψ  σψ  αϊματι, 
και  πρόφ&ασον  χαι  οϊκτειρον  |  καταπονουμενον  δ.ινώς, 
10  πρεσβείαις  της  τεκούσης  σε  |  και  των  αγγέλων,  ώς  θεός• 

ημείς  γαρ  ήμεις  λαός  σου  |  και  πρόβατα  νομής  σου• 
Κύριε,  δόξα  σοι. 

Και  οι  ψάλται  λέγουσι  "  Και  κατεύθυνον  τά  διαβήματα  μου ". 
Και  ευθύς  τροπάριον*  ήχος  β'. 

15  Έν  ψυχή  συντετριμμένη  προσπίπτομέν  σοι 

και  δεόμεΟά  σου,  Σωτήρ  του  κόσμου* 
συ  γαρ  ει  θεός  των  μετανοουντων. 

Προκειμενον  ήχος  δ'.  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρκε'.  ""Ήχος  δ'. 
«Έν    τω  έπιστρέψαι  Κύριον   την    αίχμαλωσίαν    Σιών     έγενήθη- 

20  μεν  ώσει  πάρα:»  Στίχ.  «Τότε  έπλήσθη  χαράς  τό  στόμα  ημών 
καΐ  ή  γλώσσα  ημών  άγαλλιάσεως».  Προφητείας  Ήσαΐου  τό  ανά- 
γνωσμα (ής  ή  άρχή'  «Έγένετο  έν  τω  τριακοστώ  ετει,  έν  τω 
τετάρτω  μηνί,  πέμπτη  του  μηνός,  και  έγώ  ήμην  έν  μέσφ  της 
αιχμαλωσίας».    Τέλος•     «έπορεύοντο  τά  ζώα  και  οι  τροχοί  έξη- 

25  ροντο  συν  αύτοΐς,  διότι  ιτνευμα  ζωής  ήν  έν  τοΤς  τροχοΐς>).  Προ- 
κείμενον,  ήχος  πλάγιος  β'.  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρκς'.  «Έάν  μή 
Κύριος  οικοδόμηση  οΤκον,  εις  μάτην  έκοπίασαν  οι  οίκοδομουντες». 
Στίχ.  «Έάν  μή  Κύριος  φυλάξη  πόλιν,  είς  μάτην  ήγρύπνησεν  6 
φυλάσσων».    Ευθύς    «Τά  διαβήματα  μου  κατεύθυνον»,  τό  τρισά- 

30    γιον  και  άπόλυσις. 


1  στάσης.  —  15    προσπίπτω(ΐεν.  —  17    μετανοουντων.  —  22  ετη.  —  23    μηνή.  — 
ιχωδομίήστί). 


27  οιχωδομ(ήσ]θ). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  43  — 

Και  εις  τήν  β'  ωραν  ϊσταται  ό  πρωτοπαπάς  αλλαγμένος  μετά 
του  άρχιδιακόνοϋ  εις  τ(ό)  με(σον)  τήν  σολέα^;  μετ(ά)  δυο  μανουάλια    * 
χαΐ  δυο  χήρους  καί  θυμιατόν.  ΚαΙ  ό  άρχιδιάχονος  «Σοφία  όρθοί», 
καΐ  άναγινώσκει  ό  πρωτοπαπάς  το  κατά  Ματ&αΐον  εύαγγέλιον  δλον. 
ΚαΙ  εύ&ί>ς  σημ(αίνει)  και  ψάλλομεν  τήν  τριτέκτην  κατά  ώραν  από     5 
ενός  καθίσματος. 

Τη  αγία  και  μεγάλη  Δευτέρα  εσπέρας  ψάλλομεν  τήν  θ'  ώραν 
έν  τω  ναω  του  αγίου  Κωνσταντίνου.  Έν  αύτω  και  τό  εσπέρας 
και  τό  αγιον  ευαγγέλιον  επιτελείται.  Στιχολογία  είς  τήν  θ'  ώραν 
ου  γίνεται,  εΙμή  μόνον  λέγωσιν  τό  «Κρίνον  Κύριε»•  ήχος  πλάγιος  10 
δ'. — '^^σματικώς  ούτως  δρξεται  ό  διάκονος*  «Εύλόγησον  δέσποτα». 
Ό  ιερεύς•  «Ευλογημένη  ή  βασιλεία».  Εύ&ύς  ό  βασιλικ(άριος)  τό 
«Κλΐνον  Κύριε  τό  ους  σου.  Δόξα  σοι  ό  θεός».  Και  έν  τω  λέγειν 
δλον  τόν  ψαλμόν,  ό  διάκονος  συνάπτει,  καί  ευθύς  "  Ό  έν  τη  ενάτη  " 
καΐ  τό  θεοτοκίον  ^"0  δι'  ήμας":-  Και  ευθύς  προκείμενον  ήχος  πλά-  15 
γιος  β'.  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρκζ'.  «Εύλογήσαι  σε  Κύριος  έκ  Σιών». 
Στίχ.  «Μακάριοι  πάντες  οι  φοβούμενοι  τόν  Κύριον  οι  πο- 
ρευόμενοι  έν  ταΐς  όδαΐς».  Της  Έςόδου  τό  ανάγνωσμα  (ου  ή  αρχή* 
«Ταύτα  τά  ονόματα  των  υιών  Ισραήλ,  τών  είσπορευομένων 
εΙς  Αΐγυτυτον  άμα  Ιακώβ  τω  πατρί  αυτών».  Τέλος*  «ευ  δε  έποίει  20 
ό  θεός  ταΓς  μαίαις  και  έπληθύνετο  ό  λαός  και  ϊσχυεν  σφόδρα»). 
Προκείμενον.  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρκη'.  ^Ηχος  πλάγιος  β'.  «Εύλο- 
γήκαμεν  υμάς  έν  ονόματι  Κυρίου».  Στίχ.  «Πλεονάκις  έπολέμησάν 
με  έκ  νεότητός  μου».  Ίώβ  τό  ανάγνωσμα  (ου  ή  αρχή•  «"Άνθρω- 
πος τις  ήν  έν  χώρα  τη  Αύσίτιδι,  ω  δνομα  Ίώβ*  και  ήν  ό  ανθρω-  25 
πος  εκείνος  άμεμτυτος  δίκαιος  αληθινός  θεοσεβής».  Τέλος•  «έν  τη 
χειρί  σου  δέδωκα,  άλλ'  αύτου  μή  ίίψη.  Και  έξήλθεν  ό  διάβολος 
άπό  προσώπου  Κυρίου»).  Είτα  λέ(γουσι)  «Μή  δή  παραδώης  ήμας 
είς  τόν:»  Και  ευθύς  τόν  έσπ(ερινόν)•  στιχολόγ(ει)  τά  Προσκύ(ρια) . 
Στιχηρά  είς  τό  "Κύριε  έκέκραςα"*    ήχος  πλάγιος  α'.  30 


1    άλα7μέ(νος). — 4    {ΐάτθαΐον.  —  12    ίερεο. — 14    έννάτ(η).  —  16  όδιημ(άς). — 
23  ή{Λας. — 25  χώρα  τήι  αύσίτηδι. — 28  ρ-ηδή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  44  — 

Κοσμά    μονάχου. 

Κύριε,  Ι  έρχόμβνος  προς  το  πά&ος, 

τοος  Ιδίοος  στηρίζων  μα&ητάς  έλεγες 

κατ'  ιδίαν  παραλαβών  αυτούς• 
5  "πώς  των  ρημάτων  μου  άμνημονειτε, 

ών  πάλαι  εΐπον  ύμ,Τν, 

δτι  προφήτην  πάντα  ου  γέγραπται, 

81  μ.ή  εν  Ιερουσαλήμ  άποχτανΟηναι; 

νϋν  ουν  καιρός  έφεστηχεν,  |  δν  εΐπον  ύμίν 
10  ιδοϋ  γαρ  παραδίδομαι  |  αμαρτωλών  χερσιν  έμπαιχΟήναι, 

οι   και  σταυρόν  προσπηξαντες  |  ταφή  παραδέντες 

έβδελυγμενον  λογιοδνται  ώς  νεχρόν 

δμως  θαρσείτε•  |  τριήμερος   γαρ  εγείρομαι 

εις  άγαλλίασιν  πιστών  |  και  ζωήν  αιώνιον  *\ 
15  '^Χ^ί  πλάγιο;  α'. 

Κύριε,  Ι  προς  το  μυστήριον  το  απόρρητον 

της  σης  οικονομίας 

ουκ  έξαρκοΰσα  |  ή  τών  εκ  Ζεβεδαίου  μήτηρ 

ήτεΐτό  σε  προσκαίρου  βασιλείας  τιμήν 
20  'ϊοΐς  εαυτής  δωρήσασ&αι  τέκνοις• 

άλλ'  άντι  ταύτης  |  ποτήριον  θανάτου 

έπηγγείλω  πιειν  τοις  φίλοις  σου, 

δ  ποτήριον  |  προ  τοΰτο  πιειν 

ο  αυτός  Ιλεγες  |  αμαρτημάτων  καΟαρτήριον 
25  διό  σοι  βοώμεν 

'*  ή  σωτηρία  τών  ψυχών  ημών,  δόξα  σοι ". 
*Ηχος  πλάγιος  α'. 

Κύριε,  Ι  τα  τελεώτατα  φρονεϊν 
τους  οΙκείους  παιδεύων  μα&ητάς, 
30  "  μή  όμοιουσ&ε  |  τοις  Ι&νεσιν  "  Ιλεγες, 

"  εις  το  κατάρχειν  τών  έλαχιστοτέρων 
ούχ  ούτως  γαρ  εστίν  ύμϊν  |  τοις  έμοΐς  μα&ηταϊς, 
δτι  πτωχός  θέλων  υπάρχω• 
ό  πρώτος  ουν  υμών  |  έστω  πάντων  διάκονος, 

10  βμπεχ^ναι.  -  11  ταφή.  —  16  τηρώ  τά  μοοσιχά  του  χώδαος  χώλα. — 19  ήτή- 
τωσε. — 23  δ]  ώ  ||  τοΰτο]  αί  έκ^.  «τούτων ^.— 30  όμοιοΰσΙ^ε]  ούτως  έχα  δ  χώ^ιξ  χατά 
την  ρωμ.  εχ^οσιν,  ή  δε  ένετιχή  εχδ.  έχει  «όμοιουσθαι». — 32  έχδ.  «εαται». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  45  — 

6  δέ  οίρχων  ως  ό  άρχό(χενος, 

ο  προχρι&βΐς  δέ  ώς  ό  έσχατο;• 

χαΐ  γαρ  βλήλο&α  αυτός 

τω  πτωχεύσαντι  Αδάμ  διαχονήσαι 

χαι  λυτρον  δοΰναι  |  άντΙ  πολλών  την  ψυχήν,  5 

των  βοώντων  μοι  δόξα  σοι". 

£ις  το  Δόξα  ήχος  α. 

"Ερχόμενος  ο  Κύριος  |  προς  το  έκούσιον  πάθος 

τοις  άποστόλοις  ελεγεν  εν  τ-ή  όδψ• 

"  ιδοί)  άναβαίνομεν  εις  Ιεροσόλυμα  10 

χαι  παραδοΟησεται  |  ό  υΙός  του  ανθρώπου  ", 

χαθώς  γέγραπται  περί  αυτοΰ* 

δεύτε  ουν  και  ημείς  |  χεχαθαρμεναις  διανοίάις 

συμπορευΟώμεν  αύτφ  |  χαι  συσταυρω&ώμεν 

χαι  νεχρω&ώμεν  δι'  αυτού  |  ταΤς  του  βίου  ήδοναις,  15 

ινα  χαι  συζήσωμεν  αυτφ  |  χαι  άχούσωμεν  βοώντος  αυτοΰ 

"ουχέτι  εΙς  την  έπίγειον  Ιερουσαλήμ  |  δια  τό  παθειν, 

άλλ'  αναβαίνω  προς  τόν  πατέρα  μου  |  χαι  πατέρα  υμών 

χαΐ  θεόν  μου  χαι  θεόν  υμών,  |  χαι  συνανυψών  υμάς 

εΙς  τήν  άνω  Ιερουσαλήμ,  |  εν  τη  βασιλεί(;(  τών  ουρανών".  20 

Και  νυν  -χαι  αεί.    θεοτοτκ.ίο'^. 
Τών  ουρανίων  ταγμάτων  |  τό  άγαλλίαμα, 
τών  έπι  γης  ανθρώπων  |  χραταιά  προστασία, 
άχραντε  παρθένε,  σώσον  ήμας, 

τους  εις  σε  καταφεύγοντας,  οτι  εν  σοι  τάς  ελπίδας  25 

μετά  θεόν,  Θεοτόκε,  άνεθέμεθα. 

Ευθύς  ό  διάκονος  €  Σοφία  ορθοί»,  χαι  γίνεται  είσοδος.  Στι- 
χηρόν  ψαλλόμενον  εΙς  τήν  εϊσοδον  ήχος  α'. 

Έν  ταις  λαμπρότησιν  τών  αγίων  σου 

πώς  εισελεύσομαι  ό  ανάξιος^  30 

εάν  γάρ  τολμήσω  συνεισελθεΤν   εις  τόν  νυμφώνα, 

ό  χιτών  με  ελέγχει,  |  οτι  ουκ  εστίν  του  γάμου, 

και  δέσμιος  έκβάλλομαι  υπό  τών  αγγέλων 

7  βοώντων.— 10  ίδου  άναβαίνωμεν.— 12  χαΟώς.— 15  αύτοΟ]  αί  έχδ.  €αότ6ν». — 
16  σον  ζήσωμ«ν. — 18  χαι  πατέρα  υμών]  βλλείπουσι  τω  χώοιχι. — 19  ημών  ||  ήμας. — 
23    χραταιά. — 32  χιτών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  46  — 

χοί&άρισον,  Κύριε,  |  τον  ρόπον  της  ψυχής  μου 
χα  ι  σώΰόν  με,  |  ώς  φιλάν&ρωττος. 

Και  μετά  τούτο  γίνεται  χαδέδρα,  καΐ  ευθύς  προχείμενον. 
^Ηχος  πλάγιος   |3'.    «Ευλόγησα)  τον  Κύριον  τόν  συνετίσαντά  με». 

5  Στίχ.  «Φύλαζόν  με,  Κύριε,  8τι  έπί  σο'ϊ  ηλπισα*  εΤπα:».  Ευθύς  Γενέ- 
σεως το  ανάγνωσμα  (ου  ίτ)  αρχή•  «Αύτη  ή  βίβλος  γενέσεως  ου- 
ρανού τε  και  γης.  "Οτε  έγένετο  ή  ημέρα,  έποίησεν  ό  θεός  τον 
ούρανύν  και  την  γην,  και  παν  χλωρόν  άγροΰ  προ  τοδ  γενέσθαι 
έπι  της  γης».   Τέλος•    «και  παν  ο  εάν  έχάλεσεν  αυτά  Αδάμ  ψυ- 

10  χψ  ζώσαν,  τούτο  δνομα  αότοΤς»),  Προφητεία  Ήσαΐοϋ  (ης  ή  αρχή* 
«ΠαρακαλεΤτε,  παρακαλείτε  τον  λαόν  μου  λέγει  ό  θεός*  ιερείς 
λαλήσατε  εις  την  καρδίαν  Ιερουσαλήμ,  δτι  έπλάσθη  ή  ταπείνωσις 
αύτης».  Τέλος•  «Και  το  δνθος  αύτου  έξέπεσεν,  τό  δέ  ρήμα  του 
θεοΰ    μένει    εις    τον  αιώνα»).     Παροιμιών    το  άνάρωσμα  (ών  ή 

15  αρχή•  «Παροιμία  Σολομώντος  υίου  Δαυίδ,  δς  έβασίλευσεν  έν 
Ισραήλ  γ»>ώναι  σοφίαν  και  παιδείτ>  και  νοήσαι  λόγους  φρονή- 
σεως»•  Τέλος•  «τη  γάρ  άσεβεία  την  εαυτών  ψυχήν  αφαιρούνται, 
έν  δέ  πλατείαις  παρρησίαν  άγει»).  Και  εύ&(ύς)  το  «Φως  Ιλαρόν», 
και    ό  ψάλτης  προκείμενον,     ήχος    δ'.     «θΰσον    τω   θεώ  θυσίαν 

20  αινέσεως  και  άπόδος  τω  ύψίστω  τάς  εύχάς  μου,  και  έπικαλέσομαι 
έν  ήμέραις  θλίψεώς  μου  και  έξελουμαί  σε  και  δοςάσεις  με». 
Στίχ.  «θεός  θεών,  Κύριος,  έλάλησε».  Και  ό  διάκονος  συναπτήν 
του  ευαγγελίου,  και  ό  άρχιδιάκονος  άναγινώσκει  τό  εύαγγέλιον. 
Έκ    του    κατά    Ματθαίον    αγίου  ευαγγελίου  τό  ά^>άγνωσμα  (ου  ή 

25  αρχή•  «Άναβαίνων  ό  Ίησους  εις  Ιεροσόλυμα  παρέλαβεν  τους 
δώδεκα  κατ'  ιδίαν  έν  τη  όδώ».  Τέλος•  «άλλα  διακονήσαι  και  δού- 
ναι τήν  ψυχήν  αυτού  λύτρον  άντι  πολλών».  Ματθ.  κ',^  17-28). 
Και  ευθύ;    «Καταςίωσον   Κύριε  έν  τη  εσπέρα  ταύτη». 

Στιχη(>2•  ήχος  ο',  -ρός  τό  €'Έδω•Λας  σηαείωσ'.ν». 
30  "Ερχεται  ό  Κύριος,  |  ό  μηοαμοΰ  χωρι!1όμενο; 

χαι  άεΐ  ευρισκόμενος  {  τοις  αύτφ  έγγ{!Ιουσι, 
χαϋαρα  καρδία  |  πάθη  ύπομεΐναι 

4  συ^ίετήσαντα.  —  9  έιν.  —  19  ί)ύ3θν. — 22  συνίτττε:.  —  27  χατίδίαν.  —  81  6ύ(ΐη- 
σκόμιενος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   47  — 

και  τήν  άπά&ειαν  ήμϊν  |  δι'  εοσπλαγχνίαν  |  πδσι  δωρήσασ&αι• 
αυτοδ  δοξολογησωμεν  |  την  απέρ  νοδν  σαγκατάβασιν 
χαΐ  το  (ϊφατον  έλεος,  |  δι'  ου  ό  κόσμος  συνίσταται. 

Στίχ.    «Λίχασον,    Κύριε,  τους  άδιχοΰντάς  με•  πολέ:» 

Όμοιον.  5 

Πά&ος  προς  έκούσιον  |  ό  άπαδής  τη  Οεότητι 
συμπαθώς  άγα&ότητα  |  τοις  φίλοις  προέλεγες• 
"εις  εξ  υμών  |  δόλψ  τέτοκε  καρδίαν 
καΐ  φονευταις  με  μελέτα  |  άπεμπολήσαι  έξαγοράΙΙοντα 
εν  αϊματι  τιμίφ  μου  |  τους  δουλω&έντας  τψ  δράκοντι  10 

και  την  πρώτην  εύγένειαν  |  παντελώς  άπολέσαντα. 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  πλάγιος  δ', 

προς  τό  «"Ω  του  παραδόξου». 
"Ω  του  παραδόξου  θαύματος! 

ό  της  ζίυης  αρχηγός  |  δια  άμετρον  έλεος  15 

πιειν  τό  ποτηριον  (  του  θανάτου  έλήλυ&ας• 
εκ  μα&ητοΰ  σου  |  φέρεις  προδίδοσ&αι, 
εξ  Ιουδαίων  |  δέχει   κατάκριμα• 
ώ  τις  ή  άπειρος  |  ανοχή  σου,   δέσποτα, 
δι'  ης  ημάς  |  σώσαι  παραγέγονας,  |  ως  μόνος  ευσπλαγνος.  20 

Και  νυν  χαΐ  άεί. 

"Ω  της  θερμής  προστασίας  σου! 

ω  της  άμετρου  όντως  |  συμπαθείας  σου,  δέσποινα! 

ώ  της  μεσιτείας  σου,  |  ώ  και  της  εύσπλαγχνίας  σου! 

συ  γαρ  πρεσβεύεις  |  υπέρ  ημών  προς  Θεόν  25 

παντός   κινδύνου  |  έλευθερώσαι  ήμας 

και  περιστάσεως  [  πειρασμών  και  θλίψεων  |  και  συμφορών 

τήν  κληρονομίαν  σου  |  τη  φυσική  σου  στοργή. 

Εϋθυς  ό  διάκονος  τήν  αϊτησιν,   καΐ  μετά  τήν  αΤτησιν  ό  ιερεύς 
έχφώνως     €'Ότί  πρέπει  σοι  πδσα  δόςα».    Και    ό  διάκονος  ό  έπι    30 
του  *Αμ|3ωνος    λέγει     «Οι    κατηχούμενοι    τάς    κεφάλας    υμών  τω 
Κυρία)  κλίνατε»,  καΐ  ό   ιερεύς   τήν  εύχήν  ταύτην. 

11  βύγένιαν. — 14  ω. — 17  φέρη;. — 24  ώ  {|  προστασία^ου. — 22  ουμιπα&είασου. — 24  ώ 
τής  μ-εσιτείασου•  ώ  χαΐ  τής  εύσπλαγχνίασου. — 29  ίερεΟς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  48  — 

«Εύλόγησον  νυν,  Κύριε,  τους  δούλους  σου  τούτους  τους  κα- 
τηχουμένους,  ους  προσεκαλέσω  χλήσει  αγία  έπΙ  τό  θαυμαστόν 
φως  της  σης  έπφ^ώσεως,  και  δός  αύτοΐς  έπιγνώναι  περί  ών 
κατήχηνται  λόγων  την  άσφάλειαν;     Έμπλησον    αυτούς  πνεύματος 

δ  αγίου,  εις  τό  γενέσ&αι  καΐ  αυτούς  πρόβατα  σου  του  αληθινού  ποι• 
μένος,  έσφραγισμένα  τη  σφραγΐδι  του  άγιου  σου  πνεύματος,  δπως 
μέλη  τίμια  γένωνται  του  σώματος  της  εκκλησίας  σου  και  κατα- 
ξιωθώσιν  και  εν  τω  μέλλοντι  αΐώνι  της  μακάριας  δντως  ελπίδος 
έν  τη  βασιλεία  των  ουρανών», 

10  Έκφώνως•    «"Ινα  καΐ  αύτοι  σύν  ήμΤν  δοξ»:   Και  ό  άρχιδιάκο- 

νος  λέγει*  «Έν  ειρήνη  πορεύεσθε  οι  κατηχούμενοι:  —  Και  υμεΐς 
οι  προς  το  φώτισμα  τη  χειροθεσία  προσέλθετε».  Είτα  6  διάκο- 
νος ό  κάτ(ω)θ(εν)  λέγει*  «Κλίνατε»:  Ό  ιερεύς  εύχ(ήν)  των 
φ(ωτιζομένων). 

15  «Κύριε  άγιε,  ό  έν  ύψηλοΐς  κάτοικων  και   τω  παντεφόρω  σου 

δμματι  επιβλέπων  έπι  πασαν  την  χτίσιν,  σοι  έκλίναμεν  τον  αυ- 
χένα της  καρδίας  καΐ  του  σώματος,  και  δεόμεθά  σου.  "^Εκτεινον 
την  άγίαν  σου  χείρα  τήν  άόρατον  έξ  αγίου  κατοικητηρίου  σου, 
καΐ    εύλόγησον    πάντας    ήμας•    και    ει  τι  ήμάρτομεν  εκουσίως  η 

20  ακουσίως,  ώς  αγαθός  και  φιλάνθρωπος  θεός  συγχώρησον,  δωρού- 
μενος  ήμΐν  καΐ  τά  εγκόσμια  αγαθά  σου». 

Έκφώνως'  «"Οτι  θεός  ελέους  καΐ  οικτιρμών  υπάρχεις», 
ΕΓτα  ό  διάκονος"  «Έγείρεσθε».  Είτα  πάλιν  ό  έπι  του  δμβωνος 
διάκονος  λέγει*    «Έν  ειρήνη  πορεύεσθε: — Και  ύμεΐς  οι  προς  τό 

25  φώτισμα  των  κατηχήσεων  μνημονεύοντες,  σπουδαίως  συνάγεσθε». 
Ό  κάτ(ωθεν)  διάκονος•  «Προσέλθετε».  Ό  ιερεύς  έκφώνως•  «"Οτι 
πρέπει  σοι  πάσα  δόςα  τιμή»:  ΚαΙ  ό  διάκονος*  «Έν  εΙρήνη  Χρί- 
στου ψάλλετε»:  Είτα  λιτ(ή)  έπ(ι)  τήν  Άγίαν  Άνάστασιν  διά  τήν 
κοινωνίαν,  δτι  προηγιασμ(ένα)  τότε  ού  τελείται,   ει  μή  θέτουν  τά 

30    άγια  δώρα  είς  τήν  άγίαν  τράπεζαν,  ομοίως  καΐ  τά  άγια  ποτήρια. 


ους. — 4  χατήχηντέ  ||  άβφά)α3ν. — 5  -οιμαίνος.— 7  γένονται.— 8  δντως. —  10  ί 
νήμΐν.  —  12    προσέλθατε.  —  16   σοι]    συ.  —  19    ήμάρτωμεν.  —  26   Γροσέλθα' 

ΒΤ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   49  — 

ΚαΙ  τοϋ  Ίαοί}  κλειο(ω)μ(ένου),  ϊως  χατα|3θί(νομ6ν  εις  τόν  "Αγιον 
Κωνστοτ^τϊνον  μετά  του  ευαγγελίου  (και  οδτως  ποιουμεν  τη  αγία 
γ'  και  δ',  εν  δε  τη  αγία  καΐ  μεγάλη  παρασκευή  ουδόλως),  ψάλ- 
λοντ(ες)   τροπάριον  ήχου  πλαγίου    α'. 

Φ&άσαντες,  πιστοί,  |  το  σωτήριον    πάθος  του  Χρίστου  του  θεού  5 

τήν  άφατον  αυτοΰ  μ.ακρο{>υμ{αν  οοξάσωμεν, 

δπως  τη  αύτου  εύσπλαγχνία 

συνεγείρη  χαΐ  ήμας  |  νεκρωθεντας  τη  αμαρτία, 

ώς  άγα&ό;    καΐ  φιλάνθρωπος. 

Καί    ευθύς    κρούει  ό  άρχιδιάκονος    τήν  πύλην  του  ^αόο  (και)    10 
άνοίγοντες  είσέλθωμεν  εις  το  Βήμα. 

Είτα  «Δόξα»•  ήχος  α'. 
Κονδάχίον. 
Τά  πά&η  μυστικά  |  τους  ύμνοΰντάς  σε,  δέσποτα, 
φωτί  σου  τω  υπέρ  νουν  |  ήγίασας  ώς  ευσπλαγχνος•  15 

παντοίων  παθών  λύτρωσαι  ήμας,  Χριστέ  ό  Θεός, 
και  τη  θεία  σου  δυναστεία  |  σκεπών,  δέσποτα, 
της  άχραντου  σου  [Βασιλείας  |  καταξίωσον 
ό  μόνος  φιλάνθρωπος. 

Ευθύς  «Κατευθυνθήτω  ή  προσευχή  μου».  Είτα  «Νυν  άπο-  20 
λύεις»,  το  «Κύριε  έλέησον»  μ,  καΐ  ό  άρχιδιάκονος  «Μή  τις  τών 
κατηχουμένων » .  Οι  ψάλται  «Νυν  αί  δυνάμεις».  ΚαΙ  μετά  τούτο 
λέγει  ό  διάκονος  «Έν  σοφία  θεού  πρόσχωμεν»,  και  ό  ιερεύς 
«Πιστεύω  εις  ένα  θεύν  πατέρα»,  και  μετε'πειτα  ό  διάκονος  «Στώ- 
μεν  καλώς•  έν  ειρήνη  του  Κυρίου  δεηθώμεν»..  Ό  λαός  το  25 
«Κύριε  έλέησον»  καΐ  ό  Ιερεύς  λέγει  έκφώνως  «Και  δός  ήμΐν, 
Κύριε,  εύπρόσδεκτον  γενέσθαι».  Ό  λαός  «Πάτερ  ημών  ό  έν  τοις». 
Ό  ιερεύς  «"Οτι  σου  έστιν  ή  βασιλεία».  Ό  διάκονος  «Τάς  κεφά- 
λας ημών  τώ  Κυρίω».     Ό  λαός    «Σοι  Κύριε».    Ό   ιερεύς  έκφώ- 

1  ναοΰ  ϊΐ).η,  εως.  —  3  «ούδόλω»•  μετά  τοΰτο  υπάρχει  έν  τω  χώθ(%(  τόδε*  «εΙμη 
|Αεταλάβθ|ΐ.(εν)  τήν  άγίαν  ζύμην  και  μόνον,  άντι  τήν  άγίαν  δω(ρεάν)»•  ά>.λά  τα  ρήματα 
ταύτα  διέγραψεν  ό  χα/Λιγράφος,  έρυθράν  έπιχαράξας  γραμμήν.— 6  αί  έχδόσεις•  «πάΗος 
Χρίστου».  —  6  δόξάσωμεν.  —  8  συνεγείρει.  —  14  μυστικά.  — 15  το  υπέρ  ||  ήγίασα;. — 
17  σκέπον. — 21  τίς. 

4 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   50  — 

νως  «Συ  γαρ  προσκυνητέ  καΙ»:  Ό  λαός  «Αμήν».  Ό  ιερεύς 
«Και  εσται  ή  χάρ^ς».  Ό  λαός  «Και  μετά  του  πνεύματος  σου», 
Ό  διάκονος  «Μετά  φό^ου  θεο5  πρόσχωμεν».  Ό  ιερεύς  ύψοΤ  τά 
άγια  λέγων  «Τά  προηγιασμένα  δώρα  τά  άγια  τοις  άγίοις»,  και 
5  ό  διάκονος  την  έκτενήν.  Ό  λαός  «Κύριε  έλέησον».  Κοινωνικόν 
«Γεύσασ&ε  και  Τδετε». 

Ευχή  όπ'.σΐ^άιχβωνο;. 

«ΒασιλεΟ  των  αιώνων  και  πάσης  κτίσεως  ορατής  τε  και  αο- 
ράτου,  δημιουργέ  Χριστέ  ό   θεός  ημών   ό  άφάτω  οΤκτω  τω  προς 

Κ)  ήμας  εκουσίως  εαυτόν  κενώσας  έν  τω  γενέσ&αι  κα^'  ήμδς  άνευ 
αμαρτίας  άνθρωπος,  μή  έκστάς  δέ  τών  κόλπων  τών  πατρικών, 
άλλ'  έν  τη  άνεκφοιτήτω  ιδρύσει  της  ιδίας  θεότητος  και  βασιλείας 
μεμενηκώς,  της  πτωχής  ημών  έπιλαβομενος  φύσεως  έφέσει  του 
υπέρ  ημών  παθεΤν  και  θανεΤν,   ίνα  παθών  τε  και  θανάτου  έλευ- 

15  θερώσης  τό  γένος  ημών,  γεγο^Λς  εξ  οικείας  απροσεξίας  κατάκρι- 
τον  —  ανέφικτος  γάρ  πάθεσιν  υπήρχες  διά  θειότητα  φύσεως,  ει 
μή  τό  παθητόν  ημών  ήμφιάσω  και  θνητόν  φύραμα  έθελουσίως — 
τοιγαρουν  τό  ίδιον  άποφηναι  βουληθεις  πάθος,  ω  δέσποτα,  προς 
αυτό  παραγενόμενος,    ρήματι    δυνάμεως    τήν  α/αρπον  συκήν  έςή- 

20  ρανας,  άμα  τε  και  τήν  τών  Ιουδαίων  ύπαινιττόμενος  έξ  απιστίας 
καΐ  άκαρπίας  άπώλειαν.  Άλλ'  ήμας  τους  προσκυνητάς  και  έπι- 
γνώμονας  της  σης  δεσποτείας  άςίωσον,  Κύριε,  πίστιν  εΙλικρινή 
καΐ  άμώμητο^^  άψόγοις  έ'ργοις  καΐ  αρετής  κατορθώμασιν  κομώσάν 
σοι    καρποφορήσει    τήν  όσμήν    τών  παθημάτων  σου.  τοΓς  ήμετέ- 

25  ροις  έντιθείς  μέλεσιν,  Ι'να  και  κοινωνούς  παραλάβτ[]ς  της  δόξης 
της  αναστάσεως  σου•  ϋψωσον  δέ  και  τό  τών  χριστιανών  κέρας, 
και  του  συνέχο^/τος  δουλικού  ζυγού  έλευθέρωσον.  Εύλόγησον  τόν 
σον  λαόν  τόν  εις  προσκύνησιν  του  σωτηρίου  σου  σταυρού  καΐ  της 
ζωοποιού    έληλυθότα  έγέρσεως.    και  της  σης  πάντας  ήμας  βασι- 

30  λείας  μετόχους  άπέργασαι.  πρεσβείαις  της  ευλογημένης  σου  μη- 
τρός,   ημετέρας  δέ  δεσποίνης,    και    τών  άγιων  απάντων  έντεύξε- 

1  συγαρ.- 3    ύψοι. — 10  χαί^ήαάς• — 12    ίδιας. — 13    ιχεμιεΝίχώ;.— 14    ύπερήμ-ών. — 
ί  ^  ^^  ν- 

15    οΐχία;.  — 17    έΟελουσίον  τοιγάρ  ουν.  — 18  Ίδιον.— 20  ύ;:εΝΐττό{Αενος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   51    — 

σιν,  δτί  σου  έστιν  ή  δόζα  και  ή  αΙώνιος  βασιλεία  συν  τω  άνάρχω 
σου  πατρί  και  τω  παναγίω  και  άγα&ω  και  ζωοτυοιω  σουτ  Πνευ- 
ματι,  νυν  και  άεΐ  και  εΙς  τους»:  — 

Και  ευθύς  μετά  την  κοινωνίαν  καταβαίνει  ό  πατριάρχης  και 
ψάλλει  την  παννυχίδα  ούτως.  Πρώτον*  "Προς  Κύριον  έν  τω  5 
θλίβεσθαί  με"  και  τροπάρια  ήχου  πλαγίου  α'•  «  Ώς  οικτίρμων, 
Κύριε,  σπλαγχνίσθητι:  Ώς  μακρόθυμος  διαλάγηθι  και  έλέησον». 
Δεύτερον  «^Ηρά  τους  οφθαλμούς  μου»:  Τροπ.  «Έλέησον  ήμας, 
Κύριε,  έλέησον  ήμας»:  Τρίτον  .  «Εύφράνθην  έπι  τοΐς  είρηκόσι»: 
Τροπ.  «Τά  πλήθη  των  πεπραγμένων  μοι»:  —  ΚαΙ  μετά  τά  αντί-  10 
φωνα  ταύτα  άρχονται  τύν  ν'•  «Έλέησον  ό  θεός»:  και  θυμιάζει 
τον  "Αγιον  Τάφον  και  δλον  τον  ναόν,  και  ευθύς  προκείμενον 
ήχος  δ'•  «Έπάκουσον  ήμας  6  θεός  6  σωτήρ  ημών,  ή  έλπίς 
πάντων».  Στίχ.  «Σοι  πρέπει  ϋμνος  ό  θεός  έν  Σιών».  Το  «Πάσα 
πνοή».  Ευθύς  ό  πατριάρχης  το  εύαγγέλιον  εις  την  παννυχίδα  15 
ταύτην.  Έκ  του  κατά  Μαρκον  αγίου  ευαγγελίου  το  (ανάγνωσμα, 
ου  ή  αρχή•  «Και  τη  επαύριον  εξελθόντων  αυτών  από  Βηθανίας, 
έπείνασεν  και  ιδών  συκήν  μακρόθεν  εχουσαν  φύλλα»  κτλ.  Τέλος* 
«ουδέ  ό  πατήρ  ημών  ό  έν  τοΓς  ούρανοΓς  αφήσει  ύμΤν  τά  παρα- 
πτώματα ύμων").  20 

Ευθύς  τροπάριον   ήχος  βαρύς. 

Ώς  τήν   συκήν  την  άκαρπον 

μή   έκκόψης  με,  Χριστέ,  τον  άμαρτωλόν 

άλλ'  έπι  πολλφ  τφ  ετει  |  συγχώρησίν  μοι  δώρηααι, 

άρδεύων  μου  τήν  ψυχήν  |  τοις  δάκρυσιν  της  μετανοίας,  ^^ 

ϊνα  καρπον  προαενέγκω  σοι  ελεημοσύνης. 

Δόξα. 

ΕΙρήνευσον  πρεσ^^είαις  της  Θεοτόκου 

τήν  ζωή  ν  ημών  |  των  [ίοώντων  σοι 

"  ελεήμων,  Κύριε,  δόξα  σοι  ".  ^ 

Ό  διάκονος  το   «Κύριε  έλέησον  »    δωδεκάκις  και  απολύει. 

τ 
8  ήρα.  —  11  θομίάζη.  — 15  πνοή.  —  16  %ιτιμ.άρκου.  —  24    πολώ. — 29  βοώντων. — 

3 1  το]  τήν  ||  άπωλύει. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  52  — 

ΤΗΙ  ΜΕΓΑΛΗΙ  ΤΡ1ΤΗΙ. 

Ε!ς    τόν  δρ&ρον. 

Κάθισμα•   τό  "Άλληλοΰϊβ"•   ήχος  πλάγιος  δ'  εις  τό  "Οδτ(ως) 
έγ6νήθ(η)Κεν)". 

5  Ίδοί)  ό  νυμφίο;  Ιρχβται     |  β  ν  τφ  μέσφ  της  νυκτός, 

και  μακάριος    ό  δούλος  |  δν    εύρήσει  γρηγοροΰντα, 
ανάξιος  δε  πάλιν  |  δν  εορήσει  ραΟυμοΰντα- 
βλέπε  ουν,  ψοχή  μου,  |  μή  τφ'δττνψ  κατενεχΟης, 
ϊνα  μή  τφ  θανάτφ  παραδοθης  |  και  της  βασιλείας  άποκλεισθ-ξς• 
10  άλλα  άνάνηψον  κράζουσα  |  "  άγιος  άγιος  άγιος  ει  ό  θεός• 

δια   της  Θεοτόκου  ϊ  έλέησον  ήμας". 

Στιχολογία•   "ΣοΙ  πρέπει  δμνος  ό  θεός  έν  Σιών". 

Κάθισμα*  ήχος  α    ττρός  τό  «  Τόν  τάφο^  σου  Σωτήρ  ». 
Τό  βήμα  σου  φρικτόν  |  και  ή   κρίσις  δικαία• 
1δ  τα  έργα  μου  δεινά,  |  άλλ'  αυτός  ελεήμων 

προφ&άσας  με  διάσωσον  |  και  κολάσεως  λύτρωσαι• 
ρυσαι,  δέσποτα•  |  τής  τών  έρίφων  μερίδος 
συναρίθμησον,  |  τ^  τών  προβάτων  σου  ποίμνϊβ, 
Σωτήρ  μου  ευδιάλλακτε. 

20  ΕίΙς  τό  Δόξα  χάϊΐισμα*  ήχος  πλ.  α 

προς  τό  α  Τόν  συνάναρχον  λόγον  πατρί  χαι  πνεύματι ». 

Συντελείας  τών  χρόνων  )  σήμερον  λέγων  Σωτήρ 
τοις  μα&ηταΐς  διαγραφών  |  ως  ουρανός  και  ή   γη 
σαλευ&ήσονται  φησίν  |  έν  τη  έλεύσει  σου, 
25  και  έν  θρόνφ  ώς  κριτής  |  πάντων  έλεύσει  φοβερός• 

διό  σοι  πίστει  βοώμεν  |  "  έλέησον,  ελεήμων, 
και  ρυσαι  πάντας  )  πυρός  γεέννης ". 

ΚοΙ  νυν  χαι  άει  •*λ\  εις  τους.  "Ομ^οιον. 
Τήν  άνείκαστον  χάριν  και  εύσπλαγχνίαν  σου 
και  τό  εν&εον  κράτος  τής  δυναστείας  σου. 


δ  μέσον.  —  7  άνάξιον.  —  8  ψοχή  ||  κοτενεχθεΐς.  —  9   παραδοθείς  ||  ά7:οχ}.ησ^εις.  — 
14    βήμα.  —  17     «ρύσαι»•    οΰτω    πσνταχοΟ,  —  19    εύοίάλακτε. 


30 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   53  — 

παρ&ενομήτορ   άγαΙ>ή,  επισταμένοι 
σοι  βοώμεν  εκτενώς  εκ  πάσης  Ολίψεως  ή  μας 
έξάρπασον,  Θεοτόκε,  |  και  εμπλησον  Ουμηδίας 
χαι  σωτηρίου  άπολαύσεως. 

Ευθύς    άνάγνωσις    του  άγιου  Έφραΐμ    περί  της  δευτέρας  πα-      δ 
ρουσίας,  και  σΐίχολογία  "ΈπΙ  σο:,   Κύρίβ,  ηλπισα". 

ΙίάθΐΦμα*  ήχος  δ'  προς  το  «  Ό  υψωθείς  εν  τω  σταυρω  » 

Τον  νυμφίον,  αδελφοί,  |  άγαττησωμεν 
τάς  λαμπάδας  εαυτών  |  ευτρεπίσωμεν 

εν  άρεταΐς  έκλάμποντες  |  και  πίστει  ορΙ>η,  κ) 

Γνα  ώς  αΙ  φρόνιμοι  |  του  Κυρίου  παρ&ένοι 
έτοιμοι  εισέλί)ωμεν  |  συν  αύτφ  εις  τον  γάμον 
ό  γαρ  νυμφίος  δώρον  ώς  θεός  |  πασι  παρέχει 
τον  άφί>αρτον  στέφανο  ν. 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  πλάγιος  δ'  προς  το  «  Την  βοφίίχν  ».  1δ 

Τήν  ήμέραν  έκείνην  |  τήν  φοβεράν 
εννοούσα,  |  ψυχή  μου,  γρήγορη  σον 
άνάτττουσα  λαμπάδας  σου,  |  εν  έλαίφ  φαιδρύνουσα* 
ου  γαρ  οΐδας  πότε  |  προς  σε  έπελεύσεται 

ή  φωνή  ή  λέγουσα  |  "  ιδού  ό  νυμφίος  "•  20 

βλέπε  ουν,  ψυχή  μου,  |  μή  νυστάξης    και  μείνης 
έξωθεν  κρούουσα  ώς  αΐ  πέντε  παρ&ένοι• 

άλλα  άγρυπνος  καρτέρησον, 
ινα  ύπαντήσης  Χριστψ  εν  έλαίφ  πίονι 
και  δψη  σοι  τον  νυμφώνα  τον  θεΤον  της  δόξης  αυτού.  25 

Και  νυν.  Σέ  χα  ι  τείχος  χαι  λιμένα. 

Ευθύς  άνάγνωσις  του  αγίου  Ιωάννου  του  Χρυστο  άτομου  περί 
των  δέχα  παρθένων.  Στιχολογία*  "  Προσέχετε  λαός  μου ". 

Κά&ισμα•    ήχος  πλάγιος  δ'•  Ιοιόαελον. 

Προ  της  αποφάσεως.  Κύριε,  30 

συγχώρησίν  μοι  δώρησαι  ων  έπραξα 
ινα  κάγώ  συνεισέλ&ω  εΙς  τον  νυμφώνα 

ι  παρΰενομήτωρ  άγαΙ^ή. — 3  ες  αρπασον  ||  ί^υμιδίας, — 8  νυμφίον]  νυμφώνα. — 9  εύ- 
τρεπήσωμεν.  —  11  φρόνημοι.— 12  αϊ  έκδ.  €τους  γά,υιθϋς».--13  παρέχων.  —  18  λαμπά- 
δαφου*  ένελαίω.  —  20    φωνή  ||  ίδου.  —  21     ψυχή.  —  24  πίωνι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  54  — 

μετά  τών  πιστών  και  φρονίμων  παρ&ένων 
και  εδρω    το  μέγα  Ιλεος 
και  τών  αγγέλων  ψάλλω  σοι  τον  δμνον 
"  αλληλούια  ". 

^  Εις  το  Δόξα...  χα\  νυν. 

Ή  νοητή  πύλη  της  ζωής,  |  άχραντε  Θεοτόκε, 

τους  προστρέχοντας  σοι  πιστώς  |  λύτρωσαι  τών  κινδύνων, 

δτι  δοξάζομεν  πανάγιον  τόκον  σου  |  εις  σωτηριαν  τών  ψυχών  ημών. 

Εύθυς  τό   €Έλέησ(5ν  με  ό  θεός  κατά  το  μέγα  ελβός  σου». 

10  Τροπάριον  ήχος  πλάγιος  β'. 

Τα  πλήθη  τών  πεπραγμένων  μου  δεινών 

έννοών  ό  τάλας  |  τρέμω 

τήν  φθ|3εράν  |  ήμέραν  της  κρίσεως, 

άλλα  θαρρώ  εις  τό  έλεος  |  της  εύσπλαγχνίας  σοι)• 

15  ώς  ό  Δαυίδ  βοώ  σοι  |  "  έλέησόν  με  ό  θεός 

κατά  τό  μέγα  ελεός  σου  ". 
Λόξα. 
Τήν  ύπερένδοξον  του  Χρίστου  μητέρα 
και  τών  αγγέλων    άγιωτέραν 

20  άσιγήτως  ύμνήσωμεν  |  καρδία  και  στόματι 

θεοτοκον  αυτήν  όμολογοΰντες, 
ώς  Κύριον  γεννήσασαν,  |  θεόν   σεσαρκωμένον, 
και  πρεσβεύουσαν  άπαύστως  |  υπέρ  τών  ψυχών  ημών. 

Ευθύς  χονδάκιον  ήχος  β'  προς  τό   «Τα  ανω  ζητών». 

25  Τήν  ώραν,  ψυχή,  |  του  τέλους  έννοήσασα 

και  τήν  έκκοπήν  |  της  συκής  δειλιάσασα 
τό  δοθέν  σοι  τάλαντον  |  φιλοπένως  εργασαι,  ταλαίπωρε, 
γρηγορούσα  και  κράζουσα 
"  μή  μείνωμεν  εξω  |  του  νυμφώνος  Χρίστου  ".  » 

30  Ό    οίχος. 

Τί  ρ(;ιθυμεΐς,  |  ψυχή  μου  αθλία;  |  τί  φαντάζη  άκαίρως; 
μεριμνάς  άπρεπώς  |  καΐ  άσχολη  προς  τα  ρέοντα• 
ώρα   εσχάτη  |  έστιν   άπάρτι 

1  φρονήμ-ων.  —  21  ώ[χολογοΰντες.  —  25  ψυχήν.  —  31  έκδ.  «άδλία  ψυχή  μθϋ».~ 
32  έχδ.  €ρ.ερίμνας  ανωφελείς;  τί  άσχολεΐς».— 83  έχδ.  ρωμ.  «ύστατη  ωρα  έοτιν  άπαρ- 
τί»•    χώδ.  «έσχάτι». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  5δ  — 

και  χωρίζεσΟαι  μέλλομεν  των  ενταύθα• 
δμως  χαφον  |  χεχτημένη  άνάνηψον,  βόησον 

"ήμάρτηχά  σοι,  Σωτήρ  μου• 
μή  έκκόψης  με  ώς  την  ακαρπον  συχήν  "• 

και  πάντως  ώς  εΰσπλαγχνος  5 

οικτειρήσει  σε  βλέπων  κραυγάζουσαν 
α     α 
Ν  Ν  "  μή  μείνωμεν  εξω  του  νυμφώνος  Χρίστου  ". 

Ευθύς  τό  δίώδιον  φέρον    ακροστιχίδα    ταύτην    '*  Τρίτη  τε". 
Ήχος  β'. 

'Ωδή  η'.  10 

Τψ  δόγματι  |  τφ  τυραννικψ 

οι  δσιοι  Ι  τρεις  παίδες  μή   πεισ&έντες 

εν  τη  καμινψ  βλη&έντες  θεόν 

ώμολόγουν  ψάλλοντες 

"  ευλογείτε  τα  έργα  |  κυρίου  τον  κυριον  ".  15 

'Ρςιθυμίαν  |  αποδεν  ημών 

βαλλώμεθα  |  και  φαιδραις  ταΐς  λαμπάσι 

τφ  άθανάτφ  νυμφίφ  Χριστφ 

υμνοις  συναντήσωμεν 

"  ευλογείτε  τα  έργα  |  κυρίου  τον  κυριον  ".  20 

'Ικανουσ&ω  |  το  κοινωνικόν 

ψυχής  ήμων  |  ελαιον  εν  άγγείοις, 
δπως  επάθλων  μή  Οέντες  καιρόν 
εμπορίας  ψάλλωμεν 

"  ευλογείτε  τα  έργα  |  κυρίου  τον  κυριον  ".  25 

Το  τάλαντον  δσοι  προς  θεοΰ 
έδέξασθε  |  Ισοδύναμον  χάριν, 
επικουρία  του  δόντος  Χρίστου 
αύξήσωμεν  ψάλλοντες 
"ευλογείτε  τα  Ιργα  |  κυρίου  τον  κυριον".  30 


2  δμως]  χ.  <δμ.ος»•  έκδ.  «εως»  ||  κ.  €βόησον»•  ίτΛ,  «κράζοοσα».  —  4  έκδ.  <ώσ- 
ττερ»  II  συκήν.  —  5  κ,  <κα\  πάντως»•  έκδ,  «ά>λ*».  —  6  έκδ.  «κατο'.κτείοησον  φόβω». — 
12  τρισπαϊδες  μή  πισθέντες.  —  14  ομολογούν.  —  16  άπωθεν.  —  20  έκδ.  €εύλ.  βοώντες 
τα  έργα  κ.  τ.  κυριον».  —  24  έμπωρείας.  —  27  ισοδύναμον.  —  29    έκδ.    «αυξήσατε». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  56  — 

θέσις•  «Τημα  τυράννου».  *Αλλο  χονδάκιον  ήχος  πλάγιος  δ'* 
ίδιόμελον  καΐ  καλεΐταί  σύνθημα. 

Ίδιόμελον. 
Ό  ποιμήν  ο  κάλος  |  ό  την  ψοχήν  αότοΰ  Οήσας 
δ  υπέρ  των  προβάτων,  |  σπεΰσον,  |  σώσον,  άγιε,  την  ποίμνην  σου. 

Ό    οίχος. 

Τον  νοδν  άνϋψώσω}Χ6ν,  |  τήν  φρένα  ύφάψωμεν, 

το  πνεύμα  μή  σ|3έσωμεν5  |  τήν  ψυχήν  διαναστώμεν 

και  απουδάαωμεν  σχεδόν  |  συμπα&ειν  τφ  άπα&ει• 

10  άφήσωμεν  πάντα  λογισμόν  |  πολυμέριμνον 

και  προσέλΙ>ωμεν  τφ  εν  τω  σταυρψ• 

μολώμεν  πάντες,  ει  δοκεΐ,  |  ώσπερ  ό  Πέτρος  εις  του  Καϊάφα  αυλήν 

συν  αύτψ  |3οήσωαεν  Χριστώ  |  τάς  του  Πέτρου  πάλαι  φωνάς, 

"  καν  εν  ξύλφ  άνέρχη,  |  χαν  εν  τάφφ  κατέρχη, 

15  μετά  σου  εσομαι  |  χαί  θνήσκομαι  καΐ  ψάλλω  σοι• 

α    α 
Ν  Ν  σπεΰσον,  σώσον,  όίγιε  τήν  ποίμνην  σου". 

Και  άνάγνωσις. 

'Ωδή  Ο'. 
Ή  τον  άχώρητον  Θεόν  |  εν  γαστρί  χωρήσασα 
20  χα'ι  χαρά  ν  |  τφ  κόσμψ  χυήσασα, 

σέ  ύμνοΰμεν,  |  παναγία  παρί)ένε. 

Τοις  μαΟηταις  ως  άγαί>ος  |  **  γρηγορείτε "  εφησεν 
*  η  γάρ  ώρ?  Ι  ήζω  ό  κύριος, 
αγνοείτε  |  άποδοΰναι  έχάστφ ". 

25  Έν  τη  δευτέρα  σου  φρικτή  |  παρουσία,  δέσποτα, 

δεςιοΤς  |  πρθ|3άτοις  με  σύνταςον, 
τών  πταισμάτων  |  παρορών  μου  τα  πλήίΗ). 

θέσίς•  «ΨυχαΓς  καθαραΤς>.  Ευθύς  έζαποστειλάρίον  ήχος 
πλάγιος  δ'.    «Τόν  νυμφώνά  σου  |3λέπω»    χτλ. 

30  Έςα-οστει).άρίον  -ρό;  το  €  Τοις  μαι^ηταΐς  9υνέλ&ω[Αεν». 

Ή  σάλπιγς  ήδη  ήχησβν,  |  ή  χρίσις  έπΙ  θύραις• 
σπεΰσον,  ψυχή,  και  στέναξον 

1  θέσης•  ρήμα. — 2  σύθημ(α).  —  4  αύτου.  —  10  πολυμέρημνον.  —  11  προβήλΠω- 
με/.  —  12  ει]  ή.  —  13  φωνά;.— 14  χϊν...  καν.  —  23  ήγάρ  ώιρα  ήςω.  — 27  έχο.  «πα- 
ριδών».  —  31  σάλπις  ||  «ύρες.  -   32  ψυ/ή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  57  — 

φριξον  δτι  ύιτάρχεις  |  της  των  έρίφων  μερίδος* 

οϊμοι,  δτι  τήν  σάρκα  |  και  τήν  ψυχή  ν  εμόλυνα• 

οΤμοι,  δτι  το  πΰρ  με  |  και  ο  βρυγμός 

των  οδόντων  δέχεται  εν  τ-^  κρίαει! 

Κριτά  θεέ,  ό  πλά(3τη;  μου,  |  δωρεάν  με  συ  σώσον.  5 

Δέσποινα  πάντων  δέσποινα,  |  πρόφ&ασον  εν  άνάγκαις, 

πρόφ&ασον  εν  ταϊς  Λλίψεσι,  |  πάρεσο  εν  τη  ....της  τελευταίας  ανάγκης, 

μη  Σατάν  ήμας  λάβη,  |  μή  άλώσ^   μη   άπω  .  .  . 

άλλ'  εν  θρόνφ  υίου  σου  |  τφ  φοβερφ  10 

άνευθυν  ....  ταν  .  .  ,  [ή]μας  στη  σον,  |  ω  Θεοτόκος• 

πάντα  γαρ  |  δσα  θέλεις  άνύεις. 

Στιχηρά  εις  τους  αίνους•  ήχος  β',   ίδιόμελα. 

Ό  τη  ψ'^χής  ραΟυμιςί  |  νυστάξας 

ου  κέκτημαι,  |  νυμφίε  Χριστέ,  15 

καιομένην  λαμπάδα  τήν  εξ  αρετών, 

και  νεάνισιν  όμοιώ&ην  μωραΐς 

εν  καιρψ  της  εργασίας   ρεμβόμενος• 

τα  σπλάγχνα  των  οικτιρμών  σου 

μή  κλείσης  μοι,  δέσποτα•  20 

άλλ'  έκτινάξας  μου  τον  ζοφερον 

υττνον  έξανάστησον 

και  ταις  φρονίμοις  συνεισάγαγε  παρ&ένοις 

εις  νυμφώνα  τον  σόν, 

δπου  ήχος  |  κα&αρώς  έορταζόντων  25 

και  βοώντων  άπαύστως  |  *'  Κύριε,  δόςα  σοι ", 

"Ομοιον    ήχος  '^\ 
Οταν  ελ&ης  μετ'  αγγέλων  |  εν  δόξη  δυνάμεως, 
οικτίρμων  Χριστέ,  |  δικαιοσύνης  εν  θρόνψ  κα&ήμενος 
του  διακρΤναι  (  παγγενει  τους  βροτούς  30 

και  έκάστφ  άποδουναι,  ώς    επραξεν, 
έρίφοις  εύωνύμοις  |  μή   συμπαραστησης  με• 

1  φρίξον.  —  2  οΐ[ΐ.οι,  —  5  Άρ'.ται.  —  8  "άρεσο  ....  άνύεις]  ταύτα  μεταγενέστερα 
χειρ  έΐΐέγραψε^  του  αρχαίου  κειμένου  άποξεσθέντος  ||  'άρεσω  ||  τελευτέας  άνάγχης.  — 
9  >^άβε(  II  μήαλωσιμή  άπόλεια.  —  14  της  ψυχής  ραθυμίας.  —  20  με. — 23  φρονήμοις. — 
26  βοώντων.  —  28  δταν  ||  μετάγγέλων.  —  30  παγγενει. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   58   — 

αλλ'  εκχα&άρας  με  τοΰ  χαλεπού  |  αΐσχοος  των  ττταισμάτων  μοο 
τοις  δεξιοΐς  σου  προβάτοις  συγχαταρίθμησον, 
εις  τον  χλήρον,  αγαθέ,  της  βασιλείας  σοο 
συνεισάγων  βοώντα,  |  "Κύριε  δόξα  σοι". 

6  Όμοίον. 

ΤοΧς  δεξιοΤς  με  προβάτοις  |  συντάξαι  άξίωσον, 
οιχτιρμων  Χριστέ,  |  δταν  Ιλ&ης  άστράτττων  εν  δόξη  πολλή 
μετ'  αγγέλων  στρατευμάτων  |  χριτής  φοβερός 
έπι  σώ  Ορόνφ  καθήμενος* 
10  εισπράττων  δε  παραθηχην  |  συν  χέροει  ταλάντων  σου 

μή  καταχρίντβς  με  ως  όκνηρον  |  δοΰλόν  σου  και  ράΟυμον, 

αλλά  πιστοις  σου  οΐχέταις  συγχαταριθμησον, 

δπου  φωνή,  |  αγαθέ,  της  ευλογίας 

εΙς  την  δόξαν  εισάγει  |  της  βασιλείας  σου. 

15  Είς  το  Δόξα   ήχος  δ'. 

Του  κρύψαντος  το  τάλαντον 

τήν  κατάκρισιν  άκούσασα,  ψοχή, 

μή   κρύπτε  το  χάρισμα• 

κατάγγελε  τα  θαυμάσια  αύτοΰ, 
20  ϊνα  πλεονάσασα  το  χάρισμα 

είσέλθης  εις  τήν  χαράν  του  Κυρίου  σου. 

Είτα  "Δόζα  έν  ύψίστοις  θεώ".  Ό  διάκονος  "Σοφία".  Προκεί- 
μενον  ήχος  δ'•  '^Δίκασον,  Κύριε,  τους  άδικοΟντάς  με  πόλε ":  Στίχ. 
'Τενηθήτω  ή  οδός  αυτών  σκότος".    Ό    αναγνώστης  της  Έζόδου 

25  τό  ανάγνωσμα*  «ΕΤπεν  Κύριος  προς  Μωσην  καταβάς  διαμάρτυρε 
τω  λαώ  καΐ  δγνισον>  κτλ.  Τέλος•  «τό  δε  δρος  τό  Σινά  έκαπ^>ί- 
ζετο  δλον  δια  τό  καταβεβηκέναι  τόν  θεόν  έπ'  αυτούς  έν  πυρί». — 
Παροιμιών  τό  άνάγνωμα'  «"Ω  οι  έγκαταλιπόντες  οδούς  ευθείας  του 
πορεύεσθαι    έν    όδοΐς    σκότους»   κτλ.   Τέλος•   «άκακοι    δε    ύπολει- 

30  φθήσονται  έν  αύτη».  Προφητείας  Ώσηέ  τό  ανάγνωσμα.  Άρχ. 
«Ακούσατε  λόγον  Κυρίου».  Τέλος'  «του  Ιερατεύειν  μοι  λέγει  Κύριος 
παντοκράτωρ».  Προκείμενον  ήχος    πλάγιος    β'•  "  Άναστάντες  μοι 


10  συνχέρδη. — 11  δούλον.  —  13  ψω\Γ^,  —  18  χρύπται. — 20  έχδ.  «πλεονάζουσα*. — 
24  γεννηΙ)ήτ(ω).  —  25  (χωσήν.  —  28  ω]  ώ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  59  — 

μάρτυρες  άδικοι,  δ  ουκ  έγίνωσκον  ήρώτων  με".  Στίχ.  "Άντα- 
πεδιδωσάν  μοι  πονηρά  ά^ηΐ  αγαθών  και  άτεκνίαν  την":  Ό  δε 
.δεύτερος  των  διακόνων  άναγινώσκει  έκ  του  κατά  Ματθαίον  αγίου 
ευαγγελίου•  «Τότε  πορευθέντες  οι  Φαρισαΐοι  συμβούλιον  ελαβον> 
κτλ.  Τέλος•  «λίθος  έπι  λίθον  και  ταύτα  άκούσαντες  οι  μαθηταΐ  5 
έθαύμασαν  και  έδόξασαν  τόν  θεόν».  Ευθύς  τό  "Κατότξίωσον 
Κύριε  "  καΐ  6  διάκονος  την  αϊτησιν,  και  έξελθόν(τες)  εις  τό  "Αγιον 
Κρανίον  ψάλλομεν  τροπάριον  ήχος  βαρύς. 

Ιδού  σοι  τό  τάλαντον  ό  δεσπότης  |  εμπιστευει,  ψυχή* 

φόρφ  Ι  δεξαι  τό  χάρισμα,  |  δάνεισαι  τψ  δεδωκότι,  10 

διάδος  πτωχοΐς  |  και  κτησαι  φίλον   τόν  Κύριον, 

ινα  στης  έκ  δεξιών  αύτου  |  όταν  Ιλ&η  εν  δόξη 

και  ακούσης  |  μακάριας  φωνής 

"  εΐσελ&ε,  δοΰλε,  |  εις  την  χαράν  του  Κυρίοο  σου  *'• 

αύτη  ζ  άξίωσόν  με,  Σωτήρ,  15 

τόν  πλάνη  θέντα  |  δια  τό  μέγα  σου  Ιλεος. 

Δόξα...  χαΐ  νυν.  βεοτόχιν    ήχος  βίρύς. 
Θεοτόκε  δέσποινα,  |  μήτερ  άχραντε  αγνή, 

ή  τόν  σονάναρχον  Αόγον  του  πατρός  |  άφράστως  κυήσασα  εν  γαστρί, 
αυτόν  εκτενώς  Ικέτευε  |  υπέρ  ημών  τών  υμνούντων   σε•  20 

άλλον  καταφύγιον  ουκ  εχομεν  |  οι  πίστει  προστρέχοντες  τη  σκέπει  σου• 
από  πάσης  περιστάσεως  |  τήν  ποίμνην  σου  λύτρωσαι 
και  σώσαι  τάς  ψυχάς  ημών. 

Και  ευθύς   "Αγαθόν    το     έζομολογεισθαι "    και     ή    α'  ώρα, 
καθώς  έμπροσθεν    το  "Αληλούϊα",  "Κύριε  εισάκουσον",  "Χριστέ   25 
τό  φως". 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  βαρύς,  θεοτοκίον. 

Ώς  έχουσα  τό  συμπαθές  |  εΙς  τήν  ταπεινωσιν   ημών 

και  βλέπουσα  τους  έπι  γής  |  εις  άπερίστατον  λαόν, 

σπλαγχνίσΟητι,  ευλογημένη   Θεοτόκε,  30 

έπιμεινον  πρεσβεύουσα  |  μη   άπολώμεΟα  δεινώς* 

δυσώπησον  τόν  εΰσπλαγχνον  |  και  εύδιάλλακτον  θεόν 

σωΟήναι  τάς  ψυχάς  ημών  |  από  πάσης  ανάγκης. 

τ 
2     άνταπεδίδωσαμμοι.  —  7     έξελί^ών.  —  8    ψάλ)χθν.  —  20    ύμνουντων. —  21  ούχέ- 

χωμεν.  —  25    χα^ώς.  —  82    εύδιάλαχτον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  60  — 

Τροπάριο  ν   ήχος  α. 

Τοις  άμέτρω;  ττταίοϋσι  |  πλουσίως  σογχώρησον,  Σωτήρ• 
άςίωσον  ή{ΐ5ς  |  άχαταχρίτως  προσχονήσαί  σοο 
την  άγίαν  άνάστασιν,  |  πρ6σ436{αις  της    αχράντου  σου  μητρός, 
5  μόνε  πολυβλεε. 

Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρχ&'.  «"Οτι  παρά  τω  Κυρίω  το  έλεος 
και  πολλή  παρ'  αύτω  λύτρωσις».  Στίχ.  ιΈκ  βαθέων  έκεκραξα  σοι 
Κύριε».  Προφητείας  Ιεζεκιήλ  τό  ανάγνωσμα  (α',  21).  Άρχ.  ιΈν 
τω  πορεύεσθαι  τά  ζωα  έπορεύοντο    καΐ  οΕ  τροχοί».   Τέλος•    ιτοδ 

10  φέγγους  κυκλοθεν  αδτη  ή  δρασις  ομοιώματος  δόζης  Κυρίου  >. 
Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρλ'  ήχος  δ'•  €Έλπισάτω  Ισραήλ  επί  τον  Κύ- 
ριον,  άπό  του  νυν  καΐ  έως  τοΰ>.  Στίχ.  "Κύριε,  ούχ  υψώθη  ή 
καρδία ".  ΚαΙ  εύθυς  "  Τά  διαβήματα  "  και  άπολύ(ουσι).  Στιχολογία 
εις  τήν  τριτέκτην  "Κλΐνον"    και    "Αγαθόν".   Έν    ταύτη    δε  τη 

15  ήμερα  άναγινώσκει  ό  δευτερεύων  τό  κατά  Λουκαν  εύαγγέλιον  είς 
τό  τετραευαγγέλιον,  καθώςπερ  και  τη  Δευτέρα   έποιήσαμεν. 

"Ωρα  ενάτη  αναβαίνει  ό  πατριάρχης  συν  τω  κλήρω  και  τω 
λαω  εις  τό  άγιον  δρος  των  Έλαιών,  κακεΐθ(ι)  επιτελεί  τήν 
άκολουθίαν  και  άναγινώσκει   ό    πατριάρχης    τό    εύαγγέλιον,  καθώς 

20  και  6  Κύριος  ημών  ένετείλατο  τοις  μαθηταΐς  αύτου,  και  ψάλλο- 
μεν  τήν  θ'  ώραν  άσματικώς.  Και  μετά  τό  «Ό  έν  τη  ενάτη 
ώρα»  καΐ  «Ό  δι'  ήμας  γεννηθείς»,  ό  ψάλτης  ψαλμόν  τω  Δαυίδ 
ρλα'•  ήχος  πλάγιος  β'•  «Άνάστηθι,  Κύριε,  είς  τήν  άνάπαυσιν». 
Στίχ.    "Μνήσθητι,     Κύριε,     τω'\  Της     Έζόδου     τό     ανάγνωσμα 

2δ  (β',  5).  Άρχ.  «Κατέβη  ή  θυγάτηρ  Φαραώ  λούσασθαι  έπΙ  τόν 
ποταμόν».  Τέλος•  «έπωνόμασεν  δε  τό  δνομα  αύτοΰ  Μωσήν, 
λέγουσα  έκ  του  δδατος  αυτόν  άνειλόμην».  Ψαλμός  τω  Δαυίδ 
ρλβ'  ήχος  δ'•  «Ιδού  δή  τί  καλόν  ή  τί  τερπνόν».  Στίχ.  «Ώς 
μύρον  έπΙ  κεφαλής  τό  καταβαινον».  Ίώβ  τό  άνάγνωσ;ι.α  (α',  13)* 

2  άμίέτροις  ||  συγχώριιον,  —  7  σε.  —  8  ίεζεχί^^λ.  —  14  κλίνον  ||  ταυτ(7|).  —  16  χα- 
ϊ^ώσπερ.— 17  έννάτ(7))  ||  τόν  λα(όν).— 18  έιΐίτελήί.  — 21  έννάτ(τ;).  — 22  διήίχα;. — 29  μυ- 
ρον  έί:(χεφ3λ(ής)  τόν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   61   — 

ιΈγένετο  ώσεί  ή  ήμερα  αδτη  καΐ  οι  υίοΐ  Ίώβ  και  αϊ  θυγατέ- 
ρες αύτου  ήσθίον».  Τέλος•  «καΐ  ουκ  έδωκεν  άφροσυνην  τω  θεω>. 
Ευθύς  '*Μή  δή  παραδώης".  ΕΤτα  τον  έσπερινόν.  Στιχολογία  τα 
«Προς  Κύριον». 

Στιχηρά  εις  το  "Κύριε  έκέκραςα"  ίδιόμελα.  5 

Ήχος  πλάγιος  β'. 
Δεΰτε,  πιστοί,  έπεργασώμεί)α  |  προΟύμως  τω  δεσπόττ^^• 
νέμει  γάρ  τοις  δούλοις  τον  πλοϋτον  |  και  αναλόγως  έκαστος 
πολυπλασιάσωμεν  |  τό  της  χάριτος  τάλαντον 

δ  μεν  Ι  σοφίαν   κομιείτω  |  δι'  έργων  αγαθών,  10 

δ  δε  Ι  λειτουργίαν  λαμπρότητι  έπιτελείτω, 
κοινωνέ ίτω  δε  του  λόγου  |  ό  πιστό;   τω  άμυήτφ 
και  σκορπιζέτω  τον  πλοΰτον  |  πένησιν  άλλος• 
ούτω  γάρ  τό  δάνειον,  πολυπλασιάσομεν 

και  ως  οΙκονόμοι  πιστοί  της  χάριτος  15 

δεσποτικής  χαράς  άξιωθείημεν 
αυτής  ήμας  καταςίωσον,  Χριστέ  ό  θεός,  ως  φιλάνθρωπος. 

"Α^λο•   ήχο;  -λάγιος  ,3'. 

Ό  νυμφίος  ό  κάλλει  ωραίος  |  παρά  πάντας  άν&ρώπους, 

ό  συγκαλέσας  ήμας  !  προς  έστιασιν  πνευματικήν  του  νυμφώνός  σου,      20 

τήν  δυσείμονά  μου   μορφήν  των  ττταισμάτων 

άπαμφίασον  |  τη  με&έξει  των  παθημάτων  σου, 

και  στολήν  δόςης  κοσμήσας  |  τής  σής  ώραιότητος 

δαιτυμόνα  |  φαιδρόν  άνάδειξον  |  τής  (βασιλείας  σου,  ως  ευσπλαγχνος. 

"Ο'ΑΟ'Λν.  25 

Όταν  έλθης  εν  δόξη  μετ'  αγγέλων  δυνάμεως 
και  καΟίσης  |  εν  ί)ρόνφ,  |  'Ιησου,  διακρίσεως, 
μη  με,  ποιμήν  άγα&έ,  διαχωρίσης• 

οδούς  δεξιάς  γάρ  οΐδας,  |  διεστραμμέναι    δέ  εισιν  αί  ευώνυμοι• 
μη  ουν  έρίφοις  με  |  τον  τραχύν  τη   αμαρτία  συναπολέσης,  30 

αλλά  τοις  εν  δεξιοις  συναριίίμήσας  προβάτοις  |  σώσόν  με,  ως  φιλάνθρωπος. 

3  τό  έίττερΐνόν.  —  8  εκαστως.  —  10  έχδ.  «κόσμε ίτω>  ||  έργων.  —  11  έκδ.  «λαμ- 
7:ρότητος^  1|  -λ.  «έττιμελεΐτο».  —  12  χοινωνεΐτο  ||  τώι  λόγω  ||  πιστώς  τώ  άμυείτω.  — 
13  σχορπιζέτο.  —  14  ούτω  ||  πολυπλασιάσωμεν.  —  16  άξιωΗώμεν.  —  21  δυσίμονα. — 
23  δόξ  ή  χοσμήσας.  —  24  δαιτοιμόνα.  —  26  οτ  αν.  —  27  κσθήσης  —  28  διαχωρήσης.  — 
29    διεστραμμένα  δεεισιν.  —  31  έκδ.  <έχ  δεξιών». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  62  — 

"Αλλα  στιχηρά•  ήχος  πλάγιος  |3'  προς  το  «Ή  απεγνωσμένη  δια  τον». 

*0  θβός  ό  Οελων  |  πάντας  σω&ηναι  |  επιβλέπων  ΐοε  |  τήν  δέησίν  μου 

και  μη  μου    τά  δάχρυα  |  ώς  μάταια  άπωσης• 

τις  γαρ  |  προσηλΟέν  σοι  προσχλαίων  |  χαι  ευ&υς  ουκ  έσώ&η; 

5  τις  δε  |  έβόησεν  θερμώς  σοι  |  και  ευ&ύς  ουκ  ήκούσ&η; 

και  γάρ,  δέσποτα,  |  ταχύς  εις  σωτηρίαν 

ευρίσκει  πασι  τοις  αίτοΰσί  σε  |  δια  |  το  μέγα  ελεός  σου. 

'*0|Α0ί0ν. 

Το  ολίγον  βλέπω  |  των  έμών  χρόνων  |  και  όρώ  το  πλή&ος  |  των  εγκλημάτων 
10  βυΟψ  άπογνώσεως  |  συμπνίγομαι    ό  τάλας* 

πυρ  γάρ  |  το  άσβεστον  έκεΐβεν  |  τους  άνομους  προσμένει* 

σκώληξ  |  ακοίμητα  κολά![ων  |  και  βρυγμούς  των  οδόντων 

άλλα,  Κύριε,  |  αυτών  με  ρϋσαι 

και  της  με>ν>νθύσης  βασιλείας  άξίωσον  |  δια  |  το  μέγα  σου  έλεος. 

1δ  Όμοιον. 

'Ώ  της  τών  αγίων  |  χαράς  και  τρυφής,  |  ω  της  τών  δικαίων  |  άγείρω  ζωής! 

εν  οΐς  με  κατάταςον,  |  Χριστέ,  ώς  ευεργέτης, 

λύων  Ι  τους    τών  αμαρτιών  μου  |  δεσμούς    προ  του  θανάτου, 

πύλας  |  άνοίγων  παραδείσου  |  ώς  τω  πιστφ  ληστή   σου, 

20  δταν  μέλλεις  με  |  του  ένεστώτος 

βίου  τη  ση  κελεύσει,    φιλάν&ρωπε,  |  άπο  |  δημήσαι  τον  δοΰλόν  σου. 

Εις  το  Δόξα  ήχο;  β'. 

ΚαΙ^αρίσωμεν  εαυτούς,  αδελφοί, 

άπό  παντός  μολυσμοΰ  |  σαρκός  καΐ  πνεύματος, 
25  τάς  λαμπάδας  ημών  φαιδρύνοντες  |  δια  φιλαν&ρωπίας, 

μη  κατεσ&ίοντες  αλλήλους  |  τή  συκοφαντία• 

εφ&ασεν  γάρ  ό  καιρό;, 

δταν  ό  νυμφίος  έλεύσεται  |  πασιν  άποδοΰναι  κατά  τά  έργα  αύτοΰ- 

συνεισέλ&ωμεν  Χριστώ  |  μετά  τών  φρονίμων  παρ&ένων, 
30  την  φωνήν  εκείνην  του  ληστού  |  προς  αυτόν  άναπέμποντες 

"μνήσ&ητι  ημών,  Κύριε,  |  δταν  ελ&ης  εν  τή  βασιλεία  σου". 

Και  εύ&ύς  εισοδεύει  ό  πατριάρχης  και  γίνεται  κα&έδρα,  */α1 
εύ&ύς  ό  ψάλτης  προκείμενον  ήχος  πλάγιος  β'•  «Προς  σε,  Κύριε, 
ηρα  τήν  ψ'-)χήν  μου,   ό   θεός  μου».   Στίχ.    «Μηδέ  καταγελασάτω- 

9  όρώί.  —  11  -ροσ|χένη.  —  14  (Αελούσης. —  16  ώ...  ώ.  —  34  ήρα  τ.  ψϋχή}Α(ου). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   63  — 

σάν  [χε>.  α'  Γενέσεως  τό  ανάγνωσμα  (ζ',  6-24 — η,  1-21)' 
«Έγένετο  έν  τω  έζαχοσιοστω  ετει  έν  τη  ζωη  το5  Νώε  καΐ  ό 
καταχλυσμός  έγένετο  έπΙ  της  γης•  εισήλι^εν  δε  Νώε».  Τέλος*  «χαΐ 
άνήνεγκεν  όλοχάρπωσιν  έπΙ  τό  θυσίαστήριον,  και  ώσφράν^η  ό 
θεός  όσμήν  εύωδίας».  |3'  Παροιμιών  το  ανάγνωσμα  (θ')•  «Ή  5 
σοφία  ωκοδόμησεν  έαυτη  οίκον».  Τέλος•  «καΐ  προστεθήσεταί  σοι 
ετη  ζωής»,  γ'  προφητείας  ΉσαΓου  τό  ανάγνωσμα  (μ,  9-17)' 
«Τάδε  λέγει  Κύριος•  Έπ'  δρος  ύψηλόν  άνάβηθι  6  εύαγγελιζόμενος 
την  Σιών».  Τέλος*  «καΐ  πάντα  τα  έθνη  εις  ουδέν  εΐσιν,  καΐ  είς 
οόθέν  έλογίσθησαν».  Και  ευθύς  το  «Φώς  ίλαρόν»,  καΐ  ό  ψάλτης  10 
προκείμενον  ήχος  πλάγιος  |3'•  «^Ηρα  τους  οφθαλμούς  μου  εις  τα 
δρη,  δθεν  ?)ξει  ή  βοήθεια  μου».  Στίχ.  «Ή  βοήθεια  μου  παρά 
Κυρίου  του  ποιήσαντος.  Ευθύς  ό  διάκονος  λέγει  «ΚαΙ  υπέρ 
του  καταξιωθήναι  ήμας»,  και  ό  πατριάρχης  το  εύαγγέλιον.  Έκ 
του  κατά  Ματθαίον  αγίου  ευαγγελίου  (το  ανάγνωσμα•  κδ',  3-51.  15 
κε'  και  κς'  1-2).  Άρχ.  «Καθήμενου  του  Ίησου  έπί  του  δρους 
τών  Έλαιών».  Τέλος•  «και  ό  υ?ός  του  άνθρωπου  παραδίδοται 
είς  το  σταυρωθηναι » .  Και  ευθύς  «Καταςίωσον  Κύριε»,  και  λέ- 
(γουσι)  τά  στιχηρά•   ήχος  δ'  προς  το    «Έδωκας  σημείωσιν  τοΐς». 

Ψυχή  μοϋ  το  τάλαντον  |  βις  έργασίαν  δ  εΐληφας  20 

έμπορεύου-   εγγίζει  γαρ  |  κριτής  ό  αλάθητο; 

συν  πλουσίφ  τόκφ  |  τούτο  άπαιτήσαι 

ο  δια  σέ  χατακριθεις  |  έπι  Ποντίου  Πιλάτου  θάνατον, 

δπως  αθάνατη  ση  σε  |  επιμελώς  κάτω  νεύουσαν 

προς  τά  πάθη  τά  αλλότρια,  |  εξ  ων  τάχος  άνάνευσον.  25 

Στίχ.  «Κύριε,  μ-ή  τω  θυμω  σου  έλέγς7)ς  με>. 

Κριτήν  δικαιότατον  |  μόνη  έκόησας,  δέσποινα,  |  Ίησοΰν  τον  θεον  ημών 

αυτόν  ουν  ικέτευε  |  κατακεκριμένον  |  και  ήπορημένον 

έν  τη  μελλουση  φοβέρα  |  κρίσει,  παρθένε,  |  μή  κατακρΐναί  με, 

συντάςαι  δε  τοΧς  μέλλουσιν  |  έκ  δεξιών  τούτου  ιστασ&αι  30 

έχλεκτοις   δια  έλεος  |  και  πολλή  ν  αγαθότητα. 

2  ετη. — 4  όσφράν|}η. — 7  ετη.— 11  ήρα. — 12  ήςει.— 20  τον  τάλαντον. — 21  κριτή;.— 
22  σϋμ-λοοσίω.  —  27  δικαιώτατον.  —  28  χαταχεχρημένον  ||  ύπορρημ-ένον.  —  29  μ.ε- 
λοΰαεί  φοβερά  [)  καταχρίναι.  —  30  ιστασ^^αι.  —  31  έ-Λλεκτους. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   64  — 
*Αλλο  στίχηρόν   ήχος  β'  προς  τό    «"Οτε  έκ  του  ξύλου». 

Ιτίχ.  «Έλέησόν  με    ό  θεός  χατά». 

"Οτβ  Ι  έπΙ  γης  και  ουρανού  |  ό  άπροσωπόληπτος  ήξει 
του  χρίναι  πασαν  πνοήν,  |  ελχει  προ  του  βήματος 
5  σου  ό  φρικτός  ποτααός  |  φοβερόν  με,  ριγήματι 

πυρός  του  άσβεστου  |  φλέγων  άδυσώττητα  |  τους  άμαρτήσαντας• 
τότε  |  εν  τη  ώρα  τη  φρικτή  |  φεΤσαί  μου  ώς  ευσπλαγχνος  μόνος, 
της  εξ  ευωνύμου  μοίρας  με  λυτρούμενος. 

Δόξα.  Όμοιον. 

Κ)  "Απαξ  Ι  ουρανός  τε  και  ή  γη  |  και  τα  εν  αύτοΧς  τών  κτισμάτων 

τρέμει  κριτου  την  όργήν  |  φρίττω  τό  άπρόσιτον 
της  παρουσίας  αύτου,  |  οτε  βίβλοι  ανοίγονται 
ελέγχοντες  πράξεις,  |  κρύφια  του  σκότους  δε  |  δημοσιεύονται• 
φρίξον,  Ι  ώ  ψυχή  μου   ά&λία,  |  και  προς  τα  πρακτέα  σου  βλέπων 

15  χαι  εν  μετανοία  τούτον  έξιλέωσαι. 

Και  νΰν  και  άεί. 
Την  πασαν  ελπίδα  μου  |  εις  σε  άνατίΟημι,  |  μήτερ  του  φωτός• 
φύλαξόν  με  |  υπό  τη  σκέπει  σου. 

ΚαΙ  6  δίάχονος  τήν  αΓτησιν    Ό   Ιερεύς  έχφώνως    «"Οτι  πρέ- 
20    πει».   ΚαΙ  ό  διάκονος  ό  έπΙ  του  δμβωνος  λέγει  προς  τους  κατη- 
χουμένους•    «Τάς  κεφάλας  υμών  τω  Κυρίω  κλίνατε».  Και  ό  ιερεύς 
τήν  εύχήν  τών  κατηχουμένων  «Εύλόγησον  νδν,  Κύριε,  τους  δούλους 
σου   τους  κατηχουμένους,   ους  προσεκαλέσω  κλήσει  αγία»  κτλ.  (δρα 
σ.  48).  Εκφωνεί   «"Ινα  και  αυτοί  σύν  ήμΐν».  Και  ό  διάκονος•   «Έν 
25    δίρή'^Ή  πορεύεστε  οι  κατηχούμενοι: — Και  ύμεΐς  οι  προς  το  φώτι- 
σμα τϊ]  χειρο&εσία  προσέλι>ετε».  Είτα  ό  διάκονος  ό  κάτωι)εν  «Κλί- 
νατε»,   και  ό  ιερεύς  τήν  εύχήν  προς  τό  φώτισμα•     «Κύριε  άγιε, 
ό  έν  ύψηλοΐς»   (σ.   48).    Έκφώνως•     «"Οτι    θεός    ελέους».  Είτα 
πάλιν    ό  έπι    τοίϊ    αμβωνος    διάκονος-    «Εγείρεστε».   ΕΤτα  πάλιν 
30    λέγει•    «Έν  ειρήνη  πορεύεστε:  —  Και  ύμεΤς  οι  προς  τό  φώτισμα 

3  ά-ροσω-όλειπτ&ς   ήξει.  —  4  ε)νχει.  —  5  ό  φρ.  π.  φ.  (Αεν    ρηζήματι.  —  7  φριχτή. 

ε 
φείσαί  μου.  —  13    έλέγχον  τε.  —  14  φρίξον  ||  Γραχταΐα.  —  15    έςίλαίωσίχι.  —  19  εύχήν 

τους.  —  22  δούλοσσου.  —  26    προσέλθατε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  6δ   — 

τών  κατηχήσεων  μνημονεύο'^/ϋες,  σπουδαίως  συνάγεσθε».  ΚαΙ  ό 
κάτωθεν  διάκονος  «Προσέλθετε».  Ό  ιερεύς  έκφώνως•  «"Οτι  πρέ- 
πει πασα^.  Ό  διάκονος•  «Έν  ειρήνη  Χρίστου  ψάλατε.  «Και 
εΤθ'  οδτως  λιτ(ανε6ομεν)  έπί  την  Άγίαν  Άνάστασιν  ψάλλοντες• 
ήχος  βαρύς•  «Ιδού  σοι  τό  τάλαντον»   κτλ.  (δρα  σελ.  59).  ^ 

Είτα  Δόςα•  ήχο;  β'•  τό  χονδάχιον. 

Τήν  ώραν,    ψ«χήι  |  τοο  τέλο•>'ς    εννοήσασα  |  και    τήν  έκκοπήν 

της  συκής  δειλιάσασα,  |  το  δο&έν  σοι  τάλαντον 

φιλοπόνως  εργασαι,  ταλαίπωρε,  |  γρηγορούσα  καΐ  κράζουσα 

"  μη  μβίνωμεν  εξω  |  του  νυμφώνος  Χρίστου  ".  1^ 

Ευθύς  «Κατευθυνθήτω»,  το  «Νυν  απολύεις»,  τρισάγιον,  τό 
«Κύριε  έλέησον>  μ'.  Ό  διάκονος•  «Μή  τις  τών  κατηχουμένων» . 
Οί  ψάλται  «Νυν  αί  δυνάμεις».  Και  μετά  το  πληρώσαι,  λέγει 
ό  διάκονος  «Έν  σοφία  θεού:  —  Πρόσχωμεν».  Ό  ιερεύς  «Πιστεύω 
εις  Ινα  θεον».  Και  μετέπειτα  ό  διάκονος  <Στώμ3ν  καλώς•  έν  ΐδ 
ειρήνη  του  Κυρίου  δεηθώμεν».  Ό  ιερεύς•  «Και  δός  ήμΐν  εύπρόσ- 
δεκτον  γενέσι)αι».  Ό  λαός•  «Πάτερ  ήμών>.  Ό  διάκονος  «Τάς 
κεφάλας  υμών*.  Ό  Ιερεύς•  «Σοι  γαρ  προσκυνουμεν » .  Ό  λαός• 
«Αμήν».  Ό  ιερεύς•  «Και  εσται  ή  χάρις».  Ό  διάκονος•  «Μετά 
φόβου  θεοΰ».  Ό  ιερεύς  ύψοΤ  τά  άγια  λέγων  «Τα  προηγιασμένα  20 
δώρα,  τά  άγια  τοΐς  άγίοις»,  και  ό  διάκονος  έκτενήν.  Κοινω- 
νικόν  «"Άρτον  ούρανον  καΐ  ποτήριον  ζωής  γεύσασθε  καΐ  ϊδετε, 
δτι  Χρίστος  ό  Κύριος».  Στίχ.  «Μακάριος  άνήρ,  δς  ελπίζει  έπ' 
αυτόν  |  αρτον  άδαπάνητον  |  και  αίμα  σωτήριον  |  γεύσασθε  καΐ 
ϊδετε  δτι  Χριστός  6  Κύριος».  2δ 

Ευχή  της  απολύσεως. 

«Κύριε  Ίησου  Χριστέ  ό  θεός  ημών,  ό  προς  τήν  παροΰσαν 
ήμας  άφικέσθαι  καταςιώσας  του  πάθους  σου  ήμέραν,  δι'  ου  έλυ- 
τρώσω  του  χαχΎΐ'^ούς  τής  αμαρτίας  σκότους  τό  ασθενές  ημών  τών 
αμαρτωλών    γένος,    υπό    του  διαβόλου    πάλαι    άλώσιμον  γεγονός,    30 

2  προσέλθατε.  —  14  προσχώίΑεν.  —  18    ημών  ||  σοι.  —  20    ύψοΊ.  —  22    άρτον.  — 
30    ά).ώσιμον. 

5 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   66   — 

αυτός  καΐ  νυν,  φιλάνθρωπε  Κύριε,  εχάνωσον  ήμας  δι'  έντευξεως 
ακριβούς  καΐ  αρετών  έπικτήσεως,  γρηγορουντας  έγκάρπως  τε  και 
των  σων  εντολών  μεμνημ,ένους  και  τά  τών  ημετέρων  ψυχών  άγ- 
γεΤα  της  του  ελαίου  μη  δεδημένα  παραπληρώσεως  έχοντας,    ταΐς 

5  φρονίμοις  παρθένοις  ταϊς  πολυπλααιασάσαις  σοι  το  έμπιστευθέν 
αύταΐς  τάλαντον  καΐ  παντοδαπαϊς  αρετών  ίδέαις  καταφαιδρυνάσαις 
συνελθεΤν  άνυστάκτως  και  άρρα&ύμως  εις  τήν  δφραστον  άπόλαυ- 
σιν  του  νυμφώνος,  της  βασιλείας  σου,  και  άκουσαι  της  μεγάλης 
εκείνης    και    ευκταίας  φωνής  λεγούσης  '' δεύτε  οι  ευλογημένοι  του 

10  πατρός  μου•  κληρονομήσατε  τήν  ήτοιμασμένην  ύμΐν  βασιλείαν", 
ης  γένοιτο  πάντας  ήμας  έπιτυχεΐν  χάριτι  και  φιλανθρωπία  του 
άχραντου  και  ά&ανάτου  σου  πατρός,  συν  τω  παναγίω  και  άγαθω 
και  ζωοποιω  σου  πνεύματι,  νυν  καΐ  άει  και  εΙς  τους  αιώνας 
τών  αιώνων». 

15  Και  ευθύς  ό  πατριάρχης  άρχεται  της  παννυχίδος.    Προκείμε- 

νον  ήχος  πλάγιος  β'•  «Μακάριος  άνήρ  ό  φοβούμενος».  Στίχ. 
«Δόζα  και  πλούτος  έν  τω».  ΕΤθ'  ούτω  το  «Πάσα  ττνοή».  Έκ 
του  κατά  Λουκαν  αγίου  ευαγγελίου  τό  ανάγνωσμα  (ιβ',  35 — 59) 
«ΕΤπεν  ό  Κύριος•   εστωσαν  αί  όσφύες  υμών  περιεζωσμέναι».  Τέ- 

20  λος•  «Ιως  ου  και  τό  εσχατον  λεπτόν  άποδώς»•  Ευθύς  τροπάριον* 
ήχος  πλάγιος  δ'•  «Ώς  φοβερά  ή  κρίσις  σου.  Κύριε».  Δόξα...  και 
νυν.  «Δέσποινα,  δέσποινα,  δταν  με  στήση  γυμνόν  ό  υιός  σου  και 
κρίνη  με».   Και  τό  «Κύριε  έλέησον»   γ'  και  απολύει. 


ΤΗΙ  ΑΠ  ΑΙ  ΚΑΙ  ΜΕΓΑΑΗΙ  ΤΕΤΑΡΤΗΙ. 

25  Εις  τόν  δρθρον  κάθισμα  εις  τό  Αλληλούια*  ήχος  πλάγιος  δ'. 

"Ιδού  ό  νυμφίος  έρχεται"  κτλ.  Ευθύς  στιχολογία*  "Κύριε  εισά- 
κουσον  της  προσευχής  μου".  Κάθισμα  ήχος  β',  προς  τό  «Τά 
άνω  ζητών». 

6  εΐδέΐίς.  —  15  ίτανυχίδος.  —  22  στήσει  γυανός.  —  23  χοίναι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  67  — 

*9ς  μόρον  σβπτόν  |  χαΐ  θείον  και  άτί[ΐητον 

της  πόρνης,  Χριστέ,  |  το  [χύρον  δεχη  σήμερον 

των  ποδών  φιλήματι  (  το  δασώδες  χα&αιρεις  τών  πράξεων 

συν  αί)τη  ούν,  μόνε  Σωτηρ,  |  τους  πό&φ  τιμώντας  σε  |  οικτείρησον. 

Εις  τό  Δόξα . . .   χιΧ  νυν  ήχο;  β'.  5 

Πρόσδεξαι,  Κόριε,   την  δέησιν  ημών,  |  ώς  προσεδέξω  Αβραάμ  την  θοσίαν 
χαι  Πέτρου  την  μετάνοιαν,  |  του  τελώνου  τον  στεναγμον 
και  της  πόρνης  τα  δάκροα,  |  τών  μυροφόρων  γυναικών  τα  θυμιάματα, 
του  ληστου  την  όμολογίαν  έπΙ  του  σταυρού, 

και  έπάκουσον  ημών  εν  ημέρα  θλίψεως•  10 

τών  βαρβάρων  τήν  έπανάστασιν  |  εν  τάχει  κατάβαλε 
χαι  σώσον  τον  κόσμον  σου,  |  πρεσβείαις  της  Θεοτόκου 
και  πάντων  τών  αγίων  σου,  |  μόνε  φιλάνθρωπε. 

Ε69ί>ς    άνάγνωσις  πβρί    της  πόρνης  καΐ   στιχολογία-   «Έςομο- 
λογεΐσθε    τω  Κυρίω,    δτι    αγαθόν».     Κάθισμα    ήχο;   γ',  προς  τό    15 
«Τήν  ωραιότητα  της  παρθένου». 

Πόρνη  προσήλΟέν  σοι  |  μύρον    συν  δάκρυσιν 

κατακενουσα  σοϊς  |  ποσίν,  φιλάνθρωπε, 

και  δυσωδίας  τών  κακών  |  λυτρουται  τη  κελεύσει  σου• 

πνέων  δε  τήν  χάριν  σου  |  μα&ητής  ό  αχάριστος,  20 

ταύτην    αποβάλλεται  |  και  βορβόρω  συμφύρεται, 

φιλαργυρία  απεμπολών  σε•  |  δόξα.  Χριστέ,  τη  εύσπλαγχνία  σου. 

"^Αλλο  εις  τό  Δόζα•   ήχος  γ'  προς  τό    «θείας  πίστεως». 

Βουλευτήριον  παρανομία;  |  συναθροίζεται 

του  Καϊάφα  [  εν  τη  αύλη,  του  Οανατώσαί  σε,  Κύριε,  25 

τον  μαθητήν  και  προδότην  σου,  δέσποτα, 

ώς  συνεργόν  πονηρόν  έπαγόμενον, 

δν  διήλεγξας,  |  δεινώς  κατά  σου  κινούμενον, 

μή  θέλοντα  λαβείν  |  τό  μέγα  έλεος. 

"^Αλλο  ε?ς  τό  Και  νυν  ήχος  δ'  προς  τό  «Ό  υψωθείς  έν  τω».    30 

Τήν  πολυθρήνητον   όρμήν  του  Ίουδα 

καΐ  τήν  άνήμερον   ψυχήν  του  προδότου 

τίς  μή  θρηνήσει  σήμερον  και  κλαύσει  σφοδρώς; 

1  €μΰρον»•  οΰτω  ποτ^τιχοΰ.  —  3  δυσώδίς  και^αφο:;.  —  14  τ»|ν  ττόρνην.  —  16  ώραιώ- 
τητο. — 17  συνδίχρυσίν. — 20  σϋνφέρηται. — 28  οιήλεγξας.  —29  €Ίουδ2ι»•  οΰτω    ηοΝταγοΌ. 

* 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   68   — 

φίλος  γαρ  απόστολος  |  μαθητής   χαι  γνωστές  ων 
σπεύδει  τόν  διδάσχαλον  |  έπΙ  θάνατον  αξαι• 
άλλ'  ως  οιχτίρμων  λύτρωσαι.  Χριστέ, 
της  τούτου  πάντας  απάτης,  ως  ευσπλαγχνος. 

5  Ευθύς    άνάγνωσις    περί  της  προδοσίας  του  Ιούδα  χαΐ  στεχο- 

λογία    τό    ιΕΐπεν    ό  χύριος    τω  χυρίω    μου».    Κάθισμα  ήχος  δ', 
προς  τό    «Κατεπλάγη  Ιωσήφ». 

Βουλευτή ριον,  Σωτήρ,  |  παρανομίας  χατά  σου 
ιερείς  χαι  γραμματείς  |  φΟονψ  φερόμενοι  δεινώς 
10  εις  προδοσίαν  έχίνησαν  τόν  'Ιούδαν 

δΟεν  άναιδώς  έξεπορεύετο,  |  έλάλει  χατά  σοΰ 

τοις  παρανόμοις  λαοΤς•  |  "τί  μοι,  φησίν,  παρέχετε 

κάγώ  ύμΐν  |  αύτον  παραδώσω  εις  χείρας  υμών"; 

της  χαταχρίσεως  τούτου  |  ρυσαι.  Κύριε,  τάς  ψυχάς  ημών. 

15  *  Εις  τό  Δόξα  ήχος  πλ.  δ'  προς  τό  «Τήν  σοφίαν». 

Ό  Ιούδας    τη  γνώμη  φιλάργυρε! 
χατά  του  διδασχάλου  ό  δυσμενής 
κινείται  βουλεύεται,  |  μελέτα  τήν  παράδοσιν 
του  φωτός  εκπίπτει,  |  τό  σκότος  δεχόμενος• 

20  συμφωνεί  τήν  πράσιν,  |  πωλεί  τόν  άτίμητον 

δθεν  και  άγχόνην  |  άμοιβήν  δν  παρέδρα 
ευρίσκει  ό  άθλιος  |  παραδοΰναι  τόν  Κύριον 
της  αύτοδ  ήμας  λύτρωσαι  |  μερίδος,  Χριστέ  ό  θεός, 
τών  ττταισμάτων  άφεσιν  δωρούμενος 

25  τοις  έορτάζουσι  πό8ω  |  τό  άχραντον  πάθος  σου. 

Και  νυν  ήχος  πλ.  δ'•  Ιδιόμελον. 

Μή  έπιλήσει.  Κύριε,  του  οικτειρήσαι  ημάς, 
μηδέ  μνησθης  αρχαίων   άνομημάτων  ημών 
άλλα  μνήσθητι    του  σταυρού  σου  και  της  λόγχης 
30  χαι  κατάβαλε  τά  σκάνδαλα  |  φυλάττων  τήν  ποίμνην  σου 

έκ  χειρός  τών  έχθρων  σου  |  δι'  έντεύξεων  της  σέ  τεκούσης, 
μόνε  αγαθέ  και  φιλάνθρωπε. 


4  απάτης  —  5  τήν  προδ.  Ιούδας.  —  7  χατεπλάγει.  —  10  προδωσίαν  ||  Ιοΰδαν.  — 
10  €ΐοΰδας»•  οοτω  πανταχού. — 18  μελετά  τήν  παράδωσιν— 20  πολεΐ  —  22  εύρήσχει — 
27    οιχτηρησαι.  —  28    μνηαθής. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  69  — 

Εύ&ός  άνάγνωσιν  και  τον  πεντηκοστόν  ψαλμόν. 

Τροπάριον  ψαλλόμενον  ει;  τον  ν'•  ήχο;  πλάγιος  [^'. 

"Οτι  την  άνομίαν  μ.θϋ  |  εγώ  γινώσχω 

και  ή   αμαρτία  μου  !  δια  παντός  ενώπιον  μου  εστίν 

σοι  μένψ  ήμαρτον  |  έλέησόν  με.  5 

Ει;  το  Δόξα  ήχος  πλ.  β',  ττρός  το  «Τριήμερος  ανέστη;,  Χριστέ». 
Έλέησον  |  έλέησον  |  τους  έπι  σοι  προστρέχοντας,  |  Θεοτόκε- 
και  γαρ  μόνη  προ;  θεόν  |  απλετον  παρρησίαν 
ώς  τοότοϋ  μήτηρ  έχεις  |  και  δσα  θέλεις  τελεΧν  δύνασαι. 

Ευθύς  τό  τριώδιον  ήχου  ^,    φέρον  ακροστιχίδα  τήνδε*     €Τε-    10 
τράδι  ψαλώ». 

*Ωδή  α. 
Της  πίστεως  εν  πέτρα  με  στερεώσας 

έπλάτυνας  το  στόμα  μου  έπ'  εχθρούς  μου• 

εύφράνθη  γαρ  τό  π^^εΰμά  μου  εν  τψ  ψάλλειν  15 

"  ουκ  εστίν  άγιος  |  ώς  ό  θεός  ήμων, 

και  ουκ  εστί  δίκαιος  πλην  σου,  Κύριε ". 

Έν  κενοΐς  τό  συνέδριον  των  ανόμων 
καΐ  γνώμη  συναθροίζεται  κακοτρόπψ 

κατάκριτον  τόν  δίκαιον  άποφήναι,  20 

Χριστέ,  ω  κράζομεν  |  "  συ  ει  ό  θεός  ημών 
και  ουκ  εστίν  δίκαιος  πλην  σου,  Κύριε ". 

Τό  δεινόν  βουλευτή  ριον  των  ανόμων 
σκέπτεται,   θεομάχου  ψοχής  ί)πάρχον, 

ώς  δύσχρηστον  τόν  δίκαιον  κατακρϊναι  25 

Χριστόν,  ψ  ψάλλομεν  |  "  συ  ει  θεός  ημών 
και  ουκ  εστίν  άγιος  πλην  σου.  Κύριε". 

Ευθύς  κονδάκιον  ήχος  δ',  προς  τό  «Ό  υψωθείς  έν  τω  σταυ- 
ρω  εκουσίως». 

Τπέρ  τήν  πόρνην,  αγαθέ,  |  άνομήσας  30 

δακρύων  δμ|3ρους  ουδαμώς  |  σοι  προσήξα, 
αλλά  σιγή  δεόμενος  προσπίπτω  σοι, 

9  θέλης.  —  10  τώι  τριώδ.  ||  τάδε.  —  14  έπεχΗρούς.  —  16  €θύκέστιν»•  ούτω  χαι 
εφεξής. —20  δίχαιον]  έχδ.  «ρυστην  σε». — 25  χαταχρΐναι.]  έχδ.  ΟΙΐΓίβΙ;  «άποχτβΐναν».— 
37  προσήξα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  70  — 

πό&φ  άσπαζόμενος  |  τους  αχράντους  ττόδας  σου. 
δπως  [ΐοι  συγχώρησιν  |  ώς  δεσπότης  παράσχης 
των  όφληΐλάτων  χράζοντι,  Σωτήρ, 
"  6Χ  του  βορβόρου  |  των  Ιργων  μου  ρύσαί  με  ". 

5  Ό  οΙγΛς. 

Ή  πρώην  ασα>τος  γυνή  [  εξαίφνης   σώφρων  ώφθη 

μισήσασα  τα  έργα  |  της  αίσχράς  αμαρτίας  |  χαι  ήδονάς  του  σώματος, 

διενθυμουμένη  |  την  αίσχύνην  χαι  πολλήν  |  οδύνην  της  χολάοεως, 

ην  {)ποστησονται  πόρνοι  χαι  άσωτοι,  |  ών  περ  πρώτος  πέλω  |  χαι  πτοούμαι• 

10         άλλ'  εμμένω  |  τη  χαχη  μου  |  συνήθεια  ο  άφρων* 

ή   πόρνη  δε  γυνή  |  χαι  πτοηθεισα  |  χαι  σπουδάσασα  πολί) 
ήλ&εν  βοώσα  |  προς  τον  λυτρωτή  ν 
"  φιλάνθρωπε  χαι  οιχτίρμων  |  (ν  ν)  ^^  '^οΰ  βορβόρου 
των  έργων  μου   ρυσαί  με". 

15  ΚαΙ  άνάγνωσις. 

*Ωδή  τ;. 

Τη  μα  τυράννου  |  έπει  υπερίσχυσεν 
έττταπλασίως  χάμινος  έξεχαύ(^η  ποτέ, 
εν  η  Ι  παίδες  ούχ  έφλέχΟησαν 
20  βασιλέως  πατήσαντες  δόγμα* 

άλλ'  έβόων  πάντα  |  τα  έργα 
χυρίου  τον  χύριον  υμνείτε 
χαι  ΰπερυψουτε  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας. 

Άποχενοΰσα  |  γυνή  μύρον  εντιμον 
25  δεσποτιχη  χαι  θεία  φριχτή  χορυφη, 

Χριστέ,  [  των  ιχνών  σου  έπελάβετο 

των  άχραντων  χεχραμέναις  παλάμαις 

χαι  έβόα  "  πάντα  |  τα  έργα 

χυρίου  τον  χύριον    υμνείτε 
30  και  ύπερυψοΰτε  |  εις  πάντας  τους  αιώνας '. 

Δάχρυσι  πλύνει  |  τους  πόδας  ύπεύ&υνος 

αμαρτιών  του  πλάσαντος  |  χαι  έχμάσσει  Οριξί* 

1    των    αχράντων     ποδών.  —  6    εξ     αίφνης.  —  7    τοΰ    σώματος]    έκδ.    «τάς    της 
σαρχός».  —  8  δΓ    ένθομοομένην.  -    9  ήν]  ην  ||  έχδ.    «ύποστώσι»  ||  πτωοΰμαι.  —  10     έν- 
μένω  II  έχδ.  €τών  χαχών•  ||  συνή^^εια.  —  11  πτωιΟεΐσα.  —  17  έπει]  έπι.  —  24    γυνή  μο 
ρον.  —  25  φριχτή.  —  26  έπελάβετω.  —  32  έχδ.    «άμαρτίαις. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   71   — 

διό  Ι  των  εν  βίφ  οι)  διήμαρτεν 

πεπραγμένων  της  άπολυτρώσεως 

χαΐ  έβόα  "πάντα  |  τα  έργα 

κυρίου  τον  χύριον  ύμνεΤτε 

χαι  ύπερυψοΙ5τε  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας  ".  5 

Ίερουργεϊτε  |  τό  λυτρον  εύγνώμονι 

έχ  σωτηρίων  σπλάγχνων  τε  χαι  δακρύων  πηγής, 

εν  η  Ι  δια  της  έξαγορεύσεως 

έχπλυθεϊσα  ου  χαττοσχυνετο, 

άλλ'  έ,3όα  "  πάντα  )  τα  έργα  '  10 

κυρίου  τόν  χύριον  υμνείτε 

χαι  ύπερυψοΰτε  |  αυτόν  εΙς  τους  αιώνας  ". 

ΚονδάχιοΝ  ήχος    γλ.  δ',  ιδ'.όμελον 

Ό  πόρνην  χαλέσας  |  θυγατέρα,  Χριστέ  ό  θεός, 

υιόν  μετανοίας  χαί  με  άνάδειξον  15 

δέομαι  ρϋσαί  με  του  βορβόρου  τών  έργων  μου. 

Ό   οιχος. 

Τα  ρήματα  του  Χρίστου  |  χαΟάπερ  αρώματα 

ραινόμενα  πανταχού  |  βλέπουσα  ή  πόρνη  ποτέ 

χαι  τοις  πιστοις  πάσιν  |  πνοήν  ζωής  χορηγουντα  20 

τών  πεπραγμένων  αυτή  |  τό  δυσώδες  έμίσησεν, 

εννοούσα  την  αισχύνην  |  τήν    εαυτής    έγγινομένην 

πολλή  γαρ  θλίψις  γίνεται  |  τότε  τής  πόρνης  έχει 

ως  εις  ε'ιμι  |  χαι  έτοίμως  |  πέλω  προς  μάστιγας, 

ας  πτοη&εΐσα  ή  πόρνη  |  ούκέτι  έμεινε  πόρνη•  25 

έγώ  δε  και  πτοούμενος  κραυγάζω 
α   α 
(ν  α)  λύτρωσαί  με  του  βορβόρου  τών  έργων  μου. 

'Ωδή  »'. 

Ψυχαΐς  χαΒαραΤς  |  και  άρρυπάντοις  χείλεσιν 

δεύτε  μεγαλύνωμεν  τήν  άκηλίδωτον  30 

και  ύπέραγνον  μητέρα  του  Εμμανουήλ, 

6  βκδ.  «ίερουργεΐται».  Οΐιη'δΐ;  €ίερουργεΐτο».  —  9  έχπλυθήσα  ού  κατοισχϋνέτω. — 
14  θογατέραν.  —  18  αρώματα.  —  23  πο/λή  γαρ  «θλίψεις.  —  24  πτωηΗεΐσα.— 26  πτωοΰ- 
μενος.  —  29  χ.  «άρύπαν  τοΐς»•  έχδ.  ένετ.  «άρρυ-ώτοις».  —  31    υττέρ  άγνον  μ.   τον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   72  — 

δι'  αυτής  τφ  εξ  αυτή;  |  προσφέροντε;  πρεσβείαν  τεχί^έντι- 
φεισαι  |  των  ψυχών  ή[χων,  |  Χριστέ  ό  Θεός  και  σώσον  ή|ΐάς. 

Άγνώμων  φάνεις  |  και  πονηρός  ζηλότυπος 
δώρον  άζιό&εον  (  λογοπραγεΐ,  δι'  ου 
5  όφειλέσιον  έλύίΐη  αμαρτημάτων, 

καπηλεύων  ό  δεινές  |  Ιούδας  τήν  φιλό&εον  χάριν 

φεισαι  |  των  ψυχών  ημών,  |  Χριστέ  ό  θεός  και  σώσον  ημάς. 

Λέγει  πορευ&εις  |  τοις  παρανόμοις  άρχουσι• 
"  τί  μοι  δούναι  θέλετε  |  κάγώ  Χριστόν  ύμιν 
10  τόν  ζητούμενον  τοΤς  Οέλουσι  παραδώσω  ", 

οΙκειότητα  θεοΰ  |  Ιούδας  άντωσάμενος  χρυσού• 

φεισαι  |  τών  ψυχών  ημών,  [  Χριστέ  ό  Θεός  και^ σώσον  ήμας. 

"Ω  πηρωτικής  |  φιλαργυρίας,  άσπονδε* 

λήθης  δ&εν  έτυχες,  |  ο  τι  ψυχή  ούδ'  ως 
15  Ισοστάσιος  ό  κόσμος  ων  έδιδάχΟης• 

άπογνώσει  γαρ  σαυτόν  |  έβρόχισας  άνάψας,  προδότα* 

φεΙσαι  |  τών  ψυχών  ημών,  |  Χριστέ  ό  θεός  και  σώσον  ήμας. 

(Θ  έ  σ  ι  ς)•    Ή  τόν  άχώρητον  βεόν. 
Έξατιοστειλάριον*  ήχος  πλ.  δ'. 
20  Έν  τη  αύλη  Καϊάφα  συνήχ&η  σήμερον 

τη  κατά  σου,  ζωοδότα,  βουλευτή ριον 
και  ήνέσχου  πάντα,  |  ώς  υπέρ  πάντων  σταυρούμενος. 

"Άλλο  προς  το  ''Τοΐς  μα&ηταΐς  συνέλθωμεν  '. 

Συναγωγή  παράνομος  |  και  ολέθριος  δήμος 
25  κατά  Χρίστου  βουλεύεται  |  και  κενά  ματαιάζει, 

Ισκαριώτης  δέ  τούτον  |  άργυρι'ω  πιπράσκει, 
τόν   δωρεάν  φοιτήσαν  τα  |  σώσαι  γένος  ανθρώπων 
και  δι'  ήμας  Ι  πάθη  τε  και  μάστιγας  και  ονείδη 
και  θάνατον  έκούσιον  |  έν  σταυρψ  |  ύπομεΤναι. 
30  "0\ι.οιοΊ, 

Τίς  έν  ήμερα  θλίψεως  |  έπεχαλέσατό  σου, 

μήτερ  θεοϋ  πανάχραντε,  |  τήν  θερμή  ν  προστασίαν 

3  άγνώμον  φάνεις.  —  4  χ.  «άςιώθεον»*  εχο.  ρωμ.  «άςιόχρεον»  ||  λόγω  πραει — 
11  θεοϋ]  έχδ.  «Χρίστου».  —  13  ώ  ττειρωτικής.  —  14  ούδ'  ώς]  %.  «ούδώς»*  έχδ. 
«ούδ'  δς>.  — 15  ών]  γ.,  «ων»•  έκδ.  «ώς».  —  16  άπογνώσει  γ.  άύτόν  έβρόχησας  ά. 
-ροδώτα.  —  21  ζωοδώτα.  —  27  φυτήσαντα.  —  29  υττομεϊνας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  73   — 

και  οί)χ  6ί)&6;  εισηχούσι>η;  |  οίδα   το  ελεός  σου, 
οιδα  την  εοσπλαγχνίαν  σοο•  |  |χή  με  έγκαταλίττης, 
άλλ'  έ;  έχ&ρών  |  ορατών  με  ρϋσαι  και  αοράτων 
και  σώσόν  με  τον  δοΰλόν  σου,  |  δέσποινα   Θεοτόκε. 

Στιχηρά  ε[ς  τους  αίνους-   ήχος  πλ.  β',  προς  το  "Ή  άπεγνω-     5 
σμένη  διά  τον  βίον". 

Ή  καΟελκομένη  εκ  των  αιμάτων  |  ευρέν  σε  λιμένα  της  σωτηρίας, 

ή  μόνη  άψαμένη  |  του  κρασπέδου  έ^όα  |  '*  ευρον 

τον  δόντα  τη   &αλάσση  |  χαλινόν  εκ  της  ψάμμου• 

ευρον  Ι  τον  σώσαντα  τον  Πέτρον  |  ω;  ιχδυν  βυί>ισ&έντα•  10 

άλλα  δέομαι  |  κυβέρνησόν  με  |  εκ  του  κλύδωνος 

του  χρόνιου  μου  πάθους,  Κύριε,  |  δια  το  μέγα  σου  έλεος. 

"Ομοιον. 
Ή  άναισχυντοΰσα  πριν  τοΤς  άτάκτοις  |  νυν  καταφρονούσα  τψ  Φαρισαίψ 
συν  δέει  παρίσταται  |  τφ  άχράντω  δεσπότη•  |  **  δέχου  15 

ανάξια  δάκρυα  |  των  αισχρώς  μοι  πραχδέντων 
δέχου  |  άμαρτωλον  γύναιον  [  ό  εκ  μήτρας  άνανδρου 
σαρκω&είς,  Χριστέ,  δι'  εύσπλαγχνίαν  |  και  οικτείρησον 
έπιστρέφουσαν.  Κύριε,  |  δια  το  μέγα  σου  έλεος". 

"Ομοίον.  20 

Ή  ζεζοφωμένη  τη  άπογνώσει  |  και  νυν  λαμπρυν&εΐσα    τη   έπιγνώσει 

εν  οικψ  ίδρύσασα,  Ι  Χριστέ,  του  Φαρισαίου  |  νίμμα 

τα  όμματα  έδράσασα  |  και  λεντίφ  τάς  τρίχας 

μύρον  Ι  και  δάκρυα  προσφέρει  |  ως  ύδωρ  μετά  πό&ου* 

άλλ'  άντέλα|3εν  |  πταισμάτων  λύσιν  ^^ 

ή  πρώην  πόρνη  δε  |  δια  το  μέγα  σου  έλεος. 

Ήχος  πλάγιος  β',    ιδιόμελον. 

"Ηπλωσεν  ή  πόρνη  |  τάς  τρίχας  σοι  τψ  δεσπότη, 

ήπλωσεν  Ιούδας  τάς  χείρας  τοις  παράνομο ις, 

ή  μεν  λαβείν  την  άφεσιν,  |  δ  δε  λαβείν  αργύρια•  30 

διό  σοι  βοώμεν  |  τφ  πρα&έντι 

και  έλεο&ερώσαντι  ήμας,  |  "  Κύριε  δόξα  σοι ". 

1  ούχεοθυς.  —  7  χαΟελχωμένη  |  ευρεν.  —  8  ηΰρον.  —  9   θαλλάσση.  —  10  ηΰρον.— 
15  συνδέη.  —  22  ένοίχω  Ιδρύσασα.  —  23  έδράσας.  —  25    ολλαντέλαβεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   74  — 

Είς  το  Δόξα    ήχος  πλ.  ψ. 
Σήμερον  ό  Χριστός  παραγίνεται  |  εν  τη  οΐχία  του  Φαρισαίου 
χαι  γονή  αμαρτωλός  |  προσελΟουσα  τοις  ποσιν 
έχϋλινδουτο  βοώσα  |  "ϊδε  |  την  βεβοθισμένην  τη  αμαρτία, 
5  τήν  άπηλπισμένην   δια  τάς  πράξεις,  |  την  μη  βδελυχΟεισαν 

παρά  της  σης  άγα&ότητος,  |  χαι  δός  μοι.  Κύριε, 
την  άφεσιν  των  χαχών  |  χαΐ  σώσόν  με. 

Νυν  χαι  άεί•  ήχος   πλ.  |3'. 

Προσηλ&εν  γονή  |  δυσώδης  χαι  βεβορβορωμένη 
10  δάχροα  προχέουσα  |  ποσί  σου,  Σωτήρ, 

τό  πάθος  χαταγγέλλοι>σα• 

"  πώς  ατενίσω  |  τψ  δεσπότη; 

αι>τός  γαρ  έλήλοθας  σώσαι  πόρνην 

έχ  βϋ&οϋ  θανουσάν  με  άνάστησον 
1δ  ό  τόν  Λάζαρον  έγείρας  |  εκ  τάφου  τετραήμερον . 

δέξαι  με  τήν  τάλαιναν,  |  Κύριε,  χαι  σώσόν  με  ". 

Εύθυς  τό  «Δόςα  έν  ύψίστοις  θεω»  Ιως  «τοις  γινώσχουσί 
σ6>.  Προκείμενον  ήχος  βαρύς•  «Ό  θεός•  παράνομοι  έπανέστησαν 
έπ'  έμέ  και»:  Στίχ.   «Ποίησον  μετ'  έμου  σημεΓον  είς  αγαθόν  και 

20  ίδέτωσαν  οΐ  μ'»:  Ό  διάκονος  «Σοφία».  Παροιμιών  τό  ανάγνωσμα 
(γ',  27  —  34)  Άρχ.  «Τίέ  μή  άπόσχτ]  εύ  ποιεΐν  ένδεη».  Τέλος• 
«ταπεινοΐς  δίδωσι  χάριν >.  β' προφητείας  Ώσηέ  τό  ανάγνωσμα  (δ', 
13— ς',  4).  Άρχ.  «Έπορεύθη  Έφρα?μ  εις  Άσσυρίους».  Τέλος• 
«όψιμος  τη  γ'ξ  λέγει  Κύριος    παντοκράτωρ».    Ευθύς  προκείμενον 

25  ήχος  δ',  ψαλμός  τω  Δαυίδ-  «Περιεκύκλωσάν  με  μόσχοι  πολλοί, 
συναγωγή  πονηρευομένων  περιέσχον  μ,ε».  Στίχ.  «Ήνοιζαν  έπ' 
έμε  τό  στόμα  αυτών  ως  λέων  αρπάζων  ώρυόμενος».  Όφείλει  δε 
ό  τρίτος  τών  διακόνων  είπεΤν  τό  εύαγγέλιον  τοΰτο.  Ό  διάκονος 
'* Σοφία".  Έκ  του  κατά  Ίωάννην  αγίου  ευαγγελίου  τό  ανάγνωσμα 

30  (φ',  17 — 50).  Άρχ.  «Έμαρτύρει  ό  όχλος  ό  ων  μετ'  αυτού». 
Τέλος•  «καθώς  εϊρηκέν  μοι  Ό  πατήρ,  ούτω  λαλώ».  Και  εΐθ'  ούτω 
τό  '^Καταξίωσον  Κύριε",  και  ό  ^ύτ^ο^ος  τήν  αΓτησιν,  και  έζελθόν- 

9  γυνή  ξυσώοες  χαι  βορβορωμένη.— 10  ποσί  σου]  χ.  «ποθοΰσα>. — 12  αττενήσω. — 
19  έπεμέ  ||  μετεμου.  —  26  περιεσχών  ||  ήνυξαν  έττεμέ.  —  28  τοχιτζοΊ, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   75  — 

των  κατά  το  εθος  εις  το  "Αγιον    Κρανίον,    ψάλλοντ(αι)  στιχηρόν 
ήχου  α'  χαΐ  τα  έξης. 

Ότβ  ή  αμαρτωλός  |  προσέ'χερε  το  μύρον, 

τότε  6  μα&ητής  |  προσεφώνει  τοις  παρανόμοις• 

ή  μεν  Ι  Ιχαφε  χενουσα  το  πολύτιμον,  5 

δ  δε  Ι  Ισπευδε  |  προδουναι  τον  άτίμητον 

αδτη  τον  δεσπότη  ν  έπεγινωσχεν, 

οδτος  του  δεσπότου  έχωρίζετο* 

αδτη  ήλευθεροδτο  |  και  ό  Ιούδας 

δούλος  έγεγόνει  του  έχΟροΰ•  10 

δεινόν  ή   ραθυμία,  |  μεγάλη  ή  μετάνοια, 

ην  μοι  δώρησαι,  Σωτήρ, 

ο  πα&ών  υπέρ  ημών  |  χαι  σώσον   ημάς. 

>1τιχ.  ήχ.  α'•  «Έξεπορεύετο   εξω  και  έλάλει». 
"9  της  Ιούδα  άΟλιότητος•  15 

έ&εώρει  τήν  πόρνην  |  φιλούσαν  τα  ϊχνη 
χαι  έσχέπτετο  δόλφ  |  της  προδοσίας  το  φίλημα• 
έχείνη  |  τους  πλοκάμους  διέλυσεν 
χαι  ούτος  |  τω  Ουμφ   έδεσμεΐτο, 

φέρων  άντ'ι  μύρου  |  τήν  δυσώδη  χακίαν  20 

φθόνος  γαρ  ουκ  οΐδεν  |  προτιμαν  το  συμφέρον 
ώ  της  Ιούδα  άθλιότητος, 
άφ'  ης  ρυσαι  ό  Θεός  |  τάς  ψυχάς  ημών. 

Στιχ.  ήχ.  α•  «Λόγον  παράνομον  χατέΟ>: 

Τό  πολυτίμητον  μύρον  |  ή  πόρνη   εμιξε  μετά  δακρύων  25 

και  έξέχεεν  εις  τους  αχράντους  πόδας  σου  |  καταφιλουσα• 
έκείνην  |  εύ&ύς  έδικαίωσας,  |  ήμΤν  δε  |  συγχώρησιν  δώρησαι 
ό  παθών  υπέρ  ημών  |  και  σώσον  ήμας. 

Εις  τό  Δόξα. . .  χαι  νΟν  ήχος  α'. 
Σέ  τον  της  παρθένου  υΐόν  |  κόρη  έπιγνουσα  Θεόν  ελεγεν  30 

εν  κλαυθμφ  δυσωποΰσα,  |  ώς  δακρύων  αζια  πράξασα* 
"  διάλυσον  τό  χρέος,  [  ώς  κ  άγω  τους  πλοκάμους• 
άγάπησον  φιλοί5σαν  |  την  δικαίως  μισουμένην 
χαι  πλησίον  τελωνών  σε  κηρύξω  ||  εύεργέτα,  φιλάνθρωπε  ". 

4  προσεφώνει]  έκδ.  «συνεφώνει».  —  6  προδουναι]  έκδ.  «πωλήσαι».  —  12  ην]  ήν  || 
παΒών.  —  16  φιλούσα.  —  21  οιοεν.  —  22  ώ.  —  28  παί)ών.  —  30  κόρη]  έκδ.  «πόρνη». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   76   — 

Εύ&ύς  €Άγα&όν  το  έςομολογείσ&αι>•  εΤθ'  οϋτω  την  α'  ώραν. 
Αλληλούια  ήχος  βαρύς*  «Χριστέ  το  φως  το  άλη&ινόν».  Τρο- 
πάριον. 

Ό  σταυρω&εις  εκουσίως  |  δι'   οΐκτον,  πολυελεε, 
5  ώς  έδεςω  τον  ληστή  ν  όιιολογήσαντα, 

σώσον  χαΐ  ή[ΐΛς  τφ  δπλφ  του  σταυρού 
και  την  ποί^^νην  σου  λύτρωσαι 
το'3  αοράτου  έχ&ροΰ,  |  |χόνε  φιλάν&ρωπε. 

Εύθυς  τροπάριον    ήχο;  β'. 

10    Σή}Αερον  το  πονηρον  συνήχ&η  συνέοριον  |  και  κατά  σου  κενά  έ[3ουλευσαντο* 

σήμερον  εκ  συμφώνου  τον  βρόχον  |  Ιούδας  άρραβωνίζεται, 

Καϊάφας  δε  άκων  όμολογεΧ,  |  δτι   εις  υπέρ  πάντων  άναδέχη 

το  πάθος    εκουσίως• 

λυτρωτά  ημών  |  Χριστέ  ό  θεός    δόξα  σοι. 

15  Ψαλμός  τ&  Δαυίδ  ρλγ'.  ^Ηχος  δ'.   «Εύλογήσαι  σε  Κύριος  έχ 

Σιών,  ό  ποιήσας  τον  ούραν6ν>.  Στίχ.  «Ιδού  δη  εύλογεΤτε  τον  Κύ- 
ριον  πάντες  οι  δ >: Προφητείας  Ίεζεχιήλ  το  ανάγνωσμα ([3',  3— γ',3). 
Άρχ.  «ΕΤπεν  Κύριος  προς  με•  υιέ  άν&ρώπου  έζαποστελώ  σε  έγώ>. 
Τέλος*  €και  έγένετο  έν  τω  στόματί  μου  ώς  μέλι  γλυκάζον>.  Ψαλ- 

20  μος  τω  Δαυίδ  ρλδ',  ήχος  πλ.  |3'•  «Οι  φθ|3ούμενοι  τον  Κύριον  ευλο- 
γήσατε τον  Κύριον  >.  Στίχ.  α'•  «ΑινεΤτε  το  δνομα  Κυρίου,  αινείτε 
δούλοι.  Τα  διαβήματα  κατεύθυνον>.  Και  απολύει:  —  Και  άναγι- 
νώσκει  ό  τρίτος  των  πρεσβυτέρων  τό  χατά  Μαρχον  εύαγγέλιον, 
χαδώς  προελέχθη,    μετά    χηρών    χαι    θυμιατού  έν  μέσω  της  σο- 

25  λέας,  έμπροσθεν  του  Άγιου  Τάφου•  και  μετά  τούτο  ψάλλομεν 
την  τριτέχτην.  Στιχολογ(ούμεν)  β'  χαθ(ίσ)μ(ατα)•  "  Αινείτε  τό  δνομα 
Κυρίου"  χαι  τό  "Εύλογητός  Κύριος". 

Τη  τετάρτη,   ώρα  θ'  ψάλλομεν  τό    «Κλΐνον  Κύριε  τό  ους  σου> 

άσματιχώς  χατά  τό  έθος,    χαι    τό     «Ό  έν  τη  ένατη  ώρα>  •   και 

30    μετά  τοοτο  προτίεψε^οΊ^  ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρλε'*  ήχος  πλάγιος  β'. 

4  διοΐκτον.  —  10  έ,^ουλεύσαντο]  έχδ.  «έ|ΐ.ελέτ  γ3ε».  —  18  εξα-οβτε>λώ.  —  25  με- 
τατοΰτο.  —  28  κ).ίνον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  77   — 

ιΈζομολογεΐσθε  τω  θεω  του  ουρανού».  Στίχ.  «Έξομολογεΐσθε 
τω  Κυρίω  8χί  άγαθ>:  Της  Εξόδου  το  ανάγνωσμα  (β'  11  και  έξης). 
Άρχ.  <Έν  ταΤς  ήμέραις  έκείναις  μέγας  γενόμενος  Μωσης».  Τέ- 
λος* «έρρύσατό  με  έχ  χειρός  Φαραώ».  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ρλζ', 
ήχος  δ'•  €  Κύριε  τό  ελεός  σου  εις  τόν  α?ώνα,  τα  έργα  των  χει-  5 
ρών  σου  μη  παρίδης».  Στίχ.  ιΈξομολογήσομαι  σοι,  Κύριε,  έν 
8λτ[)  καρδία*.  Ίώβ  τό  ανάγνωσμα  (κεφάλ.  β').  Άρχ.  «Έγένετο 
ώσει  ή  ημέρα  αυτή  καΐ  ήλθον  οι  άγγελοι >.  Τέλος•  «και  ουκ 
έδωκεν  άφροσύνην  τω  θεω».  Ευθύς  "Μη  δή  παραδωης  ήμας". 
Τρισάγιον,  εΤθ'  ούτω  τό  έσπερινόν  και  ή  θ'  εις  τόν  "Αγιον  Κων-  10 
σταντΐνον.  Στιχολογία  τά  Προσκύρια.  Στιχηρά  εις  τό  "Κύριε 
έκέκραζα  "•  ήχος  πλάγιος  β',  προς  τό  "  Ή  απεγνωσμένη  '\ 

Ή  απεγνωσμένη  δια  τόν  βιον  |  και  έπ εγνωσμένη  δια  τόν  τρόπον 

τά  μύρα  βαστάζουσα  |  προσηλΟέν  σοι  βοώσα 

"μη   με  Ι  την  πόρνη  ν  απόρριψης  |  ό  τεχΟεΙς  έχ  παρθένου,  15 

μη  μου  |  τά  δάκρυα  παρίδης  |  ή  χαρά  των  αγγέλων, 

άλλα  δέξαι  με  |  μετανοούσαν,  |  ην  ουκ  άπώσω 

άμαρτάνουσαν.  Κύριε,  |  διά  τό  μέγα  σου  έλεος. 

"Ομοιον. 

Ή  βεβυΟισμένη  τη  αμαρτία  |  ευρέν  σε  λιμένα  της  σωτηρίας  20 

και  μύρα  συν  δάκρυσι  |  κενουσά  σοι  έβόα* 

"ΐδε  Ι  ό  έχων  έξουσίαν  |  συγχωρεΐν  αμαρτίας• 

ΐδε  Ι  ό  των  άμαρτανόντων  |  τήν    μετάνοιαν  μένων* 

αλλά,  δέσποτα,  |  διάσωσόν   με  (  έχ  του  κλύδωνος 

της  αμαρτίας  μου  δέομαι  |  διά  το  μέγα  σου  έλεος.  25 

"Ομοιον. 
Ή  έσκοτισμένη  τη  διάνοια  |  τψ  φωτΐ  προστρέχει  τφ  άπροσίτψ, 
και  τούτου  χωρίζεται  |  μαθητής  ό   άγνώμων 
αυτή  |  εντάφια  σοι  μύρα  |  πρό  του  πάθους  κομίζει• 
ούτος  |  εύώνως  σε  πιπράσχει  |  τό  άτίμητον   μύρον 
άλλα  ρυσαί  με  |  φιλαργυρίας  |  και  ψυχοφθόρου 
άπογνώσεως.  Κύριε,  |  διά  τό  μέγα  σου  έλεος. 

14  έκδ.  «τό  μύρον».  —  16  μου]  %.  €μ6>.  —  17  μετανοούσα*  ήν  ουα-Ααπώσω.  — 
20  βύρεν.  —  21  έκδ.  «μύρ&ν»,  κωδ.  «μύρα  συνδάκρυσιν».  —  25  μου]  ελλείπει  τ-ξ  ρωμ. 
έκδόσει.  —  27  άπροσήτω.  —  28    μα^^ητής.  —  31     ρύσαι. 


30 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  78  — 

Εις  το  "Δόςοί"  στιχηρόν  ήχος  πλάγιος  δ'.  Ποίημα  Φωτίου 
πατριάρχου  Κωνσταντινουπόλεως. 

Κύριε,  Ι  ή  εν  πολλαΐς  άμαρτιαις  περιπεσουσα  γονή 

την  σήν  |  αΙσΙ>θίΐένη,  θεότητα,  |  μυροφόρου  άναλαβοΰσα  τάξιν, 
5  όδυρομένη  μύρον  σοι  |  προ  του  ένταφιθίσ[ΐοΰ  κομίζει 

"  οΐμοι "  Ι  λέγουσα,  |  "  οτι  νυξ  μοι  υπάρχει,  |  οίστρος   ακολασίας, 

ζοφώδης  τε  και  άσέληνος  έρως  της  αμαρτίας• 

δέξαι  μου  |  τάς  ττηγάς  των  δακρύων 

ό  νεφέλαις  διεξάγων  |  της  θαλάσσης  το  ύδωρ• 
10  κάμφθητί  μοι  [  προς  τους  στεναγμούς  της  καρδίας 

ό  κλίνας  τους  ουρανούς  |  τη  άφράστψ  σου  κενώσει• 

καταφιλήσω  |  τους  αχράντους  σου  πόδας•  |  άποσμήξω 

τούτους  δε  πάλιν  |  τοις  της  κεφαλής  μου  (ϊοστρύχοις, 

ους  εν  τψ  παραδείσφ  Ι  Ευα  το  δειλινόν 
15  κρότων  τοις  ώσιν  ήχη&εΧσα  |  τω  φό[3φ  έκρύβη• 

αμαρτιών  μου  τα  πλήθη  |  και  κριμάτων  σου  αβύσσους 

τίς  εξιχνιάσει,  |  ψυχοσώστα  Σωτήρ  μου; 

μη  με  |  την  σήν  δούλη  ν  παρίδης  |  ό  άμέτρητον  έχων  το  μέγα  έλεος. 

Ευθύς  6ίσο(δεύομεν)  ψάλλοντ(ες)  στιχηρόν  ήχου  α'•  «Το  πολυ- 
20   τίμητον  μυρον»   κτλ.   (δρα  σελ.  75).  ΚαΙ    γίνεται  καθέδρα  και  ό 
διάκονος  συνάπτει.  Προκείμενον  ήχος  α'*   «Φησιν  ό  παράνομος  του 
άμαρτάνειν  έαυτω»   δως    «καΐ   μισήσαΐΐι    Στίχ.    «Τα  ρήματα  του 
στόματος  ανομία  και  δόλος»   εως   «έπΙ  της  κοίτης  αοτοο:^.   Γενέ- 
σεως το  ανάγνωσμα  (ιη',  1  —  ιθ',  30).  Άρχ.    «"Ωφθη  6  θεός  τω 
25    Αβραάμ  προς  τη  δρυΐ  τη  Μαμ(ϊρη >.  Τέλος•  «αυτός  και  αί  δύο  θυγα- 
τέρες αύτου  μετ'  αύτου».  Παροιμιών  το  ανάγνωσμα  (α\  10 — 19). 
Άρχ.     «ΤΙέ,    μη  σε    πλανήσωσιν    δνδρες  άσεβεΐς».  Τέλος*    «την 
εαυτών  ψυχήν  αφαιρούνται».    Και  ευθύς  το   «Φώς  ίλαρόν>,    και 
ό  ψάλτης     «Ψαλμός    τω  Δαυίδ  ήχος  δ'•   Αίαχυνθείησαν    άσεβεΤς 
30    και  καταχθείησαν  εις  αδου.  "^Αλαλα  γενηθήτω  τα  χείλη  τα  δόλια 

1  Φωτίου  -κατριάρχου]  αί  έχοόσεις  έπίγρίφουσί•  ατζοί-ψ.!,  Κασσιανής  μιοναχής».  — 
3  ί:ερι::εσοΰσαν.  —  5  όδυρωμιένη  μυρον.  —  6  μιο:  υπάρχει]  ρωμι.  εχδ,  «με  συνέχει»  || 
υστρος.  —  7  ζοφόδης  τέ. — 9  διεςάγων]  ρωμ..  εκδ.  €στη|Αθνίζων».  —  10  κωδ.  «μου• 
προ  του  στεναγμού».  —  12  άχράτουσου  ||  άποσμίξω. -.- 14  κωδ.  €θυς»,  έκδ.  «ών»  || 
εύα.  —  15  έκδ.  «κρότον>.  —  17  ψυχωσόστα.  —  18  άμέτριτον. — 22  μισείσαι.  —  23  άνο- 
μίαν.  —  30    καταχθεϊησαν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  79  — 

τα  λαλοΰντα  χατά  του  διχαίου  άνομιΆν».  Στίχ.  «ΕΤπα  συ  εΤ  6 
θεός  μου,  έν  ταΐς  χερσί  σου  οι  χληροί  μου•  ρυσαί  με  έχ  χεφός 
έχθρων  μου  χαΐ  έχ  των  χαταδίωκόντων  με>.  Εύ&ύς  το  €Κατα- 
ζ{ωσον  Κύριε  ττ^  εσπέρα»,  χαΐ  ψάλλομεν  στιχηρά  (ε?ς)  ήχον  πλά- 
γιον  β',  προς  το  «Τριήμερος  άνέστης».  δ 

Βουλεύεται  αίσίαν  [3οολήν  |  μορίσαι  σε  όοία  γυνή, 
μαίΗτ|τής  δε  |  ό  δυσώδης  έν  βοολη  |  ανόμων  έπορευ&η 
χαΐ  σε  τον  νομοδότην  |  απεμπολών  άπεμωραίνετο. 

"Ομοιον.  Στί•/,  «Έζετζορεύετο». 
Τιμήματι  ολίγφ  πωλεΧν  |  ό  άτιμος  Ιούδας  Χριστόν  10 

έν&ομεΐται  |  αγοράζοντα  ήμα;  |  δεινώς  άτιμα3ΐ>έντας 
χαχίστη  παραβάσει  |  νυν  τφ  τιμίφ  αύτου  αϊματι. 

Ό[ΐΛΐον.    Στίχ.  €Λόγον  παράνομιον». 

Το  μύρον  έχκενουσα  γυνή  |  λυτροΰται  δυσωδίας  χαχών 

χαι  εις  παααν  |  διαδίδοται  τήν  γήν  |  ή  θεία  ευωδιά  15 

των  θείων  αυτής  τρόπων,  |  ών  χοινωνοι  γενέσθαι  σπεύσωμεν. 

Δόξα. 

Μεγάλων    χαρισμάτων,  |  αγνή  παρθένε,     μόνη  μήτερ  θεοΰ 

ήξιώθης,  |  δτι  ετεχες  σαρκι  |  τον  ενα  της  τριάδος, 

Χριστόν  τον  ζωοδότην,  |  εις  σωτηρίαν  των  ψυχών  ημών.  20 

ΚαΙ  ό  διάκονος  αΤτησιν,  καΐ  μετά  τήν  αϊτησιν  ό  ιερεύς  έχ- 
φώνως*  «"Οτι  πρέπει  σοι  πάσα*.  Και  ό  διάκονος  ό  έπι  του 
άμ|3ωνος  λέγει  προς  τους  κατηχουμένους•  «Οι  κατηχούμενοι  τάς 
κεφάλας  υμών  τω  Κυρίω  κλίνατε».  Ό  ιερεύς  τήν  εύχήν  των 
κατηχουμένων  (δρα  σελ.  47).  Έκφώνως•  «"Ινα  και  αύτοΤς  συν  ^5 
ήμΓν».  Και  ό  άρχιδιάχονος*  «Έν  ειρήνη  πορεύεσθε  οί  χατηχού- 
μενοι: — ΚαΙ  ύμεΐς  ο?  προς  το  φώτισμα  τη  χειροθεσία  προσέλθε- 
τε». ΕΤτα  ό  διάκονος  ό  κάτωθεν  λέγει  «Κλίνατε»  χαΐ  ό  ιερεύς 
τήν  εύχήν  προς  το  φώτισμα  (δρα  σελ.  47).  Έχφώνως•  «"Οτι 
θεός  ελέους  καΐ  οικτιρμών  υπάρχεις».  ΕΤτα  ό  διάκονος•  «Έγεί-  30 
ρεσθε»•    εΤτα    πάλιν    6  έπι  του  δμ^^ωνος    διάκονος•    «Έν  ειρήνη 

14    μυρον    έγχ€νουσα    γυνϊ;.  —  16  σπεύίοαεν.  —  27  ττροαέλί^ατε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  80  — 

πορεύεσθε:  —  Και  ύμεΤς  οι  προς  το  φώτισμα  των  κατηχήσεων 
μνημονεύοντες  σπουδαίως  συνάγεσθε».  Ό  διάχονος  ό  κάτωθεν 
«Προσέλθετε».  Ό  ιερεύς  έκφώνως•  «'Ότι  πρέπει  σοι  πάσα».  Ό 
διάκονος•  «Έν  ειρήνη  Χρίστου  ψάλατε».  Ευθύς  λιτή  έπΙ  την 
δ  Άγιαν  Άνάστασιν,  ψάλλοντες  το  στιχηρόν  (ήχος  α')  «"ϋτε  ή 
αμαρτωλός  προσέφερε  το  μύρον»  (δρα  σελ.  75).  Δό;α•  ήχος  δ'* 
το  κονδάκιον  προς  τό  «Ό  υψωθείς  έν  τω  σταυρω»•  «Ίττέρ  τήν 
πόρνην  αγαθέ  πλημμελήσας»  κτλ.  (δρα  σελ.  69).  ΕΤτα  ό  διά- 
κονος   «Σοφία»,    και  ό  ψάλτης    εις  τήν  Άγίαν  Άνάστασιν  λέ/ει• 

10  «Ψαλμός  τω  Δαυίδ•  προκείμενον  ήχος  πλάγιος  α'ν  Έξεπορεύετο 
έξω  και  έλάλει  έπι  τό  αυτό•  κατ'  έμου  έψιθύριζον  πάντες  οι 
εχθροί  μου,  κατ'  έμου  έλογίζοντο  κακά  μοι».  Στίχ.  «Κατ'  έμου 
έλογίζοντο-  λόγον  παράνομον  κατέθεντο  κατ'  έμου.  μη  ό  κοιμώ- 
μενος    ούχι  προσθήσει  του  άναστήναι».   Ό  αναγνώστης  «Προφη- 

15  τείας  Ζαχαρίου  τό  άνάγ^^ωσμα»  (ια',  11  — 14).  Άρχ.  «Γνώσονται  οι 
Χαναναΐοι  τα  πρόβατα».  Τέλος*  «άναμέσον  Ιούδα  και  άναμέσον 
Ισραήλ».  Ψαλμός  τω  Δαυίδ  ήχος  δ'*  «Οι  άρχοντες  συνήχθησαν 
έπΙ  τό  αυτό:  κατά  του  Κυρίου  και  κατά  του  Χρίστου  αύτου». 
Στίχ.    «"Ινα  τί  έφρύαξαν  έθνη  καΐ  λαοί  έμελέτησαν  κενά».     Και 

20  ευθύς  ό  β'  των  διακόνων  άναγινώσκει•  «Έκ  του  κατά  ΜατθαΤον 
αγίου  ευαγγελίου »  (κς',  3  — 16).  Άρχ.  «Συνήχθησαν  οι  αρχιερείς». 
Τέλος•  «εύκαιρίαν,  Γνα  αυτόν  παραδω».  Ευθύς  ψάλλομεν  στιχηρά• 
ήχος  πλάγιος  β',  προς  τό  «"Ολην  αποθεμένοι  |  έν  ούρανοΤς  τήν 
ελπίδα». 

25  Συνέδριον  άνομον  |  έν  τη  αύλη  Κίχϊάφα 

αθροίζεται  σήμερον  |  και  κενά  βουλεύεται  |  και  παράνομα• 
τον  ζωής  κύριον  |  μελέτα  κτειναι  γάρ, 
δν  Ιούδας  |  παραδίδωσιν  |  ό  ασυνείδητος, 
λήμμασιν  άφρόνως  τριάκοντα 

30  άγχόνην  άντωνουμενος  |  και  διαιωνίζουσαν  κόλασιν 

ου  τη;  μοχθηρία;  |  εύξώμεθα  ρυσΟηναι  οι  πιστοί, 
τον  ύπεράγαΟον  Κύριον  |  φόβφ  μεγαλύνοντε;. 

3  προσέλΒατε.  —  11  ελάλη  ||  έψη8ήριζων.— 26  %ενά.  —  27  μελετά.— 81   εύξόμεθί. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


81   — 


"Ομοιον.  Στίχ.  «"Ινα  τί  έφρύαξον». 

Ή  πόρνη  το  μύρον  σοι  |  το  πολοτίμητον  φβρβι 

και  δυσώδους  ρύεται  |  αμαρτίας,  Κύριε,  |  τη  κελεύσει  σοο• 

ό  δε  πριν  πνέων  σοο  |  την  ευώδη  χάριν 

δυσωδιαν  άναφαίρετον  |  ένδον  εισδέχεται  5 

και  άλλοτριοοται  χαρίσματος  |  Ιούδας  ό  δυσώνυμος, 

οδπερ  άναξίως  έκεκτητο* 

δθεν  σε  άνόμοις  |  προδίδωσι  λαοις  φιλαργορών 

ου  της  πωρώσεως  λύτρωσαι  |  πάντας,  πολυέλεε. 

"Ομοίον.   5^τίχ.  «Οί  άρχοντες  σονήχθησαν».  10 

Ή  πόρνη  κομίσασα  |  μύρου  άλάβαστρον,  Σώτερ, 

και  ποσίν  κενουσά  σοι  |  πάντων  λύσιν  ελαβεν  |  των  πταισμάτων  αυτής• 

ό  ληστής  μόνον  σοι  (  "  μνήσθητί  μου"  εΐπεν 

και  εύ&έως  εΙς  παράδεισον  |  αυτόν  εισήγαγες• 

εγώ  δε  τί  πράξω  ό  αΒλιος;  1δ 

ου  μύρον  ου  κατάνυξιν  |  έχων  δωρεάν  με  έλέησον 

δυσώπει,  παρθένος,  |  ή  σε  τεκουσα,  μόνε  αγαθέ, 

ην  έδωρήσω  τφ  κόσμφ  σου  |  μέγα  καταφύγιον. 

Εις  το  Δόξα . . .  χαι  νυν  ήχος  πλ.  δ',  Ίδιόμελον. 

Σήμερον  το  κατά  του  Χρίστου  πονηρόν  συνήχθη  συνέδριον  20 

και  κατ'  αύτοΰ  κενά  έβουλεύσαντο 
παραδοΰναι  Πιλάτφ  εις  θάνατον  |  τον  άνεύθυνον 
σήμερον  την  των  χρημάτων  άγχόνην  |  Ιούδας  έαυτψ  περιτίθησι 
και  στερείται  κατ'  άμφω  ζωής  πρόσκαιρου  και  θείας• 
σήμερον  Καϊάφας  |  άκων  προφητεύει,  25 

"  συμφέρει "  λέγων  |  **  υπέρ  του  λάου  ενα  άπολέσθαι  "• 
ήλθες  γάρ  |  υπέρ  των  αμαρτιών  ημών  |  του  παθεϊν, 
ϊνα  ημάς  ελευθέρωσης  |  εκ  της  δουλείας  του  εχθρού, 
ώς  αγαθός  και  φιλάνθρωπος. 

Ευθύς  το   ιΚατευθϋνθήτωι   και  τό   «Νυν  απολύεις >.   Τρισά-    30 
γιον,    το   «Κύριε    έλέησον»   μ'.    Ό  άρχιδιάκονος•     «Μη  τις  των 
χατηχουμένων » .   Οι  ψάλται•  «Νυν  αΐ  δυνάμεις».  Ό  διάκονος•  «Έν 

5  άναφέρετον.  —  6  δοσσώνυμος.  —  9  ιτορρώσεως. — Π   χομήσααα.  —  17  δοσώπη.  — 
21  χαταοτοΰ  χενά.  —  23  άγχώνην.  —  24  %ατάμφω.  —  26  συμφέρη.  —  28   δουλίας. 

6 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  82  — 

σοφία  θεού  πρόσχωμιεν».  Ό  ιερεύς•  «Πιστεύω  ε[ς  δνα  θεόν>.  Ό 
διάχονος•  «Στώμεν  καλώς».  Ό  ιερεύς*  «Και  δός  ήμΤν  εύπρόσδεκτον » . 
Ό  λαός*  «ΣοΙ  Κύριε».  Ό  ιερεύς•  «Συ  γαρ  προσκυνητός  και>: 
Ό  ιερεύς•  «ΚαΙ  Ισται  ή  χάρις  καΐ  τα  ελέη».  Και  ό  ιερεύς  ύψοΐ 
5    τα  άγια  λέγων    «Τα  προηγιασμ,ένα » . 

Κοινωνικών  ή/ος  πλάγιος  δ'. 

Μελχιοεδέχ  ο  Ιερεύς  |  εν  αρτφ  και  οΐνφ  |  εύλόγησεν  τον  Ά[5ραά[ΐ.• 
σι)  δε  ό  άμνος  του  θεοΰ  |  εν  σώματι  και  αΐ'ματι  διέσωσας  ημάς* 
αινείτε  τον   θεόν  εν  τοις  άγίοις  αυτοΰ• 
10  αινείτε  αυτόν  εν  στερεώ|ΐατι  δυνάμεως  αυτοΰ. 

Ευχή  οπισ0άα|3ωνος. 

«Αίνουμεν  και  εύχαριστοδντες  ύπερυψουμεν  τό  άπειρον  της 
σης  άγαθότητος  πέλαγος•  προσκυνοΰμέν  σου,  Χριστέ,  την  άνεκ- 
διήγητον    της  ταπεινώσεως    συγκατά^ασιν,    δτι    απρόσιτος  ων  τη 

15  θεότητι  και  ταΐς  κατ'  ούρανόν  δυνάμ,εσιν  απροσπέλαστος,  μ,ιαρών 
άν&ρωπίνων  χειρών  προσεγγισμ,όν  και  έπαφήν  μ,ακρο&ύμιως  φέρειν 
ουκ  άπηςίωσας,  τούτο  μέν  ταΐς  του  προδότου  δολίως  χείλεσι 
περιτττυσσόμιενος,  τούτο  δε  καΐ  ταΐς  της  αμαρτωλού  γυναικός  πα- 
λάμαις    εύγνωμόνως    επαγόμενος    και    κρατούμενος*   αλλά    άςίωσον 

20  και  ήμας,  καρδιογνώστα  Χριστέ  ό  θεός  ημών,  του  μέν  την  φι- 
λάργυρον  πρόθεσιν  άποσείσασθαι,  ϊνα  μη  προς  τό  αυτό  έκείνω 
συγκατασπασθώμεν  της  άπογνώσεως  βάρα&ρον,  της  δε  τήν  φιλό- 
χριστον  έκ  μετανοίας  μιμήσασ&αι  γνώμην  τε  και  προαίρεσιν, 
ίνα    συν    αύτη    την    τών  άμπλακημάτων    άποβολήν  και  τήν  προς 

25  σε  τόν  κτίστην  οικείωσιν  καρπωσώμεθα*  και  τήν  μέν  ήδυπαθή 
καΐ  φιλήδονον  άναστροφήν  άποστραφήναι  και  άποκρούσασθαι  ποίη- 
σον,  τήν  δέ  σήν  νέκρωσιν  έν  τω  σώματι  φέρειν  εκάστοτε  κατα- 
ξίωσον,  ϊνα  σου  της  δόξης  κοινωνοί  άναδειχθείημεν  και  συμ- 
μέτοχοι   τη  δυνάμει    της    υπέρ    ημών  σου  εκουσίου  σταυρώσεως. 

30  και  ταΐς  πρεσ|3είαις  της  ημών  κυρίας  και  Θεοτόκου  κυρίως  και 
πάντων    τών  αγίων    ταΐς    εύπροσδέκτοις    δεήσεσιν,    ΰτι    σοι  παρ' 

1  ττροσχώμιεν.  —  4    ύψοι.  —  16  προσέγγιομόν.  —  17  ούκαττηςίωσας.  —  20    χαρδιω- 

-  ** 

γνώστι.  —  23  άνάοειχι^είηαεν.  —  29  έκουσίωα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  83   — 


ημών  έποφείλεται  ή  λατρεία  και  ακατάπαυστος  δοςολογία,  συν  τω 

άναρχα)  σου  πατρί  και  τω   παναγίω  και  άγαθω  και  ζωοποιω  σου 

πνεύμ,ατι,  νυν  και  αεί  καΐ  εις  τους  αιώνας  »:- 

Και  εύ&ύς  άπάρχονται  της  παννυχίδος.  Προκείμενον,  ήχος  δ'• 

«Ήτοίμασας  ενώπιον   μου  τράπεζαν».   Στίχ.    «Έλίπανας  εν  έλαίω 

τήν  κεφαλήν  μου».    Είτα    το    «Πάσα    πνοή»,    ό    δε    πατριάρχης 

λέγει  τό  εύαγγέλιον     «Έκ    του  κατά  Μάρκον   άγιου  ευαγγελίου» 

(ιδ',    1—11).   Άρχ.    «^Ην  δε  τό  πάσχα  καΐ  τά  άζυμα».    Τέλος• 

«και    έζήτει    πώς    ευκαίρως  αύτδν  παραδώ».    Ευθύς    τροπάριον, 

ήχος  πλ.   δ'.    Δόξα* 

Δάχρυά  μοι  δός  ό  θεός,  |  ώς  ποτέ  τ'^  γυναικί  τη   άμαρτωλφ, 

χαΐ  άξίωσόν  με    βρέχειν  τους  πόδας  σου, 

τους  έμέ  έχ  της  όοοΰ  |  της  πλάνης  έλευ&ερώσαντας 

χαΐ  μύρον  ευωδίας  μοι  χρισ&έντα 

|3ίον  χαΟαρόν  εν  μετάνοια  σοι  προσάγειν, 

ϊνα  άχουσω  κάγώ  της  ευκταίας  σου  φωνής• 

"  ή  πίστις  σου  σέσωχέν  σε•  |  πορεύου  εν  είρήντο ". 

ΚαΙ  νυν  ήχος  πλ.  δ'.    θεοτοχίον. 
Δέσποινα,  πρόσδεζαι  |  τάς  δεήσεις  των  δούλων  σου 
χαι  λύτρωσαι  ήμας  |  από  πάσης  ανάγκης  καΐ  Ολίψεως. 

Και  απολύει. 


10 


15 


20 


ΤΗΙ  ΑΓΙΑΙ  ΚΑΙ  ΜΕΓΑΑΗΙ  ΠΕΜΠΤΗΙ. 

Εις  τον  ορ&ρον. 
Επιτελεί    δε    ό  πατριάρχης    συν    τω  κλήρω    εις    τήν  Άγίαν 
Άνάστασιν,    οι  δε  Άγιοσιωνΐται    έν  τω   ύπερωω  της  αγίας  Σιών    2δ 
έπιτελουσιν    τήν  άγρυπνίαν.    Ή  ακολουθία    εις    τήν   Άγίαν  Άνά- 
στασιν οϋτως: 

Τροτιάριν    ψαλλόιχενον  ε'ις  το  Ά>.>.ηλούια•  ήχο;  πλ.  δ'. 
"Οτε  οι  ένδοξοι  μα&ηται  |  έν  τφ  νιπτηρι  του  δείττνου  έφωτ{!1οντο, 
τότε  Ιούδας  ό  δυσσ3|3ή;  |  φιλαργυρίαν  νοσηοας  έσκοτί!1ετο  30 

1  λατρία  -χαι  ά'Λίτά,ταύατω;.  —  4  πανυχ(ίδο;).— 11    δού;  ||  ποτέ. — 17  πίστησου. — 
*2δ  άγ{ωσίνεΐτ(οι)  ||  σ:ών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  84  — 

χαΐ  άνόμοις  χριταις  |  σβ  τον  δίκαιον  χριτήν  παραδίδωσι* 
φβο  901,  χρημάτων  βραστά  |  ό  δια  ταοτα  αγχόνη  χρησάμενος! 
φβδ  σοι  άκόρβσϋον  ψυχήν  |  την  διδασχάλφ  τοιαύτα  τολμήσασαν ! 
ό  πβρί  πάντας  αγαθός,  |  Κύριε,  δόξα  σοι. 

5  Τό  αυτό  εΙς  το  Δόζα.    Στιχολογία*     «Μακάριοι  οΐ  δμωμου 

Τροπάρια  του  Άμωμου. 

Των  αγγέλων  |  ό  δήμος  χατεπλάγη 
όρων  σε  εν  Σιών  υπερφφ  |  συνδειπνοΰντα 
τοις  φίλοις  και  έκπλύνοντα  πόδας, 
10  τον  δε  μαθητή  ν  |  σπεύδοντα  προδουναί  σε 

τοις  άνόμοις  και  τοις  έχΟροΤς  εις  θάνατον.     . 

Όμοιον. 

Των  αγγέλων  ό  δήμος  χατεπλάγη 
όρων  σε  μαθηταις  συνδειπνοΰντα, 
15  τό  σωμά  σου  |  εις  βρώσιν  |  μοστιχώς  δε  παράσχοντα, 

πόδας  δέ,  Σωτήρ,  |  νίπτοντα  των  δούλων  σου, 
οπό  φίλου  πραΟέντα  τε  εις  θάνατον. 

Τρια(('ΛΟν. 

Τό  τριλαμπες  |  τής  μιας  θεότητος 
20  βύσεβώς  ύμνησωμεν  βοώντες 

"άγιος  ει  |  ό  πατήρ  ό  άναρχος, 
ό  υιός  τε  και  τό  θεΤον  πνεύμα• 
φρουρησον  ήμας  |  πόθφ  σοι  λατρεύοντας 
και  του  αιωνίου  πυρός  έξάρπασον  ". 

25  θεοτοχίον. 

Τόν  άναρχον  |  και  υίόν  σου,  δέσττοινα, 
και  θεόν  ήμων  άπαύστως  δν  ετεκες, 
έκδυσώπβι,  πάναγνε,  |  μητρική  σου  παρρησία 
τής  εκ  δεξιών  αύτου  στάσεως  τυχειν  ήμας 

30  χο(1  τρυφής  άιδίου  άπολαύσεως. 


2  φβΟ    σοι]    ρωμ.    έχδ.    «βλέπε    χρημ•   έραβτήν    τόν  (.  τ.  ά.    χρηβάμ.βνον>  ||  χα>δ. 
αέραστά*    ή    (ιαταυτα    ά7χώνψ    χρηβάμενον».  —  3    φευ    σοί]    ρ<ομ.    εχ(.    «φεύγε»  || 
({^άσχάλω    τοιαύτα.  —  4  περιπάντας.  —  7    χατεπλάγει.  —  10    σπεΰδοντα  ||  σε]  σοι  — 
13  χατεπλάγει. — 15  δεπασχόντα. — 17  πραχθέντατέ.  — 23  λατρεύωντας.— 28  έχδυσώπη  || 
μητριχήσσοο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  85    - 

Κάθισμ-α*  ήχος  α',  προς  το  «Τον  τάφον  σου». 

Ό  λίμνας  και  πηγάς  |  χαΐ  θάλασσας  ποιήσας, 

ταπβίνωσιν  ήμας  |  έχπαιδβύοον  άρίστην, 

λεντίφ  ζωσάμενος  |  μα&ητών  πόδας  ενιψβν, 

ταπβινοομενος  |  οπερβολη  ευσπλαγχνίας  5 

χαΐ  υψών  ήμας  |  από  βαράθρων   χαχίας 

ο  μόνος  φιλάνθρωπος. 

Άλλο*  ήχος  β',  προς  τό  «"Οτε  χατηλθες», 
Ό  τ%  προγνώσει  τον  Πετρον  |  προασφαλίσας 
χαι  τ-ζ  άρνήσει  πεπτωχότα  |  έξαναστήσας  10 

δαχρύσαντα,  Κύριε,  |  σαλευόμενον  τον  νουν  ήμων 
ταις  φαντασίαις  του  έχθροδ  έδραίωσον 
φολάττειν  σοο  τάς  θεοπνεύστοος  διδαχάς  χαι  χράζειν  σοι 
"  σπεδσον  σωσον,  άγιε,  τοος  δοόλοος  σου ". 

"Αλλο"  ήχος  γ'  προς  τό  «θείας  πίστεως».  15 

Ταπεινούμενος  |  δι'  ευσπλαγχνίαν 
πόδας  ενιψας  |  των  μαθητών  σοο 
και  προς  δρόμον  θεΤον  τούτους  χατευθονας* 
άπαναινόμενος  |  Πέτρος  δε  νίπτεσθαι, 

όμως  τφ  θείφ  υπείχει  προστάγματι  20 

έχνιπτόμενος  |  και  σου  εκτενώς  δεόμενος 
δωρήσασθαι  ήμΐν  τό  μέγα  έλεος. 

"Αλλο"  ήχος  δ'  προς  τό  «Έπεφάνης  σήμερον». 

Συνεσθίων,  δέσποτα,  |  τοΐς  μαθηταΤς  σου 

μυστιχώς  έδήλωσας  |  την  παναγίαν  σου  σφαγην,  25 

δι'  ης  φθοράς  έλυτρώθημεν 

οι  τά  σετΓϋά  σου  |  τιμώντες  παθήματα. 

Δόζα.     «Τό    άπ'  αΙώνος    άπόχρυφον  |  και    άγγέλοις  δγνωστον 
μααττήριον».    ΚαΙ  ευθύς  άνάγνωσις  περί  του  άρτου  καΐ  της  προ- 
δοσίας   του  Ίουδα,    καΐ    μετά    του(το)    τόν  ν'  ψαλμόν.  Τροπάρεον    30 
ψαλλόμενον    είς    τί>   «Έλέησόν  με    ό  θεός»•    ήχος    πλάγιος    β', 
προς  τό   «Στερέωσον». 

4  έχδ.  «ζωννϋμ.ενος». — 6  βαραΗρω — 9  προάσφαλίσας. — 10  πεπτοχότα. — 12  έδραίω- 
σον,— 19  άπεραινόμενος  II  νήπτεα^αι.  —  20  όμως]  .έχξ.  «αυ&ις». -*21  έχνηπτόμενος. — 
25  μοστηχώς. — 28  Του  άπαιώνος. — 29  αρτοα  χαι  την. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   86   — 

Έπίβλβψον,  δέσποτα,  |  έλέησόν  μβ,  οίχτείρησόν  με• 

δός  ως  Ιορδανού  ρεΐΟρά  μοι  τά  δάχροα, 

δπως  χλαύσω  |  χαΐ  έξαγορευαω  τάς  πράξεις  μου. 

"Ομοιον. 

5  Ζωήν  αιαχράν,  όμματα  |  μεμολυσμενα,  στόμα  χαΐ  χείρας 

στέρνα  χαΐ  το  σώμα  δλον  πάντοβεν  |  χεχτημένος, 
πλονον  ουν  χαμέ  τφ  έλέει  σου. 

Δόξα.   (^εοτο%1ο^. 

Συνέλαβες,  άχραντε,  |  τον  σονοχέα  παντός  τοδ  χο'σμοο• 
10  δια  τοατο  ιχετευω  σε,  |  λύτρωσα  ι  με 

πάσης  σονεχούσης  χολάσεως. 

ΚαΙ    τότε    τον    κανόνα,     φέροντα    ακροστιχίδα*     «Τη    μακρά 
Πέμτττη    μακρόν  υμνον  έξάδω».   ^Ηχος  πλάγιος  β'. 

•Ωδή  α . 

15    Τμηθείστβ  τιμάται  |  πόντος  ερυθρός,  |  χυματοτρόφος    δε    ξηραίνεται    βυθός, 
ό  αυτός  όμου  άόπλοις  γεγονώς  |  βατός  χαι  πανοπλίταις  τάφος* 
φδή  δέ  θεοτερπής  |  άνεμέλπετο  |  "  ένδόξως  δεδόξασται 
Χριστός  ό  θεός  ημών". 

Ή  πανταιτία  |  χαι  παρεχτιχή  |  ^ωης,  ή  απ-ιρος  σοφία   του  θεού 
20        φχοδόμησε  τόν  οιχον  εαυτής  |  αγνής  εξ  άπειράνδρου  μητρός• 
ναόν   γαρ  σωματιχόν  |  περιθέμενος  |  ένδόξως  δεδόξασται 
Χριστός  ό  θεό;  ημών. 

Μοσταγωγουσα  |  φίλους  εαυτής  |  την  ψυχοτρόφον  ετοιμάζει  τράπεζαν, 
αμβροσίας  δε  ή  δντως  σοφία  |  θεού  χιρν^  κρατήρα  πιστοις• 
25        προσέλθωμεν  εύσεβώς  |  χαι    βοήσωμεν  |  ένδόξως  δεδόξασται 

Χριστός  ό  θεός  ημών. 

'Αχουτισθώμεν  |  πάντες  οι  πιστοί,  |  συγχαλουμένης  υψηλφ  χηρυγματι 
τής  άχτιστου  χαι  έμφυτου  σοφίας  |  θεοδ•  βοα  γαρ  "  γεύσασθε, 
και   γνόντες    δτι    Χριστός  {  έγώ  κράξατε  |  ένδόξως    δεδόξασται 
30  Χριστός  ό  θεός  ημών". 

'Ωδή  δ'. 

Κύριος  |  ων  πάντων  χαι  χτίστης  θεός 

τόν  κτιστόν  ό  απαθής  |  πτωχεύσας  έαυτψ  ήνωσε, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  87  — 

χαΐ  το  πάσχα  οΐς  έμελλε  &ανεΤν  ΐ  αυτός  ουν  έαυτψ  προετυδη 
"φάγετε"  βοών  "το  σωμά  μοο  |  χαΐ  πίστει  στερεωΟησεσ&ε ". 

'Ρύσιον  Ι  παντός  τοδ  βροτείου  γένους 

το  οίκεΐον,  άγα&ε,  τους  σους  |  |χα&ητάς  έπότισας• 

ευφροσύνης  ποτήριον  πλησ&είς  |  ουν  έαυτφ  προετύθης,  5 

"  πίετε  "  βοών  "  το  αΐ|χά  \κοό  |  χαΐ  πίστει  στερεωθησεσ&ε  "• 

""Αφρων  άνηρ,  |  ος  εν  ύ|χϊν  προδότης" 

(τοΤς  οικείοις  μαΟηταις  προέφης  |  ό  άνεξίχακος), 

"  οι)  |χή  γνώσεται  ταϋτα,  χαΐ  ούτος  |  ασύνετος  ών  ου  μή  συνήσει• 

6μο>ς  εν  έ[ΐοΙ  μείνατε  |  χα  ι  πίστει  στερεω&ήσεσ&ε  ".  10 

Είτα  χονδάχιον-  ήχος  πλάγιος  δ'. 
£ύν  Βήμα    ιδ(όμε)νθ ν  ^ 
θοΰ  φυλαχήν,  έλεημον,  |  τφ  στέματι  των  δούλων  σου• 
ταύτην  γαρ  πρώην  ούχ  έχων  Ιούδας 

ό  προδούς  σε,  Χριστέ  ό  θεός,    .  15 

έχ  μισβοΰ  της  άδιχίας  τον  βρόχον  έζηγόρασεν, 
αρραβώνα  της  χολάσεως  |  έντιυ&εν  χομισάμενος 
ό  μαθητής  χαι  επίβουλος. 

Ό  οίχος. 

Τί  της  ειρήνης  ήδύτερον;  20 

τί  της  αγάπης  τερττνότερον; 

ποίον  αυτής  ούχ  υπάρχει  χαλόν; 

χαι  ταύττβ  προς   άπάτην 

έχράτο  ό  Ιούδας  πιπράσχων  τον   Κύριον 

χαι  ποιεί  το  γλυχυ  πιχρόν  |  ό  ιοβόλος  25 

χαι  προβάλλει  το  μάννα  ώς  μάχαιραν 

χαι  ούχ  αιδείται  |  εν  δόλφ  φιλών 

χαι  πωλών  τον  δοτήρα  της  ελευθερίας* 

ω  συνειδός,  ω  λογισμό  ν  |  δν  εΐχεν  τεταμιευμενον 
ά  ά 
(ν  ν)  ό  μα&ητής  χαι  επίβουλος.  30 

'Ωδή  δ'. 

Προχατιδών  ο  προφήτης  |  του  μυστηρίου  σου  τό  απόρρητον, 

Χριστέ,  προανεφώνησεν  |  "  ε&ου  χραταιάν 

1  ουν  έαυτώ]  αί  έχδ.  «ων  έαοτδν  ττροετίθει»  ή  «σεαυτόν . . .  προετίθης>•  χώδ. 
€προετόθη». — 5  ρωμ.  εχδ.  «τπλήσας•  αυτός  γαρ  εαυτόν  ίερούργεΕς>  ||  χώδ,  «έαυτώ  προε- 
τόθης». — 13  έλβήμον. — 14  ούχέχων  Ιούδας*  ό  προδοΰς.— 16  βρόχων.  — 17  άραβωνα. — 
23  ταύτην. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   88  — 

άγάπησιν  Ισχύος,  πάτερ  οΙχτίρ[ΐον  "• 

τον  μονογενή  οΙόν  γάρ,  άγα&έ,  |  ιλασμόν  εις  τον  κόσμων  άπέστειλας. 

ΈπΙ  το  πάβος  το  πάσι  |  τοις  εξ  'Αδά|ΐ  πήγασαν  άπάθειαν. 
Χριστέ,  μολών  τοις  φίλοις  σου  |  εΐπας  "  με&'  υμών 
5  τοό  πάσχα  μετασχεϊν  τούτου   έπε&όμησα, 

τον  μονογενή  έπεί  με  Ιλασμόν  (  ό  πατήρ  εις  τον  κόσμο  ν  άπέστειλεν' 

Μεταλαμβάνων  κρατήρος  |  τοις  μα&ηταΐς  έβόας,  αθάνατε, 
"  γεννήματος  αμπέλου  δε  |  πιομαι  λοιπόν 
ούκέτι  μεθ*  ΰμων  βιοτευων- 
10  τον  μονογενή  νυν  γάρ  ιλασμον  |  ό  πατήρ  εις  τον  χόσμον  άπέστειλεν" 

"  Πόμα  κενόν  υπέρ  λόγον  |  εγώ  φημι  εν  τη  βασιλείςί  μου ", 
Χριστέ,  "  τοις  φίλοις  πιομαι,  |  ώστε  γάρ  θεοις 
θεός  υμΤν  συνέσομαι "  ειπας•  "  τον  μονογενή 
έμε  γάρ  ιλασμόν  |  ό  πατήρ  εις  τόν  κόσμον  άπέστειλεν ". 

15  *    'Ωδή  ε'. 

Τφ  συνδέσμφ  της  αγάπης  (  συνδεόμενοι  οι  απόστολοι 
τφ  δεσπόζοντι  των  όλων,  |  εαυτούς  Χριστφ  άνα&έμενοι 
ωραίους  πόδας  |  έξαπενίζοντο  |  εύαγγελιζόμενοι  |  πασιν  ειρήνην. 

Ή  τό  ασχετον  κρατούσα  |  και  ύπέρροον  εν  αιθέρι  ύδωρ, 
20  ή  αβύσσους  χαλινοΰσα  |  και  θάλασσας  αναχαιτίζουσα 

θεού  σοφία  |  ύδωρ  νιπτήρι  βάλλει,  |  πόδας '  άποπλύνει  δέ 
δούλων  δεσπότης. 

Μαθηταις  υποδεικνύων  |  ταπεινώσεως  ό  δεσπότης  τύπον, 
ό  νεφέλαις  δε  τόν  πόλο  ν  |  περιβάλλων  ζώννυται  λέντιον 
25  χ«1  κάμπτει  γόνυ  |  δούλων  έκπλΰναι  πόδοις, 

ου  εν  τη  χειρι  πνοή  |  πάντων  των  ζφων. 
*Ωδή  ς'. 
"Αβυσσος  |  εσχάτη  αμαρτημάτων  |  έκύκλωσέν  με 
και  τόν  κλύδωνα  μηκέτι  φέρων, 
30  ώς  'Ιωνας  τψ  δεσπότη  |  βοώ  σοι  "  εκ  φθοράς  με  άνάγαγε  ". 

Κύριον  Ι  φωνεΐτε,  ώ  μαθηταί,  και  διδάσκαλόν  με' 
"  και  γάρ  πέφυκα  σωτήρ  "  έβόας• 
"  διό  μιμεισθε  τόν  τύπον  |  ον  τρόπον  εν  έμοι  έθεάσασθε  ". 


10  νυν  γάρ]  αί  έχδ.  «έιτεί  με». — 14  έμε  γάρ]  αί  έχδ.  «χαΐ  γάρ  με», — 28  αί  έχδ. 
4ύηοδε(χνύε{>. — 26  ζώων]  αί  έχο.  «δντων». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  89  — 

Τύπον  τις  |  μή  έχων  άπορροφθήναι  ου  δειται  πόδα;• 
χα&αροί,  ώ  μα&ηταί,  υμβϊς  δέ  |  άλλ'  ουχί  πάντες• 
ροπή  γάρ  άτάχτως  βξ  ϋ[ΐων  |  ενός  μαίνεται". 

Κονδά*ιον•  ήχος  β'  προς  το  «Τά  5νω  ζητών». 
Τον  άρτον  λαβών  |  εΙς  χεΤρας  ό  προδότης  5 

χροφίως  αυτάς  |  έχτεινει  χαΐ  λαμβάνει 

την  τιμήν    του  πλάσαντος  |  ταϊς  οίχειαις  χερσι  τον  ανθρωπον, 
χαι  άδιόρ&ωτος  εμεινεν  |  Ιούδας  ό  δούλος  χαι  δόλιος. 

Ό  οίχος    προς  τό  «Τράνωσον». 
Τή  μοστιχη  |  τραπεζη  εν  φόβφ  |  προσεγγίσαντες   άμα  10 

χαΟαραΐς  ταΤς  ψυχαις  |  τον  αρτον  υποδεξώμεθα 
αυμπαραμένοντες  τφ  διδααχάλφ,  |  ίνα  ΐδωμεν 
τους  πόδας  πώς  άπονίπτει  |  τών  μαθητών 
χαι  ποιήσωμεν  ώαπερ  χατείδομεν,  |  άλλήλοις  ύποταγέντες, 
χαι  αλλήλων  τοος  πόδας  εχπλύνωμεν  1δ 

Χριστός  γάρ  ούτως  έχέλεοσεν  |  τοις  αυτού  μαθηταϊς, 

α  α 
άλλ'  ούχ  ήχουσεν  |  (ν  ν)  Ιούδας  ό  δούλος  χαΐ  δόλιος. 

'Ωδή  ζ'. 

01  παΤδες  εν  Βαβυλώνι  ,  χαμίνοα  φλόγα  ούχ  ετττηξαν, 

άλλ'  εν  μέαφ  πυρός  |  έμβλη  τέντες  |  δροσιζόμενοι  Ιψαλλον  20 

"  εύλογητός  ει,  Κύριε  |  ό  θεός  τών  πατέρων  ημών  ". 

Νευστάζων  χάραν  Ιούδας  |  χαχά  προβλέπων  έχίνησεν, 
εύχαιρίαν  ζητών  |  παραδουναι  |  τον  χριτήν  εΙς  χατάχρισιν, 
δς  πάντων  έστι  χύριος  |  χαι  θεός  τών  πατέρων  ημών. 

'ϊμΤν  ό  Χριστός  τοις  φίλοις  |  έβόα  "  εις  παραδώσει  με  "•  25 

ευφροσύνης  λαδόντες  |  αγωνία  [  χαι   λύτυη  συνείχοντο, 
"  τίς  ούτος,  φράσον  "  λέγοντες  |  **  ό  θεός  τών  πατέρων  ημών  "; 

"  Μεβ'  δστις  έμου  τήν  χεΐρα  |  τρυβλίφ  βάλλει  θρασύτητι, 
τούτφ  πλην  χαλόν  ην  |  πύλας  βίου  |  περάσαι  μηδέποτε"• 
ούτος  δς  ην  [  έδήλου  δέ  Ι  ό  θεός  τών  πατέρων  ημών.  30 


6  αί  έχο.  «έξέτεινε  χαι  έ>.αββ>.  —  10  αϊ  εχο.  «εν  φό|3ω  τραπέζη»  ||  αμα]  αϊ  έχδ. 
«πάντες». — 13  τους]  ελλείπει  τ•^  ρωμ.  έχδόσει. — 15  αί  έχδ.  «έχπλύνοντεςι. — 16  έχέ- 
λεοσεν] αί  έχδ.  «εφησε».  —  20  πυρός]  αί  έχδ.  «φλογός».  —  25  ύμΐν]  χώδιχες  άλλοι 
«όμων». — 26  λύπτ)]  αί  έχδ.  «φόβω». — 30  ούτος]  χώδ.  «οΰτως  ος  ην»•  αί  έχδ.  ΟΙΐΓίβί 
χαι  ΡΗγα    «τούτον  εΙπών». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—    90   — 


'Ωδή  η'. 


Νόμ.ο>ν  πατρψων  οί  μακαριστοί 

βν  Βαβυλώνι  νέοι  |  προχινδυνεόοντες, 
βασιλεύοντος  χατέπτυσαν  |  προσταγής  αλόγιστου• 
5  χαι  συνημμένοι  |  φ    ουχ  έχωνευβησαν  πυρί, 

του  χρατοΰντος  έπάξιον  |  άνέμελπον  τον  υμνον 
"  τον  Κυριον  υμνείτε  τα  έργα 
χαΐ  ύπερυψουτβ  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας  ". 

Οι  δαιτυμόνες  |  οι  μαχαριστοί 
10  εν  τ-ξ  Σιών  τψ  Λόγφ  |  προσχαρτερήσαντες, 

οι  απόστολοι,  παρείποντο  |  τφ  ποιμένι  ως  αρνες 
χαι  συνημμένοι  |  ψ  ούχ  έχωρίσ&ησαν  Χριστψ, 
θείψ  λόγφ  τρεφόμενοι  |  ευχαρίστως  έβόων 
"τον  Κυριον   υμνείτε  τα  έργα 
15  χαι  υπερυψοΰτε  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας". 

Νόμου  φιλίας  |  ό  δυσώνυμος 

'Ισχαριώτης  γνώμη  |  έπιλαΟόμενος 
ους  ένίψατο  ηυτρέπιζεν  |  προς  προδοσίαν  πόδας, 
χαΐ  σου  έσ&ίων  |  άρτον,  σώμα  ΟεΤον,  έπηρε 
20  τιτερνισμον  έπΙ  σέ,  Χριστέ,  |  χαι  βοάν  ου  συνήχε 

"  τον  Κυριον  υμνείτε  τα  έργα 
χαι  υπερυψοΰτε  |  αυτόν  εΙς  τους  αιώνας ". 

Έδεξιοδτο  |  το  λυτήριον 

της  αμαρτίας  σώμα  |  ό  ασυνείδητος 
25  χαι  το  αίμα  το  χεόμενον  |  υπέρ  χόσμου  το  θεΤον, 

άλλ'.  ουχ  ήδειτο  |  πίνων  δ  έπίπρασχε   τιμής• 
οί)  χαχία  προσώχ&ισε  |  χαι  βοάν  οί)  συνήχε 
"τον  Κυριον  υμνείτε  τα  έργα 
χαι  υπερυψοΰτε  |  αυτόν  εΙς  τους  αιώνας  ". 

30  'Ωδή  θ'. 

Ξενίας  δεσποτιχής  |  χαΐ  άδανάτου  τραπέζης 
εν  υπερφφ  τόπφ  |  ταΤς  υψηλαις  φρεσί, 
πιστοί,  δεύτε  άπολαύσωμεν  |  έπαναβεβηχότα  Δόγον 
έχ  του  λόγου  μα&όντες,  |  δν  μβγαλυνωμεν. 

15,  22,  2^,  αί  έχδ.  <εις  πάντας  τους    α1ώνας>.  —  34  έχδ.  «μεγο>.ύνομεν> — 18  αί 
βχδ.  «ηότρέτΓίαεν  εις». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  91  — 

"  "Απιτε  τοις  μ5^ι^ηταις  "  |  6  Λόγος  εφη•  **  το  πάσχα 
εν  ύπερφφ  τόπφ,  |  φ  νοος  ένίδρυται, 
οΐς  μοσταγωγώ  σχευάσατε  |  ά!1ύμφ  αληθείας  λόγφ," 
το  στερρόν  δε  της  χάριτος  |  μεγαλύνωμεν. 

"  Δημιοοργόν  ό  πατήρ  |  προ  των  αιώνων  σοφιαν  5 

γέννα  αρχήν  οδών  με,  |  εΙς  έργα  δ'  έκτισε 
τα  νυν  μυστικώς  τελούμενα•  [  λόγος  γαρ  άχτιστος  ών  φύσει 
τάς  φωνάς  οιχειοομαι,  |  ας  νυν  προσείληφα. 

*Ως  αν&ρωπος  υπάρχω  |  ουσ{()[  ου  φαντασία, 

ούτω  θεός  τφ  τρόπφ  |  της   άντιδόσεως  10 

ή  φύσις  ή  ένω&εΐσά  μοι•  |  Χριστόν  ένα  διό  με  γνώτε 
τα  εξ  ών,  εν  οΐς  άπερ  |  πέφυχα,  σφζοντα  ". 

Έξαποστειλάριον  προ;  το  «Τοις  μαθηταΐς  συνέλθωμεν». 

"Ω  έξαίϋίου  θαύματος  ! 

ό  δραχι  παν  χατέχων  |  χαΐ  στημονίζων  ύδατα,  15 

ο  σαλεύων  γην  πάσαν  |  χαι  χαλινών  τάς  αβύσσους, 

ό  αναβαλλόμενος  |  το  φώς  ώσπερ  ιμάτιον 

ύδωρ   βάλλει  νιπτηρι  |  χαι  χοϊχούς 

χαι  Ίτηλίνους  ταις  χερσι  νίπτει  πόοας• 

ουρανέ  φρΐξον,  βόησον  |  γη  το  μεγιστον  θαύμα !  20 

θεοτοχίον. 

Τίς  εν  ήμέρ(][  θλίψεως 

έπβχαλέσατό  σε,  |  μήτερ  θεού  παναγία, 

άχραντε  θεοτόχε,  |  χαι  ούχ  ευθύς  εισηχούσθη; 

οίδα  το  ελεός  σου,  |  οίδα  τήν  εύσπλαγχνίαν  σου•  2δ 

μη  με  έγχαταλίπης,  |  άλλ'  εξ  εχθρών 

ορατών  με  ροσαι  χαΐ  αοράτων 

χαΐ  σώσόν  με  τον  δουλόν  σου,  |  δέσποινα  θεοτόχε. 

Στιχηρά  εις  τους  αίνους-  ήχος  β',  προς  τό   «"Οτε  έκ  του». 

Ότε  Ι  εν  τψ  δείττνφ  σε,  Χριστέ,  30 

εΐοον  στρατιαι  τών  αγγέλων  |  συναναχείμενον 
μετά  τών  σών  δώδεκα  |  μαθητών  εφριττον 
έ[πι]  τον  άχώρητον  |  πατρφόν  σου  κόλπο  ν 

4  αί  βχδ.  «μεγα).ύναΓΓε».— 8  ας]  αί  έχδ.  «ου».  —  14  ώ]  ώ. — 15  πδν]  τόν.  —  18 
νπττήρι.  —  20  φρίξον.  —  24  ούχευθύς.  —  25  οΐδα  .  .  .  οίδα.  —31  ιδον.  —  33  πατρώον 
βοο  χόλπων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  92  — 

χαΐ  σέ  |  άπερίγραπτον  το  παν  θεότητι,     . 

δμχος  |  εχπληττόμβναι  φόβφ  |  δμνον  σοι  έχραυγαζον 

"  δόξα  Ι  τζ  μαχροθυμία  σου,  φιλάνθρωπε". 

"Οτε  Ι  εν  τψ  δείπνφ  σε,  Χριστέ, 
5  ό  'Ισχαριώτης  ώς  φίλος  |  συνεστιάσατο 

χαΐ  το  θεΤον  σώμα  σου  |  έδεξιώσατο, 
εχττηδήσας  πεπόρευται  |  προς  τους  θεοχτόνοος, 
**  τί  μοι "  Ι  λέγων  "  θέλετε  |  δοδναι  χάγώ  υμιν 
δνπερ  |  Ίησοδν  έχζητεΤτε  |  θανάτψ  παραδίδωμι  αοτόν  "; 
10  δόξα  Ι  τξ  μαχρο&ομία  σου,  φιλάνθρωπε. 

"Ετερα  στιχηρά'  ήχος  β'•  Ι^ιόμελα. 

Συντρέχει  λοιπόν  |  το  συνέδριον  των  Ιουδαίων, 
ϊνα  τον  δημιοοργόν  |  χαι  χτίστην  των  απάντων 
Πιλάτφ  παραδώση*  |  ω  των  ανόμων,  |  ω  των  απίστων, 
15  δτι  τον  ερχόμενον  |  χρΐναι  ζώντας  χαι  νεχροος 

προς  χρίσιν  εοτρεπίζουσι, 

τον  ιώμενον  τα  πάθη  |  προς  πάθος  έτοιμάζοοσί' 
Κόριε  μαχρόθομε,  |  μέγα  σου  το  έλεος*  |  δόξα  σοι. 

Ίουδας  ό  παράνομος,  Κύριε,  |  ό  βάψας  εν  τφ  δείπνφ  την  χεΐρα 
20  εν  τφ  τρυβλίφ  μετά  σου  |  έξέτεινεν  άνόμοις  τα;  χείρας 

του  λαβείν  αργύρια,  |  χαι  ό  του  μύρου  λογισάμενος  τιμήν 
σέ  τον  άτίμητον  |  ούχ  έφριξε  πωλήσαι• 
ό  τους  πόδας  ύφαπλώσας  |  έπι  το  νίψαι  τον  δεσπότη  ν 
χατεφίλησε  δολίως  |  εις  το  προδουναι  τοις  άνόμοις• 
25  '  χορού  δε  αποστόλων  ριφεις  |  χαι  τα  τριάχοντα  ρίψας  αργύρια, 

σου  την  τριήμερον  άνάστασιν  |  ούχ  οΐδε,  |  δι'  ης  έλέησον  ήμας. 

Ιούδας  ό  προδότης  δόλιος  ων 
δολίφ  φιλήματι  |  παρέδωχε  τον  σωτήρα  Κύριον 
τον  δεσπότη  ν  τών  απάντων  |  ώς  δοδλον  πέπραχε  τοις  Ίουδαίοις• 
30  ώς  πρόβατον  έπι  σφαγήν,  |  ούτως  ήχολούθει  |  ό  αμνός  ό  του  θεού, 

ό  υΙός  ό  τοδ  πατρός,  |  ό  μόνος  πολυέλεος. 

Ιούδας  ό  δοδλος  χαι  δόλιος,  |  ό  μαθητής  χαι  επίβουλος, 
ό  φίλος  χαι  διάβολος  |  έχ  τών  έργων  απεφάνθη• 

1  το]  τώ.  —  6  έδεξιάσατο. —  9   παραδίδομι.  —  16    προς]    εχδ.   ρωμ.    «εις».  —  33 
άττεφάνΒη]  έχδ.     «ανεδείχθη». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  93  — 

ήχολού&βι  γάρ  τφ  διδασκάλφ  |  και  χαθ'  έαοτόν 

βμελβτησε  την  προοοσίαν  |  Ιλεγβν  εν  εαοτψ• 

"παραδώσω  τούτον  |  χαΐ  κερδήσω  τα  σοναχΟέντα  χρήματα"• 

έπεζήτει  δε  |  και  το  μόρον  πρα&ηναι 

και  τον  'Ιησοον  |  δόλφ  κράτη &ήναι•  δ 

άπέδωχεν  άσπασμόν,  |  παρεδωκε  τον  Χριοτον 

και  ως  πρόβατον  έπι  σφαγή  ν,  |  ούτως  ήκολού&ει 

ό  μόνος  ευσπλαγχνος  και  φιλάνθρωπος. 

£ις  το  Δόξα  ήχος  πλ.  β'*  Κιέμελον. 
Γέννημα  εχιδνών  |  άληβώς  ό  Ίουδας,  10 

φαγόντων  το  μάννα  |  εν  τζ  έρήμφ 
και  γογγοζόντων  κατά  του  τροφέως• 
ετι  γάρ  |  της  βρώσεως  οδσης  εν  στόματι  αυτών 
κατελάλοον  του  θεοΰ  οι  αχάριστοι• 

καΐ  ούτος  ό  δυσσεβής  |  τον  οί>ράνιον  άρτον  15 

εν  τψ  στόματι  βαστάζων  |  κατά  τοϋ  Σωτηρος 
την  προδοσίαν  ειργάσατο• 

ω  γνώμης  ακόρεστου  |  και  τόλμης  άπαν&ρώπου* 
τον  τρέφοντα  έπώλει  |  και  δν  έφίλει  δεσπότην 
παρεδίδου  εΙς  θάνατον  20 

δντως  εκείνων  |     υιός  ό  παράνομος 
και  συν  αυτοΐς  |  την  άπώλειαν  έκληρώσατο* 
άλλα  φείσαι,  Κύριε, 

τοιαύτης  απανθρωπιάς  |  τάς  ψυχάς  ήμων, 
ό  μόνος  εν  μακροθυμια  άνείκαστος.  25 

Και  νυν  ήχος  πλ.  α'. 
Μυσταγωγών  σου.  Κύριε,  |  τους  μαθητάς  εδίδασχες  λέγων 
"  ω  φίλοι,  Ι  όρατε  |  μηδεις  υμάς  χωρίση  μου  φόβος• 
εΐ  γάρ  και  πάσχω,  |  άλλ'  υπέρ  του  κόσμου• 

μη  ουν  σκανδαλίζεσθε  εν  έμοί*  30 

ου  γάρ  ήλθον  διάκο νηθή ναι,  |  άλλα  διακονησαι 
χαι  θεΤναι  την  ψυχήν  μου  |  λύτρον  υπέρ  του  κόσμου• 
εΐ  ουν  ύμεΤς  φίλοι  μου,  |  εμε  μιμεΤσθε* 
ό  θέλων  πρώτος  εΐναι  |  έστω  έσχατος• 

3  τούτον]  έκδ.  «αυτόν», — 10  έχηδνών.— 12    γογγιζόντων. — 13   Οϋσης, — 16  δοοοε- 
ββίς. — 18  ώ. — 28  άνίιιαστος. — 28  ώ  ||  χωρήσε^. — 30  ένεμοί. — 32  θήναι. — 33  ήμεΐς• 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-   9^  — 

ό  δεσπότης,  ώ;  ό  διάχονος* 

μείνατε  εν  έμοί,  |  ϊνα  βότρυν  φέρητε• 

εγώ  γάρ  ειμί  της  ζωής  ή  άμπελος  ". 

ΕύΟύς  το  «Δόςα  έν  ύψίστοις  θεώ»  χαΐ  ό  ψάλτης  προκείμενον  ήχο; 

5  βαρύς,  ψαλμός  τω  Δαυίδ*  «Ό  έσθίων  δρτους  μου  έμεγάλυνεν>  δως 
«χαι  ανταποδώσω  αύτοΤς» .  Στίχ.  «Οι  εχθροί  μου  εΤπον  κακά  μοι*  πότε 
άποθανεΐται  και  άπολείται  το  δνομα  αύτου»;  Και  ό  αναγνώστης• 
«Γενέσεως  το  ανάγνωσμα»  (κβ',  1  — 19),  ου  ή  αρχή•  «Ό  θεός 
έπείρα^εν  τόν  Αβραάμ  καΐ  εΤπεν  προς  αύτίν».   Τέλος•    «αμα  έπΙ 

10  το  φρέαρ  του  δρκου».  Πράξεων  των  αποστόλων  (ανάγνωσμα,  ου  ή 
αρχή)•  «Σταθείς  ό  Πέτρος  έν  μέσω  των  αδελφών».  Τέλος•  «έπι- 
σκοπήν  αύτου  λαβέτω  έτερος»  (α,  15 — 20)»  Ψαλμός  τω  Δαυίδ• 
«Ήπαλύνθησαν  οι  λόγοι  αυτών  υπέρ  ελαιον  και  αυτοί  είσι  βολί- 
δες».   Στίχ.    «Ένώτισαι  ό   θεός  την  προσευχήν  μου».  Ό  δε   τέ- 

15  ταρτος  τών  διακόνων  άναγινώσκει  τό  εύαγγέλιον.  Ό  διάκονος•  «ΚαΙ 
υπέρ  του  καταςιωθήναι. — Έκ  του  κατά  Λουκαν  αγίου  Ευαγγελίου» 
(κβ',  1 — 39).  Άρχ.  «*Ηγγιζεν  ή  εορτή  τών  ά^ύμων».  Τέλος• 
«ήκολούθησαν  δε  αύτώ  και  οί  μαθηται  αύτου».  Είτα  τό  «Κατα- 
ξίωσον  Κύριε»,   και  εξελθόντες     εις  τό  "Αγιον  Κρανίον  ψάλλομεν 

20   τό  στιχηρόν  τούτο*  ήχος  α'*  δευτερώνομεν  αυτό. 

Σήμερον  ό  'Ιούοας  |  καταλιμπάνει  τον  διδάσκαλον 
και  παροιλαμ|5άνει  τόν  διά|3ολον• 
τυφλουται  τψ  πάθει  της  φιλαργυρίας- 
έχπίτΓϊει  τοΰ  φωτός  !  ό  έακοτισμένος* 
25    '  πώς  γάρ  ήδύνατο  βλέπειν  |  ό  τόν  φωστήρα  πωλήσας 

τριάκοντα  αργύρια; 

άλλ'   ήμΤν  άνέτειλεν  |  ό   παθών  υπέρ  του  κόσμου, 
προς  ον  43οήσωμεν 
"ό  παθών  και  συμπα&ών   άνΙ)ρώποις  δόξα  σοι". 

30  Ει;  τό  Δόςα  .  .  .  και  νΟν.  θεοτολίον  ήχος  -λ.  α'. 

"Λσατε  τώ  Κυρίω  και  ψάλατε 

ή  οικουμένη  τα   θαύματα  |  της  έςουσίας  αυτοΰ* 

2  ένε}ΑθΊ.  — 5  άνετου;.— 7  ά7:όλε:τ(α[).  —  17  ήγγειζεν.  —  19    ψάλλοντ(αι).  —  20  του 
στίχ('ϊ;ροΰ)  II  δεϋτερόνϋ)|Α(εν)  αύτώ. —25  πολήσας.  —  27  -αΗών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  95  — 

ό  επιβλέπων  έπΙ  την  γήν  |  χαΐ  των  ορέων  άπτό|Χ8νος 

την  μεν  |  τρέμειν  έποίησεν,  |  τα  δέ  χαπνίζειν  επετέλει, 

την  δέ  παρ&ενιχήν  μήτραν  |  οιχών  |  οί)  χατέφλεξε• 

ηλΟεν  γαρ  εν  αύτη  |  οι>  ταραχώς  ουδέ  στασίως, 

άλλ'  ως  υετός  έπΙ  πόχον  |  όλον  τον  άν&ρωπον  ουσιωδώς  φορέσας,       5 

ου  φαντάσας  δλως  την  οίκονομίαν, 

εις  έχ  δύο  προερχόμενος  των  εναντίων 

δν    χαι  ανέλαβε  |  δίχα  της  αμαρτίας, 

ό  γαρ  Αόγος  άτρέτττως  |  ένω&εις  το  χα&'  ύπόστασιν 

τοις  άνΙ)ρώποις  έπολιτεύσατο*  10 

δύο  τάς  φύσεις  δέ  Χρίστου  όμολογοΰμεν, 

τήν  μεν  |  προαιώνιον  και  διαλάμπουσαν  Οαύμασιν, 

τήν  χα&'  ήμας  δέ  πρόσφατον  |  χαι  πά&η  ύπομείνασαν, 

δτι  άσαρκος  Ηεος  ού  σταυροΰται  |  ου   Οάττυεται, 

ουδέ  άν&ρωπος  ψιλδς  |  σχυλεύει  τον  θάνατον  15 

αυτόν  ικέτευε  |  ως  υ'ιόν  σου  και  θεόν  ημών, 

παναγία  παρ&ένε,  |  του  σωΟήναι  τάς  ψυχάς  ημών. 

Εύι^ϋς  το  «Άγα&όν  το  έ;ομολογεΤσι)αι »  χαΐ  το  τρισάγιον  χαΐ 
ή  α'  ώρα,  και  μετά  τήν  α!  ώραν  «Αλληλούια»  ήχος  βαρύς, 
«Χριστέ  το  φως»    χαΐ  τό  Οεοτόχίν.  20 

"Αχραντε  Θεοτόκε,  |  έν  άπογνώσει  των  δεινών  ημών 

αμαρτιών  φ&ανόμενοι  |  έπι  σέ  τάς  ελπίδας  άνατιί)έμεΟα• 

σπευσον,  σώσον,  λύτρωσαι  ήμας  |  της  απειλής  του  έχ&ρου 

και  τον  πιστόν  βασιλέα  |  συν  τφ  στρατώ  περίσωζε, 

μόνη  ευλογημένη.  2δ 

Εύθϋζ  τροπάριον  ήχος  γ'•  «Ό  ραπισί)εις  υπέρ  γένους  ανθρώ- 
πων καΐ  μή  οργιστείς  |  έλευθέρωσον  έκ  φθοράς  τήν  ζωήν  ημών 
και  σώσον  ήμας».  Ψαλμός  τω  Δαυίδ•  ήχος  δ'•  «Γνώτωσαν  έθνη,  δτι 
&>ομά  σοι,  Κύριε» .  Στίχ.  «Ό  θεός,  τίς  όμοιω&ήσεταί  σοί»;  Προφη- 
τείας Ιερεμίου  τό  ανάγνωσμα  (ια',  18-23.  ίι3',  1-15).  Άρχ.  «Κύριε  30 
γνώρισόν  μοι  καΐ  γνώσομαι».  Τέλος•  «και  εκαστον  ε?ς  τήν  γήν  αυ- 
τού». Προκείμενον  ήχος  πλάγιος  δ'•  «Εύϊασδε  καΐ  άπόδοτε  κυρίω 
τω  θεώ  ημών.».  Στίχ.  «Γνωστός  έν  τΤ|  Ίουοαία  ό  θεός».  ΚαΙ  εύθυς 
λέγει  «Τα  διαβήματα  μου  κατεύιΐυνον»  και  απολύει,  καΐ  οϋτως  άναγι- 

1  στιτόμενο;.— 2  τρέμην.  -  3  οΙκών.  — 5  ούσιοοώ;. — Ο  καιίυπόστασιν. — 12  θαΰμα- 
σιν.  -   23    τήν    άττειλήν.  —  29  όνομα.  —  31   μοι  καΙ]  (αοι  τήν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


96  — 


νώσκει  ό  τέταρτος  των  πρεσβυτέρων  τό  χατά  Ίωάννην  εύαγγέλιον 
έμπροσθεν  του  Αγίου  Κρανίου•  κακεΐθι  ψάλλομεν  τήν  τριτέχτην 
δνευ  στιχολογίας,  ομοίως  και  τήν  ένάτην  ώραν.  Τροπάριον  «"Οτε 
οι  ένδοξοι  μαθηταί».  —  «Μή   δή  παραδωης  ήμας».  Και  απολύει. 


5  Τη  αγία    χαΐ    μεγάλη    Πέμτυττ]    εσπέρας  ψάλλομεν  ή  έμπρο- 

σθεν του  Άγιου  Κρανίου  ή  εις  τήν  Άγίαν  Σιών  άνευ  στιχολο- 
λογίας.  Στιχηρά  εις  τό  «Κύριε  έκέκραξα»•  ήχος  πλάγιος  β',  προς 
τό    «"Ολην  αποθεμένοι». 

Σοφίας  ή  άβυσσος,  |  τό  της  αφέσεως  ρεΧθρον 
10  εν  δοϋλικψ  σχήματι  |  εΙς  νιπτήρα  σημβρον  |  δδωρ    Ιβαλεν 

κεφαλήν  χλίνων  δε  |  ό  τα  πάντα  χλίνων 

(κλίνει)  γόνο  φόβψ  και  έφάτττεται 

ποδών  ων  επλασεν,  |  τούτους  άποπλύνων, 

έχμάσσων  δέ•  |  προς  δν  καταπληττόμενος 
15  Πέτρος  ό  θερμός   άνεβόησεν  |  "ου  νίψης  μου  πόδας• 

οΊκέτης  γαρ  υπάρχω  σου.  Χριστέ• 

μή  με  φλογίσης    τό    αστεχτον  |  πυρ  τό  της  θεότητος  ". 

Όμοιον. 
"  Φιλεις  με  τόν  Κυριον  ";  |  (ό  ποιητής  προς  τόν  Πέτρον)• 

20  **  άλλ'  εάν  μή  νίψω  σε  |  της  έμής  κεχώρισαι  |  διαθέσεως* 

αγνοείς  δλως  γαρ  |  δ  εγώ  σήμερον   παραδόξως  διαπράττομαι"• 
δ  δε  έβόησεν  |  "  μή  τους  πόδας  μόνον  |  άλλ'  δλον  με 
άπόπλυνον,  φιλάνθρωπε*  |  δλον  με  χαβάρισον,  ευσπλαγχνε, 
δπως  σης  ειρήνης  |  όδόν  κατευ&υνόμενος  τήν  σήν 

25  πασι  κηρύξω  θεότητα  |  τήν  άπειροδυναμον  ". 

"Ομοιον. 

"ΔιαΟήκην  τίθημι",  |  φησιν  τοις  φίλοις  ό  Λόγος, 
"  προς  ΰμας  τους  μύστας  μου• 
τοις  έμοΐς  προσέχετε  |  θείοις  ρήμασιν 
30  εαυτούς  στέργετε,  |  δπως  πάντες  γνώσιν 


Β  ψάλομι(εν).  —  6  σιών.  —  11     -όντα    τιλίνει.  —  12    προσέθηχα    τό    «χλίνει»  ||  εφ 
άπτεται.  —  19  ποιητής.  —  20  άλλεάν  ||  χεχώρησαι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   97   — 

τις  ό  ταΰτα  έντειλάμενος• 

λάβετε  φάγετε  Ι  τουτό  μου  το  σώμα  και  πίετε 

ποτήριον  δ  δίδωμι  |  εις  άγιααμόν  τε  χαι  κάΟαρσιν 

των  πλημμελημάτων  |  άξίως  τοις  μετέχουσιν  αυτού 

χαι  τήν  έμήν  χαταγγέλλουσιν  |  αχραν  συγκατάβασιν".  5 

"Ομοιον. 

Ό  κρίνων  τα  σύμπαντα  |  έπι  κριτή ριον  ερχη* 

ό  πλάσας  τον  άν&ρωπον 

τη  χειρι  σοο  ράπισμα  |  χειρός  δέδεξαι• 

ό  ζωής  κύριος  |  θανατοδσαι  Οέλων*  10 

ό  τα  πάθη  αξιωμένος     πάδος  ύφίστασαι, 

πόδας  μαθητών  άποπλύνεις  δε 

άρρήτως  ταπεινούμενος  |  ό  τοις  Χερου[!ΐιμ  εποχούμενος• 

ώ  μακρό θυμίας,  |  ω  θείας  ταπεινώσεως, 

δι'  ης  τους  ταπεινούς  προς  ουράνιον  |  υψος   άναβέβηκας.  15 

Στιχηρόν  εΙς  τό  Δόξα  .  .  .   χαι  νυν  ήχος  πλ.  δ'. 

Ό  τρόπος  σοο  |  δολιότητος  γέμει,  |  παράνομε  Ιούδα• 

νοσών  γαρ  φιλαργυρίαν  |  έκέρδησας   μισανθρωπίαν 

ει  γαρ  πλούτο  ν  ήγάπας  Ι  τί  παρατττωχίαν 

διδάσκων  τί  εφοίτας,  |  τί  δέ  και  έφίλεις;  20 

ϊνα  τί  έπώλεις  |  τον   άτίμητον  παραδούς  εΙς  μιαιφονίαν; 

φριξον  ήλιε,  |  στέναξον  ή  γη   και  κλονουμένη  βόησον 

*'  άνεξίκαχε  Κύριε,   δόξα  σοι ". 

Ευθύς  τό  «Φως  ίλαρ6ν>.  Προχείμενον  ήχος  α',  ψαλμός  ρλθ'. 
«Έξελοϋ  με,  Κύριε,  έξ  άνθρωπου  πονηρού•  άπό  ανδρός  άδικου  25 
ρυσαί  με».  Στίχ.  «0?τινες  διελογίσαντο  άδικίαν,  δλην  τήν  ήμέ- 
ραν  παρεστ»:  Της  Εξόδου  τό  ανάγνωσμα  (ιθ',  10 — 19).  Άρχ. 
«ΕΤπεν  Κύριος  προς  Μωσήν  χατα^άς  διαμάρτυραι  τω  λαω». 
Τέλος•  «ό  δέ  θεός  άπεκρίνατο  αύτω  φων^».  Προκείμενον  ήχος 
βαρύς•  «Έξελου  με  εκ  των  έχθρων  μου  6  θεός,  καΐ  έκ  των  30 
έπανισταμένων  έπ'  έμέ  λύτρωσαι'  με».  Στίχ.  «Τύσαί  με  έχ  των 
εργαζομένων  τήν  άνομίαν  χαι  εξ  ανδρός  αιμάτων  σώσόν  με».  Ίώβ 
τό  ανάγνωσμα  (λη',  λθ',  μ',  μα',  μβ'  1  —  5).   Άρχ.  «Εΐπεν  Κύριος 

5  χιταγγέλουιιν.  — 12  άποΓλύνη;. — 14  ώ  .  .  .  ώ.— 21  επώλης. — 22  φρίξον. 

7 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   98  — 

τω  Ίώβ  διά  λαίλαπας  καΐ  νεφών».  Τέλος•  «νυνί  δε  ό  οφθαλμός  μου 
έώρακέν  σε». — Προχείμενον  ήχος  βαρύς•  «01  δρχοντες  συνήχθησαν 
επί  το  αυτό  χατά  Κυρίου  και  κατά  του  Χρίστου  αύτου».  Στίχ. 
«"Ινα  τι  έφρύαξαν  έθνη  και  λαοί:  παρέστησαν  οι  βασιλείς  της  γης». 
5  Προφητείας  ΉσαΓου  τό  ανάγνωσμα  (ν',  4 —  11).  Άρχ.  «Κύριος 
δίδωσί  μοι  γλώσσαν  παιδείας».  Τέλος•  «εν  λύπη  κοιμηθησεσθε». 
Ευθύς  το  «Καταςίωσον  Κύριε»•  εΤτα  του  στιχηραρίου  ήχος  α', 
προς  τό    «Πανεύφημοι». 

Νίπτηρος  του  θείου  σου,  |  Σωτηρ,  |  τους  πιστώς  μετέχοντας 
10  αγιασμού  σου  χαθάρισον,  |  την  χάριν  δώρησαι, 

χαΐ  των  εγκλημάτων  |  ρύπον  πλΰνον  άπαντα, 
πταισμάτων  σπίλους  πλδνων  ώς  ευσπλαγχνος, 
δπως  υμνου[χέν  σου  |  την  άνείχαστον  συμπάθειαν 
και  τιμωμεν  |  τό  κράτος  τό  αφραστον. 

Ι^κ  "Ομοιον.  στίχ.  €Έλέησόν  μιε  ό  θεό;  %ατά». 

Ισχύει  Οεότητο;  |  τό  φώς  |  ό  αναβαλλόμενος 
καθώς  ιμάτιον,  ευσπλαγχνε,  |  και  εν  νεφέλαις  σου 
περιβάλλων  πόλον  |  και  λεντίφ  θείφ  σου 
έχμάζας  μαθητών  |  πόδας  σήμερον, 
20  και  νυν  άπόπλυνον  |  εν  τφ  σω  νιπτηρι  απαντάς 

τους  τελοΰντας  |  τόν  τύπον  τόν  θείον  σου. 

"Ομοιον  στίχ.  <Έπι  -λεΤον  πλΰνον  μ,ε». 
Πανσόφω  βουλήματι  |  χειρι  |  θεϊκή  την  αβυσσον 
ό  σφραγισάμενος,  δέσποτα,  |  καΐ  πόδας  ϋδασι 
25  μαθητών  σου  νίψας,  |  βλέψας  ούρανόΟεν  νυν 

έπίσκεψαι  |  και  πάσιν  την  χάριν  σου 
δός  εν  νιπτηρι  σου  |  τψ  άχράντω   ώς  φιλάνθρωπος 
του  δοξάζειν  |  την  σήν  συγκατάβασιν 

Δόξα  .  .  .  και  νΟν  ήχος  β'. 
30  Όν  έχήρυςεν  άμνόν  Ήσαίας,  |  έρχεται  έπι  σφαγή  ν  έκουσιον 

και  τόν  νώτον  |  δίδωσιν  εΙς  μάστιγας  |  τάς  σιαγόνας  εις  ραπίσματα- 
τό  δέ  πρόσωπον  ουκ  άπεστράφη  |  από  αισχύνης  έμπτυσμάτων 

1  λέλατιος.— 11     έγχ>.ηΐΛμάτων  ||  τιλύνον.- 12    σπήλους.— 13  σνίχαστον.— 17  νεφέ- 
υ.— 18  7:ερ•[3άλλον.— 25  μ-αθητασ.— 27  νιτιτήρι.  — 30  άμινόν.— 31  σιογώνας. 


Λαισου, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—   99  — 

Οανάτφ  δε  άσχήμονι  χαταδιχάζεται• 

πάντα  ο  άναμάρτητος  |  έχουσίως  καταδέχεται, 

ινα  πάσι  δωρήαηται  |  την  έχ  νεχρών   άνάστασιν. 

ΕΤτα  €Νυν  άπολύείς  τον  δοδλόν  σου»*  τρισάγίον  χαΐ  τροπά- 
ρεον  άπολυτίκιον,  ήχος  πλάγιος  δ'•  «"Οτε  οι  ενδοξοί  μαθηταί».  5 
Εύθυς  ό  π:3ίτριάρχης  (πορεύεταί)  εΙς  τήν  άγίαν  Σίών  ή  εις  τόν 
"Αγιον  ΚωνσταντΓνον,  ϊνα  άγιάση  το  μύρον  έν  ταύτη  γαρ  τη  αγία 
ήμερα  ρογεύει  ό  πατριάρχης  (εις)  τον  κληρον  τήν  ρόγαν  αυτών  ούτως• 
μετά  το  άπολυσαι  ό  δρθρος,  αλλάξει  καΐ  καθήσει  εις  τό  Σέκρετ(ον) 
και  φορεί  τό  ώμοφόριον  αύτου*  και  ευθύς  αλλάζουν  οι  ιβ'  άρχ(ιερεΤς)  10 
καΐ  παραστήκουν  αύτω,  καΐ  δρξεται  ρογεύειν  αυτών  πάντων  έμ- 
βάθμως  και  κατά  τάξιν.  Ούτος  ήν  6  τύπος. 


ΤΑΞΙΣ  ΣΪΝ  ΘΕΩΙ  ΤΗΣ  ΛΕΙΤΟϊΡΓΙΑΣ 

ΤΟΥ  ΑΓΙΟΪ  ΜΪΡΟΓ. 

Ευθύς  αλλάζει  ό  πατριάρχης  και  οΐ  μητροπολΐται  καΐ  οι  έπί-    15 
σκοποί  και  οι  πρεσβύτεροι  καΐ  οι  διάκονοι  καΐ  οί  ύποδιάκονοι  άσπρα 
εις  τήν  άγίαν   Σιών.  Ευθύς  λέγει  ό  πατριάρχης  τάς  εύχάς  έν  τω 
Σκευοφυλακείω  καΐ    γίνεται    είσοδος,  καΐ    οι  ψάλται  ψάλ)νουσι  στι- 
χηρόν  ήχος  πλάγιος  δ'. 

Σήμερον  ό  Ιούδας  20 

τό  της  φιλοπτωχίας  |  χρύπτει  προσωπείον 

και  της  πλεονεξίας  |  ανακαλύπτει  τήν  μορφήν 

οϋχέτι  των  πενήτων  φροντίζει• 

ούχέτι  τό  μόρον  πιπράσχει  |  τό  της  αμαρτωλοί), 

αλλά  τό  ούράνιον  μύρον,  25 

χαι  έ;  αύτοΰ  νοσφίζεται  τα  αργύρια* 

τρέχει  προς  Ιουδαίους, 


δ  άτΓολυτιχή.  —  6  προσέΠηχα  τό  «-ορεύεται».— 7  άγιάσαι  ||  ταύτη. — 8  ρογεύη. — 
9  άλά'ςει  και  χαΟήσει  ||  σέ•Λριτ(ον).  —  10  όμοφόρι&ν  ||  αλαλάξουν.  —  12  ένβάΟμως.  — 
13    τήν  λ6ΐτ(θϋ)ρ(γίαν). —  15    άλαξει.—  ΐβ  σχευοφυλα-χεΐω. — 21  φιλόπτωχε ίας. 

* 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  100  — 

λέγει  τοις  παρανόμοις• 

"  τί  μοι  θέλετε  δούναι 

χάγώ  ομιν  παραδώσο)  αυτόν  "; 

ώ  φιλαργυρίας  προδότου! 
δ  ευωνον  ποιείται  την  πρασιν 

προς  τήν  γνώμην  των  αγοραζόντων 

του  πωλουμένου•.  |  τήν  πραγματείαν  ποιείται• 

ουκ  άχριβολογεΤται  προς  τήν  τιμήν, 

άλλ'  ώς  δοΰλον  φυγάδα  |  άπεμπολεΐ• 
10  εθος  γαρ  τοις  χλέπτουσιν  |  ρίπτειν  τα  τίμια• 

νυν  εβαλεν  τα  άγια  |  τοΤς  χυσίν  δ  μαδητής• 

ή   γαρ  λύσσα  της  φιλαργυρίας 

χατά  του  ιδίου  δεσπότου  |  μαίνεσ&αι  έποίησεν  αυτόν 

ης  τήν  πειραν  φύγωμεν  κράζοντες 
15  "  μακρόθομε  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

Εύθυς  Δόξα•  ήχος  β'.  Κονδάκιον. 

Ώς  μύρον  σεπτέ  ν  |  χαΐ  θεΤον  χαΐ  άτίμητον 
της  πόρνης,  Χριστέ,  |  το  μύρον  δέχη  σήμερον 
των  ποδών  φιλήματι  |  το  δυσώδες  χαθαίρεις  των  πράξεων 
20  συν  αυτή  ουν,  μόνε  Σωτήρ,  |  τους  πόθφ  τιμώντας  σε  οιχτείρησον. 

Ό  διάκονος  συνάτυτει.  Ό  άρχιερεύς  έκφώνως•  «"Οτι  δγιος 
ει,  Κύριε  ό  θεός  ημών».  Οί  ψάλται  το  τρισάγιον.  Ευθύς  γίνεται 
καθέδρα  εις  τό  σύνθρονον.  ΕΓτα  ψαλμός  τω  Δαυίδ-  «Ήπαλύνθη- 
σαν  οι  λόγοι  αυτών  υπέρ  ελαιον  και*:  Στίχ.  «Ένώτισαι  6  θεός 
25  τήν  Λροσευχήν  μου».  Της  Εξόδου  τό  ανάγνωσμα  (κ',  22 — 38)* 
«ΕΤπεν  Κύριος  προς  Μωσην  λέγων  και  συ  λάβε  ήδύσματα». 
Τέλος•  «έξολοθρευθήσεται  έκ  του  λαοϋ  αυτού»,  β'  προφητείας 
Σαμουήλ  τό  ανάγνωσμα  (Ι,  ις'  1 — 13)•  «Ειπεν  Κύριος  προς  Σα- 
μουήλ• πλήσον  τό  κέρας  σου  ελαίου  καΐ  δευρο».  Τέλος•  «καΐ  έφή- 
30  λατο  ττνευμα  Κυρίου  έπί  Δαυίδ  άπό  της  ημέρας  εκείνης  και  έπέ- 
κεινα».  Υ  προφητείας  Ήσαΐου  τό  ανάγνωσμα  (ζα,  1 — 6).  Άρχ. 
«Πνεύμα  Κυρίου  έπ'  έμέ,  ου  εϊνεκεν  εχρισέ  με».  Τέλος•   «έν  τω 


1  λέγει]  αί  έ*δ.  «βοά».  —  5    ποιείτε    τήν  πράσσιν.  —  11  Ιβαλλεν. —  13  ιδίου. - 
19  χαθαίροις. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  101  — 

πλούτω  αυτών  θαυμασδήσεσθε».  δ'  "^Ασμα  ασμάτων  τω  Σολο- 
μώντι  τό  ανάγνωσμα  (α\  1 — 4).  Άρχ.  «Φιλησάτω  με  άπο  φι- 
λημάτων ατ6\ιοιτος  αύτου».  Τέλος*  «άγαλλιασώμεθα  χαΐ  εύφραν- 
θώμεν  έν  σοί>. 

Ευθύς    έξερχόμεθα    τρεΤς    δίάκονοί    άπο    του  Ιερατείου    χατά     δ 
ανατολάς,    γυρευοντες    τόν  ναόν  αρξονται  άπό  τό  μέρος  της  αρι- 
στεράς,   λέγων    εΤς  καθείς•    ό  α'   «Πορεύεσθε  οι  απολυθέντες»•  ό 
β'   €01  απολυθέντες   πορεύεσθε»•    ό  γ'   €'Όσοι  κατηχούμενοι  πο- 
ρεύεσθε»,   ΚαΙ    ούτως  δλον  τόν  ναόν,  υψίφωνα  λέγοντες,  δως  ου 
στρέφονται  είς  τό  ίερατεΐον,  δθεν  έζήλθον,  δεξιομερώς,  και  είσε-    ΐϋ 
λεύσονται  εις  τό  Βήμα  έκ  της  μέ(σης?)  θύρας.  Ευθύς  ό  ψάλτης• 
«Προκείμενον  ήχος  πλάγιος  δ'». —  €Έλίπανας  έν  έλαίω  την  κε- 
φαλήν μου  και»:    Στίχ.    «Έάν   γάρ  και  πορευθώ  έν  μέσω  σκιδς 
θανάτου,    ου  φοβηθήσομαι  κακά,    δτι  συ  εΤ  μετ'  έμου».  ~  Προς 
Τωμαίους  επιστολής  Παύλου  (τό  ανάγνωσμα,  ια',  13 — 36)*  «'ϊμΐν    15 
γαρ  λέγω  τοΤς  εθνεσιν  έφ'  όσον  μέν  ειμί  έγώ  εθνών  απόστολος». 
Τέλος•    ιαύτώ  ή  δόξα  εΙς  τους  αΙώνας•  αμήν».  Αλληλούια,  ήχος 
πλάγιος  δ'.   Στίχ.     €Ίδού    δή    τί  καλόν  ή  τί  τερτυνόν,  άλλ'  ή  τό 
κατοικεΐν»:   Στίχος  β'•    «Ώς  μυρον  έπΙ  κεφαλήν  τό  καταβαΐνον  έπι 
πώγωνα  τόν»:    Και  ό  διάκονος*    «Εϊπωμεν  πάντες:    Κύριε  ελέη-    20 
σον»     καΐ    τα  έξης•  εΤτα  τό  εύαγγέλιον.    Ό  τρίτος  τών  διακόνων 
λέγει*    «Έκ  του  κατά  Ματθαίον»   (αγίου  ευαγγελίου    τό    ανάγνω- 
σμα• κς',   6  —  16).    Άρχ.    «Του  δέ  Ίησου    γενομένου    έν  Βηθα- 
νι'α,  έν  οίκία  Σίμωνος  του  λεπρού».  Τέλος*  •  «ϊνα  αυτόν  παραδώ». 
Ζήτει    εις    τήν  μεγάλην  Τετάρτην  όψέ.    Ευθύς  καταβαίνει  ό  πα-    25 
τριάρχης  έκ  τό  σύνθρονον  και  εΖσελθόντος  εις  τό  σκευοφυ(λάκιον), 
λέγει  ό  διάκονος     «Σχολάσωμεν    εκτενώς»    καΐ    τα  έξης.    Και  οι 
ψάλται  στιχηρόν  ήχος  πλάγιος   β',   ιδιόμελον. 

Τους  πόδας  σου  κατεφίλει  ή  μιαοομενη 

τζ  πράξει  αμαρτωλός,  μή  άνοίγουσα  τα  χείλη•  30 


τ  τ   π 

5  τρις. — 6  €άνατολδς  γυρεύον  τ.  ν.  άρξοον    ε   τό»  κτλ. — 7  χαθείς.— 10   δεςιω^χε- 

ρώς.— 20  πόγονα  II  εΐπομεν. — 24  ένοιχία.— 25  δψέ.— 29  χατεφίλη.— 30   άνοιγοΰσα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  102  — 

εΐδβ*  γαρ  δτι  προσήγγισεν  τψ  θβφ 
τψ  γινώσχοντι  τα  κρύφια  ημών 
ο&εν  αιωπήσασα  έΟεραπευ&η, 
ώσττερ  φ&εγγομένη  έτραοματίσΟη, 
5  και  προσήνεγκεν  κλαο&|ΐψ  |  μάρτυρα  της  αληθείας, 

μύρον  δε  έξέχεεν  |  κενοοσά  σοι,  δέσποτα, 
δτι  και  τα  δάκρυα  αύτης  |  βυσωδίας  έπληρουντο• 
επέστρεψεν  δε  ή  πόρνη,  |  με&'  ης  ελέησον  ήμας. 
Στίχος-     €Έλίπανας    έν  έλαίφ».    Εό&ύς    ό  ποττριάρχης  λέγει 
10    τήν  βδχήν  της  προθέσεως  έπΙ  το5  μύρου  χαΐ  τήν  ευχήν  τοδ  θυ- 
μιάματος*   είτα  ^γεύει  ό  πατριάρχης  τό  θυμίαμα  τοΤς  πρεσβυτέ- 
ροις  χαΐ  διακόνοις,    και    γίνεται  ή  προέλευσις  της  αγίας  στάμνου 
του  μύρου    έν  τδ  ναω  οδτως.    Εξέρχονται  πρώτον  οι  δεποτατοι, 
είτα    οι  ψάλται,    έπειτα    οι  ύποδιάχονοι    στιχ(η)δ(όν)    δντ(ες)  ιδ', 
15    βαστάζοντες  ιβ'  μανουάλια  μετά  χηρούς,  χαΐ  διάχονοι  ιβ'  κατέχον- 
τες   θυμιατούς  ιβ',    χαΐ    ϊτεροι  ιβ'  διάκονοι  βαστάζουσιν  σκηττυρα 
χρυσά,  καΐ  ϊτεροι  πάλε  (=  πάλιν)  ιβ'  διάκονοι  κατέχοντες  χερου- 
βικά  χρυσά  και  άργυρδ  ιβ'•    έπειτα  ό  πατριάρχης  συν  β'  έπισκο- 
ποις,    χειροκρατουντες    αυτόν    Ινθεν    και    ένθεν,  και  πρεσβύτεροι 
20    βαστάζοντες    την  άγίαν    στάμνον    του  [ΐύροο^    καλυπτόμενοι    μετά 
καραμάνγην  δσπρον  χρυσιομένον,  καΐ  δ'  διάκονοι  ύψου^^τες   αΌτ{ο\}) 
τά  άκρα  με  τά  δ'  χερουβικά,  καΐ    δ'  διάκονοι    βαστάζουσι    τά  δ' 
άκρα.  Και  οδτω  προφέρεται,  δως  ου  ελθωσιν  εις  το  δγιον  Βημα' 
καΐ  6  άρχιδιάκονος  λέγει,    ιστάμενος  εΙς  την  πύλην  του  Σκευοφυ- 
25    λσαζίοο,  έκφώνως•   «Απέλθετε  οί  απολυθέντες,  απέλθετε  αΐ  άπο- 
λυθεΐσαΐ'  μη  τις  των  κατηχουμένων,   μή  τις  των  άμυήτων,  μη  τις 
των  μή  δυναμένων  ήμΐν  συνδεηθήναι•   μηδεις  κατά  του  έτερου  δό- 
λω  ή  πονηρία  έχίτω-  δφετε  καΐ  άφεθήσεται  ύμΤν   τάς  αμαρτίας 
υμών    έζομολογήσασθε•    ιδού    γάρ    το  τίμιον    μύρον    είς  κάθαρσιν 
30   τών  παραπτωμάτων  ημών  εις  δόζαν   προέρχεται*  αλλήλους  έπί- 

X    τ 

1  είδη.  —  7  δυσσωδίας.  —  12  προέλευσης. — 13    διποτάτοι. — 14  επιτ(α)  ||  ςιδ<^ν.  — 
α 
17  πάλ.  —  18  χρυσά  τιαι  αργυρά  ιβ':  επίτα  ||  έ?:ίσχοπ(οι).  —  19  χαι  εί^εν.— 21  χροσομε- 

νον. — 23  προσφέρετ(αι).  —  24  αρχιδΐ(χχω(ν)  ||  ττύλιν. — 26  εχφών:  άπέλΰατε  . . .  απέλ&ατβ 

αί  άϊΓολυ^,σίχι•    μή    τις,  —  27  μή    δεις.  —  29    έξομολογίσοσΒε.  ίδου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  103  — 

γνωτε-  άλλήλας  γνωρίσατε•  τάς  θύρας•  όρθοΙ  πάντες•  τάς  θύρας 
κλείσατε  χαΐ  στητέ  |χετά  φόβου  θεού•  ψάλατε».  Ευθύς  οί  ψάλται 
ψάλλουσκν  έμπροσθεν,  δως  ου  άναβαίνου(σιν)  εις  την  σκαλωσίαν 
του  άγιάσαι  τό  μύρον.  Οι  ψάλται  άντΙ  τό  χερουβικόν,  στιχηρόν 
(ε?ς)  ήχον  πλάγιον  α'.  5 

Ιδού '  το  μύρον  έρχεται,  |  ή  εύωδία  πέμπεται 
εις  αφεσιν  αμαρτιών  |  χαι  εις  ζωήν  αιώνιον. 

Τοοτο  έοτι  τό  μύρον  |  τό  της  ταφής  τοδ  Σωτηρος, 

άρρα|3ών  αναστάσεως  |  φωτίζων  ζώντας  και  νεκρούς.  10 

Όμοιον. 

Μετανοουντα  δέξαι  με,  |  δτι  φιλάν&ρωπος  εί• 
προσεδεχόμην  σε,  Χρίστε,  |  τον  ευεργέτην  τοδ  παντός. 

Μύρον  τό  πολύτιμον  |  τό  άγιάζον  απαντάς,  15 

Ιδοί)  νδν  παραγίνεται*  |  πιστοί,  δεύτε   προσπέσωμεν. 

Ό|λ010ν. 

Μετ'  ευφροσύνης  άπαντες  |  και  πίστεως  ομνήσοιμεν* 
τό  μύρον  γαρ  προέρχεται  |  εύωδιάζον  απαντάς. 

Όμ-οιον.  20 

Άγίασον  τους  δούλους  σου,  |  Χριστέ  σωτηρ,  ως   ευσπλαγχνος, 
δια  του  θείου  μύρου  σου,     δ  πνεύματι  ήγίασας 

Όμοια. 
Μήτερ  θεού  πανύμνητε,  |  Μαρία  θεοδόξαστε, 
τους  μη  ορθώς  ύμνουντάς  σβ  |  πάσης  αισχύνης  Ιμπλησον,  25 

τόν  πατριάρχη  ν  δε  ημών  |  γηΟόσυνον  και  άβλαβη 
και  πολυχρόνιον  αυτόν  |  άει  διαφυλάξειεν, 
τους  δε  πιστούς  ημών  βασιλείς  |  αεί,  Χριστέ,  συντήρησον 
καΐ  πάντας  ουν  τους  κληρικούς,  |  Χριστέ  μου,  διαφύλαξον 
και  ευσεβείς  μοναχούς  |  σκέπε  καΐ  διαφύλαττε  30 

και  τόν  όρ&όδοξον  λαόν,  |  Χριστέ  σωτηρ,  έλέησον. 


8  ψάλλοντ(αι).  —  4  άγιασαι  του  μΰρου.  —  6  ίδου.  —  10  ά^^χβών  |{  ζώντων  και  νε- 
χρών.  —  16  ιδού.  —  18  (χετεοφροσύνης,  — 19  εύωδιάζων.  —  22  δ]  τώι.  —  26  γηθοσύνως 
χαι  ά^λαβεΤ. — 29  πάντων  ουν  των  χληριχών. — 30  ευσεβών  μοναχών. — 31  τών  ορθόδοξων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  104  — 

Και  ήνίχα  εισέλθωμεν  εις  το  Ίερατεΐον,  ϊσταται  ό  πατριάρχης 
συν  τοις  έπισχόποις  και  πρεσ[3ϋτέροις  και  διακόνοις  περίγυρον  του 
άγιου  θυσιαστηρίου  και  θήσουσιν  την  άγίαν  στάμνον  του  μύρου 
εις  τό  αγιον  θυσιαστήριον  και  άνακαλυπτουσιν  αυτήν  τη  αναφορά 

5  (τη)  άσπρη,  καΐ  περιιστάμενοι  πάντες  κύκλοθεν  εν&εν  και  εν&εν, 
τα  σκήτττρα  φημι  καΐ  τους  θυμιαιούς,  ευθύς  λαμβάνει  ό  πατριάρ- 
χης το  θυμιατον  και  θυμιάζει  το  αγιον  μύρον  καΐ  λέγει  μόνος 
έκφώνως  (εις)  ήχον  πλ.  β'•  «Σαμουήλ  θυμια  τα  άγια,  |  6  Γαβριήλ 
βοα».  Ευθύς    αποκρίνεται    αύτω    ό    κλήρος•    €  Σαμουήλ  θυμια  τα 

10  άγια,  [  ό  Γαβριήλ  βοα>.  ΚαΙ  6  πατριάρχης•  «Ει  τις  έπάςιος  του 
μύρου  και  φίλος  του  ελαίου».  Ό  κλήρος•  «Σαμουήλ  θυμια».  Και 
ό  πατριάρχης•  «Και  τω  νυμφίω  έραστος,  |  άπεκδεχέσθω  ίδεΐν  δ 
ηυξατο».  Ό  κλήρος*  «Σαμουήλ  θυμια >.  Ό  πατριάρχης•  «Πας 
μυριστής    συνδειπνείτω    τω    Χριστώ  |  και    λεγέτω    προς  τύν  Κύ- 

15  ριον  Ι  υμνώ  και  συσσταυρουμαί  σοι».  Ό  κλήρος*  «Σαμουήλ  θυμια». 
Ό  πατριάρχης•  « ύμνολογουντων  αγγέλων  |  άκαταπαύστοις  ώδαΐς, 
βοώντων  δοξολογούντων  |  τριάδα  όμοούσιον».  Ό  κλήρος•  «Σαμουήλ 
θυμια».  Ό  πατριάρχης*  «τριάδα  όμοούσιον».  Ό  κλήρος•  «Σα- 
μουήλ». Ό  πατριάρχης*   «άγιος  άγιος  άγιος  ει,  Κύριε*  |  (τα  σύμ- 

20  πάντα)  πεπλήρωται  |  τής  δ()ςης  σου,  φιλάνθρωπε».  Ό  κλήρος• 
«Σαμουήλ».  Είτα  ό  πατριάρχης•  «Σαμουήλ  θυμια  τα  άγια».  Άπο- 
κρίνει  ό  κλήρος*  «ό  Γαβριήλ  βοα».  Δέον  γινώσκειν,  δτι  δταν 
ψάλλει  ό  πατριάρχης  το  «Σαμουήλ»,  γυρίζει  καΐ  θυμια  το  &γιον 
μύρον  από  τα  τέσσαρα  μέρη,  δως  ου  πληρούται•  καΐ  ευθύς  ό  άρχι- 

25  διάκονος  λέγει  έκφώνως•  «Έν  σοφία  θεοΰ  πρόσχωμεν»,  καΐ  ό 
πατριάρχης  «Πιστεύω  είς  §να  Θε6ν».  Και  ασπασμός  σήμερον  ού 
γίνεται,  ουδέ  εις  τήν  λειτουργίαν.  Καί  δταν  πληρώσει  τήν  λει- 
τουργίαν,  υψώνει  τήν  στάμνον  του  μύρου,  καθώς  καΐ  τό  άγιον 
δώρον*  καΐ  εις  τό  κονδάκιον  τής  λειτουργίας  του  αγίου  μύρου  εύ- 

1  ήνίχα  εΐσέλθωμ(εν).  —  3  θήσωσιν.  —  4  άναχαλύπτωσιν.  —  6  σχήπτρα.  —  7  θυ- 
μιάσει.— 13  ηύξιτω.  —  14  συνδειπνείτω. — 16  ύμ-νολογοΰντων  ||  ώδχΓς. —  17  ^ο^οΧο-^οό^- 
των.— 19  προσέδηχα  τό  «τά  σϋμ7:ανται>.— 23  γυρίσει. — 24  άρχιδιάχα>(ν).— 25  προσχώ- 
μεν.— 26    άστιασμόν.— 27    ουδέ.— 28  ύψώνη. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  105  — 

ρί<τ/ζις  άπαντα  τα  θέλ(6ΐς)  ε^π^ΐν.  Και  ανέρχεται  ό  άρχιερεός  μετά 
της  στάμνοο  τοδ  αγίου  μύρου,  συν  αύτω  καΐ  οι  μητροπολΐται  χαΐ 
οΐ  επίσκοποι  και  ό  πρωτοπαπάς  και  ό  δευτεράριος  καΐ  6  άρχι- 
διάχονος  και  δύο.  διάκονοι  με  τα  χερουβικά  ένθεν  καΐ  Ινθεν 
ομοίως  καΐ  δυο  διάκονοι  με  τους  θυμιατούς.  Και  ύψοΐ  6  πατριάρ-  5 
χης  το  δγιον  στάμνον  κατά  ανατολάς,  και  ό  λαός  κράζουν  το 
«Κύριε  έλέησον».  Μετά  τούτο  λέγει  ό  διάκονος  τήν  αϊτησιν,  ε?τα 
σφραγίζει  (-ό  πατριάρχης)  το  αύτο  τύπω  σταυροειδεΤ  εκ  τρίτοο^ 
κατά  ανατολάς  και  βορραν  και  δυσμάς  και  νότου  παντι  εκ  τρίτου, 
δΐάκυκλών  έκ  τρίτου,  και  καταβαίνουν.  ΆντΙ  τό  κοινωνικόν,  στιχη-  10 
ρ6ν  (είς)  πλάγιον  β'. 

'Γμνολογοόντων  αγγέλων  |  χαΐ  αρχαγγέλων 

άχαταπαόστοις  φωναϊς, 
βοώντων  δοξολογούντων  |  τριάδα  όμοουσιον 

"  άγιος  άγιος  άγιος  βί,  Κύριε•  15 

πεπλήρωται  σύμπαντα  |  της  δόξης  οου,  φιλάν&ρωπε  ". 

ΚαΙ  ει  ήμεν  είς  τήν  Άγίαν  'Ανάστασιν,  ευθύς  άπέλθωμεν  εις 
την  άγίαν  Σιών  διά  τήν  θείαν  λειτουργίαν  και  τόν  νηττήρα*  καΐ 
όπομέ(νουσιν)  έκεΐ  ό  πρωτοπαπάς  και  ίκα^^οΐ  κληρικοί,  ίνα  λειτουρ- 
γήσωσιν  είς  τό  "Αγιον  Κρανίον.  ΕΙ  δε  έσμέν  εις  τήν  άγίαν  Σιών,  20 
οφείλει  ό  πρωτοπαπάς  μετά  τό  άγιάσαι  τό  αγιον  μύρον  (νά) 
είσέλθη  εκεί  και  επιτελεί  τήν  λειτουργίαν  καΐ  ικανοί  κληρικοί, 
και  ήμεΤς  λειτουργουμεν  εις  τήν  άγίαν  Σιών,  και  οϋτως  έπιτε- 
λουμεν  τόν  νηττήρα. 

Ή  ακολουθία  της  θείας  λειτουργίας  του  αγίου  Ιακώβου  του  25 
αποστόλου  και  άδελφοθέου  επιτελείται  είς  τήν  άγίαν  Σιών  ούτως. 
Άλλάσσει  ό  πατριάρχης  και  οι  μητροπολΐται  και  οι  επίσκοποι 
και  πρεσβύτεροι  και  διάκονοι,  ώσπερ  και  έν  τω  άγίω  μύρω  εφη- 
μεν  και  γίνεται  είσοδος  ούτως.  "Ίστανται  οΐ  ψάλται  έμπροσθεν 
του  Ιερατείου,    και    άρχεται  ό  άρχιδιάκονος   λέγων  φωνή  έντ(όνω)    30 

4  μ-έ  τά]  μ.ετ(ά).  —  5  (Αετού;  ||  ύψοΙ.  —  6  ανατολάς  ||  δωσμάς:  και  νώτου.  — 
14  βοώντων  δοξολογοΟντων. — 17  εΐήίχεν. — 19  ίχανών  χλΓ^ριχών  ινά.— 20  σιών  όφείλη. — 
21  άγιασαι.  —  23  σιών. — 26  αγιαν.  —28  άγίω. — 29  ψάλτε  έμπροσθεν. — 30  αρχιδιά•Λω(ν) 
λ.  φωνεΤεντ(όνφ). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  106  — 

«Πορεόεσθβ  οΐ  άττολυθέντε;»,  χαΐ  ό  δεύτερος  <0ί  άπολυ&έντες 
πορεύεσθε»,  χαΐ  ό  τρίτος  «"ΟσοΕ  χατηχούμ^νοι  πορεύεσθε».  ΚαΙ 
οΐ  λοίποί  κληρικοί  τότε  καΐ  οΐ  ψάλται  οί  ιστάμενοι  ψάλλουν  το 
€Ό  μονογενής  υιός  καΐ  Αόγος»•  χαΐ  δτε  είσέλθωμεν  είς  τό  'Ιε- 
δ    ρατεΐον,  εόθύς  οί  ψάλται   ιΔόζα  ποπτρί»,  ήχος  β'•  τό  κονδάκιον. 

Τον  αρτον  λα^ών  |  εις  χβϊρας  ο  προδότης 

χρυφιως  αΰτάς  |  εκτείνει  και  λαμβάνει 

την  τιμήν  τοδ  πλάσαντος  |  ταΤς  οίκείαις  χερσί    τον  αν&ρωπον, 

και  άδιόρ&ωτος  Ιμεινεν  |  'Γούδας  ο  δούλος  και  δόλιος• 

10  Ό  διάκονος  συνατυτήν.  Ό  Εερβυς  έχφώνως-     «Ότι  «γιος  εΤ»• 

και  οι  ψάλται  το  «"Αγιος  6  θεός».  Προκει'μενον,  ήχος  πλάγιος  δ'. 
«Οί  άρχοντες  συνήχ&ησαν  έπι  τ6  αυτό».  Στίχ.  «"Ινα  τι  έφρόαξοίν 
κατά  του  Κυρίου  χαΐ  κατά  τοΰ  Χρίστου  αοτοο:».  Προς  Κορινθίους 
επιστολής  (Παύλου  το  ανάγνωσμα*  Α',  ια'  23 — 32).  Άρχ.  «Αδελφοί, 

15  έγώ  παρέλαβον  άπό  το!5  Κυρίου  8  καΐ  παρέδωκα».  Τέλος•  «ϊνα 
μη  συν  τω  κόσμω  χατακρι&ώμεν  > ,  Αλληλούια*  ήχος  πλάγιος  β'. 
€  Μακάριος  ό  συνιών  έπι  πτωχόν  καΐ  πένητα*  έν  ημέρα  πονηρά 
ρύσεται  αυτόν*.  Ευαγγέλιον  κατά  Μαρκον  (ιδ',  12  —  26).  Άρχ. 
«Τη  πρώτη  ήμέρςι  των  άζύμων,    δτε    το  πάσχα  εθυον».  Τέλος* 

20  «καΐ  υμνήσαντες  έξηλθον  εΙς  τό  δρος  των  Έλαιων»,  Οδτως  δ 
τύπος  της  'Αγίας  Αναστάσεως,  ή  δε  της  Τωμανίας  τάςις  λέγει 
κατά  Ματθαίον  (κς'  1 — κζ'  2):  «ΕΤπεν  6  Κύριος  τοις  έαυτου 
μαθηταΐς*  οίδατε  δτι  μετά  δύο  ημέρας  το  πάσχα  γίνεται».  Τέλος* 
«καΐ  παρέδωκαν  αυτόν  Ποντίω  Πιλάτω  τω  ήγεμόνι». 

25  Στιχηρόν  ψ2>^.ό(χενον  εις  τήν  λειτοϋργίαν    ήχος  πλάγιος  δ'. 

Μηδείς,  ώ  πιστοί,  |  του  δεσποτικού  δει'ττνου  αμύητος• 
μηδεις  δλως  ώς  Ιούδας  |  δολίως  προσίτω  τη  τραπέζη• 
εκείνος  γαρ  τον  ψωμόν  δεξάμενος  |  κατά  τοδ  άρτοο  έχώρησε, 
σχήματι  μεν  ων  μαθητής,  |  πράγματι  δε  παρών  φονευτής- 
30  τοι;  μεν  'Ιουδαίοις  συναγαλλόμενος. 


8  χληρι-Λοΐ.— 4  {χονογεννής. — 6  αρτον  ||  χείρας. — 7  αί  έχδ.  «έξέτεινε  χαι  έλαβε». — 
12  αύτώ  . .  ινα.— 17  συνιών  έπιπτωχον. .  .πονηρά.  —  28  οίδατε  ||  πασχα.  —  24  αύτώ.— 
26   ΜήδεΙς  ώ. — 27  μ-ή  δεις  ||  προσήτω, — 28  τό  ψωμον  ||  αρτοϋ. — 29  ών. — 30  Ιοοδαΐοισ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  107  — 

τοις    08  άποστόλοις  συναολιζόμβνος• 
μισών  έφίλει,  |  φιλών  έπώλει 
τον  βξαγοράσαντα  ή  μας  της  κατάρας, 
τον  θεόν  χαΊ  σωτήρα  τών  ψυχών  ημών• 

Στίχ.   «Ήτοίμασας  ενώπιον  μου  τράπεζαν:  έξεναντίας  τών  θλι-     5 
βόντων  με».  ΆντΙ  το  χερου|3ιχόν  ήχος  τΛάγιος  δ'. 

Του  δείπνου  σου  του  μυστιχου 

σήμερον,  υιέ  θεοδ,  |  χοινωνόν  μβ  παράλα|3ε• 

ου  μη  γαρ  τοΤς  έχθροϊς  σου  |  το  μύστη ριόν  σου  ειπώ• 

ου  φίλημα  σοι  δώσω,  |  χαδάπερ  ό  Ιούδας,  10 

άλλ'  ως  ό  ληστής  ομολογώ  σοι• 

*'μνήοθητί  μου,  Κύριε,  εν  τη  βασιλεία  σου". 

Τό    αυτό    χαΐ    κοινωνιχόν.     Κοενωνιχόν    δτερον,    ήχος  πλ.  δ'* 
€Γεώσασι>ε  χαΐ  ΐδετε». 

"Αλλο*   ήχος  πλάγιος  δ'.  15 

Τφ  της  αγίας  τραπέζης  |  σώματι  έντραφέντες 
χαι  τφ  του  θείου  χρατηρος  |  αϊματι  άρδευΟέντες, 
γνώτε  θεοδ  |  παράδοξον  μυστήριον 
εις  άφεσιν  αμαρτιών  [  χαι  εις  ζωή  ν  αιώνιον. 

Αλληλούια.  Ευχή   όπισ&άμβωνος.  20 

«Δέσποτα    Χριστέ    ό    θεός    ημών,    ό    τών  ΧερουβΙμ  Ιποχος 
χαΐ  τών  Σεραφείμ    ηνίοχος    χαΐ    παντός    χόσμου    δημιουργός    καΐ 
δεσπότης,    ό    δύναμιν    θείας  δόξης  έν  ούρανοΐς  περιεζωσμένος  καΐ 
έπΙ  της  γης  λέντιον  δι'  ημάς  έν  τίρ  μυστικίρ    δείπνω    περιζωσά- 
μενος,    ό    υπό    στρατιών    αγγέλων  έν  υψίστοις  υπηρετουμενος  καΐ    25 
του  σου  προδότου  πόδας  νίψας,    ό    φιλήματι  μαθητού    παραδοθείς 
άνόμοις    καΐ    ήμας    τώ    τιμίω    χαΐ    ιδίω    σου  αϊματι  έςαγοράσας^ 
6  εκουσίως  εαυτόν  ταπεινώσας  μέχρι  θανάτου,  θανάτου  δέ    σταυ-    . 
ρου,  και  τό  κράτος  του  θανάτου  θεοπρεπώς  χαταλύσας  τη  ένδόζω 
δυνάμει  τών  αγίων    χαι    άοιδίμων    και  προσκυνητών  σου  παθημά-    30 
των*    συ,      δέσποτα,     του    μυστικού    σου  δείπνου  κοινωνούς  ήμας 

ε' 
2  μισόν  II  φίλων.— 6  πλάγιος]  μ.  —  13  χοινωνιχών  —  14  γευσασθε.  —  15  α)Λω.  — 

17  τω]  τό.  —  20  όπισδάμβωνος.  —  26  παραδωΐ^εις. — 27    ίδίω. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


^  108  — 

άςίους  άπέργασαε.  Άπόστησον  άφ'  ημών  τον  ζοφερόν  δτυνον  τη; 
αμαρτίας,  άσφάλισον  ήμας  τη  θεϊκή  σου  δεξώ,  διατηρησον  ήμας 
άπό  τοΰ  πονηρού  χαι  άτώ  πάντων  των  έργων  αοτου-  ρδσαι  ήμας 
από    παντός    πειρασμού    διαβολεχοΰ    τε  χαΐ    άν&ρωπί'νου•    ΰμνητάς 

5  ήμας  των  παθημάτων  σου  ποίησον,  ?να  χαΐ  της  δόξης  τυχόντες 
της  έκ  νεκρών  σου  αναστάσεως,  δοζάζωμέν  σε  τον  πάντων  αγα- 
θών δοτηρα  καΐ  αίτιον  συν  τω  άνάρχω  σου  πατρι  χαί  τω  πανα- 
γία) και  άγαθώ  και  ζωοποιω  σου  πνευμάτι,  νυν  χαΐ  άει  και  εις 
τους  αιώνας». 

10  Και  άπολύουσι,  και  τότε  δείπνα    ό  πατριάρχης  και  ό  κλήρος 

είς  τήν  άγίαν  Σιών,  ίνα  έπιτελέσωσιν  έκεΐθι  και  τόν  αγιον 
νιτττήρα. 


ΤΑΞΙΣ  ΣΪΝ  ΘΕΩΪ  ΚΑΙ  ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ  ΤΟϊ  ΝΙΠΤΗΡΟΣ. 

Μετά  το  δειπνήσαι  ό  πατριάρχης    και    ό    κλήρος  καΐ  ό  λαός 
15    εις  τήν  άγίαν  Σιών,   μετά  την  άγίαν    κοινωνίαν,  εισέρχεται  ό  πα- 
τριάρχης και  ό  κλήρος    εΙς    το    ύΐίερωον    τής    άγιας  Σιών,   ένθα 
και    έγένετο    (ό    νιτττήρ)  διά   του    κυρίου    ημών  'Ιησου    Χρίστου. 
Εύθυς  άλλάσσει  ό  πατριάρχης  και  ό  κλήρος  καΐ  τίθεται  ό  νιτυτήρ 
είς  το  μέσον,  και  β'  σκάμνοι  ένθεν  καΐ  ένθεν,  καΐ  β'  κερία  ένθεν 
20    και  ένθεν,    και    ϊστανται    πά^^τες,  δύο    χοροί    μεγάλοι    και  δ'  μα- 
νουάλια,  χαι  λέγει  ό  διάκονος  μετά  τό  άγιάσαι  και  θυμιασαι  πάντας• 
ιΕύλόγησον  δέσποτα».  Και  δ  τυατριάρχης•  «Ευλογημένη  ή  βασι- 
λεία του  πατρός».  Ευθύς  άρχονται    τό    «Δεύτε  προσκυνήσωμεν», 
«Εύλόγει  ή  ψοχή  μου  τόν  Κύριον»•  και  ό  πατριάρχης  λέγει  τάς 
25    εύχάς  έπΙ  τό  ύδωρ  είς  τόν  νιπτήρα. 

Ευχή  α. 

«Δέσποτα    Χριστέ    ό   θεός    ημών,    ό  διά    πολλήν  αγαθότητα 
σου  καΐ  φιλα^^θρωπίαν  μή  άπαξιώσας  νίψαι  τους  πόδας  τών  αγίων 


3    ρύσιι.  — 7  δωτ?ϊρο. — 11  τόν]  τό. — 15  εις  ελθετ(αί). — 16    ενΒα]  ό»)εν. — 17  προ- 
σέΒηχα  τό  <ό  νιπτήρ».  —  20  ίστανται.  —  24  εύλογη. — 27  διαπολλήν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  109  - 

σου  μαθητών  χαΐ  αποστόλων,  άλλα  μέλλων  έπΙ  τό  σωτήρίον  χαΐ 
ζωοποιον  πάθος  ερχεσθαί,  ττερεζωσάμενος  λέντιον  χαΐ  βαλών  δδωρ 
ε?ς  τον  νίτττηρα  χαι  νίψας  αυτών  τους  πόδας,  ϊνα  προς  τό  της 
σης  ταπεινώσεως  δψος  άναγάγης  αυτούς  τε  χαΐ  τους  δι*  αυτών 
άχολουθουντας  τοις  σοΐς  υποδείγμασιν  —  αυτός  χαΐ  νυν,  δέσποτα,  5 
συμπάρεσο  ήμΓν  τοις  άναξιΌις  δούλοις  σου  χαΐ  έν  τω  νιπτ?|ρΕ  τούτω 
χαΐ  α'^ίαοο^^  αυτόν,  χαΐ  δια  της  όρωμένης  του  δδατος  άπονίψεως 
χάρισαι  ήμΐν  χαΐ  τήν  του  άγιου  σου  ιτνεύματος  άόρατον  έπιφοί- 
τησιν.  Άσφάλισαι  ημών  τάς  ψυχάς  χαι  τά  σώματα  άπό  πάσης 
δια^ολιχης  ενεργείας  χαι  άπό  του  δάχνοντος  πτέρναν  δολερού  10 
δφεως.  Ινα  χατά  τό  σον  πρόσταγμα  εχωμεν  δυναμιν  χαι  έξουσίαν 
πατεΓν  επάνω  δφεων  χαι  σχορπίων  χαι  έπι  πασαν  τήν  δύναμιν 
αύτοΰ•  συ  γαρ  ε7  ό  βασιλεύς  της  ειρήνης,  6  θεός  ημών,  χαι  σοι 
τήν  δόζαν  άναπέμπομεν  συν  τω  άνάρχω  σου  πατρί,  δμα  τω 
παναγίω  χαΐ  άγαθώ  χαΐ  ζωοποιω  σου  πνεύματι,  νυν  καΐ  άεί  και  15 
εις  τούς>: — 

Ευχή  β*  έπι  τό  ΰδωρ  πρΙν  χενωδ^ήναι). 

«Δέσποτα  Χριστέ    ό  θεός  ημών,   μόνε  τόν  πατέρα  γινώσχων 
χαι  υπό  του  πατρός  γινωσχόμενε  χαι  τοις  άξίοις  άναγγέλλων  αύτου 
τήν  μεγαλοπρέπειαν^  πατρός  χαι  χτίσεως  μεσϊτα*   θεραπευτά  τών    20 
ψυχών    ημών    ό  δωρησάμενος    τω  γένει  τών  ανθρώπων  τά  π^νευ- 
ματιχά    χαΐ    επουράνια   σου    χαρίσματα    χαΐ    δωρήματα,  ό    άγια- 
ζων     τά    υπό     σου     χαταλαμπόμενα    χτίσματα,    συ    τήν    σήν  χά- 
ριν   έπίλαμψον    έπΙ    τό    ύδωρ   τοΰτο,    δπως    γένηται    πασιν    ήμΤν 
εις  μνημόσυνον  του  αγίου  σου  νιπτήρος,   ου  παρέδωχας  τοΤς  άγίοις    25 
χαΐ    μαχαρίοις  σου    μαθηταις    χαΐ    άποστόλοις,  νίψας  αυτών  τους 
πόδας    χαΐ    ύποδείζας    δρους    ταπεινοφροσύνης  χαι  αγάπης  εΙπών 
'^χαθώς  έποίησα  ύμΤν,  ούτως  χαι  ύμεΤς  ποιείτε  άλλήλοις".   Δεό- 
μεθα    της  σης  άχραντου    μεγαλειότητος•    χαταξίωσον    ήμας    μετά 
πίστεως  ορθής  χαΐ  συνέσεως  προσελθεΤν  τω  μυστηρίω  τούτω   χαι    30 
ένδυναμωθήναι    επαξίως    έκτελέσαι    τάς    αγίας  σου    έντολάς,    ϊνα, 
άπονιψάμενοι  τόν  χολληθέντα  ήμΐν  τών  παρατττωμάτων  χονιορτόν, 

6  σϋρ.πάρεσω.— 9  ψυχσς. — 11  τόν   σον, — 13  βασιλεύς. — 20  μεσίτα.— 27  όρους. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  110  — 

καθαρισθώμεν  των  προς  θάνατον  αμαρτημάτων  καΐ  τω  λεντίω 
της  αγάπης  αλλήλους  έχμάσσοντες-  συ  γαρ  εΤ  6  άγεάζων  χαΐ 
κα&αίρων  ήμας  των  αμαρτιών  ημών  και  σοι  τήν  δ()Εαν  χαι  την 
εοχαριστίαν  άναπέμπομεν  σύν  τω  άνάρχω  σου  πατρί  και  τω  πα- 
5  ναγιω  και  .  ά'^α\^&  και  ζωοποιώ  σου  π^;εύματι,  νυν  και  άεΐ  καΐ 
τους  α!ώνας  τών  αιώνων  αμήν». 

Ευχή  γ'  του  νιπτηρος  έπι  του  ύδατος. 
Ό  διά-Λονος•    «Έτι  του  Κυρίου  δεηΟώμεν». 

«Δέσποτα,  Σωτήρ,   εύεργέτα  τών  ημετέρων  ψυχών,  ό  δια  της 

10  αμέτρητου  σου  φιλανθρωπίας  ύπόθεσιν  αγάπης  διά  της  τών  πο- 
δών άπονίψεως  παραδούς  τοις  σοΐς  μαθηταΓς  και  δείςας  καθηγητού 
και  υπηκόου  πρόθεσιν  εύχαριστουμέν  σοι  τω  φιλάνθρωπο)  θεώ, 
δτι  διά  της  ένσάρκου  σου  παρουσίας  υπέδειςας  ήμΐν  άρίστην  όδόν 
υψώσεως,  ταπείνωσιν,  και  έχειραγώγησας  ήμας  προς  τήν  εύπορείαν 

ΐδ  λεντίω  περιζωσάμενος,  και  ηύδόκησας  νίψαι  τους  πόδας  τών  αγίων 
σου  μαθητών  και  παραδούς  ήμΐν  τόν  τύπον  τούτον,  !να  προς  το 
της  ταπεινοφροσύνης  υψος  ήμας  άναγάγης.  Τούτοις  και  νυν,  δέ- 
σποτα, άκολουθουντες  τοις  σοΐς  ύποδείγμασι  δεόμεδα  και  παρα- 
καλουμέν  σε,    άγιε•     ύψόθεν    άοράτως    εν  μέσω    ημών    γενέσθαι 

20  καταξίωσον,  και  καθώς  τότε  ηύλόγησας,  και  νυν  εύλόγησον  και 
άγίασον  το  ύδωρ  τούτο  και  ποίησον  ήμΤν  αυτό  γενέσ&αι  αγιασμού 
δώρον,  αγάπης  τεκμήριον,  ταπεινοφροσύνης  ύπόθεσιν,  ϊνα  και 
ήμεΐς  μιμούμενοι  τό  τοιούτον  κατόρθωμα,  τω  κανόνι  καΐ  τη  πα- 
ραδόσει    της    σης    συγκατα|3άσεως  ττορευόμενοι,  νίψωμεν  αλλήλων 

25  τους  πόδας  καΐ  της  μερίδος  τών  σωζόμενων  δζιοι  γενόμενοι  τύ- 
χωμεν  της  παρά  σου  εύμενείας  καΐ  του  κλήρου  τών  αγίων  σου 
μαθητών  κοινωνοί  γενώμε&α*  άγνισον  δέ  ημών,  φιλάνθρωπε,  και 
τον  εσω  άνθρωπον  διά  της  όρωμένης  του  δδατος  τούτου  άπονί- 
ψεως,  δωρούμενος  ήμΐν  τήν  του  αγίου  σου  πνεύματος  άόρατον  έπι- 

30    φοίτησιν,    και    καθάρισον    ημών    τάς    ψυχάς   και  τά  σώματα  άπο 

4  εύχαρ'.στείίχν. — Ο  δ'.ατής  άμετρίτου. —  13  ένσάρκω  ||  άρίστην.  —  17  ταττεινωφρο- 
σύνης. — 19  ύψώΟεν. — 20  ηύλόγησας  -21  αύτώι.— 24  πίραδώσει.— 25  άςιοί. — 26  ευμε- 
νίας. — 27    άγνεισον. — 28  διατής  όρωμένης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  111  — 

παντός  σπίλου  και  μώμου  καΐ  πάσης  άμιαρτίας,  χαΐ  δός  ήμΐν 
έξουσία^>  του  πατεΐν  επάνω  δφεων  καΐ  σκορπιών  καΐ  έπΙ  πασαν 
τήν  δύναμιν  τοα  έχθροδ,  και  κατβύθυνον  τά  διαβήματα  ημών  εις 
όδόν  ειρήνης  και  μη  κατακυριευσάτω  ημών  πάσα  ανομία,  χαρι- 
ζ<5μενος  σώφρονα  λογισμόν,  εύσχήμονα  διαγωγήν  και  άσφάλειαν  5 
εις  τόν  έζης  βίον,  ϊνα  έπιλαβόμενοι  της  δντως  ζωής  ευρωμεν 
έλεος  και  οικτιρμούς  έν  τω  φοβερώ  σου  βήματι  και  καταζιωθώ- 
μεν  των  επουρανίων  σου  άγα&ών  συ  γαρ  εΤ  ό  θεός  ημών,  θεός 
του  έλεεΐν  και  σωζειν,  και  σοΙ  τήν  δόξαν  καΐ  τήν  μεγαλοπρέπειαν 
τώ  πατρι  και  τφ  άγίω  τυνεύματι,  νυν  και  αεί»:  —  Ό  διάκονος*  10 
€Τάς  κεφάλας». 

Ευχή  δ'. 

«Δέσποτα  Χριστέ  ό  θεός  ημών,  ό  πασαν  οίκονομι'αν  προς 
σωτηρίαν  του  γένους  τών  άν&ρώπων  έκπληρών,  έπί  τόν  ίίγιον  και 
ζωοποιόν  σου  σταυρόν  μέλλων  άνιέναι  έν  τώ  μυστικώ  σου  δείτυνω  ΐ5 
τά  μυστήρια  της  τών  ουρανών  βασιλείας  παραδέδωκας  τοΓς  άγίοις 
και  μακαρίοις  μα&ηταϊς  σου,  και  τούτους  έπ'  ευεργεσία  τών  αν- 
θρώπων άπέστειλας•  και  νίψας  τους  πόδας  αυτών  έστερέωσας  καΐ 
τω  λεντίω  έζέμαζας  της  σης  χάριτος,  παράσχων  αύτοΓς  τά  γνω- 
ρίσματα και  δι'  αυτών  ήμΐν  έπηγγείλω•  υπόδειγμα  ήμΐν  δέδωκας  20 
αλλήλων  τους  πόδας  νίπτειν  και  μακάριους  ήμας  άποφήνας,  ει 
ταύτα  ποιώμεν.  Αυτός  ουν,  δέσποτα  φιλάν&ρωπε  καΐ  πανάγαθε, 
άγίασον  ήμας  έν  τω  Ονόματι  σου  τω  άγίω  καΐ  δός  ήμΐν  δι'  αυτού 
καθαράν  και  άκίβδηλον  εχειν  τήν  καρδίαν  προς  έκπλήρωσιν  πασών 
τών  εντολών  σου,  ϊνα  καθαρεύοντες  άπό  παντός  δόλου  και  πάσης  2δ 
υποκρίσεως  ένωθώμεν  άλλήλοις  δια  τό  δνομά  σου  τό  όίγιον,  συν- 
δεσμούμενοι  τω  συνδέσμω  της  ειρήνης  και  της  άγάττης-  συ  γάρ 
ει  δ  θεός  ημών  καΐ  ή  ειρήνη  ημών,  ό  εύλογων  και  άγιάζων  τά 
σύμπαντα,  και  σοι  τήν  δόςαν  καΐ  τήν  εύχαριστίαν  άναπέμπομεν 
συν  τω  ά^>άρχω  σου  πατρΙ  ίίμα  και  τω  παναγίω    και  άγαθώ    και    30 

1  σ-ήλοϋ. — δ  διαγαγείν.— 6  τό  έςής. — 7  οΙκτφίΑοΐς. — 17  έττευεργεσία. — 18  έστε- 
ραίωσας.  — 19  παράσχων.  — 20  έιταγγείλω. — 21  ά<:οφήνας.— 24  ά-Αΐβδιλον  ||  προς.— 26  χαι 
ένωθα>μ.εν. — 29  εύχοριστείαν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  112  — 

ζωοποιω    ττνεύματι,    νυν    και    άεΐ    χαΐ  εις    ιούς  αιώνας  των  αιώ- 
νων  αμήν». 

ΚαΙ  μετά  το  πληρώσαι  τάς  εύχάς  ό  πατριάρχης,  ό  διάκονος* 
«Έν  ειρήνη  του  Κυρίου  δεη&ώμεν. — Υπέρ  της  άνωθεν  ειρήνης. — 
5  Τπέρ  της  ειρήνης  του  σύμπαντος  κόσμου.  —  Υπέρ  του  αγίου 
οΤκου  τούτου.  —  'ϊπέρ  της  άγιας  μόνης  καθολικής  εκκλησίας.  — 
Τπέρ  του  κατελθεϊν  το  ττνεΰμα  τό  αγιον  και  εύλογήσαι  και  άγιά- 
σαι  τάς  ημετέρας  ψυχάς,  του  Κυρίου  δεηθώμεν. — Τπέρ  του  πα- 
τρός και  πατριάρχου  ημών. — Ττυέρ  τών  συμπαρόντων  επισκόπων,  του 

10  δεΤνος. — Τπέρ  του  συγχωρηθήναι. — Τπέρ  του  εισακουσθήναι — ΚαΙ 
υπέρ  του  άξιους  ήμας  γενέσθαι  της  προκείμενης  μυστικής  διακονίας 
ταύτης,  καΐ  υπέρ  του  καθαρισθήναι  ημών  τάς  ψυχάς  καΐ  τά  σώ- 
ματα άπό  παντός  μολυσμου  σαρκός  και  ττνεύματος,  εκτενώς  δεη- 
θώμεν.— Άντιλαβου  σώσον. — Της  παναγίας.» — Ό    ιερεύς•   «"Οτι 

15  πρέπει».  Ευθύς  τό  «Κύριε  έκέκραξα»,  ήχος  πλάγιος  β'.  «Τω  συν- 
δέσμω  της  άγάτυης»:  —  «Ή  τόν  δσχετον  κρατούσα»: — «Μαθηταϊς 
υποδεικνύει»: — Ζήτει  όπισθεν  εις  τόν  κανόνα.  Εις  τό  €Δόξα»  ήχος  α'. 

Ό  λεντίφ  ζωσάμενος  |  καΐ  νίψας  τους  πόδας  τών  μα&ητών  σου, 
Χριστέ  ό  θεός,  |  άπόπλυνον  ημών  της  ψυχής  τόν   μολυσμόν 
20  καΐ  περίζωσον  ήμδς  σονδέσμφ  πνεοματιχφ 

του  ποιεϊν  τάς  έντολάς  της  σης  άγαθότητος. 

Ευθύς  τό  «Φώς  ίλαρόν».  Ό  ψάλτης  προκείμενον  ήχος  δ'• 
€Τά  διαβήματα  μου  κατεύθυνον  κατά  τόν  λόγον».  Στίχ.  «Λύτρωσαι 
με  άπό  συκοφαντίας».  Προς  Εβραίους  επιστολής   (τό   ανάγνωσμα* 

25  ια'?  19 — 25).  Άρχ.  «Αδελφοί,  έχοντες  παρρησίαν  εις  τήν  εΓσοδον 
τών  αγίων».  Τέλος*  «δσον  βλέπετε  έγγίζουσαν  τήν  ήμέραν».  Αλ- 
ληλούια ήχος  πλάγιος  δ'.  Στίχ.  «Διελογισάμην  τάς  οδούς  σου».  Ό 
διάκονος  λέγει  «ΚαΙ  υπέρ  του  καταξιωθήναι»,  και  ό  πρωτοπαπάς 
άναγινώσκει  εύαγγέλιον  κατά  Ίωάννην  (ιγ',   3 — 11)•  «Ειδώς  δέ  ό 

30  Ίησους  δτι  πάντα  δέδωκεν  αύτώ  ό  πατήρ  εις  τάς  χείρας».  Τέλος• 
«ουχί  πάντες  καθαροί  έστε».   Ζήτει    εις  τήν  ε'  της  λειτουργίας. 

6  οΐχοϋ.  —  7  ευλόγησα;  χαΐ  άγιάσχς.  —  9  ψ«/3Ϊ».  —  9  σοντΓαρόντων.  —  10  συγχω• 
ρε^ήναι. — 18  έχδ.  «λέντιον». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  113  — 

Ό  δε  πατριάρχης  εύγάλεε  τό  ώμόφορον  καΐ  το  φελών^ον  χαί  πε- 
ριζώννυται  λεντίω  εις  τήν  όσφύν  αυτού•  χαΐ  καθώς  ακούει  τό  εύαγ- 
γέλιον,  οΰτως  ^οιεΤ  §να  §να•  και  δτε  βάλλουσι  τό  ύδωρ  εις  τον  νι- 
πτήρα, και  εύδύς  δρξεται  νίπτειν  τους  πόδας  των  κληρικών  και 
αυτοί  καθήμενοι  και  ό  πατριάρχης  ιστάμενος  νίπτει  τους  πόδας  5 
αυτών  και  έκμάσσει  τω  λεντίω,  ω  ήν  διείωσμένος,  και  φίλα  τον 
πόδα  καΐ  δίδει  έκάστω  αυτών  από  νομίσματος.  Και  οϋτως  οφείλει 
γίνεσθαΐ"  άρχεται  άπό  των  εσχάτων  δως  των  πρώτων  οΕ  δε  νι- 
ψόμενοι  δώδεκα  χρή  εΤναι•  ύποδιάκονοι  γ ,  διάκονοι  γ',  πρεσβύτεροι 
γ',  επίσκοποι  β'  και  εΤς  μητροπολίτης.  Και  δτε  πληροί  τους  §ν-  10 
δέκα,  έρχεται  προς  τόν  μητροπολίτη  ν  τότε  λέγει  ό  πρωτοπαπάς• 
«Έρχεται  ουν  προς  Σίμωνα  Πέτρον»•  τότε  πλύνει  αυτόν.  Και 
δταν  αρζηται  νίπτειν,  ψάλλουσιν  οι  λελουσμένοι  τό  «Έλέησόν  με 
ό  θεός»,  καΐ  τά  στιχηρά  ταύτα  ψάλλοντ(αι)  οι  ψάλται  και  ό  λοι- 
πός κλήρος,   ιστάμενοι  δυο  χοροί  κύκλω.  15 

Ήχος  α'. 
Ό  νίψας  τους  πόδας  |  των  άγιων  μαθητών 
και  ή  μας  καδάρισον  |  εκ  των  ανομιών  ημών. 

Ήχος  β'.  Στίχ.  «Μαχάριο:  οί  άιχωμοι*. 

Μεγάλης  ευεργεσίας  |  άπολαύειν  μέλλοντες  οι  πιστοί,  20 

ευλαβώς  τψ  τιμίψ  νιπτήρι  προσέλ&ωμεν, 

οί)  σαρκός  ρύπον   άποπλύνοντες,  |  τάς  ψυχάς  δε  μυστικώς  άγιάζοντες• 

Χριστός  γαρ  ό  σωτήρ   ημών  |  ό  έφορών  έπΙ  τήν  γήν 

καΐ  ποιών  αυτήν  τρέμειν  |  κλίνει  έαυτον  |  και  Ιχνών  ατττεται  χοϊκών, 

πάσης  εναντίας  δυνάμεως  |  ασφαλή  δωρούμενος  τήν  έπίβασιν  25 

αυτψ  ευχαρίστως  βοήσωμεν 

"  ό  άρίστην  όδόν  υψώσεως  |  {)ποδείξας  ήμϊν  τήν  ταπείνωσιν, 

σώσον   ήμας,  αγαθέ,  ως    φιλάνθρωπος". 

Ήχος  β'.  «Τότε  ου  μή  αισχυνΟώ  εν  τω  μ,ε»: 

Ό  Πέτρος  ηυλαβε'ίτο  |  νίψασθαι  πόδας  30 

εκ  τών  αχράντων  χειρών,  |  ύφ'  ων  έπλαστουγήθη  ό  Αδάμ• 

1  ώμόφορον.  —  2    λετιω    έ[στ(ήν)  όσφυν.  —  5  Ιστάμενος.  —  6  ω]  ό  ||  φιλά  .—  7  νο- 

μ.ισ|χατ(ος?).  —  8  γίνετ((ζι)  ||  εσχάτων.— 9  χρι.— 15  ιστά[χενοι.--21  προσέλΟωμεν]  αί  έχδ. 

ό 
«προσδράμωίΑεν». — 24  ποιών  ||  εαυτών.— 27  αί  έκδ.  «υψώσεως  όδόν». -31  έπλαστουργίΐΗ]. 

8 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  114  — 

άκουσας  δέ  |  *'  εάν  μη  νίψω   σε,  |  ουκ  έχεις  [Αέρος  μ*τ*  έμοο  ", 
τρόμψ  πολλψ  συνεχόμενος  |  έβόα  σοι,  Κύριε, 

'*  μη  μόνον  τους  πόδας  μου  νίψτβς,  |  άλλα  και  τάς  χείρας  χαι  την  κεφαλήν  "* 
ώ  μέγιστων  δεσπότου  δωρεών!  |  κοινωνούς  ποιείται  της  χάριτος 
5         τους  εαυτού  μα&ητάς,  |  και  μέρος  έχειν  μετ'  αύτου  επαγγέλλεται 
εΙς  την  άρρητον  δόξαν,  |  ώς  και  εν  τω  μυστικψ  ποτηρίφ  Ιφησεν 
καινόν  αυτό  πινειν  μετ'  αυτών  |  εν  τη  [Βασιλεία  τών  ουρανών, 
ης  και  ήμας  άξίωσον  |  ώς  ελεήμων   και  φιλάνδρωπος. 

Δόξα*  ΐτλάγιος  δ'. 

10         Σήμερον  ό  απρόσιτος  τη  ουσία  |  Ιργον  δούλου  άνέλαβεν 

λεντίψ  διεζώσατο  |  ό  περιβάλλων  τον  ούρανόν  εν  νεφέλαις• 
ύδωρ  εβαλεν  εις  νιπτήρα  |  ό  την  {>άλασσαν  τήν  έρυ&ράν  διατεμών, 
καΐ  κάμψας  έπι  τά  γόνατα  |  ήρξατο  νίπτειν  τους  πόδας  τών  μαθητών 
καΐ  έκμάσσειν  τώ  λεντίψ,  |  ω  ην  διεζωσμένος* 

15         δταν  ουν  ενιψεν  τους  πόδας  αυτών,  |  είπεν  αύτοις• 
'*  ύμεις  κα{>αροί  έστε,  |  άλλ'  ούχι  πάντες  "• 
ήδει  γαρ  |  τον  παραδιδουντα  αυτόν. 

Κάί  μετά    τούτο    πληρούται    τον  νιπτήρα.  Ευ&ύς   ό  άρχιδιάκονος 
τό  στιχηρόν,  ήχος  πλάγιος  δ'. 

20  Συ  τους  πόδας  ενιψας,  Σωτήρ,  τών  μαδητών  σου 

ώς  καλός  διδάσκαλος  και  κύριος  της  δόξης, 
υπόδειγμα  ποιήσας  τω  γένει  τών  ανθρώπων 
ό  θεός,    Ίλάσδητί  μοι  και  σώσόν  με. 

Είτα  πολυχρονίζουν  τον  πατριάρχην  ό  κλήρος  χαι  τότε  βάλ- 
25  λει  τό  φελώνιον  χαι  τό  ώμοφόριον,  χαι  λέγει  ό  άρχιδιάκονος' 
«Και  υπέρ  του  καταςιωθηναι.  —  Σοφία*  όρθοΙ  άκούσωμεν».  Και 
ό  πατριάρχης  λέγει  το  εύαγγέλιον  κατά  Ίωάννην  (ιγ',  12  — 17)* 
«Ότε  ενιψεν•.  Τέλος*  «ποιείτε  ταύτα».  Ευθύς  «Καταςίωσον,  Κύριε, 
τήν  έσπέρα^>».  Ευθύς  στιχηρον  ήχος  α.',  προς  τό  «Πανεύφημοι 
30    μάρτυρες  ι> . 

Τήν  σήν  έξαπόστειλον  |  φρικτήν  |  χείρα,  ύπεράγα&ε, 
και  καρδιών   άψαι  δούλων  σου• 

1  μετε|Αοΰ.  —  2  έ|3όα]  αί  έ-ΛΟ.  «έβόησε>.  —  4  μεγίστου.  —  7  αύτώί  ||  μ.εταυτών.  — 
10  δοΰλου.  — 11  έκο.  «λέντιον».  13  εφςατο.  —  14  ό  ήν  δίεσαένος. — 15  αυτών]  έχδ. 
*τών  μΐ2ι)ητών».— 18  νίτττεΐρα. — 25  ώμοφό(ριον)  κ.    λ.  ό  άρχιδ[άχω(ν). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  115  — 

παράσχοϋ  ανωΐ^εν  |  τον  άγια35χόν  σου 

χαι  τον  φωτισίΑον  τον  σον 

χατάττεμ-ψον  νιπτηρι  τψ  &είω  σου• 

πλΰνον  παθών  ή}ΐα)ν  |  χαΐ  πταισμάτων  ρύπον  όίπαντα 

χαΐ  δός  τρέχειν  |  οδούς  τάς  ένΙ>έους  σου.  δ 

Όμοιον.  Στίχ.  «'ΕϊγΊ  -λεΐον  πλυνον». 
Ήγίασται  σή[χερον  |  όρων  |  ουρανός  σε  άνω&εν 
τήν  χορυφήν,  Χριστέ,  χλίναντα• 
γη  έπαγάλλεται  |  σου  τψ  Οείφ  δείπνφ 

χαΐ  υδάτων  χαίρουσιν  |  συστηαατα  νιπτηρι  χεό|ΐενα'  10 

διό  οιχτίρησον  |  χαΐ  ή<Αας  τους  τψ  νιτττηρί  σου 
πει{>αρχοϋντας  |  της  σης  άγα&ότητος. 

Όμιοιον.  Στίχ.  «'Ραντιεΐς  με  ύσσώττω». 
Τωννύων,    φιλάν{>ρωπε.  |  ήμων  |  πτέρναν   τήν  έγχάρδιον, 
δι'  ου  πατειν  ένδυνάμωσόν  15 

δεινών  έπ'  δφεων  χα'ι  έχ&ρου  σχορπίων, 
χαΐ  προς  έπουράνιον  |  όδον  μεταναστεύειν  εν  χάριτι, 
δπως  του  ανω  σου  |  μετασχώμεν  πάσχα  χαίροντες 
χαι  τιμώμεν  |  τήν  σήν  αγαθότητα. 

Δόςι.  ^Ηχος  β',  προς  το  «Ότε  έα  του  ξύλου».  20 

Ότε  Ι  τω  λεντίψ  τήν  όσφύν  |  εζωσας,    Χριστέ, 
χαι  νιπτηρι  |  ύδωρ  έξέχεας, 
πόδας  δούλων  επλυνας,  |  το  γόνυ  Ιχαμψας, 
τών  αγγέλων  τα  τάγματα  |  έςίσταντο  φό,3ψ 

βλέποντα   τήν  αφραστον  |  σου  συγχατάβασιν,  25 

τότε  μα&ηταΐς  ύπεδείκνυς  |  τύπον  ταπεινώσεως• 
δόςα  !  τη  φιλαν&ρωπία  σου,  |  Σωτήρ   ημών. 

Ευθύς  €Νϋν  απολύεις >.  Καταβασία•  «"Οτε  οί  ϊνοοζοι  μαθηταί». 

Ευχή    οπολυτιχή. 

«Δέσποτα  κύριε  ό  θεός  ημών  ό  παντοκράτωρ,  εύχαριστοΰμέν    30 
σοι  κατά    πάντα  και    διά  πάντα    και    έν  πασιν,    οτι    κατηξι'ωσας 
ημάς  και  έν  ττ)  ώρα  ταύτη  έπιτελέσαι  τον  τύπον    του  αγίου  σου 


4  ρΰπον, — 9    γήί. — 11    οικτήρησον.--12  τιείί^αρχούντας.  —  13  ύσσώπω]  εισεόζ:  — 
16  έπόφεων.— 18  -αϊσχα.  -  22  νιπτήρα.— 31   διαττάντα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  116  — 

νπΓτηρος,  δν  ύπέδειξεν  ό  μονογενής  σου  υιός,  ό  Κύριος  και  θεός 
ημών,  και  διδάσκαλος  τοις  έαυτου  μαθηταΐς•  και  παρακαλουμέν  σε, 
φιλάνθρωπε  αγαθέ,  πάριδε  ημών  τάς  πολλάς  αμαρτίας  καΐ  οικτί- 
ρησον  ήμας  κατά  το  πλήθος  τών  οίκτιρμών  σου*  την    σήν    είρή- 

ο  νην  δώρησαι  δια  παντός  τ-ζ  αγία  σου  έκ/λησία*  διατήρησον  ήμας 
έν  είρήνγ)  και  αγάπη  και  όμονοία  μετά  του  φόβου  σου,  φυλάτ- 
τοντας  πάσας  τάς  έντολάς  σου  έν  τω  νυν  αίώνι•  έν  δε  τω  μέλ- 
λοντι  πάντας  ήμας  τών  αιωνίων  αγαθών  μετόχους  ποίησον  διά 
του  μονογενούς  σου  υίοΰ,   μεθ'  ου  εύλογητός   εΤ  και    δεδοζασμένος 

10  συν  τω  παναγίω  καΐ  άγαθω  και  ζωοποιώ  σου  πνεύματι,  διά  πρεσ- 
βειών της  υπεραγίας  δεσποίνης  ημών  θεοτόκου  καΐ  άειπαρθένου 
Μαρίας,  τών  αγίων  καΐ  επουρανίων  δυνάμεων  καΐ  του  προδρόμου 
Ιωάννου  καΐ  τών  αγίων  και  πανευφήμων  αποστόλων  καΐ  πάντων 
τών  αγίων  τών  άπ'  αίώνός  σοι  εύαρεστησάντων,  νυν  καΐ  άει  και 

15    εις  τους  αιώνας». 

Και  ευθύς  γίνεται  άνάγνωσις. 


ΤΑΞΙΣ  ΣΪΝ  ΘΕΩΙ  ΚΑΙ  ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΠΑΘΩΝ 

ΤΟΤ  ΚΥΡΙΟΥ  ΗΜΩΝ  ΙΗΣΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ. 

Μετά  την  άνάγνωσιν  άρχεται  τό  έξάψαλμον,  είτα  €  Αλληλούια*• 
20  ήχος  πλάγιος  δ'.  Κάθισμα*  ι'Ότε  οι  ένδοξοι  μαθηταΐ»  κτλ. 
(σελ.  83).  Ό  διάκονος  συνατττην,  καΐ  λέγει  ό  πατριάρχης  τό 
ευαγγέλιον  α'  κατά  'Ιωάννην  (ιγ',  31  κέ)*  ιΕΓπεν  6  Κύριος  τοις 
έαυτου  μαθηταΐς•  νυν  έδοξάσθη  6  υίός».  Τέλος•  «και  οι  μαθηται 
αύτου».  Ευθύς  λιτή  εις  τό  δρος  τών  Έλαιών,  ψάλλοντες  άντί- 
25  φωνον  ήχος  πλάγιος  δ'•  €*Αρχοντες  λαών  συνήχθησαν  |  κατά 
του  Κυρίου  |  και  κατά  του  Χρίστου  αύτου».  Στίχ.  ι'Ίνα  τί  έφρύ- 
αζαν  έθνη».  Στίχ.  «Παρέστησαν  οι  βασιλείς  της  γης». —  «Αόγον 
παράνομον  [  κατέθεντο  κατ'  εμού•  |  Κύριε,  Κύριε,  |  μή  έγκαταλί- 

1  ον]  ου  II  μονογενής. — 3  οιχτίρησον  δίο. — 4  οιχτεφμών.~6  μετατοΰ. — 14  άτταιώνος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  117  — 

πης    με».    Στιχ.    «Ό    κάτοικων  έν  ούρανοΤς  έκγελάσεται > .   Στι'χ. 
ι'Εγώ  δε  κατεστάθην». 

Τάς  αίσ&ησβις  ημών  |  κα&αράς  τψ  Χριστφ 

παραστήσωμεν  |  και  ως  φίλοι  αοτου 

τάς  ψυχάς  ημών  θϋσα)|Α6ν  δι'  αυτόν  5 

και  μη  ταΐς  μβρίμναις  του  βίου 

συμπνίγωμεν,  ως  ο  Ιούδας, 

άλλ'  εν  τοις  ταμειοις  ημών  κράζωμεν 

"πάτερ  ημών  ό  έν  τοΤς  ουρανοίς, 

από  του  πονηρού  ρδσαι  ημάς  ".  10 

Στίχ.  ιΜακάριος  ό  συνιών»:  Δόξα.  θεοτοκίον  €  Παρθένος 
ετεκες  άπειρόγαμε»   κτλ.   ΚαΙ  νυν.  θεοτοκίον. 

θεός  ων  έκένωαας  |  σεαυτόν  μονογενή, 

ινα  σώοης  ους  Ιπλασας,  |  δι'  ους  ένην&ρώπησας 

σαρχωθείς  έχ  παρθένου  |  και  δλην  καταλλάζας  μου  15 

την  φύσιν  τψ  οικείφ  πνευματι. 

*Αντιφώνου  β'  ήχος  β'. 

Έδραμεν  λέγων  ό  Ιούδας  |  τοις  παρανόμοις  γραμματευσι• 

"τί  μοι  θέλετε  δούναι  |  κάγώ  ήμΤν  παραδώσω  αυτόν"; 

έν  μέσφ  δε  των  συμφωνούντων  20 

αυτός  είστηκεις  άοράτως  |  ό  συμφωνούμενος• 

καρδιογνώστα,  φεΧσαι  τών  ψυχών  ημών. 

Στίχ.  ιφησίν  ό  παράνομος  του  άμαρτάνειν>.  Στίχ.  €"Οτι 
έδόλωσεν  ενώπιον  ?.  "Ήχος  πλάγιος  β'. 

Έν  έλέει  |  τόν  θεόν  θεραπεύσωμεν,  25 

ώσπερ  Μαρία  έπΙ  του  δείπνου, 

και  μη  κτησώμεθα  |  φιλαργορίαν,  ως  ό  Ιούδας, 

ίνα  πάντοτε  μετά  Χρίστου  |  του  θεοΰ  έσώμεθα• 

Δόξιϊ.   θεοτοκίον. 
Όν  Ιτεκες,  παρθένε,  άνερμηνεύτως,  |  διά  παντός  ως  φιλάνθρωπον  30 

μη  διαλίτηος  έκδυσωποΰσα,  |  ϊνα  κίνδυνων  σώη]  τους  εις  σε  καταφεύγοντας. 

8  χαθαράς.  —  4  τταραστήσομεν.  —  5  ^σωμεν  δι'  αύτοΰ.  —  7  έχδ.  ρωμ.  «συμπνι- 
γώμεν». — 8  ταμ  ίοις  ||  κράζομεν. — 13  ων  έκαίνωσις. — 14  διοΰς. — 20  βομφωνουντων. — 
21  είστίχης. — 25  ένελέε.ι— 27  κτιβώμεθα. — 30  άνέρμηνεύτως*  διάττοντος. — 31  διαλεί- 
πης  ||  έκδυσωποΰσα]  έ>Λεΐπε(  τω  κώδικι  ||  σώσε  τους. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  118 


Και 


Τον  υπέρ  φύσιν  τόχον  σου  προσχυνοΰμεν, 
τήν  κατά  φύσιν  δόξαν  του  [βρέφους  σου 
μή   διαιροΰντες,  Οεογεννήτορ• 
5  ό  εις  γάρ  τω  προσώπω  |  διτταις  όΐΑολογεΐται  ταΤς  φύσεσιν. 

Αντιφώνου  τρίτου  ήχος  [ί'. 

Δια  Λαζάρου  τήν  εγερσιν,  Κύριε,  [  το  ωσαννά   σοι  έκραύγαζον 

παίδες  των  Εβραίων,  φιλάνθρωπε* 

ό  δε  παράνομος  Ιούδας  (  ουκ  ή|3ουλήδη   συνιεναι. 

10  Σ'^ί'Χ•    «Διχασον,   Κύριε,  τους  άδικουντάς  με » .  Στίχ.  «Έκχεον 

ρομφαίαν».  ^Ηχος  β'. 

Έν  τφ  δείττνφ  σου,  Χριστέ  ό  θεός,  |  τοις    μαΟηταΙς  σου  προέλεγες 

"  εις  εξ  υμών  παραδώσει  με  "• 
ό  δε  παράνομος  Ιούδας  |  ουκ  ήβουλήΟη  συνιεναι. 

15  Στίχ.   «ΑΙσχυνθήτωσαν  χαΐ  έντραπήτωσαν » .  Στίχ.  ιΆποστρα- 

φήτωσαν  είς  τά  οπίσω».   '^Ηχος  β'. 

Ιωάννη  έρωτησαντι,  Κύριε,  |  *' ό  παραδιδούς  τις  έστι*'•, 

τούτον  δια  του  άρτου  ύπέδειξας* 
δ  δε  παράνομος  Ιούδας  |  ουκ  ήβουλήδη  συνιεναι. 

20  Στίχ.    €Γενηθήτωσαν  ώσεί  χνους».    Στίχ.  «Γενηθήτω  ή  οδός 

αύτου  > . 

Έν  τψ  δείπνφ  σου,  Χριστέ  ό  θεός,  |  τοις  μα&ηταις  προελεγες' 

*'  ούτως  ποιείτε,  |  ώσπερ  ειδετε  "• 
ό  δέ  παράνομος  Ιούδας  |  ουκ  ή  βουλή  Οη  συνιεναι. 

25  Στίχ.    «"Οτι  δωρεάν  ε/ρυψάν  με».   Στίχ.   €Έλθέτω  αύτω  πα- 

γίς  ήν>   κτλ.  ^Ηχος  β'. 

"  Γρηγορείτε  κα'ι  προσεύχεσ&ε,  |  ϊνα  μή  πειρασδήτε", 

τοΤς  μα&ηταΤς  σου,  ό  θεός  ήμων  έλεγες* 

ό  δέ  παράνομος  Ιούδας  |  ουκ  ήβουλήΟη  συνιεναι. 


3  χαταφύσιν  1 1  βρέφοοβοϋ.  —  5    όμολογΓ^ιι.  —  9     «ούχηβουλήθη»•    οΰτω    χαΐ    εφε- 
ξής.—11  ρομφαΐατν.  —  ΙΤ    Ίωά^^ης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  119  - 

Στίχ.    «Πάντα    τά  όστα  μοϋ    εροιίαι    Κύριε,     Κύριε»:    Στίχ. 
«Άναστάντες  μοι  μάρτυρες  άδικοι»:   ^Ηχος  β'. 

Εις  τριάκοντα  αργύρια,  Κύριε,  [  και  εις  φίλημα  δόλιον 

έζήτουν  Ιουδαίοι  άποκτεΐναί  σε• 
ό  δε  παράνομος  Ιούδας  |  ουκ  ή[5ουλή&η   συνιέναι.  5 

Στίχ.    «Ούχ  ήβουλήθη  συνιέναι» :    Στίχ.    «Ένδυσάσθωσαν  αΐ- 

σχύνην  » :   ^Ηχος  |3'. .  Δόζα .   θεοτοκίον 

Διάσωσον  ,  άπο  κινδύνων  |  τήν  ποι'μνην  σου,  Θεοτόκε, 

δτι  πάντες  μετά  Θεόν  |  εις  σε  καταφεύγομεν, 

ως  αρρηκτον  |  τείχος  κα'ι  προστασίαν.  10 

Και  νυν:  θεοτοκίον. 

Βάτος  σε  |  εν  τω  Σιναίψ  |  άφλεκτως  προσομιλοΰσα 
τψ  πυρι  προγράφει  μητέρα  |  τήν   άειπάρ&ενον, 
πανύμνυτε  |  Θεοτόκε  παρ{)έ'>€. 

Κάθισμ.α•    ήχος   βαρύς.  15 

Έν  τω  δείπνψ  τους  μαί>ητάς  διατρέφων 

και  τήν  σκήψιν  της  προδοσίας   γινώσκων, 

έν  αύτω  τον  'Ιούδαν  διήλεγξας, 

άδιόρ&ωτον  μέν  τούτον  επισταμένος, 

γνωρίσαι  δε  πασι  βουλόμενος,  20 

δτι  θέλων  παρεδό&ης, 

ϊνα  κόσμον  άρπάστος  του  άλλοτρίου• 

μακρό&υμε  Κύριε,  δόξα    σοι. 

«Δόξα»    τό  αυτό.  Ό  διάκονος*  «ΚαΙ  υπέρ  του,καταςιωθηναι». 
Εύαγγέλιον  β'  κατά  Ίωάννην  (ιη',  1  —  28)*  «Έξηλ&εν  ό  Ίησους  συν    25 
τοΓς  μαθηταΐς  αύτου  πέραν  του   Κέδρου».    Τέλος*    «άλλ'  ϊνα  φά- 
γωσιν  τό  πάσχα». 

Ευθύς  κατα|3αίνομιεν    έκ  τό  άγιον  δρος  έπΙ    τήν    Άγίαν  Προ- 
σκύνησιν,   λιτ(ανεύοντες  και)  ψάλλοντες  στιχηρόν    (εις)  ήχον  πλά- 
γιον  δ'•    «Λόγον    παράνομον    κατέθεντο    κατ'  έμου,     Κύριε   Κύριε*    30 
μη   έγκαταλίπης  με»:   Στίχ.    «Διαρρήςωμεν  τους  δεσμούς  αυτών». 
Στίχ.    «Ό  κάτοικων   έν  ούρανοΐς  έκγελάσεται». 

1  όβτάμου.  —  4    έζήτων.  —  8    ά-οκινδ6νων  ||  ποίμνην]  έχο.  «δούλους».  —  9  χατα- 
φεύγωμεν.  —  17  σχίψιν. --  19  άδ'.ώρί^ωτον.  — 21  παρεδώΟης. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  120  — 

*  Αντιφώνου  τετάρτου  ήχος  Γ.λ.  α'. 

Σή[Α6ρον  ό  Ίοάδας  |  χαταλιαπάνει 
τον  διδάσχαλον  |  χαι  παραλαμ[5άνει  τον  διά|3ολον• 
τοφλουται  τω  πάθει  της  φιλαργυρίας•  |  εκπίπτει  του  φωτός 
5  ό  έσχοτισμένος•  |  πώς  γαρ  |  ή  δυνατό   βλέπειν 

ό  τον  φωστήρα  πωλήσας  |  τριάχοντα  άργορίοις; 
άλλ'  ήΐΑΐν  άνέτειλεν  |  6  παθών  υπέρ  του  χόσμου,  |  προς  ον  βοήσωιιβν 
*'  ό  παθών  χαι  συμπαθών  |  άνθρώποις,  δόξα  σοι ". 

Στίχ.    «Κύριε,  τίς  παροιχήσει  έν  τω  σχηνώματί   σου»:  Στίχ. 
10    «Πορευίίμενος  δμωμος  χαι  εργαζόμενος».  "Ομοιον. 

Σήμερον  ό  Ιούδας  |  παραποιείται  θεοσέβειαν 
χαι  άλλοτριοΰται  του  χαρίσματος• 
υπάρχων  μαθητής  (  γίνεται  προδότης* 
έν  ήθει  φιλιχφ  |  δόλον  ΐίποκρύπτει 
15  και  προτιμάται  άφρόνως  !  τής  του  δεσπότου  αγάπης 

δουλεύειν  φιλαργυρία, 
οδηγός  γενόμενος  |  συνεδρίου  πονηρίας• 
ήμεις  δε  έχοντες  |  τον  Χριστόν  εις  σωτηρίαν 
αυτόν  δοξάσωμεν. 

20  Σ'^^'Χ-    «Έϊο'ν^δένωται  ενώπιον  αυτού».   Στίχ.    «Ό  ομνύων  τόν 

πλησίον » . 

Τήν  φιλαδελφίαν  χτησώμεθα,  |  ώς  έν  Χριστψ  αδελφοί, 
χαι  μή  |  τό  άσυμπαθές  προς  τους  πλησίον  ημών, 
ϊνα  μή  ώς  ό  δούλος  χαταχριθώμεν 
2δ  ό  άνελεήμων  |  δια  τα  δηνάρια, 

χαι  ώς  ό  Ιούδας  μεταμεληθέντες  |  μηδέν  ώφελήσωμεν. 

Στίχ.    «Ό    ποιών    ταύτα  ού  σαλευθήσεται    εις    τόν    αιώνα». 
Δόςα.  θεοτοκίον. 

Δεδοςασμένα  περί  σου  |  έλαλήθη  πανταχού, 
30  ί>τι  έχύησας  σαρχι  |  τόν  τών  δλων  ποιητήν, 

θεοτόχε  Μαρία,  |  πανύμνητε  χαι  άπειρόγαμε. 

Και  νυν  χαΐ  άεΐ  και:   θεοτοκίον. 

δ  δυνατοβλέίτειν  ό  τόν  φωστήρ. — 6  αργύρια. — 16  δουλεύειν  φιλαργυρία]  έχδ.  «τριά- 
■Λοντα  αργύρια».— 22  χτισώμεθα. — 26  μή    δεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  121  — 

"Ώσπερ  άμνον  έπΙ  σταυρού  |  χα&ορώσα  ή  άμνάς 
άναρχη δέντα  τον  Χριστόν  |  αλαλάζει  χαι  βοα 
Ι  "  Ίΐώς  σου  εδο  το  χάλλος,  |  {ΐακρόθυμε  υιέ  προάναρχε  "! 

Ι  *  Αντιφώνου  ε'  ήχος  πλάγιος  β'. 

Ό  μα&ητής  τοδ  διδασχάλοο  |  συνεφώνει  τήν  τιμήν  δ 

ι  χαι  τριάκοντα  άργορίοις  |  πέπρακε  τον  Κύριον, 

φιλήματι  δολίφ  παραδοος  αυτόν  '  τοΤς  άνομο ις  εις  θάνατον. 

Στίχ.    «Εισάκουσαν,   Κύριε,   δικαιοσύνης  μου».   Στίχ.   «Έδοκί- 
μασας  τήν  καρδίαν  μου».   ^Ηχος  πλάγιος  β'. 

Σήμερον  ελεγεν  |  ο  χτίστης  ουρανού  χαι  γης  10 

τοις  εαυτού  μα&ηταΤς•  |  '*  ήγγιχεν  ή  ώρα 

χαι  εφθασεν  Ιούδα;  ό  παραδιδούς  με• 

μή  τις  με  άρνήσηται  |  βλέπων  με  εν  τψ  σταυρφ 

εν  μέσφ  δύο  ληστών  |  πάσχω  γαρ  ώς  άν&ρωπος 

χαι  σφζω  ώς  φιλάνθρωπος  (  τους  εις  έμέ  πιστεύοντας  ",  1δ 

Δόζα.  θεοτοκι'ον. 

Ή  άρρήτως  |  έπ'  εσχάτων  συλλαβοΰσα 
και  τεχουσα  |  τον  χτίστην  τον  Ιδιον, 
παρθένε,  σφζε  |  τους  σε  μεγαλύνοντας. 

Και  νυν  και  άει:  θεοτοκίον.  20 

Ή  τεκουσα  |  δια  λόγου  υπέρ  λόγον, 
Θεοτόκε,  |  πατέρα  τον  συνάναρχον, 
αυτόν  δυσώπει  |  σώσαι  τάς  ψυχάς  ημών. 

Αντιφώνου  ς'  ήχος  βαρύς. 

Σήμερον  |  γρηγορεί  ό  Ιούδας  |  παραδοΰναι  τόν  Κύριον  25 

τόν  πρό  τών  αιώνων  |  σωτήρα  του  κόσμου, 
τόν  εκ  πέντε  άρτων  |  χορτάσαντα  πλήθη• 
σήμερον  ό  άνομος  |  αρνείται  τόν  διδάσκαλον 
μα&ητής  γενόμενος  |  δεσπότην  παρέδωκεν 

άργυρίοις  πέπρακε  |  τόν  μάννα  χορτάσαντα  τόν  άνίίρωπον.  30 

Στίχ.    «Τί  έγκαυχδ  έν  κακία  ό  δυνατός».  Στίχ.  <ΏσεΙ  ζυρον 
ήκονημένον  έποίησας».   ^Ηχος  βαρύς. 

1  άμνόν     14  γάρ]  χώδ.  «μεν». — 17  έπεσχάτων. — 18  ίδιον. — 21  διαλόγου. — 28  δυσώ- 
πη. — 27  άρτους.— 28  άρνεΤτε.— 30  έχδ.  «άργυρίωΛ,— 31  τιέγχαύχα  εις  χα7(ΐα(ν)  ||  ζηρόν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  122  — 

Σή[Αερον  Ι  τψ  σταυρψ  προσήλωσαν 
Ιουδαίοι  τον  Κύριον  |  τον  διατεμόντα 
την  &άλασααν  ράβδφ  |  και  οιαγαγόντα  |  αύτοί>ς  εν    έρή(ΐφ* 
σήμερον  τη  λόγχη  |  την  πλευράν  αύτου  έχέντησαν 
5  του  πληγαις  μαστίξαντος  |  υπέρ  αυτών  την  Αιγυτττον 

και  χολή  ν  έπότιααν  |  τον  μάννα  τροφή  ν  αύτοΤς  ομβρήσαντα. 

Στίχ.  «Ήγάπησας  πάντα  τά  ρήματα  καταποντισμου».  Στίχ. 
«Δια  τοΰτο  ό  θεός  χαί>ελ>:  ^Ηχος   βαρύς. 

Κύριε,  Ι  έπΙ  το  πάθος  το  έκούσιον 
10  παραγενόμενος  |  έβόας  τοις  μαΟηταΐς  σου• 

"  καν  μίαν  ώραν  |  ουκ  ισχύσατε  |  άγρυττνήσαι   μετ'  έμου, 

πώς  έπηγγει'λασ&ε  |  άπο&νήσκειν  δι'  έμέ; 

καν  τον  Ίούδαν   &εάσασ&ε  |  πώς  ου  καδεύδει, 

αλλά  σπουδάζει  προδουναί  με  ]  τοις  παράνόμοις• 
15  έγειρεσ&ε,  |  προσεύξασ&ε,  |  μή  τις  με  άρνήσηται 

βλέπων  με  εν  τώ  σταυρψ  "•  |  μακρό&υμε,  δόξα  σοι. 

Αό^α.   Στίχ.    «Ιδού  δνθρωπος,  ος  ουκ  εί)ετο>.    θεοτοζίον. 

Χαίρε  Θεοτόκε  |  ή  τον  άχώρητον  εν  ούρανοις 
χωρήσασα  εν  μήτρα• 
20  Χ^Φ®  παρ&ένε,  |  τών    προφητών  το  κήρυγμα, 

δι'  ης  ήμΤν  ελαμψεν  ό  Εμμανουήλ* 
χαίρε,  μήτερ  Χρίστου  του  θεού  ημών. 

Καΐ  νυν  χαΐ  άεΐ:    θεοτοκίον. 

Σταυρούμενον  |  τον  εκ  σου  τεχ&έντα  |  καί^ορώσα  έδάκρυες• 
25  τα  σπλάγχνα  δονούμενη,  |  μήτερ  αγνή, 

'*  πώς  ταΰτα  εκουσίως  |  πάσχεις "  έκραύγαζες,  "  υιέ, 
θέλων  το  άν&ρώτηνον  |  γένος  έκλυτρώσασ&αι "; 

ΚάΒί^μα*  ήχος  βαρύς. 
Ποΐός  σε  τρόπος,  Ιούδα,  |  προδότη  ν  του  Σωτήρος  ειργάσατο; 
30  μη  του  χορού  σε  |  τών  αποστόλων  έχώρισε; 

μή  του  χαρίσματος  τών   θαυμάτων  έστέρησε; 
μή  συνδειπνήσας  έκείνοις  |  σε  της  τραπέζης  άπώσατο; 

5  αϊγοπτον. —  6  αυτούς  όΐΑβρήσαντα.  -  11  μετε|Αθυ.  — 13  Ίουδα  ||  κα^εύδη. — 15  εχδ. 
ρωμ.  €προσεύχεσθε•.  —  19  έχδ.  «εν  μ,ήτρασοϋ».  —  21  ελλαμψεν.  —  25  δωνοομένη.  — 
26  πάσχης. — 30  έχώρησε. — 31  Οαυι^άτων]  έχδ.  ρω;χ.    «ιαμάτων». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  123  — 

μή  των  άλλων  νίψας  τους  πόδας  |  τους  σους  ύπερε  ιδεν; 

ω  Ι  πόσων  άγα&ών  ά|χνήμ.ων  έγένου! 

και  σου  μβν  |  ή   αχάριστος  |  στηλιτεύεται  γνώμη, 

αύτοΰ  δε  ή  άνείκαστρς  μακρο&υμι'α  |  κηρύττεται  και  το  μέγα  έλεος. 

«Δόξα»  το  αυτό.  Εύαγγέλίον  κατά  Ματ?)αΓον  (κς',  57 — 75)'  5 
«Τω  καιρώ  έχείνφ  οΐ  στρατιώται  κρατήσαντες  τον  'Ιησουν».  Τέλος- 
« έκλαυσε  πικρώς »  Ευθύς  λιτή  επί  τήν  άγίαν  Γεθσημανην,  ψάλ- 
λοντες ψαλμόν  (είς)  ήχον  πλάγιον  β'•  «Έςελου  με  έκ  των  έχθρων 
μου  ό  θεός  καΙ  έχ  των  έπανισταμένων».  Στίχ.  «Τυσαί  με  έχ  των 
εργαζομένων»,  10 

*  Αντιφώνου  ζ'  ήχος  πλάγιος  δ'. 

Τοις  συλλα,3οΰσί  σε  παρανόμοις 

άνεχόμενος  ούτως  έ[3όας,  Κύριε* 

"εΐ  και  έπατάξατε  τον  ποιμένα 

και  διεσκορπίσατε  τα  δώδεκα  15 

πρόβατα,  τους  μαδητάς  μου, 

ήδυνάμην  πλείους  ή   δώδεκα 

λεγεώνας  παραστησαι  αγγέλων 

αλλά  μακροΟυμώ,  |  ϊνα  πληρω&η 

α  έδήλωσα  ύμΤν  δια  των  προφητών  μου  20 

άδηλα  και  κρύφια"•  |  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Πλάγιος  δ'.  Στίχ.  «Κύριε  ό  θεός  μου,   έπΙ  σοΙ  ήλπισα».  Στίχ^ 
«Κύριε  ό  θεός  μου,   ει  έπο{ησα>. 

Τρίτον  άρνησάμενος  ό  Πέτρος, 
•    εύ&έως  το  ρη&έν  αύτψ  συνήκεν  2δ 

αλλά  προσήνεγκέν  σοι  {  δάκρυα  μετανοίας• 
ό   θεός,  ιλάσΟητί  μοι  και  σώσόν   με. 

Πλάγιος    δ'•    δμοιον.   Στίχ.    €Ίδού    ώδίνησεν  άδικίαν».    Στίχ. 

«Επιστρέψει  ό  πόνος  αύτοΰ  εις>: 

Τάπισμα  έδέξω  σιαγόνα  30 

ό  πλάσας  τον  ανθρωπον,  Σωτήρ   μου, 

και  πάσχει  τη  σαρκ/  σου  |  λυτρούμενος  το  γένος 

τών  ανθρώπων  τφ  τιμίψ  σου  αϊαατι. 

2  ω]  ώ.-  7  γεθσιμανή.— 15  διεσχορ-ήσατε  ||  δώδεκα]  έχδ.  «ενδεκίΛ.  —  17  ήδοναί- 
μην  II  ή]  ή. — 23    ει]  ή]. — 26  έκδ.  «προσήγαγε».— 28  α>δήνησενοδ(ι)κ(ία). — 30  σιαγώνα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  124  — 

"Ομοιον.   Στίχ.    ιΌ   θεός,  παράνομοι    έπανέστησαν  έπ'  έμ6>. 

Ό  ληστής  γνώρισα;  επΙ   ξύλου 
κρεμάμενον  τον  χτίστην  των  απάντων, 
έ,3όα  "μνήσ&ητί  μου,  |  Κύριε,  όταν  Ιλθης 
5  εν  τη  βασιλεία  σου  χαΐ  σώσόν  με  ". 

"Ομοιον.  Στίχ.    «Λάχκον  ώρυζε  καΙ  άνέσχαψεν  αυτόν». 

Ιούδας  παραδίδει  τον  δεσπότην, 
άργυρίοις  τριάχοντα  πωλήσας• 
χαι  πάλιν  μεταγνώσας  |  τον  Πέτρον  ου  μιμείται, 
10  άλλ'  αγχόνη  χρησάμενος  άπώλετο. 

Δόξα  πατρί  καΐ  οίω:  θεοτοχίον. 

Ώς  πύλην  ούράνιον  |  χαι  παράδεισον  τερπνόν 
χαι  φωτός  άιδίου  |  νεφελην  ύπάρχουσαν 
την  άγίαν  παρθένον  |  τιμήσωμεν  άπαντες, 
15  λέγοντες  το  "  χαφε  '  αύτη. 

ΚαΙ  νυν  και  άει:   θεοτοκίον. 

Ούχ  εστίν  άμωμος  |  ως  σύ,  δέσποινα, 
χαι  ούχ  εστίν  άχραντος  |  πλην  σου,  πανάμωμε* 
εν  γαστρι  γαρ  τον  χτίστην  |  τον  πάντων  έχώρησας, 
20  τον  μόνον  πολυέλεον. 

*  Αντιφώνου  η'  ήχος  β'. 

Είπατε  παράνομοι•  |  τί  ηχούσατε  παρά  του  Σωτηρος  ημών; 
ου  νόμον  έξέθετο  |  χαι  των  προφητών  τα  κηρύγματα; 
πώς  ουν  έλογίσασί>ε  |  Πιλάτψ  παραδοΰναι 
25  τον  εκ  θεού  θεόν  χ\όγον  |  και  λυτρωτήν  τών  ψυχών  ημών; 

"Ήχος  Ρ'.    Στίχ.    «Έλέησόν    με  ό  θεός,    δτι    κατέπ»:  Στίχ. 

ιΈξαπέστειλεν  ό  θεός  έλεος». 

Σταυρωθητω  |  εκραζον 
οι  τών  σών  χαρισμάτων  |  άει  έντρυφώντες 
30  χαΐ  χακουργον  |  άντ'  ευεργέτου  |  ητοΰντο  λαβείν 

οι  τών  δικαίων  φονευταί• 

έσιώπας  δε,  Χριστέ,  |  φέρων  αυτών  τήν  προπέτειαν, 
παΟεΙν  Οέλων  και  σώσαι  |  ημάς    ως  φιλάν&ρωπος. 

2  ληατήν  ίΙ  έπιξύλοϋ. — 7  παραδίδη.— 10  ά)λάγχ&νην. — 12  ούράνιον]  εχδ.  ρωμ.  «σω- 
τήριον». — 14  τιμήσωμεν]  έκδ.  αύμνήσωμεν.— 23  χηρύγματα]  έχδ.  ρωμ..  «διδάγμιαταΐ). — 
29    έντρυφόντες. — 31    άντευεργέτοο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


125 


Δό;α  πατρί  χαΐ  υίώ:  θεοτοχίον. 

Ότι  οϋχ  εχομεν  παρρησίαν  |  δια  τα  πολλά  ή|ΐών  αμαρτήματα, 

σι)  τον  εκ  σοο  γεννη{>έντα  δυσώπησον,  |  θεοτόχε  παρθένε* 

πολλά  γάρ  ισχύει  δέησις  μητρός  |  προς  ευμένειαν  δεσπότοϋ• 

μή  παρίδης  αμαρτωλών  |  ιχεσία;  ή  πάνσεμνος,  5 

δτι  ελεήμων    έστι  χαι  σφζειν    δυνάμενος 

δ  χαι  πα&ειν  υπέρ  ημών  χαταδεζάμενος. 

ΚαΙ  νΰν  χαΐ  άεΐ:    θεοτοχίον. 

Σάρχα  έχ  της  σης  |  οαρχδς    λαμβάνει  Οέλων 

χαι  χα&οράται  ό  αόρατος  |  χαΐ  σταύρωσιν  δέχεται,  10 

χαι  χατάρα  ονομάζεται,  |  χατάρας   εξαιρούμενος 

απαντάς  ό  ο  ιό  ς  σου,  |  θεοχαρίτωτε  δέσποινα. 

Αντιφώνου  θ'  ήχος  γ'. 
Έστησαν  |  τά  τριάχοντα  αργύρια, 

την  τιμήν  του  τετιμηαένου,  15 

δν  έτιμήσαντο  |  άπό  υιών  Ισραήλ* 
γρηγορείτε  και  προσεύχεσ&ε, 
ϊνα  μή  εισέλθητε  εις  πειρασμόν 
το  μεν  |  πνεύμα  πρόθυμο  ν, 

ή  δε  σαρξ  άσ&ενής•  20 

διά  τοϋτο  |  γρηγορείτε. 

Στίχ.  €Σώσ(5ν  με  ό  θεός,  Άτι  εισηλθ»:  Στίχ.  ι'Απηλλο- 
τριωμένος»: 

"Εδωκαν  |  εις  το  βρωμά   μου  χολήν 

καΐ  εις  τήν  δόξαν  μου  |  έπότισάν  με  δξος•  25 

σι)  δε.  Κύριε,  άνάστησόν  με 

και  ανταποδώσω  αύτοϊς. 

Στίχ.   ιΓενηθήτω  ή  τράπεζα  αυτών».  Δόζα.   ^Ηχος  γ'. 

Οι  εξ  έδνών  ύμνοΰμέν  σε,  Θεοτόκε  αγνή, 

δτι  Χριστό  ν  τον  θεόν  ημών  ετεκες  30 

τον  εν  τοΤς  ύψίστοις 

συν  πατρι  και  πνεύματι  δοξολογούμενον. 

2  ότιοϋχέχωμεν  παρρησία*  διατά.  —  4  ισχύει  δέησιν.  —  5  ίχβσίαις.  —  7  ό]  ο. — 
20  ασθενή•  διατοοτο"  —  22  άιιηλλωτρίομ(εν)ο(ς).  —25  έπότησαν.  —  26  αί  έχδ,  «έλέη- 
σόν  με,  άνάστησόν  με». — 31  αί  έκδ.  «τον  έχ  της  κατάρας  |  τους  ανθρώπους  δια  σου 
έλεοθερώσαντα». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  126  — 

ΚαΙ  νυν:  (θεοτοχίον). 

Καθορώ^α  εν  σταυρφ  |  ον  εζ  α'ιτχάτων  έσωμάτωαα;  των  αών, 
όδυρωμένη  έκραύγαζε;,  |  θεογεννήτορ  χόρη, 
**  τί  ταΰτα,  τέκνον,  δήμος  πονηρός  |  άνταπέδωκέ  σοι,  Οανάτω  σε 
5  παραδους,  την  ζωή  ν  |  πάντων  και  άνάστασιν  "; 

Κάθισμα*  ήχος  ττλ.  δ'. 

"2  πώς  Ιούδας  |  ό  ποτέ  σοο  μα&ητής 
τήν  προδοσίαν  έμελέτα  κατά  σου ! 
συνεδείπνησε  δολίως  |  ό  επίβουλος   καΐ  αδικος' 
10  πορευ&είς  είπε  τοις  ιερεΰσι 

*'  τί  μοι  παρέχετε  |  και  παραδώσω  ί)μΤν 
εκείνον  |  τον  τον  νόμον  λύσαντα 
και  |3εβηλοΰντα  σά|3[3ατα  "; 
μακρόΟυμε  Κύριε,  δόξα  σοι. 

1δ  Άλλο  κάθισμα  Άγίοπολίτ(θϋ)•  ήχος  πλ.  δ'  ε?ς  τό  Δόξα. 

Τριάκοντα  αργύρια  ήγόρασάν  σε  Ιουδαίοι 
τον  βασιλέα  ούρανοΰ  τε  και  γής, 
τον  θησαυρόν  τής  ουρανίου  ζωής• 
ουκ  έφύλαξάν  σε  |  εν  τοις  ταμείοις  τής  ιδίας  καρδίας, 
20  άλλα  παρέδωκάν  σε  εν  ταΐς  χερσιν 

ταΐς  των    εθνών  κουστωδίαις• 

ου  γαρ  ήσαν  άξιοι  |  σέ  τον  πλοΰτον  κτήσασ&αι  τον  άληί^ινόν, 
δν  {)μεΐς  εύρόντες,  Κύριε,  |  ύμνοΰμέν  σε• 
Κύριε,  έλέησον    ήμας• 

2δ  Ό  διάκονος-    €Κα1  υπέρ  του  καταξιωθηναι».  Εύαγγέλιον  δ'  έκ 

του  χατά  Ίωάννην  (ιη',  28 — ιθ',  16).  «Τω  καιρώ  έχείνφ  δγουσι  τον 
Ίησουν  άπό  του  Καϊάφα  εις  τό  πραιτώριον».  Τέλος•  «ϊνα  σταυρωθ•^ > . 
Ευθύς  λιτή  εις  τ(ήν)  Μετ(άνοιαν)  του  αγίου  Πέτρου.  Ψάλλομεν 
ήχον  πλάγιον  δ'•  «ΚαΙ  αυτοί  άπώσδησαν  έχ  της  χειρός  σου,  Κύριε* 

30  ήμεΐς  δε  λαός  σου  χαι  πρό|3ατα  νομής  σου>.  Στίχ.  €*Ως  ώμοσα 
έν  τη  όργη  μου». 


2  έςαιμάτων.  —  3  όοορωμένη.  —  9  συνεδεί~νισε.  —  13  αί  έκδ.  «τό    σά|33ατον». 
19   ούχεφύλαξαν  ||  ταμεΐοίς  ||  ϊοίας. — 22  χτίσΊσΗαι. — 27  πρα'.τόριον. — 30  νομείς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  127  — 

ΕϋΟύς  αντιφώνου  ι'  ήχος  πλ.  β'. 

Ό  άνα|5αλλόμενος  |  φως  ώς  Ιμάτιον 

γυμνός  εΙς  κρίσιν  ι'στατο 

χαΐ  έν  σιαγόνι  |  ράπισμα  έδέξατο 

υπό  χειρών  ών  επλασεν  5 

ό  δε  παράνομος  λαός  |  τψ  σταυρψ  προσήλωσε 

τον  Κύριον  της  δό;ης• 

τότε  το  χαταπέτασμα  |  του  ναοΰ  έσχι'σ&η 

και  ήλιος  έσκότασε  |  μή  φέρων  Οεάσασ&αι 

θεόν  υ[5ριζόμενον,  |  δν  τρέμει  τα  σύμπαντα*  10 

αυτόν  προσκυνήσωμεν. 

Στίχ.    «ΕΤπεν  άφρων  έν  κάρδια  αύτου•   ούχ  εστί»:   Στίχ.  «Ό 
θεός  εκ  του  ούρανοΰ  δεέκυψεν>. 

Ό  μαθητής  ήρνήσατο,  |  6  ληστής  έ^όησεν 

*'  μνήσΟητί  μου,  Κύριε,  |  έν  τη  βασιλεία  σου  ".        γ'  15 

Στίχ.    «Πάντες  έςέκλιναν  αμα»:  Δόςα.   Πλάγιος  β'.  θεοτοκίον. 

Ή  το  χαίρε  |  δι'  αγγέλου  δεξαμενή 
και  τεχούσα  |  τον  κτίστην  τον  ίδιον, 
παρθένε,  σψϋε  |  τους  σε  μεγαλύνοντας. 

ΚαΙ  νυν  χαΐ  άεΐ:   θεοτοήοΊ.  20 

Χαίρε  κόσμου  |  καταφύγιον,  παρ&ένε* 
χαΤρε  τείχος  |  έχθροΐς  άπροσμάχητον 
και  λυπουμένων  |  χαρά  άνεκλάλητος. 

Αντιφώνου   (α'  ήχος  :τλ.  β'. 

Άντι  άγαί>ών  |  ών  έποίησας,  Χριστέ,  25 

τψ  γένει  των  Έ[5ραίων,  |  σταυρωΟήναί  σε  κατεδίκασαν 
δξος  Ι  και  χολή  ν  σε  ποτίσαντες• 
άλλα    δός    αύτοΤς,  Κύριε,  |  κατά  τά  έργα  αυτών, 
οτι  ου  συνήκαν  |  τήν  σήν  συγκατά|5ασιν. 
Στίχ.    «Κύριε  ό  θεός  της    σωτηρίας    μου  ήμέ>:   Στίχ.    «Ει-    30 
σελθέτω  ένώττιόν  σου  ή  προσευχή   μου».   Πλάγιος   β'. 

4  οιαγώνι.— 5  ών. — 9  *Λα\]  έζο.  «ό».— 17   Οί^γγέλου.— 27  ϊτοτήσαντες. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  128  — 

ΈπΙ  τη  προδοσία  |  ούχ  ήρκέσΟησαν,  Χριστέ, 
τά  γένη  των  Εβραίων,  |  άλλ'   έκίνουν  τάς  χεφαλάς   αυτών, 
μυκτηρισμόν  χαι  χλεύην  προσάγοντες• 
αλλά  δός  αύτοΧς,   Κύριε,  |  χατά  τά  έργα  αυτών, 
5  δτι  ου  συνηχαν  |  τήν  σήν  συγκατάβασιν. 

Στίχ.    «Ό  θεός  μου,  μή  μαχρύνης  άπ'  έμου».  Στίχ.  «Αίσχυν- 
θήτωσαν  και  έντρατυήτωσαν».  Πλάγιος  β'. 

Ούτε  γη  ως  έσείσθη,  |  ούτε  πέτραι  ως  έρράγησαν 
Έ|3ραίους    έπεισαν,  |  ουδέ  του  ναοΰ  το  χαταπέτασμα, 
10  ουδέ  τών  νεκρών  ή   άνάστασις* 

αλλά  δος  αύτοις.  Κύριε,  |  κατά  τά  έργα  αυτών, 
οτι  ου  συνήκαν  |  τήν  σήν  συγκατάβασιν. 

Στίχ.      «Έμάχρυνας    άπ'    έμου    φίλον    και    πλησίον».    Δόξα. 

Πλάγιος  Ρ'. 
15  Ειρήνευσον    τον  κόσμον, 

έκ  παρθένου  |  καταδεζάμενος,  Κύριε, 
σάρκα  φορέσαι  υπέρ  σών  δούλων, 
δπως  λύτρωσης 
έκ  πλάνης  τών  άνΒρώπων  το  φύραμα. 

20        ΚαΙ  νυν  καΐ  άεί  κτλ.   (θεοτοχίον). 

Προστασία  |  τών  έν  Ολίψεσιν  βεβαία, 
πρόστη&ί  μοι  |  του  βίου  τοΙς  πάθεσι 
προσομιλοΰντι  |  και  σώσόν  με,  δέομαι. 

Αντιφώνου    ιβ'    ήχος  πλ.  δ'. 

25  Τάδε  λέγει  Κύριος  τοΤς  'Ιουδαίοις• 

"  λαός  μου,  |  τί  έποίησά  σοι,  |  ή  τί  σοι  παρηνώχλησα; 
του;  τυφλούς  σου  έφώτισα,  |  τους  λεπρούς  έκα&άρισα• 
άνδρα  δντα  έπι  κλίνης  άνωρΟωσάμην 
λαός  μου,  |  τί  έποίησά  σοι  |  και  τί  μοι  άνταπέδωκας•, 

30  άντι  Ι  του  μάννα  χολήν,  ]  άντι  |  του  ύδατος  |  οξος, 

άντΙ  του  αγαπάν  με  |  σταυρψ  με  προσηλώσατε• 
ούκέτι  στέγω  λοιπόν  |  καλέσω  μου  τά  έθνη 
κάκεΤνα  με  δοξάσει  |  συν  τψ  πατρι  καΐ  πνεύματι, 
κάγώ  αύτοις  δωρήσομαι  |  ζωήν  τήν  αΐώνιον. 

9  έχδ.  «ούτε». — 10    έ/.δ.  «ούτε»— 21  βεβαΐα.— 22    πρόστηθή  μι.— 27    έχδ.  «τους 
λεπρούς  σου  έχά&ηρα». — 28  οντο  ||  άνορθωσάμην. — 33  δοξάζουσι. — 34  δωρήσωμαι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  129  — 

'Ήχος  πλάγιος  δ'.   Στιχ.    ιΈΗλου  μζ  έχ  των    έχθρων  μου  6 
θεός».    Στίχ.    «Τυσαί  με  έκ  των  εργαζομένων». 

Σήμερον  |  του  ναοδ  το  χαταπετασμα 

εις  Ιλεγχον  ρήγνοται  |  των  παρανόμων 

χαΐ  τάς  ιδίας  ακτίνας  ό  ήλιος  |  χρύτττει,  5 

δεσπότη  ν  ορών  σταορουμενον. 

"^Ηχος  πλάγιος  δ'.   Στίχ.    «Έζεγέρθητι    εις  συνάντησίν  μου». 
Στίχ.    «Έπιστρέψοοσίν  εις  έσπέραν». 

Οι  νομοθεται  τοδ  Ισραήλ,  |  Ιουδαίοι  χαι  Φαρισαιοι, 

ό  χορός  των  αποστόλων  |3οα  προς  υμάς•  10 

"ΐδβ  ναός,  |  ον  ΰμβίς  έλύσατε• 

Τδε  αμνός,  |  ον  ύμεις  έσταυρώσατε• 

τάφφ  παρεδώχατε,  |  άλλ'  εξουσία  έαυτοΰ  ανέστη• 

μή  πλανάσ&ε,  Ιουδαίοι•  |  αυτός  γαρ  έστιν 

ό  εν  Βαλάσστ{]  σώσας  |  χαι  εν  έρήμφ  Ορέψας•  15 

αυτός  έστιν  ή  ζωή  χαι  το  φως  |  χαι  ή  ειρήνη  τοδ  χάσμου ". 

Στίχ.  ιΚαΙ  συ,  Κύριε,  έκγελάστ]  αυτούς».  Δόςα.  ^Ηχος  πλ.  δ'. 
θεοτοχίον. 

ΧαΤρε  πύλη  του  βασιλέως  της  δόξης, 

ην  ό  ύψιστος  μόνος  διώδευσεν  20 

χαι  μένειν  έσφραγισμένην  εύδόχησεν 

εΙς  σωτηρίαν  των  ψυχών  ημών. 

Και  νυν  χαι  άεΐ:  (θεοτοχίον). 

Τον  Εμμανουήλ,  |  άμνόν  θεού  χαι  Λόγον, 

βλέπουσα  σαρχΐ  |  χρεμάμενον  έν  ξύλφ  25 

άμνάς  ή  μόνη  αμίαντος  χαι  παρ&ένος 

λύπ^^  συνείχετο  οαχρύουσα. 

Εύθυς  κάθισμα*   ήχος  πλάγιος  δ'. 

"Οτε  παρέστης  τω  Καϊάφςι  ό  θεός 

χαΐ  παρεδόθης  τω  Πιλάτφ  ό  κριτής,  30 

αι  ουράνια»,  δυνάμεις  |  έχ  του  φόβου  έσαλεύθησαν 

5  ιδίας  ακτίνας. — 12  ΐδε  άανος. — 13  έαυτώ. — 15  ένερήμω.  —  21  μένειν]  έχί.  «πά- 
λιν» II  εύδόχησεν]  έχδ.  «χατέλι-εν».  -  24  άμνόν. — 26  άμνάς.— 27  συνήχετω. — 30  πα- 
ρεδώΟης  τω  τιηλάτω. 

9 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  130  — 

δτε  δε  χαΐ  ύψώ&ης  έπι  τοϋ  ξύλου  |  εν  μέσφ  δύο  ληστών, 
και  έλογι'σ&ης  \ίετά  ανόμων  |  ό  άναμάρτητος, 
δια  το  σώσαι  τον  άν&ρωπον,  |  άνεξίχαχε  Κύριε. 

Δόξα    το  αυτό.  Ό  διάχονος-   «Και  υπέρ  του    καταςεωθηναι» . 

5  Ευθύς  εύαγγέλιον  έχ  του  κατά  Ματθαίον  (κζ',  3  —  32)*  «Τω  καιρώ 
έκείνω  ίδών  Ιούδας  δτι  κατεκρίθη,  μεταμεληθείς »  κτλ.  Τέλος* 
«ϊνα  δρη  τύν  σταυρόν  αύτου».  Ευθύς  έρχόμεθα  εις  το  Λιθόστρω- 
τον,  είς  την  άγίαν  Σοφίαν,  λιτ(ανεύοντες  και)•  ψάλλοντες  «ΆντΙ 
του  αγαπάν  με,  ένδιέβαλόν  με*    έγώ  δε  προσηυχόμην.  Κύριε,  Κύ- 

10  ριε,  μή  έγκαταλίπης  με>.  Στίχ.  «Ό  θεός,  παράνομοι  έπανέστη- 
σαν  έπ'  έμέ,  και  κραταιοί  έζήτησαν  τήν  ψυχή  ν  μου».  Δόξα... και 
νυν.  ^Ηχος  πλάγιος  α'. 

Αρχιερείς  χαι  γραμματείς,  |  τι  με  διώκετε; 
άπας  δεΤ  με  παΟεΙν  |  και  νιχήσαι  τον  έχΟρόν, 
15  ι  να  δει  ζω  τοις  λαοΐς  |  τήν  εκ  νεκρών  μου  άνάστασιν. 

Στίχ.    «Έλάλησαν  κατ'  έμου  γλώσ»: 

Αντιφώνου  ιγ'    ήχος  β'. 

Τό  άθροισμα  των  Ιουδαίων 

τω  Πιλάτω  ήτήσαντο 
20  σταυρωΟηναί  σε,  Κύριε• 

αιτία  ν  γαρ  εν  σοι  μή    εύρόντες 

τον  ύπεύΟυνον  Βαρα|3|3αν   ήλευβέρωσαν 

και  σε  τον  δίκαιον    κατεδίκασαν, 

μιαιφονίας  έγκλημα    κληρωσάμενοι* 
25  άλλα  δό;  αύτοις,  Κύριε.  |  κατά  τά  έργα  αυτών, 

δτι  κενά  κατά  σου  έμελετησαν. 

^Ηχος  πλάγιος  β'.   Στίχ.    «Κύριε,    είσάκουσον  της    προσευχής 
μου».   Στίχ.    «"Οτι  κατεδίωξεν  ό  εχθρός». 

**0ν  πάντα  φρίσσει  και  τρέμει  |  και  πάσα  γλώσσα 
30  ί)μνεΐ  Χριστόν,  θεοΰ  δύναμιν  |  και  Θεού  σοφίαν, 

οι  Ιερείς  έρράπισαν  |  καΐ  έδωκαν  αύτώ  χολήν 

6  μεταμεληθή;.  -  13    διώκεται.— 19    πηλάτω.— 22    β(χραμ,3αν.— 25    χατά  τά  έργα] 
έκδ.  «χατά  το  ατ^ταττόοομια». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  131  — 

χαΐ  πάντα  π3ΐί>ειν  κατεδβξατο, 

σώααι  θελων  ήμα;  |  έχ  των  ανομιών  ημών 

τώ  οίχείω  αιματι,  |  ώς  φιλάνθρωπος 

Στίχ.    «Και    ήχηδίασεν    έπ'    έμέ    το     ττ^ευμά     μου».     Δόξα. 
Πλάγιος   β'.  5 

Παρεστώσα  |  τψ  σταυρψ  χαι  καΙ>βρώσα 
εκουσίως  (  τον  σον  υιόν  πάσχοντα, 
παρΟενομήτορ,  |  τούτον  έμεγάλυνας. 

ΚαΙ  νυν  καΐ  άεΐ: 

Των  εν   }>λίψ8ΐ  |  και  δεινή  στενοχώρια  10 

χακουμενων  |  υπάρχεις  άντίληψις 
και  σωτηρία  |  και  σκέττη,    πανάμωμε. 

Αντιφώνου  ιδ'   ήχο;  ττλάγιος  δ'. 

Κύριε  ό  τον  ληστήν  συνοδοιπόρον  λαβών 

τον  εν  αϊμασι  χείρας  μολυναντα,  15 

και  ήμας  συν  αύτψ  καταρίΟμησον, 

ώς  άγαβος  και  φιλάνί>ρωπος. 

^Ηχος  πλάγιος  δ'.   Στίχ.  «Ό  Κύριος  έβασιλευσεν  όργιζέσ&ω- 
σαν>.   Στίχ.    «Έςομολογησάσ&ωσαν  τω   ονόματι». 

Μικράν  φωνήν  άφήκεν  |  έ  ληστής  εν  τψ  σταυρώ*  20 

μεγάλην  πίστιν  εύρε,  |  μια  ροπ-ζ  έσώθη, 

και  πρώτος  παραδείσου  πύλας   άνοίξας  |  εισηλθεν 

ό  αύτοΰ  τήν  μετάνοιαν  |  προσοεζάμενος,  |  Κύριε,  δόξα  σοι. 

"^Ηχος  πλάγιος    δ'.    Στίχ.    «Συ    ήτοίμασας  εύ&ύτητας».   Στίχ. 
«Ύψουτε  Κύριον  τον  θεόν  ημών».  2Γ) 

Ή  πολυύμνητος  άμνάς  τον  αρνα  θεασαμένη 

προς  έκούσιον  έρχόμενον   πά&ος 

καΐ  σταυρούμενον  σαρκί  |  ήλάλαζεν  δακρύουσα 

και  τήν  μακρο&υμίαν  |  υμνεί  τήν  τούτου  δοξάζουσα. 

Δόξα  πατρι  χαΐ  υίώ  κτλ.  (θεοτοχίον).  30 


4    ήκιδίασεν   έπεμέ.  —   10    δεινή    στενωχορία.   —  12    σκέπει.  —  15    λοβών.   — 
28  άμνάς  ||  ά'ρνα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  132  — 

Έχ  παρΟενιχής  |  άνβτβιλεν  γαατρές  σοο 
ό  δημιουργός  ήλιου  χαι  σελήνης, 
δν  χα&ορωσα  σταυρουμενον,  θεοτόχε, 
πάσα  ή  χτίσις  έχυμαίνετ^. 

δ  ΚαΙ  νυν  χαΐ  άεΙ   κτλ. 

Χαίρε  ή  δι'  αγγέλου  |  τήν  χαράν  του  χόσμου  δεξαμενή* 
χαΤρε  ή  τεχουσα  |  τον  ποιητήν  χαι  χυριον 
χαίρε  ή  άξιω&εισα  (  γενέσθαι  μήτηρ  θεού. 

Αντιφώνου  ιε'  ήχος  πλάγιος  β'. 

10  Σήμερον  |  χρεμαται  έπι  ξύλου 

ό  εν  υδασι  τήν  γη  ν  χρεμάσας• 

στέφανον   εξ  άχανΟών  |  περιτίθεται 

ό  των  αγγέλων  βασιλεύς• 

ψευδή  πορφύραν  |  περιβάλλεται 
^5  ο  περιβάλλων  |  τον  ουρανον  εν  νεφέλαις• 

ράπισμα  χατεδεξατο 

ό  εν  'Ιορδάντβ  έλευ&ερώσας  τον  Αδάμ• 

ήλοις  προσηλώ&η  |  ό  νυμφίο;  της  έχχλησι'ας• 

λόγχτβ  εχεντήΟη  |  ο  υιός  της  παρ&ένου* 
20  προσχυνοΰμέν  του  τα  πάθη,  Χριστέ• 

δεϊξον  ήμίν  |  χαι  τήν  ενδοξόν  σου  άνάστασιν. 

Στίχ.  €Ό  θεός  μου  ό  θεός  μου,  πρόσχες  μοι•  ϊνα  τί  έ>:  Στίχ. 
€  Πάντες  οι  θεωροδντές  με  έξεμυκτήρισάν  με».  ^Ηχος  πλάγιος  β'. 

Μή  ώς  'ΙουδαΧοι  έορτάσωμεν 
25  καΐ  γάρ  τό  πάσχα  ήμων 

υπέρ  ημών  έτύ&η  Χριστός  ό  θεός• 

άλλ'  έχχα&άρωμεν  εαυτούς 

από  παντός  μολυσμου 

χαι  είλιχρινως  δεηθώμεν  αύτψ• 
30  ανάστα.  Κύριε•  |  σώσον  ήμας  ώς  φιλάν&ρωπος. 

"Ήχος  πλάγιος  β'.  Στίχ.   «"Οτι  έκύκλωσάν  με  κύνες  πολλοί». 
Στίχ.    «"Ωρυξαν  χείρα». 


4  έχομιενετω.  — 19  έχεντίΙ)η. — 29  είληχρινώς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-133  — 

Ό  σταορός  σου,  Κύριε,  |  ζ(ΐ)ή  χαι  άντίληψις 
υπάρχει  τφ  λαφ  σου  |  χαι  επ'  αυτφ 
πεποι&έτε;  |  σε  τον  σταυρω&έντοί 
θεόν  ήμων  υμνοΰμεν  |  ελέη  σον  ημάς. 

Στίχ.    €  Αυτοί  δέ  κατενόησαν  χαΐ  έπεΤδόν  με».  Δόξα.  θεοτοκίον.     5 

Φώς  τεχοδσα  |  άμαρτίαις  σχοτισ&εντα 
φώτισον  με,  |  παρ&ένε  πανάμωμε, 
ϊνα  υμνώ  σε,  |  αγνή  θεονύμφευτε. 

ΚαΙ  νυν  καΐ  άεΐ  κτλ.  (θεοτοκίον). 

Τήν  υπερενδοξον  |  του  Χρίστου  μητέρα  10 

καΐ  των  αγγέλων  άγιωτέραν 

άσιγήτως  ύμνήσωμεν  |  καρδία  και  στόματι, 

θεοτόχον  αυτήν  όμολογουντες, 

ώς  κυρίως  γεννήσασαν  |  θεόν    σεσαρκωμένον 

και  πρ*σ|3εύουσαν  άπαύστως  |  υπέρ  των  ψυχών   ημών.  15 

Κάθισμα*  ήχος  δ', 

Έξηγόρασας  ήμας  εκ  της  κατάρας  του  νόμου 

τψ  τιμίφ  σου  αϊματι* 

τφ  σταυρψ  προσηλωθείς  |  χαι  τη  λόγχη  κεντη&είς, 

τήν  άθανασίαν  επηγασας  άν&ρώποις•  20 

Σωτήρ  ημών,  δόξα  σοι. 

Ό  διάκονος•  «ΚαΙ  υπέρ  του  καταξεωθήναο.  Ευαγγέλιον  ς' 
έκ  του  κατά  Μαρκον  (ιδ',  53 — ιε',  32)*  «Τω  καιρώ  έκείνω  οί 
στρατιώται  κρατησαντες  τόν  Ίησουν».  Τέλος*  ιϊνα  ΐδωμεν  καΐ 
πιατευαωμεν  εις  αυτόν».  25 

Ευθύς  ποιουμεν  λιτήν  έπΙ    τον  Όμφαλόν,    μέσον    του    Άγιου 
Κήπου,  ψάλλοντες  " στιχηρόν  ήχου  πλαγίου  οί'  «Δυνατός  συ,  Κύριε,    ' 
καΐ  ή  αλήθεια  κύκλω  σου».   Στίχ.    «Τά  ελέη  σου,  Κύριε»:  Δόξα. 
€  Δυνατός    σύ,    Κύριε»:    Ευθύς    οί    μακαρισμοί•    ήχος    δ'•     «Δια 
ξύλου»:  30 

Τόν  του  νόμου  ποιητή  ν  |  έκ  μαθητού  ώνήσαντο  άνομοι 
και  ώς  παράνομον  αυτόν  |  τφ  Πιλάτου    βήματι  έστησαν 

]  άντίληψις]  ε%5.  ρωμ.  «άνάληψις».  —  20  έπίγασας  —  26  ομφαλών.  —  27  σύ] 
σοι.  —  29  συ]  σοι.  —  32  πηλάτου. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  134  — 

κραυγάζοντες  "  σταύρωσον  |  τον  εν  έρήμφ  τούτοι;  μανναδοτησαντα"• 

ήμεις  δε  τον  δίκαιον  |  ληστή  ν  |χιμ.ησώ[χε&α• 

πίατει  κράζωμεν  |  "  μνήσ&ητι  και  ήμων  |*  εν    τη  βασιλεία  σου ". 

Στίχ.  «Μαχάριοι  οί  πτωχοί  τω  πνεύματι». 

5  Των  Οεοκτόνων  ό  εσμός,  |  Ιουδαίων  ε&νος  το  άνομον, 

προς  Πιλάτον  έμμανώς  |  άνακράζων  Ιλεγεν  "  σταύρωσον 
Χριστόν"  τον  άναίτιον  |  Βαραββαν  δε  μάλλον  ούτοι  ήτήσαντο• 
ήμεις  δε  φ^εγξώμεθα  |  ληστοΰ  του  ευγνώμονος 
τήν  φωνήν  προς  αυτόν  |  '*  μνήσ&ητι  και  ημών  |  εν  τη  βασιλεί(|ΐ  σου". 

10  ^'^^Χ•  «Μαχάριοι  οί  πενθοΰντες,  δτι»: 

Ή  ζωηφόρος  σοο  πλευρά  |  ώς  εξ  'Εδέμ  πηγή   αναβλύζουσα 
τήν  έκκλησίαν  σου,  Χριστέ,  |  ως  λογικόν  ποτίζει  παράδεισον, 
έντευ&εν  μερίζουσα  |  εις  αρχάς,  εΙς  τέσσαρα  ευαγγέλια, 
τον  κόσμον  άρδεύουσα,  |  τήν  κτίσιν  φαιδρόνουσα 
15  και  τα  εδνη  πιστώς  |  διδάσκουσα  προσκυνειν  |  τήν  βασιλείαν  σου. 

Στίχ.  «Μαχάριοι  οί  πραεΐς,  οτι  αυτοί  χληρονομήσουσιν». 

Σταυρουμένου  σου.  Χριστέ,  |  πάσα  ή  κτίσις  βλέπουσα  έτρεμε, 
τα  θεμέλια  της  γης  |  διεδονειτο  φόβψ  του  κράτους  σου, 
φωστήρες  έκρύτττοντο  |  και  του  ναοΰ  έρράγη  το  καταπέτασμα, 
20  τα  δρη  έτρόμαξαν,  |  αΐ  πέτραι    έσχίσθησαν, 

ο  ληστής  ό  πιστός  |  κράζει  σοι  συν  ήμιν,  |  Σωτηρ,  το  μνήσθητι. 

Στιχ.  «Μαχάριοι  οί  πεινώντες  χαι  διψώντες  τήν  διχαιοσύνην». 

Τον  σταυρόν  τον  του  Χρίστου  |  εν  διάνοια  πάντες  κατέχοντες, 
τάς  του  βίου  ήδονάς  |  άπονεκρώσαι  πάντες  σπουδάσωμεν, 
25  ναόν  τάς  ψυχάς  ημών  |  του  αγίου  ττνεύματος  καταρτίζοντες, 

φωνήν  άναμέλποντες  |  ληστου  του  ευγνώμονος 
οί  πιστοί  προς  αυτόν  |  "  μνήσ&ητι   και  ημών  ]  εν  τη  βασιλεία  σου". 


1  έχδ.  «τθϋτοϋς>  II  μάννα  δοτήσαντα.  —  2  έχδ.  €μΐ(Λησάμενοι».  —  3  χράζομεν. — 
5  όεσμος— 6  πιλάτον  ||  άναχράζον. — 7  χώδ.  «άναίτιον»•  έχδ.  «ά-νεύί^ονον»  ||  βαρανβαν.  — 
8  χώδ.  «φ&εγξόμεθα»•  έχδ.  «φΟεγγώμε&α».  —  11  Η  ζωηφόρωσου  πλεορα'  ω;  έξεδέμ. — 
13  χώδ.  «εΙς  άρχος  εΙς  τέσααραί»•  έχδ.  «ώς  ες  αρχής,  εις  τέσσαρα».  —  14  άρδεύουσα  || 
χώδ.  «φαιδρύνοασα»•  έχδ.  «εοφραίνουσα».  —  18  δι'  Ιοο^είτο  \\  χράτουσοο.  —  20  έχδ.  «έτρό- 
μασαν  χαι  πέτραι».  —  21  σοι]  έλ>χίπει  τ-ή  έχδόσει.  —  22  πινοΰντες  ||  διψθϋντ(ες).  — 
24  ήδονας.  —  25  ψυχας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  135  — 

Στί*/.  «Μοχάρίοι  οί  ελεήμονες». 
Έσταυρώ&ης  δι'  έμε,  |  ϊνα  έμοι  πηγάσγ^ς  άπάΛειαν 
εκεντη&ης  την  πλευράν,  |  ϊνα  κρουνού;   ζωής  άναί5λύσ)[)ς  μοι• 
τοις  ήλοις  προσήλωσαι,  |  ινα  εγώ  τω  πάί>ει  των  πα&ημάτων  σου 
το  ϋψος  τοδ  κράτους  σου  |  πιστούμενος  κράζω  αοι,  5 

"  ζωοδότα  Χριστέ,  Ι  δόζα  και  τψ  σταυρψ    και  τψ  πάθει  σου ". 

Στίχ.  «Μαχάριοι  οί  χαι^αροι  τη  χαρδία». 
Προσήλωσης  τψ  σταυρψ  |  δια  πολλήν,  Χριστέ,  αγαθότητα* 
.  έκεντήθης  τήν  πλευράν,  |  δύο  κρουνούς  ττηγάζων  αφέσεως• 
ή  γη  δε  μή  φέρουσα  |  καΟοραν  το  τόλμημα  έκυμαίνετο"  10 

αΐ  πέτραι  έρήγνυντο,  |  έσβέννυτο  ό  ήλιος, 
έσαλεύετο  τα  δρη  και  οι  βουνοί•  |  δόξα  τψ  κράτει  σου. 

Στίχ.  €Μα%άριοι  οί  ειρηνοποιοί». 
ΚαΟορώσαί  σε  σταυρψ  |  τεταμένον,  μόνε  μαχρόθυμε, 
αι  δυνάμεις  ουρανών  Ι  άποροΰσαι  τρόμψ  ε;  ί  στα  ντο,  15 

ή  γη  έκυμαίνετο,  |  των  φωστήρων  κάλλος  έναπεσ|3έννυτο• 
Αδάμ  ό  κατάκριτος  |  αδίκως,  φιλάνθρωπε, 
κρινόμενου  σου  |  έδικαιοΰτο  ύμνων  τήν  εύσπλαγχνίαν  σου. 

Στίχ.  €Μ(Χχάρ(θΐ  οί  δεδιωγμένοι». 
Έν  Κρανίψ  ύψω&είς  |  του  έχ&ροϋ  τήν  κάραν  συνέτριψας,  20 

έπΙ  ξύλου  δε  θανών     τους  καρπούς  του  ξύλου  τεΟνήςαντας 
έζώωσας,  δέσποτα,  |  και  τοδ  παραδείσου  πολίτας  εδειξας, 
άπαύστως  δοξάζοντας  |  τήν  σήν  αγαθότητα 
και  κράζοντας  |  "  μνήσΟητι  και  ήμων  έν  τη    βασιλεία  σου  ". 

Στίχ.  «Μακάριοι  έστέ,  δταν».  2δ 

Της  στα&είσης  άκρατώς  |  προς  το  ξύλον  πάλαι  της  γνώσεως 
του  πρωτοπάτορος  χειρός  |  άνορΟών,  Χριστέ,  το  ολίσθημα 
ετάν&ης  Οελήματι  |  και  τάς  σας  ήλώδη;  χείρας,  μακρό&υμε, 
ό  πλάσας  τον  ανβρωπον  |  χειρι  δι'  αμετρον  |  αγαθότητα- 
"  δόξα  τη  υπέρ  νουν  εύσπλαγχνία  σου  ".  30 

2  διεμέ  II  χώδ.  «άπάΟειαν»•  έκδ.  «τήν  αφεσιν».  —  3  έχεντίΟης  τήν  -λευρδν  ||  χρό- 
νους.— 4  χώδ.  «7:άι)ει>•  έχδ.  «βάθει». — 5  χράτουαου  πιστοΰμενος. — 6  μετά  τό  ασταυρω» 
ή  εχδ.  έχει  «σώτερ». -8  διαπολλήν. — 9  έχεντίθη;  τήν  πλευράν  ||  οφέσεεως. — 10  γηι  || 
έχυμένετο.  —  11  έρίγνυντο.  —  14  χαι)ορώσα.  —  1δ  ουρανόν.  —  16  έχυμένετο  ||  χάλλος. — 
20  υψωθείς.— 21  θανών. — 22  έζώθ33ς. -25  όταν.— 26  σταθήσης.— 27  προτοπάτορος. — 
28  χείρας.  —  29  διάμετρον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  136  — 

Στίχ.  «Χαίρετε  χαΐ  άγαλλίάσθε,  οτι  ό  μΐ9%ς  υμών». 

Τό  χεφόγραφον  ημών  |  έν  τψ  σταυρψ  χαΐ  λόγχη  διερρηξας, 
χαΐ  λογισ&εις  εν  τοΙς  νεκροί;  |  τον  έχεΧσε  τύραννον  εδησας, 
ρυσάμενος  απαντάς  |  εκ  δεσμών  θανάτου  τη  άναστάσει  σοο, 
δ  δι'  ης  έφωτίσ&ημεν,  |  φιλάνθρωπε  Κύριε, 

και  βοώμέν  σοι  |  "  μνήσΙ>ητι  και  ημών  έν  τη  βασιλείς  σου  ". 

Δόξα.  Τριαδιχόν. 
Τον  πατέρα  και  υιόν  |  και  το  πνεύμα  πάντες  τό  άγιον 
όμοφρόνως  οι  πιστοί  |  δοξολογεΐν  άξίως  εύζώμε&α, 
10  μονάδα  Οεότητος  |  έν  τρισιν  υπάρχοοσαν  οποστάσεσιν, 

άσύγχυτον  μένουσαν,  |  άπλήν  άδιαίρετον  |  και  άπρόσιτον, 
δι'  ης  λϋτρούμε&α  του  πυρός   της  κολάσεως. 

Και  νυν  χαι  άει  %αι  εις  τους:  Βεοτοχίον. 
Άναρτούμενον  σταυρψ  |  έθελουσίως  βλέπουσα,  άχραντε, 
15  τόν  υιόν  σου  καΐ  θεόν,  |  έκπληττομένη  κλαίουσα  έλεγες• 

"πώς  εδυ  τό  κάλλος  σου  |  του  τα  πάντα,  Κύριε,   καλλωπίσαντος; 

τι  ταΰτα  αχάριστος  |  άπέδωκεν  δήμος  σοι 

άντι  τών  αγαθών;  |  υμνώ  σου  την  υπέρ  νουν  αγαθότητα  ". 

Ευθύς  κονδάκιον    εις    τό  Μέσον    της    Γης*  ήχος    πλάγιος    δ'* 
20    ίδιόμελον  τό  σύνθ(ε)τ(ον). 

Ό  ποιμήν  ό  καλός  |  ό  τήν  ψυχήν  αύτου  θησας  υπέρ  τών  προβάτων, 
σπεΰσον  σώσον,  |  άγιε,  την  ποίμνην  σου. 

Ό  οΐχος. 

Τόν  νουν  άνυψώσωμβν,  |  τήν  φρένα  ύφάψωμεν 
25  τό  πνεύμα  μή  σ|3έσωμεν,  |  τήν  ψυχήν   διαναστώμεν 

και  σπουδάσωμεν  σχεδόν  |  συμπα&εΤν   τψ  άπαθεϊ• 

άφήσωμεν  πάντα  λογισμόν  πολυμέριμνον 

και  προσηλωθώμεν  τψ  έν  τψ   σταυρψ• 

μολώμεν  πάντες,  |  εΐ  δοκεΐ,  ώσπερ  ό  Πέτρος 
30  εις  τήν  του  Καϊάφα  αυλή  ν 

συν  αύτώ  βοήσωμεν  Χριστψ  |  τάς  του  Πέτρου  πάλαι  φωνάς' 


2  «χαΐ  λόγχη»•  έ)Αείπει  ταΐς  έχδόσεσι  ||  διέρριξας  ||  μετά  τό  «διέρρηξας)»  εχουσιν 
σΐ  έχ5όαεις  «Κύριε».  —  8  έχεΤσαί. — 5  «φι).άνΰρωπε  χύριε»*  ούτως  6  χώ5ιξ,  αί  δέ  έχδ. 
«Χρίστε  ό  θεός  ημών».  —  16  χα)λωτ:ήσαντο;.  —  27  άφείσωμεν.  —  31  φωνας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  137  — 

"χαν  εν  ξϋλφ  άνβρχη,  |  χαν  εν  τάφφ  χατέρχη, 
μετά  σο5  έσομαι  χαΐ  θνήσxο(^ιαι  χαι  ψάλλω  σοι 

α     α 

Ν  Ν  σπευσον  |  σώσον,  |  άγιε,  την  ποιμνην  σοι>  "• 

Και  ό  διάκονος•  ιΎπέρ  του  χαταςιωθηναι > .  Εύαγγέλιον  ζ'  έχ 
του  κατά  Ματθαίον  (χζ',  33 — 54)*  «Τω  καφω  έκείνω  έλθόντβς  οι  5 
στρατιώται  εις  τόπον  λεγόμενον  Γολγοθαν».  Τέλος*  «αληθώς  θεοΰ 
υιός  ην  ούτος».  Ευθύς  λιτή  έμπροσθεν  του  *Αγ(ου  Κρανίου  εξω• 
καΐ  τό  τριώδιον  ψάλλομεν  αυτόθι*  καΐ  ψάλλομεν  ε?ς  τήν  λιτήν 
στιχηρόν  πλάγιος  δ'. 

Ό  εν  Εδέμ  παράδεισος  ποτέ  |  τό  ξύλον  της  βρώσεως  10 

άνεβλάστησεν  εν  μεσφ  των  φοτών 

ή  εκκλησία  σου,  Χριστέ,  |  τον  σταυρόν  σου  έξήνθησεν 

τον  ττηγάσαντα  τψ  κόσμφ    τήν  ζωην 

άλλα  τό  μεν  έΟανάτωσεν  |  βρώσσιν  φαγόντα  τον  Αδάμ, 

δ  δέ  έζωοποίησε  |  πίστει  σωΰέντα  τόν  λτ^στήν,  15 

ου  της  αφέσεως  |  κοινωνούς  ημάς  άνάδειςον, 

Χριστέ  ό  θεός  |  ό  τψ  πάθει  σου  λυσας 

τήν  κα&'  ήμων  μανίαν   του  έχθροΰ, 

και  άξίωσον  ημάς  της  βασιλείας  σου,  Κύριε. 

Δόξα καΐ  νΰν.   Πλάγιος  δ\  20 

Τόν  άρνα  πάλαι  ή  άμνάς  |  έν  σταυρφ  καθορώσα    κρεμάμενον 

και  σκοτιζόμενον  |  ηλίου  φέγγος  |  κλαίουσα  ελεγεν 

"  *Ήλιε  δόξης,  υιέ,  |  εδυς  Οανατούμενος, 

άλλα  άνάτειλον  |  της  έγέρσεως  τό  φως,  ως  φιλάνθρωπος. 

Ευθύς  προκείμενον*  ήχος  δ'*  «Διεμερίσαντο  τά  ιμάτια  μου  έαυ-  2δ 
τοις  καΐ  έπΙ»:  Στίχ.  €Ό  θεός  6  θεός  μου,  πρόσχες  μοι•  ϊνα 
τι  έγκατέλιπες  με>;  ΚαΙ  τό  €Πααα  πνοή».  Εύαγγέλιον  η'  κατά 
Αουκαν  (χγ',  32  —  49)*  «Τω  καφω  έκεινω  ήγοντο  σύν  τω  Ίησου 
και  έτεροι  δυο  κακούργοι».  Τέλος*  ιάπό  τής  Γαλιλαίας  .όρωααι 
ταύτα».  Ευθύς  τό  «Έλέησόν  με  ό  θεός»,  και  μετά  τό  «Ελέη-  30 
σον  ό  θεός»   Δόξα.   ^Ηχος  γ'. 


2  μετασοϋ  ||  ψάλω.  —  8  άοτώθ(ι).  —  12  έχχλησίαβσοο.  —  14  βρώσι.  —  21  άμνας. — 
22  χλέοοσα.  —  29  γαλιλαίος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  138  — 

Χριστέ  ό  θεός  ημών  |  ό  την    έκούσιον  σταύρωσιν 
εις  κοινή  ν  εζανάστασιν  |  του  γένους  των  άν&ρώπων 
χαταδεξάμενος  |  χαΐ  τψ  χαλάμφ  του  σταυρού 
βαφαΐς  έρυΟραΐς  τους  εαυτού  δαχτύλους 
5  αιματώσας,  τοις  άφεσίμοις  ήμιν 

βασιλιχώς  υπογράψαι  |  φιλανΟρωπευσάμενος, 
μη   παρίδ^^ς  ημάς  κινδυνεύοντας 
και  πάλιν  την  άπο  σου  διάστασιν 
άλλ'  οικτείρησον,  |  μόνε  μακρό&υμε, 
10  τον  έν  περιστάσει  λαόν  σου  |  και  άνάστηΟι 

πολέμησον  τους  πόλεμο  ΰντας  ή  μας,  |  ώς  φιλάνθρωπος. 

Καΐ  ό  διάκονος*    «Σώσον  ό  θεός  τον  λαόν  σου».  Το  τριώδιον 
φέρον  άχροστεχίδα  τήνδε*    « Προσάββατόν    τε>. 

'Ωδή  ε'•  ήχος  πλ.  β'. 
15  Προς  σε  όρ&ρίζω  |  τον  δι'  εύσπλαγχνίαν 

εαυτόν  τψ  πεσόντι  |  κενώσαντα  άτρέπτως 

και  μέχρι  πα&ών  |  άπαθώς  |  ύποκυψαντα,  Λόγε  θεού• 

τήν  είρήνην  |  παράσχου  μοι,  φιλάνθρωπε* 

'Ρυφθέντες  πόδας  |  και   προκα&αρ&έντες 
20  μυστηρίου  μεθέζει  |  του  θείου  νου  Χριστέ  σου, 

οΐ  ύπηρέται  |  εκ  Σιών  |  Έλαιώνος  μέγα  προς   δρος 
συνανηλθον  |  ύμνοΰντές  σε,  φιλάν&ρωπβ. 

Όρατε,  εφης,  |  φίλοι,  μη  Οροεΐσ&ε• 

νυν  γαρ  ήγγικεν  ώρα  |  ληφ&ήναί  με,  κτανΟήναι 
25  χερσιν  ανόμων,  |  πάντες  δε  |  σκορπισ&ησεσ&ε  έμέ  λιπόντες, 

ους  συνάξω  |  κηρυξαί  με  φιλάνδρωπον. 

Εύθυς  το  χονδάκιον•  ήχος  πλ.  δ'. 
Τόν  δι'  ημάς  σταυρω&έντα  |  δεδτε  πάντες   υμνήσωμβν 
αυτόν  γαρ  κατεϊδεν  |  Μαρία  έπι  ξύλου  και  ελεγεν 
30  "  ε1  χα'ι  σταυρόν  υπομένεις,  |  Κύριος  υπάρχεις  και  θεός  μου  '\ 


6  υπογράψαι.  —  11  πολέμισον.  —  13  τηδε. — 16  έτιδ.  Νιχοδήμου  %α\  Βαρθολομαίου 
€σεαυτσν»  ||  χώδ.  «χαινώσαντι».  Νιχόδ.  χαι  ΒαρΟ.  «χενώσαντα».  Οοά.  V  ένώσαντι.  — 
20  χώδ.  «νου  "χε'  σου».  Νιχόδ.  χαι  Βαρθ.  ανΰν,  Χριστέ,  σου  οί  ύπηρέται».  Α  «νοίινί). — 
24  «ή  ώρα»  ΟΙιΗβ^,  έχ  παραδρομής  Ισως.  24  λειφθήναι.— 25  οχορπησ&ήσεσθε. — 26  χη- 
ρύξαι.—  29  χαθίδεν. — 30  έχδ.  «συ  υπάρχεις  ό  υίος  χαι  θεός  μου». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  139  — 

Ό  οίκο;. 

Τον  ίδιον  αρνα  |  ή  άμνάς  θεωρούσα 

προς  σφαγήν  έλχόμενον,  |  ήκολου&ει  Μαρία 

τροχό  μένη  μεδ'  έτερων  γυναικών, 

ταύτα  βοώσα•  |  "  που  πορεύει,  τέχνον;  5 

τίνος  χάριν  |  τον  ταχυν  δρόμον  τελείς; 

|ΐή  έτερος  γάμος  |  πάλιν  έστΙν   εν    Εανα 

χάχει  νυν  σπεύδεις,  |  ϊν'  εξ  ύδατος   αύτοϊς 

οΐνον  ποίησης;  |  συνέλθω  σοι,   τέχνον, 

ή  μείνω  σοι  μάλλον;  |  δός  μοι  λόγον,  Αόγε•  10 

μή  σιγών  παρέλθης  με  |  ο  αγνή  ν  τηρήσας  με ". 

ΚαΙ  άνά(γνωσις)  πε(ρΐ)  της  σταυρώσεως. 

'Ωοή  η'. 
Στηλην  χαχίας  |  άντι&έου  παίδες 

θείοι  παρεδειγμάτισαν,  15 

χατά  Χρίστου   δε  φρυαττόμενον 

ανόμων  συνέδριον  |  βουλεύεται  χενά• 

χτεΤναι  μελέτα  |  τον  ζωής  κρατούντα  παλάμη, 

δν  πάσα  χτίσις  ευλογεί  |  δοξάζουσα  εΙς  τους  αιώνας. 

"  Άπό  βλεφάρων  "  |  μαΟηταΤς  "  νυν  υπνον  "  20 

εφης,  Χριστέ,  **  τινάξατε* 
εν  προσευχή  δε  γρηγορείτε 
πειρασμφ  μήπως  δλοισθε  |  και  μάλιστα  Σίμων 
τψ  κραταιψ  γαρ  |  μείζων  πείρα•  γνώθί  με,  Πέτρε, 
δν  πάσα  κτίσις  |  ευλογεί  δοξάζουσα  εις  τους   αιώνας  ".  25 

*'  Βέβηλον  Ιπος  |  τών  χειλέων  ουποτε 
προήσομαι,   δέσποτα• 
συν  σοι  θανουμαι  |  ως  ευγνώμων, 
καν  οι  πάντες  άρνήσωνται"  |  έβόησε  Πέτρος•  30 

2  ίδιον  II  άμνάς.  -  3  έλχώριενον•  ήχολου&η. — 4  τραχωμένη  μ.εΙ^ετέρων. — 6  ταχί). — 
9  ποιήσεις  II  οονεισέλθω.  —  10  σε. —  11  σιγών  ||  μ,ετά  το  τηρήσας  αί  έ*δ.  εχοοσί'  «συ 
γαρ  υπάρχεις  ό  υιός  και  θεός  (ίου»  —  12  ντί^ν  σταύρωσιν»*  οΰτως  έχει  ό  χώδιξ*  Μά- 
ξιμος δέ  ό  ΣυμαΤος  άνέγνω  χαχώς  οΰτως*  «χαΐ  άναβαίνομεν  εις  την  Σταύρωσιν».  — 
15  παρεδειγμάτησαν.  —  17  άνόμον  ||  χενα.  —  20  αί  έχδ.  «μα^^ηταί».  —  21  τεινάξατε. — 
22  προσευχή.  —  23  δλ>»υσθε.  —  24  γνώι^ημε. — 25  αιώνας. — 26  έπος.— 28  θανοΰμε.  — 
29  άρνήσονται. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  140  — 

"  σάρ£  ουδέ  αΐ|χα  |  ο  πατήρ  σου  άπεχάλοψέν  μοι  σβ, 
δν  πδσα  χτίσις  |  εολογει  δοξάζοοσα  εις  τους  αιώνας". 

"  Βά&ος  σοφίας  |  θεϊχής  καΐ  γνώσεως 
ου  παν  έξηρεόνησας, 
5  αβυσσον  δε  μ.οο  των  χριμάτων 

00  χατέλαβες,  άν&ρωπε  ",  |  ο  Κύριος  εφη• 

"  σαρξ  ουν  υπάρχων  |  μη  χαοχώ•  άρνήη]  τρίτον  γαρ  με, 

δν  πάσα  χτίσις  |  ευλογεί  δοξάζουσα  εις  τους  αΙώνας  '*. 

"  Απαγορεύεις,  |  Σίμων  Πέτρε,  δπερ  πείστβ 
10  "^^χο^ϊ  ^^  εΐρηται, 

χαι  σε  παιδίσχη  |  οία  Οάττον 
προσελ&ουσα  πτοήσει  σε  "  |  ό  Κύριος  εφη  * 
"  πιχρώς  δαχρύσας•  |  "  έξεις  δμως  εύίλατόν  με, 
δν  πάσα  χτίσις  |  ευλογεί  δοξάζουσα  εις  τους  αιώνας  ". 

15  'Ωδή  θ'. 

Την  τιμιωτέραν  τών  Χερουβιμ 

χαι  ένδοξοτέραν  ]  άσυγχρίτως  τών  Σεραφίμ, 
τήν  άδιαφθόρως  |  θεόν  Αέγον    τεχουσαν, 
την  δντως  θεοτόχον,  |  σε   μεγαλύνομεν. 

20  Όλέ&ριος  σπείρα  θεοστυγών, 

πονηρευομένων  |  θεοχτόνων  συναγωγή 
επέστη,  Χριστέ,  σοι  |  χαι  ώς  άδιχον  εΐλχον 
τον  χτίστην  τών  απάντων,  |  δν   μεγαλύνομεν. 

Νόμον  άγνοούντες  οι  ασεβείς, 
25  φωνάς  προφητών  τε  |  μελετώντες  δια  χενής, 

ώς  πρόβατον  εΐλχον  |  σε  τον  πάντων  δεσποτην 
άδίχως  σφαγιάσαι,  |  δν  μεγαλύνομεν. 

Τοις  Ιθνεσιν  εχδοτον  τήν  ζωήν 

συν  τοις  γραμματευσιν  |  άναιρεΐσ&αι   οι  Ιερείς 
30 '  παρέσχον  πληγέντες  |  αύτοφ&όνφ   χαχί(;( 

τον  φύσει  ζωοδότην,  |  δν   μεγαλύνομεν. 


1  άποεχάλυψεν.  —  2  χτίσης.  —  6  μηχαοχώ.  —  12  πτωήση.  —  13  βυήλβτον.  — 
15  ώδή.  —  16  τιμιωτέρα  ||  χερουβειμι.  —  17  ένδοξωτέρι  ||  σεραφείμ.  —  22  βχδ.  «ειλχε»* 
χώδ.  «εΐλχον». — 28  μεγαλύνωμεν.  -  25  φωνα;  ||  διαχενής. — 26  ήλχον.— 27  σφαγιδσαι  || 
μεγαλύνωμεν.  —  30    χαχίαν.  —  31  μεγαλύνωμεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  141  — 

Έχϋχλωσαν  χύνβς  ώσεί  πολλοί, 

έκρότησαν,  άναξ,  |  σιαγόνα  σήν    ραπισμψ• 
ήρώτων  σε,  σου  δε  |  ψευδή  χατεμαρτύροον, 
χαΐ  πάντα  υπομείνας  |  απαντάς  εσωσας. 

Έξαποστειλάριον  ήχος  γ'•   Ιδιόμελον.  5 

Τον  ληστήν  αυθημερόν  |  του  παραδείσου  ήξίωσας,  Κύριε* 
κάμε  τψ  ξόλφ  του  σταυρού  σου  |  φώτισον  και  σώσόν  με. 

*Άλλο  προς  το  «τοΐς  μαΙ^ηταΤς  συνέλθωμεν>. 

Όρώσά  σε  χρεμάμενον  [  εν  σταυρφ,  ζωοοότα, 

ή  σε  άγνώς  κυήσασα,  *  10 

τετρωμένη  τά  σπλάγχνα  |  και  Ορηνφδοδσα  έβόα- 

"  ώ  γλυκυτατον  τεκνον,  |  τί  σοι  άνταπεδώκασιν 

ο  παράνομος  ούτος  |  λαός,   ους  πριν 

τούτους  εν  έρήμφ  μανναδοτήσας; 

ανάστα,  παντοδύναμε,  |  υιέ  και  θεε  μου.  15 

Ό  διάκονος•  «ΚαΙ  υπέρ  τοΰ  καταξιωθήναι».  Εύαγγέλιον  θ' εκ 
του  κατά  Ίωάννην  (ιθ',  25 — 37)•  «Τω  καιρώ  έχβίνω  είστήχεισαν 
παρά  τω  σταυρω  του  Ίησοΰ  ή  μήτηρ  αύτου».  Τέλος-  «δψονται 
είς  δν  έξεκέντησαν».    Εύί^ύς  τους  αΧνοος. 

Ήχος  δ'  προς  τό  «'Έ^ωχις  σημείωσιν».  20 

Ότε  σε  σταυρούμενον  |  ή  κτίσις  πάσα  έώρακεν, 
ήλλοιοΰτο  και  ετρεμεν,  [  ή  γη  δε  έσείετο 
δλη  κλονουμένη,  |  μαχρό&υμε  Λόγε, 
και  καταπέτασμα  ναοΰ  |  φόβφ  έσχίσβη   ύβριζομένου  σου 
και  πέτραι  διερράγησαν  |  άπό  του  ψό^οο  και  ήλιος  25 

τάς  αχτίνας  συνέστειλεν,  |  ποιητήν  σε  γινώσχοντες. 

Όμιοιον. 

Πώς  ό  άνομώτατος  |  δήμος  τολμά  κατακρΐναί  σε 
.    τον  κριτήν  τον  ά&άνατον,  |  τον  τον  νόμον  δώσαντα 

εν  έρήμφ  πάλαι  |  Μωση  τψ   θεόπτη;  30 

πώς  έπι  ξύλου  την  ζωή  ν  |  τήν  τών  απάντων 
όρώντες  Ονήξαντα  |  δεδιώτες  ου   τρέμουσιν, 

1  πόλοι.  —  2  σιαη[ώνα,  —  3  ήρώτον  ||  ψευδή.  —  6  αύθημι.ερών.  —  7  τού  ξύλου.  — 
9  όρώσασε.  —  12  ώ.  —  17  ειστήχοσαν.  —  22  έβε(ετω«^26  άχτεΐνας.— 30  ένερήμω.  — 
32  δεδοιώτες. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  142  — 

ώς  των  αιώνων  υπάρχοντα  |  βασιλέα  χαι  χύριον 
χαι  δβσπότην  τής  χτίσεως; 

Όμοιον. 

'Ρήγνυται  χειρόγραφον  |  το  άπ'  αιώνος    χυήσει  σου 
^  της  πλευράς,  πολυέλεε,  |  Αδάμ  του  προπάτορος 

και  ή   άπωσμ^νη  |  φύσις  των  άν&ρώπων 
ρανίσιν  αίματος  του  σου  |  καθαγιάζεται  άναχράζουσα 
"  δόξα  τη  εύσπλαγχνιςι  σου,  |  δόξα  τη  θεία  σταυρώσει  σου, 
Ίησοΰ  παντοδύναμε,  |  ό  σωτήρ  των  ψυχών  ημών  ". 

1-0  "Ετερα  στιχηρά   ίδίόμελα*  ήχος  α'. 

Πάσα  ή  χτίσις  |  ήλλοιουτο  φόβψ  Οεωροΰσά  σε 
εν  σταυρψ  χρεμάμενον,  Χριστέ*  |  ό  ήλιος   έσχοτιζετο• 
τα  πάντα  συνέπασχον  |  τψ  τα  πάντα  χτίσαντι• 
ό  εκουσίως  δι'  ημάς  ύπομείνας,  |  Κύριε,  δόξα  σοι. 

15  Ήχο;   β'. 

Λάος  δυσσεβής  χαι  παράνομος  |  ϊνα  τί  |  μελέτα  κενά; 

Γνα  τί  ]  την  ζωή  ν  τών  απάντων  |  Οανάτω  χατεδίκασεν; 

μέγα  |  Οαυμα,  [  δτι  ό  κτίστης  του  κόσμου 

εις  χείρας  ανόμων  παραδίδοται  |  χαι  έπι  ξύλου  |  άνυψουται 
20  ό  φιλάν&ρωπος,  )  ϊνα  τους  εν  τω  "Αδη  δεσμώτας 

έλευ&ερώση  κράζοντας  |  "  μακρόΟυιιε  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

Ήχο;  ?', 

Σήμερον  |  σε  θεωρούσα  ή   αμεμπτος  παρ&ένος  εν  σταυρφ, 

Δόγε,  άναρτώμενον  |  όδυρωμένηί  μητρώα  σπλάγχνα  ^  έτέτρωτο 
2δ  τήν  καρδίαν  πικρώς  |  και  στενάζουσα  όδυνηρώς  έχ  βάδους  ψυχής 

παρειάς  συν  Οριξι  χαταξένουσα  ,)κατετρύχετο•     - 

διό  Ι  χαι  το  στήθος  τύτττουσα  |  άνέχραζε  γοερώς 

"  οιμοι,  (  το  φώς  του  κόσμου  ! 

τί  εδυς  |  εξ  οφθαλμών  μου  ό  αμνός  του  θεού"; 
30  δΟεν  Ι  αι  στρατιαι  τών  ασωμάτων  |  φόβψ  συνείχοντο  λέγουσαι 

"  ακατάληπτε  Κύριε,  δόξα  σοι  ". 

4  άτΓΐιώνο;.  —  7  ρανήσιν  ||  καθαγιάζεται.  —  8  στρώση. —  11  θεωρούσασε.  — 
14  δ'.ήαα;  ύπομεΐνα;.  —  16  μελετά.  —  19  χείρα;.  —  20  οεσμώτα;.  —  21  έλευ- 
Ηερώσει.  —  24  ατ^αρτούμ-ενον. — 26  έκδ.  «ψυχή;,  αι;  ουκ  εγνω  ώδΤσιν  εν  τόκω  τό  πριν 
κατετρύχετο»  ||  ταρειά;]  τταρείαι;  ||  καταςένουσαν.  —  27  έκδ.  «άνέκραγεί). — 28  οΐμοι.  — 
29  άμνο;.  —  80  συνήχοντο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  143  — 

Ή/ο;  γ•. 

ΈπΙ  ξύλου  βλέπουσα  κρεμ^μενον.  Χριστέ, 

σέ  τον  πάντων  χτίστην  καΙ  θεον 

ή  σέ  άσπόρως  τεχοΰσα   έ[3όα  πιχρώ;• 

"  υΙέ  μου,  |  που  το  κάλλος  |  εδυ  της  μορφής  σου;  5 

οι)  φέρω  χαΟοράν  σε  άδιχως  σταυρουμενον* 

σπεΰσον  ουν  άνάστη&ι,  |  δπως   ιδω  χάγώ 

σου  την  έχ  νεκρών  |  τριήμερον  έξανάστασιν. 

Ήχο;  β'. 

Σταυρω&έντο^  σου,  Χριστέ,  |  πάσα  ή  κτίσις  βλέπουσα  Ιτρεμεν,  10 

τα  θεμέλια  της  γης  |  διεδονή&ησαν  φόβψ   τφ   χράτει  σου• 

σου  γαρ  ύφω&έντος  σήμερον  |  γένος  Εβραίων  άπώλετο• 

του  ναού  το  καταπέτασμα  |  διερράγη  διχώς 

και  νεκροί  εκ  των  τάφων  έξανέστησαν 

έκατόνταρχος  Ιδών  το  Οαυμα  εφριξεν,  15 

παρεστώσα  δε  ή  μήτηρ  σου  |  έβόα  Ορηνψδουσα   μητρικώς• 

"  πώς  Ι  μη  θρηνήσω  |  και  τα  σπλάγχνα  μου  τύψω 

όρώσά  σε  |  γυμνόν  ώς  κατάκριτον  |  τφ  ξύλψ  κρεμάμενον  "; 

ό  σταυρωθείς  και  ταφεις  και  άναστάς  |  εκ  νεκρών,  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Έχος  γ'.  20 

Δύο  και  πονηρά  έποίησεν  |  ό  πρωτότοκος  υιός  μου  Ισραήλ• 
έμέ  έγκατέλιπεν,  |  πηγήν  ύδατος  ζωής, 
και  ώρυςεν  έαυτώ  |  φρέαρ  συντετριμμένον 

έμέ  έπι  ξύλου  έσταύρωσαν,  |  τον  δέ  Βαραββαν  ητήσαντο  και  απέλυσαν 
έξέστη  ό  ουρανός  έπι  τούτφ  |  και  ό  ήλιος  τάς  ακτίνας   άπέκρυψεν.       25 
συ  δέ,  Ισραήλ,  ουκ  ένετράπης  με,  |  αλλά  θανάτψ  με  παρέδωκας• 
άφες  αύτοΐς,  πάτερ  άγιε•  |  ου  γαρ  οΐδασιν  τί  εποίησαν. 

Λόξα•  ήχος  γ'. 
"Εκαστον  μέλος  |  τής  αγίας  σου  σαρκός 
άτιμίαν  δι'  ή  μας  ύπέμεινεν'  30 


6  χαΟοράνβε.  —  8  έςανάστησιν.  —11  έκδ.  «διεοονήΙ>η  φό,3ω  του  χράτου;»  ||  διεδο- 
μήΟησαν.  —  12  εβραίων  ||  {Αετά  το  «διχώ;»  εχουσιν  αί  έχδόαεί;  «τα  μνημεία  ήνεωχθη- 
σαν».  —  18  όρώσασε. — 19  ίτ^αστα;.  —  24  έκδ.  «έσταύρωσε  .  .  .  ήτήαατο  %α\  άτ:έ).υσε»  || 
βαρανβάν,  —  25  άκτείνας.  —  26  τό  -ρώτον  «με»  έ/Λείπεί  ταΐ;  έχδόβεσι.  —  22  το  «σου» 
έ)^.είπε(  τω  χώδιχι — 30  διήμα;. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  144  — 

τάς  άκάν&ας  ή  κεφαλή,  |  ή  δψις  τά  εμπτόσματα, 
α  ι  σιαγόνες  τά  ραπίσματα, 

το  στόμα  την  εν  δξει  |  χερασ&εΐσαν  χολήν  τη  γεύσει, 
τά  ώτα  |  τάς  δυσσε|3εις  βλασφημίας, 
5  ό  νώτος  τήν  φρα^γέλωσιν  |  και  ή  χειρ   τον  κάλαμον 

αι  τοΰ  δλου  σώματος  εκτάσεις  εν  τψ  σταυρω^ 
τά  αρΟρα  τους  ήλους  |  και  ή  πλευρά  τήν  λόγχην 
ό  παδών  υπέρ  ημών  |  και  παθών  έλευθερώσας  ήμας^ 
ό  συγκαταβάς  ήμΐν  φιλαν&ρωπία  |  και  άνυψώσας  ήμας, 
10  παντοδύναμε  Σωτηρ,  |  έλέησον  ήμας.  ^ 

Εύ&ύς  τό  «Δόξα  έν  ύψίστοις  θβω»  δως  «τοις  γινώσκουσί  σε», 
χαΐ  6  διάκονος  «Τπέρ  του  κοτυαξιωθηναι».  Εύαγγελιον  ι'  κατά 
Μδρκον  (ιε',  43-47)*  «Τω  καφα>  έ/εινω  έλθών  Ιωσήφ  ό  άπό  Άρι- 
μα&αίας».  Τέλος•  «έθεώρουν  που  τίθεται».  Ευθύς  «Καταξίωσον. 
15  Κύριε,  τϊ)  ήμερα  ταύτη».  Και  εύ&ύς  ψάλλομεν  στιχηρά  (εις) 
ήχον  πλάγιον  β'. 

Σήμερον  |  ό  δεσπότης  καΐ  κύριος  |  παρίσταται  Πιλάτψ 
και  σταυρψ  παραδίδοται  |  ό  κτίστης  τών  απάντων, 
ως  αμνός  προσαγόμενος  τη  ιδία  βουλήσει• 

20  τοις  ήλοις  προσπήγνυται,  |  τήν  πλευράν  κενταται 

και  τφ  σπόγγφ  προσψαύεται  |  ό  μάννα  έπομβρήσας• 

ταΐς  σιαγόσιν  ραπίζεται  |  ό  λυτρωτής  του  κόσμου 

και  υπό  τών  οικείων  δούλων  εμπαίζεται  |  ό  πλάστης  τών  απάντων 

ώ  δεσπότου  φιλανθρωπίας !  |  υπέρ  τών  σταυρούντων  παρεκάλει 

25  τον  Ιδιον  πατέρα•  |  "  πάτερ,  αφες  αύτοϊς  τήν  άμαρτίαν  ταύτην 

ου  γάρ  οΐδασιν  οι  άνομοι  |  τί  αδίκως  πράττουσιν  ". 

Στίχ.  «Άντι  του  άγαπαν  με  ένδιέβαλλόν  με,  έγώ  δε  προσηυ- 
χόμην».   ^Ηχος  πλάγιος  (Τ. 

Τον  νώτόν  μου  |  έδωκα  εις  μαστίγωσιν, 
30  τό  δέ  πρόσωπον  μου  ουκ  άπεστράφη 

2  σιαγώνες.  —  8  την]  τή  ||  έκδ.  «χολής  γεΰσιν».  —  5  φραγείλωσιν.  —  7  πλεοοα.  — 
9  φιλάτε Βρωζίαν.  —  17  χαΐ  κύριος]  εκο.  «της  κτίσεως  ||  πηλάτω.  -  19  άμνος  ||  ίδία— 
20  πλεοραν.  —  21  έπομΐ|3ρϊσα;.  —  22  κώδ.  «ταΤς  σιαγώσιν»•  έκδ.  «τάς  σιαγόνας»  ||  λυ- 
τρωτής.—23  οικείων]  έκδ.  α  ιδίων».— 24  ώ— 25  'Λιον  ||  μετά  τό  «ποτέρα»  αί  έκδ.  εχοοσι 
«λέγων  άφες»  κτλ.— 26  οιδασιν — 27  αγαπάν  με  ένδιέβαλόν  με  ||  προς  ήυχόμην— 29  μα- 
στίγασιν. — 80  ούκαπεστράφη. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  145  — 

από  αισχύνης  εμτττϋσμάτων• 

βήματι  Πιλάτου  παρεστην  |  και  σταυρόν  ύπεμεινα 

δια  την  τοΰ  Κόσμου  σωτηρίαν. 

Στίχ.    «Άναστάντες  μοι   μάρτυρες  δδίχοί».  ^Ηχος  πλάγιος  β'. 

Έξέδυσάν  με  |  τα  ιμάτια  μου  5 

χαι  ένεδυσάν  με  χλαμύδα  κοχχινην 

έβηχαν  έπι  τήν  κεφαλήν  μου  στέφανον  εξ  άχανβών 

και  έπ'ι  την  δεξιάν  μου  χείρα  έδωκαν   χάλαμον, 

Γνα  συντρίψω  αυτούς  ώς  σκεύη  κεραμέως. 

Στίχ.    «Διεμερίσαντο  τα  ιμάτια  μου  έαυτοΐς  και  έπι  τον  ίμα-    10 
τισμόν  μου  εβαλον  κλήρον».   ^Ηχος  πλάγιος  [?. 

Φοβερόν  Ι  και  παράδοξον   μύστη ριον 

σήμερον  ένεργούμενον  κα&οράται* 

ό  άναφή   κρατείται,  |  δεσμεΤται 

ό  λύων  τόν  Αδάμ  της   δουλείας-  15 

ό  έτάζων  καρδίας  και  νεφρούς  |  αδίκως  έτάζεται• 

είρκτη  |  κατακλείεται  |  ό  την  άβυσσον   κλείσας• 

Πιλάτφ  παρίσταται  |  ψ  τρόμφ  παρίστανται 

ουρανών  αι  δυνάμεις• 

ραπί!|εται  χειρι  |  του  πλάσματος  ό  πλάστης•  20 

ξύλφ  κατακρίνεται  |  ό  κρίνων  ζώντας  χαι  νεκρούς• 

τάφφ  παραδίδοται  |  ό  κα&αιρέτης  του  "Αδου• 

ό  πάντα  φέρων  συμπαΟώς  |  και  πάντας  σώσας  της  άρας, 

άνεζίκακε  Κύριε,  δόξα  σοι. 

ΕΙς  το  Δόζα χαι  νυν   ήχος  πλάγιος   β'.  25 

"9  πώς  Ι  ή  παράνομος  συναγωγή 

τόν  βασιλέα  της  κτίσεως  |  κατεδίκασεν    Οανάτφ 

μή  αιδεσ&εΤσα  τάς   ευεργεσίας, 

ας  άναμιμνήσκων  |  προησφαλίζετο  λέγων  προς  αυτούς• 

"  λαός  μου,  |  τί   έποίησα    ύμιν;  30 

ου  θαυμάτων  ένέπλησα  τήν   Ίουδαίαν; 

ου  νεκρούς  έξανέστησα  μόνω  τω  λόγω; 

ού  πασαν  μαλακίαν  έ θεράπευσα  και  νόσον; 

1  τό  «αισχύνης»  έ>^.είπε(  τη  ρω|χ.  έκδόσεί.  —  3  ελλείπει  ταΐς  έκδ.  το  «τήν».  — 
8  χεΤρτν.  —  9  χεροι«χαίως.  —  10  έθϋτ(οΐς).  —  11  7ΐ>νή(ρον).  —  14  άναφεΐς.  —  15  τόν] 
του  II  (ουλίας. — 17  ειρκτή  .—  18  ω]  ον. — 20  οϊοου.  —  23  άρας. 

10 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  146  — 

τι  ουν  [101  άνταποδίδοτε;  |  εΙς  τι  άμ.νη[ΐον8Ϊτβ  μ.οι>, 
άντι  των  ιαμάτων  |  πληγά;  έπιτι&έντες, 
άντΙ  ζωής  νεχρουντες,  |  χρεμώντες  έπι  ξύλου 
ως  χαχοδργον  τον  ευεργέτη  ν, 
5  ως  παράνομον  τον  νομοδότην, 

ως  χατάχριτον  τον  πάντων  βασιλέα; 
μακρόθυμε  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Και  ό  διάχονος•  «ΚαΙ  υττέρ  του  καταξιωθηναι  ή|ΐ3ς».  Ευθύς 
εύαγγέλιον  ια'  χατά  Ίωάννην  (ιθ',  38 — 42)*  «Τφ  χαφω  έκείνω  ήρώ- 

10  τησεν  τον  Πιλδτον  Ιωσήφ».  Τέλος•  «εθηχαν  τον  Ίησουν».  Ευθύς 
«Αγαθόν  τό  έξομολογεΐσθαι»,  το  τρισάγιον  και  ό  διάχονος  τήν  έκτε- 
νήν  και  τότε  εισελ6ύσετ(αι)  ό  πατριάρχης  και  ό  άρχιδιάκ(ονος)  εις 
την  Νικητήριον  την  Άγγελιχήν,  οπίσω  του  *Αγίου  Κρανίου,  και 
λαμ[3άνει  τον  τίμιον  σταυρόν  άπ'  εκείθεν,  και  βαστάζει  αυτόν  δε- 

15  δεμένον  έπι  των  ώμων  αύτου  καΐ  δένει  ουράριν  έπΙ  τόν  τράχηλον 
αύτου,  καΐ  σύρει  αυτόν  ό  άρχιδιάχων  έπι  τήν  *Αγίαν  Φυλακήν 
ΚαΙ  ποιοΰμεν  λιτήν  έπι  τήν  Άγίαν  Φυλακήν  ψάλλοντες•  «Κύριε, 
κατέκριναν  σε  Ιουδαίοι  θανάτω».  Και  δτερον  στιχηρόν  (εις)  ήχον 
πλάγιον  β'•  «Σήμερον  ό  δεσπότης  και  κύριος  παρίσταται  Πιλάτω». 

20  Ζήτει,  δτι  έγράφη  (δρα  σ.  144).  Και  μένει  ό  πατριάρχης  εις 
τήν  Άγίαν  Φυλακήν  καΐ  ημείς  έμπροσθεν  αύτου  ψάλλομεν  τό  τρο- 
πάριον  και  προφητείαν.  Τό  τροπάριον  ήχος  α'•  « Σταυρωθέντος 
σου.  Χριστέ,  άνηρέθη  ή  τυραννίς•  |  έπατηθη  ή  δύναμις  του  έχθροΰ•  | 
ούτε  γαρ  άνθρωπος    ούκ  άγγελος,  |  άλλ'  αυτός  ό   Κύριος    εσωσας 

25  ήμας•  δόξα  σοι».  Προκείμενον,  ήχος  δ'•  «Ό  θεός  εις  τήν  βοή- 
θειάν  μου  πρόσχες•  Κύριε,  εις  τό  βοηθήσαί  μοι  σπευσον».  Στίχ. 
«Αισχυνθήτωσαν  και  έντραττήτωσαν  οι  ζητουντες»:  Προφητείας  Ζα- 
χαρίου  τό  ανάγνωσμα  (ια',  10 — 13)*  «Τάδε  λέγει  Κύριος•  λήψομαι 
τήν  ράβδον  μου  τήν  καλήν»  κτλ.   Τέλος•  «εις  τό  χωνευτήριον,  καθά 

30  συνέταξέν  μοι  Κύριος».  Προκείμενον,  ήχος  πλάγιος  α'•  «Συ,  Κύριε, 
φυλάξεις    ήμας    και    διατηρήσεις    ήμας    άπό  της    γενεάς».   Στίχ. 

2  ίϊματων  ζληγα;.  —  3  κρεμόντες.  —  13  οπίσω.  — 14  άπεχείθ(εν). — 15  δεδέ|χέ  |1 
ώ;χ(ων)  ||  δένη.—  20  |Αείνει.— 24  έχδ.  «ούτεγάρ  άνθρωπο;,  ούχ  άγγελος»  |{  εχο.  «χύρίε». — 
29  χονευτηριον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  147  — 

«Σώσόν  με  Κύριε,    δτι  έκλέλοιπεν    δσιο;».   ΚαΙ    ό  διάχονος    τήν 
έχτενήν  και  άΐτολύ(ει). 

ΚαΙ  τότε  αναβαίνει  ό  πατριάρχης  χαι  ο?  μοναχοί  οί  Σπου- 
δ(αΐοι)  ψάλλου(σιν)  εις  τήν  Άγίαν  Κορυφήν  τάς  ώρας  και  τα  τρο- 
πάρια τα  δώδεκα  συντόμως,  ϊνα  πάλιν  να  καταβ-ζ:  οφείλει  δε  γί-  5 
νεσ^αι  ή  αγία  ζύμη  οϋτως•  ινα  λάβη  χαβάρα(ν)  τρΐ|3ομ(ένην)  και 
λυομένην  καλώς,  και  τίθεται  είς  τον  'Άγιον  Τάφον  και  ρανεΤ  έπ' 
αύτη  οΧίοο  και  ύδατος  και  ροδόσταμα,  και  ζυμώ(σει)  αυτήν  καΐ 
ποιεί  αύτη  σταϋροειδ(ώς),  εις  τον  "Αγιον  Λίθον  κατά  μίμησιν,  τάς 
σφραγίδας  δς  έπέθηκεν  ό  Πιλάτος  έπΙ  τύν  λίθον  του  μνήματος  10 
του  αγίου,  καΐ  σφραγίζει  αύτά(ς)  ό  πατριάρχης  χαΐ  αγιάζει  αυτήν, 
και  κλειδ(όνει)  τόν  "Αγιον  Τάφον  και  ερχ(εται)  συν  τω  χλήρω  έμ- 
προσθεν του  Αγίου  Κρανίου  διά  τα  τροπ(άρια).  Σημαίνει  ς'  ώρα. 


ΣΪΝ  ΘΕΩΙ  ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ  ΤΩΝ  ΩΡΩΝ  ΚΑΙ  ΤΑ  ΤΡΟΠΑΡΙΑ. 

Ποίημα  Σωφρονίου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων    του  αρχαίου  χαί  φιλοσόφου.     15 

'Οφείλει  ούτως  γίνε(σθαι)•  Γνα  στήκου(ν)  οί  μονάχοι  του  Αγίου 
Σάβα  καΐ  Χαρίτωνος  και  του  Αγίου  θεοδ(οσίου)  καί  των  λοιπών 
μοναστηρίων  εσωθεν  του  Αγίου  Γολγοθά•  ψάλλου(ν)  πραεία  φωνή• 
και  ό  πατριάρχης  και  6  λοιπός  κλήρος  εςωθεν,  έμπροσθεν  του 
*Αγίου  Κρανίου,  ϊνα  και  ήμεΤς  ψάλωμεν  αυτόθι.  Ό  διάκονος•  20 
«Εύλόγησον  δέσποτα».  Ό  πατριάρχης*  «Ευλογημένη  ή  βασιλεία 
του  πατρός  και  του  υίου». 

Τη  πρώτη  ώρα  τρισάγιον  καΐ  τό  «Δεΰτε  προσκυνήσωμεν» . 
«"Έλεος  και  '/ρίσιν  ασομαί  σοι,  Κύριε*  ψαλώ>:  Αλληλούια.  «"Οτε 
οί  ένδοξοι  μαθηταί».   Ευθύς  προπάριον   ήχος  πλάγιος  δ'.  25 

7.  Χ  "^  .      ^ 

3   μονάχοι]  οι  οι.  —  4  τατρο-(άρια).  —  6  γίνεσί)2ΐ]  γίνε. — 7    λειοΐΑ.^ — 8  έπαυτη.  — 

9  αγιον  λίί)(ον)  χαταμίμ-ησιν    τάς  σφρί%γίο(ας). —  10    μνήμιατος. —  11    αυτήν]  αύτη.  — 

;//        ,    η 

12  χληδ(όνει)  τό.  —  13    διατ(ά)  ||  σημίέ(νει).  —  15    ίέ&οσολύιχ(ων)    του  άρ  — 1β  όφείλ.  — 
18    μοναστηριών]    -Λωδ.  αμοναχών»  ||  ττραοία.— 23  δευτβΓροσκυνήσωμεν.  —  24  χρίσει. 

* 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  148  — 

Σήμερον  Ι  του  ναού  το  χαταπέτασμα 
εις  ελεγχον  ρήγνυται  των  παρανόμων 
και  τάς  ιδίας  αχτίνας  6  ήλιος  χρύπτει, 
δεσπότη  ν  όρων    σταορούμενον. 

5  Δευτερόνομεν  β'.   Στ(χ.    «'Ίνα  τί  έφρύαξαν  έθνη  καΐ  λαοί  έμε- 

λέτησαν»:   Στίχ.    «Παρέστησαν  οι  βασιλείς  της  γης».  Πλάγιος  δ'. 

*Ως  πρό^ατον  έπι  σφαγήν  |  ήλθες.  Χριστέ  βασιλευ, 
χαι  ώς  αμνός  άμωμος  |  προσηλώ&ης  τφ  σταυρφ 
οπό  των  παρανόμων  ανδρών 
10  δια  τάς  αμαρτίας  ήμων,  φιλάνθρωπε. 

Στίχ.  «Κύριε,  τί  έπληθυνθησαν  οΐ  θλίβοντές  με-  πολλοί»:  Στίχ. 
«Πολλοί  λέγουσι  τη  ψυχή  μου-   ουκ  εστί  σωτηρία».  Πλάγιος  δ'. 

Τοις  συλλαβοΰσί  σε  παρανόμοις 

άνεχόμενος  ούτως  έ43όας5  Κύριε• 
15  "  ε1  χαι  έπατάξατε  τον   ποιμένα 

χαι  διεσχορπίσατε  τα  ένδεκα  πρόβατα, 

τους  μαθητάς  μου, 

ήδυνάμην  πλείοος    ή  δώδεκα 

λεγεώνας  παραστησαι  αγγέλων 
20  άλλα  μακρο&υμώ,  ινα  πληρωΟ'ξ 

α  έδήλωσα  υμιν  διά  τών  προφητών  μου 

άδηλα  και  κρύφια"•  |  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Δ6ζα  . . .  και  νυν.  Προκείμενον,  ήχος  δ'•  €Ή  καρδία  αύτου  συ- 
νήγαγεν  άνομίαν  έαυτω>:  Στίχ.  «Έξεπορεύετο  Ιξω  καΐ  έλάλει  έπι 

2δ  τό  αυτό»:  Ευθύς  "Προφητείας  Ζαχαρίου  τό  ανάγνωσμα"  (ιγ',  4  χέ). 
Άρχ.  «Τάδε  λέγει  Κύριος•  έν  τη  ήμερα  εκείνη  καταισχυνθήσον- 
ται  οι  προφήται».  Τέλος•  «Κύριος  6  θεύς  μου  συ  εΤ  λέγει  Κύ- 
ριος παντοκράτωρ».  Ό  απόστολος  προς  Γαλατάς•  επιστολής  Παύ- 
λου (το  ανάγνωσμα•   ς',  14 — 18).  Άρχ.    €  Αδελφοί,  έμοι  μή  γέ- 

30  νοιτο  καυχασθαι».  Τέλος'  «μετά  του  ττ^εύματος  υμών,  αδελφοί* 
αμήν». — Προφητείας  Ήσαΐου  το  ανάγνωσμα  (γ',   9 — 15).    Άρχ. 


8  ιδίας  άχτείνας.— 5  Δευτερομ  β'. — 7  ήλθες]    έχδ.  «ήχθης».— 8    αμνός. — 10  διά- 
τας.— 12  την  ψυχήν  μου. — 16  διεαχρρπίσατε. — 18  ή]  ή. — 24  έάυτώ  ||  έλόλη.— 31  ήσαΐου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  149  — 

«Τάδε  λέγει  Κύριος-  οοαι  τη  ψυχή  αυτών,  δίότϊ  βεβούλευνται 
βουλήν»  χτλ.  Τέλος•  «χΛι  τά  πρόσωπα  των  ταπεινών  καταισχύ- 
νετε φησί  κύριος  Σαββαώθ>.  Ό  απόστολος  (έκτης)  προς  Φιλιπ- 
πησίους  επιστολής.  Άρχ.  «Αδελφοί,  τούτο  φρονείσθω  εν  ύμΐν,  8 
και  έν  Χριστώ  Ίησου,  ος  εν  μορφή»  κτλ.  Τέλος•  «8τι  κύριος  5 
Ίησοΰς  Χριστός  εις  δόςαν  θεού  πατρός•  αμήν».  — Προκείμενον, 
ήχος  πλάγιος  β'•  «"Οτι  εγώ  εις  μάστιγας  δτοιμος  και  ή  άλγηδών 
μου  ενώπιον  μου  έστι  διά  παντός»:  Στίχ.  €  Κύριε,  μή  τω  θυμω 
σου  έλέγζης  με,  μηδέ  τη  όργη  σου  παίδευσης  με>.  Εύ&ύς  το 
εύαγγέλιον  κατά  Λουκαν  (Ματθ.  κζ',  1 — 32)*  «Τω  καιρώ  έκείνω  ίο 
πρωίας  γενομένης,  συμβουλιον  έλαβον  πάντες  οί»: — Τέλος*  «"να 
δρη  τον  σταυρόν  αύτου».   Ευθύς    «Τα  διαβήματα  μου». 


"Ωρα  γ'  (δει)  ψάλλειν  τόν  ν'.  —  «"Οτε  οί  ένδοξοι  μα&ηταί». — 
«Δόξα».  —  «Θεοτόκε,  σύ  εΤ  ή  άμωμος».  —  Τροπάριον'  ήχος 
πλάγιος  δ'.  15 

Διά  τον  φόβον  τών  Ιουδαίων  |  ο  φίλος  σου  και  ό  πλησίον    Πέτρος 

ήρνήσατό  σε,  Κύριε,  |  χαι  οδυρόμενος  οδτως  εβόα• 

**  τών  δακρύων  μου  |  μή  παρασιωπήστος* 

είπα  γαρ  φυλάξαι  την  πίστιν  και  ουκ  έφύλαξα• 

και  ημών  την  μετάνοιαν  |  ούτως  δέξαι  και  έλέησον  ήμας.  20 

Στίχ.  «Τα  ρήματα  μου  ένώτισαι,  Κύριε*  συνες  της  κραυγής 
μου».   Τροπάριον    ήχος  πλάγιος  δ'. 

Προ  του  τιμίου  σου  σταυρού    , 

στρατιωτών  έμπαιζόντων  σε,  Κύριε, 

αΐ  νοεραί  στρατιαι  κατακλήττοντο•  25 

άνεδήσω  γαρ  στέφανο  ν  ύβρεως 

Ό  τήν  γήν  ζωγραφήσας  τοις  ανδεσιν 

και  τήν  χλαίνα  ν  χλευαζόμενος    έφόρεσας 

4  φρονείσ^)ω.  —  7  έγώί. — 12  άρει. — 13  '^Ωρα:  |]  προσέ^)ηκα  το  «δεϊ».  —  16  πλή- 
ίΐιον.  —  17  ήρνήσατώσε  ||  όουρώμενος.  —  19  μετά  το  «ττίστιν»  αϊ  έχδ.  εχουσίν  «οΐ- 
χτίρμον»  II  ούχεφύλαςα. — 21  τη  •Λροϋγ(ή)μ(ου).— 26  άνεδείσω. — 27  κωδ.  «ζογριφήσα;»• 
£-Λδ.  «στεφανώσας». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  150  — 

ό  νβφέλαις  περιβάλλων  το  στερέωμα• 

τοιαϋΤ(^  γάρ  οίχονομία  |  έγνώσΟη  σου  ή  εοσπλαγχνία• 

Χριστέ,  το  μέγα  έλεος,  δόξα  σοι./^ 

Στίχ.    «Κύριε,   μή   τω  θυμω    σου   έλέγςης  με,   μηδέ  τ-^  όργη 
δ    σου*: — Στίχ.    «Έλέησόν  με,  Κύριε,    ότι    ασθενής    είμι».    ^Ηχος 

πλάγιος   α'. 

Έλχόμενος  έπι  σταυρού  |  οοτως  έβόας,  Κύριε• 
δια  ποιον  έργον  |  θέλετε  με  φονεδσαι,  Ιουδαίοι; 
δτι  τους  παραλύτους  υμών    συνέσφιγξα; 
10  δτι  τους  νεχρούς  ώ;  εξ  ύπνου  ανέστη  σα; 

αιμόρρουν  Ιασάμην;  |  Χαναναίαν  ήλέησα; 
δια  ποιον  Ιργον  θέλετε  με  |  φονεΰσαι,  Ιουδαίοι; 
άλλ'  οψεσ&ε  εΙς  δν  έκκεντάτε  |  Χριστόν,  παράνομοι. 

Στίχ.    «Κύριε  ό    θεός  μου,     έπι    σοι    ήλπισα•    σώσόν  με  εκ 

15  πάντων  των  δεινών».  Στίχ.  «Μη  ποτέ  άρπάση  με  ως  λέων  την 
ψυχήν  μου».  Προκείμενον,  ήχος  πλάγιος  |3'•  «"Ωρυζαν  χεΐράς  μου 
και  πόδας  μου•  έζηρίθμησαν  πάντα  τα  όστα  μου».  Στίχ.  «Πάντες 
οι  θεωρουντές  με  έξεμυκτήρισάν  με*  έλάλησαν  εν  χείλεσιν  έκίνη- 
σαν  κεφαλήν».   Προφητεία    Ήσαΐου    (ν',    4  —  8).  Άρχ.    «Κύριος 

20  δίδωσί  μοι  γλώσσαν  παιδείας»  κτλ.  Τέλος•  «ιδού  Κύριος  βοηθεϊ 
μοί'  τίς  κακώσει  με»;  Ό  απόστολος•  προς  Τωμαίους  επιστολής 
(Παύλου  τό  ανάγνωσμα*  ε',  6 — 11).  Άρχ.  «Αδελφοί,  δτι  Χρι- 
στός δντων  ημών  άσι)ενών».  Τέλος'  «δι'  ου  νυν  την  καταλλαγήν 
έλά^ομεν».  —  Προφητείας    ΉσαΓου   τό  ανάγνωσμα.  Άρχ.    «Τάδε 

25  λέγει  Κύριος•  έν  τή  ημέρα  εκείνη  δύσεται  6  ήλιος  μεσημβρίας» 
κτλ.  Τέλος•  «και  ου  μη  ευρωσιν  λέγει  κύριος  6  θεός». — Ό 
απόστολος•  προς  Κορινθίους  έτηστολής  Παύλου  (τό  ανάγνωσμα 
1,  α',  18 — Ρ',  2).  Άρχ.  «Αδελφοί,  ό  λόγος  ό  του  σταυρού  τοις 
μεν  άπολλυμένοις  μωρία  έστΙ»  κτλ.  Τέλος•  «ει  μη  Ίησουν  Χριστόν, 

30    καΐ  τούτον  έσταυρωμένον  > .  Προκείμενον,  ήχος  πλάγιος  β'•  «Διεμερ£- 


2  τοαύτην. — 3  Μ.  «σωτήρ,  χβι  τό  μέγα  έλεος. — 7  έλκόμενος. — 8  διαποΐον  ||  φο- 
νεΰσαι] έχδ.  ααταυρώσαο). — 11  χαναναΐα. — 12  διοποΐον  ερχον. — 15  δεινών]  Δι  ||  άρττάσει 
με  ως  λέον. — 19  ήσαΐου. — 20  ζαιδίας. — 23  δντων.— 24  ήσαΐου. — 30  διεμερήσαντο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  151  — 

σαντο  τα  Ιμάτια  μοο  έαυτοΓς,  χαΐ  έπΙ  τον  Ιματισμόν  μου  Ιβαλον 
κληρον>.  Στίχ.  «Ό  θεός  ό  θεός  μου,  πρόσχες  μοι•  ϊνα  τί  έγκα- 
τέλιπές  με»;  — Εύαγγέλιον  εκ  του  κατά  Μδρκον  (ιε',  1  —  32).  Αρχ. 
«Τω  καφω  έκεινω  σϋμ|3ούλιον  ποιήσαντες  οί  αρχιερείς  μετά  των 
πρεσ|%τέρων>.  Τέλος•  «ϊνα  ϊδωμεν  και  πιστεύσωμεν  ε[ς  αυτόν *.  5 
Ευθύς  «^Κύριος  ό  θεός  εύλογητός,  (εύλογητός)  Κύριος•  ήμέραν 
καθ'  ήμέραν.   Κατευοδώσαι  ήμϊν  ό  θεός  δ  θεός». 

"Ωρα  έκτη  μετά  τό  ειπείν  το  «Ό  κάτοικων  έν  βοηθεία»  κοίι 
το  «"Οτε  οί  ενδοζοι  μαθηται»  και  τό  «"Οτι  ουκ  εχομεν  παρρη- 
σίαν»,  άρχ(όμεθα)  τροπ(αρ(ου)•   ήχ(ος)  πλ(άγιος)  δ'.  ίο 

Τάδε  λέγει  Κύριος  τοις  Ίουδαίοις* 

'*  λαός  μου,  |  τί  έποίησά  σοι,  |  ή    τί  σοι  παρηνώχλησα; 

τους  τυφλούς  σου  έφώτισα,  |  τους  λεπρούς  έχα{>αίρησα• 

άνδρα  δντα  επι  χλίνης  άνο^ρ&ωσάμην 

λαός  μου,  |  τί  έλόπησά  σε  |  χαι  τί  μοι  άνταπέδωχας;  15 

άντι  του  μάννα  χολήν,  |  άντι  |  του  ύδατος  δξοί, 

αντί  του  αγαπάν  με  |  σταυρω   με  προσηλώσατε* 

ούχέτι  στέγω  λοιπόν  |  χαλέσω    μου  τα  ε&νη 

χάχεΐνα  με  δοςάσουοι  ,  συν  τψ  πατρι  χαΐ  τυνεύματι, 

χάγώ  αύτοις  δωρήσο[ΐαι  |  ζωήν  τήν  αΐώνιον.  20 

Τό  αυτό.  Στίχ.  «Φύλαζόν  με,  Κύριε,  ως  κόρην  οφθαλμού». 
Στίχ.  « Οί  εχθροί  μου  τήν  ψυχήν  μου  περιέσχον » .  ^Ηχος 
πλάγιος  α'. 

Δεΰτε,  |  χριστοφόροι  |  λαοί,  χατίδωμεν 

τί  συνεβουλεύσατο  ι  Ιούδας  ό  προδότης  25 

συν  Ιερευσιν  άνόμοις  |  χατά  του  Σωτηρος  ημών 

σήμερον  ενοχον  θανάτου  |  τον  ά&άνατον   Λόγον  πεποίηχαν 

χαι  Πιλάτψ  προδώσαντες  |  έν&άδε  Κρανίφ  έσταύρωσαν 

και  ταΰτα  πάσχων  |  έ[3όα  ό  Σωτήρ  ημών 

λέγων  Ι  "  άφες  αύτοι;,  πάτερ,  |  τήν  άμαρτίαν  ταύτην,  30 

δπως  γνώσιν  τα  έθνη  |  τήν  έχ  νεκρών  μου  άνάστασιν ". 


6  προσέίΐηχα  τό  δεύτερον  «εύλογητός».  —  7    χατευοδώσεί.  —  8  μετατό.  —  9  ούχέ- 
•/ωμ(εν). — 12  -αρηνό'/λησα. — 13  κωδ.  ντους    λεπρούς    έχαΠοίρησα»   [βίο]•    έκδ.    «τους 

λεπρούς  σου  έχά^^τ,ρα».  -   14  επικλινής  ||  χώδ.   «άνορΗωσάμην»•    έκδ.  «ήνωρί^ωσάμην». 

15  έλύπηοά  σε]  έκδ.  «έποίησά  σοι».  —  19  δοξάζουσιν.  —  20    δωρήσωμαι.  -  21  κόριν. — 
2δ  ιοΰδας.' — 26  συνίερευσιν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  152  — 

Το  αυτό.  Στίχ.  <Έ;ομολογήσομαί  σοι,  Κύριε,  έν  δλττ]  χαρ- 
οία  μου».  Στίχ.  «Εύφραν&ήσομαι  χαι  άγαλλιάσομαι  έν  σοΐ8. 
"^Ηχος  πλάγιος  δ^ 

01  νο[ΐοί)έται  του  Ισραήλ,  |  Ιουδαίοι  χαΐ  Φαρισαίοι, 
5  ο  χορός  τών  αποστόλων  βοα  προς  ύμας• 

"ΐδε  ναός,  |  δν  ύμεΐς  έλύσατε* 
ΐδε  άμ,νός,  |  δν  ύ[ΐε"ϊς  έσταυρώσατε* 
τάφω  παρεδώχατε•  |  άλλ'  εξουσία  εαυτού  ανέστη• 
μ.ή  πλανασθε,  Ιουδαίοι•  |  αυτός  γάρ  έστιν 
10  ό  έν   &αλάστ(^   σώσας  |  χαι  έν   έρήμω  Ορέψας• 

αυτός  έστιν  ή  ζωή   χαι  το  φως  |  χαΐ  ειρήνη  του  χόσμου. 

Στίχ.  «Και  σύ,  Κύριε,  έχγελάσγ]ς  αυτούς».  Στίχ.  « Διασχόρπισον 

αΐ)το\}ς  έν  τη  δυνάμει  σου».  Δόζα.  . .  καΐ  νυν.  Προχείμενον,  ήχος 
πλ.  |3'•  ιΕΙς  χείρας  σου  παρα{>ήσομαι  τό  πνευμά  μου».  Στίχ.  «Έπι 

15  σοί,  Κύριε,  ήλπισα•  μή  καταισχυνθείην  εις  τόν  αιώνα».  Προφητείας 
Ίίσαιου  τό  ανάγνωσμα  (ν^',  13 — νγ',  12).  «Τάδε  λέγει  Κύριος* 
Ιδού  συνήσει  ό  παΤς  μου»  χτλ.  Τέλος"  «χαι  δια  τάς  αμαρτίας 
αυτών  παρεδό&η». — Ό  απόστολος•  προς  Έ^ϊραίους  επιστολής 
Παύλου  (τό  ανάγνωσμα*  β',    11  — 18)*    «Αδελφοί,   ό  άγιάζων  χαι 

20  οί  άγιαζόμενοι  ές  ενός»  χτλ.  Τέλος•  «δύναται  τοις  πειραζομένοις 
|3οηθήσαι».  —  Προφητείας  Ήσαΐου  τό  ανάγνωσμα*  «Τάδε  λέγει 
Κύριος•  τίς  ούτος  ό  παραγενόμενος  έ;  Έδώμ»;  Τέλος*  «χατήγαγον 
τό  αίμα  αυτών  εις  γην  λέγει  χύριος  ό  θεός». — Ό  απόστολος• 
προς  Έ^ϊραίους  επιστολής   (Παύλου  τό  ανάγνωσμα*   θ',   11 — 28)* 

2δ  «Αδελφοί,  Χριστός  παραγενόμενος  άρχιερεύς  τών  μελλόντων»  χτλ. 
Τέλος•  «όφθήσεται  τοΤς  αυτόν  άπεχδεχομένοις  εις  σωτηρίαν». 
Ευθύς  προχείμενον,  ήχος  πλάγιος  (3'•  «*Εδωχαν  εις  τό  βρωμά 
μου  χολήν  χαι  ε[ς  την  δίψαν  μου  έπότισάν  με  όζος».  Στίχ.  «Σώ- 
σόν  με  ό  θεός,   δτι  εισήλ&οσαν    ύδατα    §ως  ψυχής    μου».  Ευθύς 

30  εύαγγέλιον  χατά  Λουχαν  (Χ|3',  66 — χγ',  49)*  «Τω  χαίρω  έχείνω 
συνήχθη  τό  πρεσβυτέριον  του  λαού,    αρχιερείς    χαι    γραμματείς». 

6  ΐδε.  — 7  ΐδε  αμνό;.— 8  ά)ν>.£ςοϋσία  έαυτώ.— 10  σώσας. — 12  σοι.— 14  χείρας.— 
15  7.ατα[σχυνθήειν.  — 16  ήσαΐου.  — 17  ιδού.  — 18  -αρεδώίΐη.— 21  ήσαΐου. — 25  άρχιερεος. — 
29  είσήλΟωσαν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  153  — 

Τέλος•  «από  της  ΓαλιΚαίας  όρώσαί    ταδτα».  Ευθύς    «Ταχύ  προ- 
χαταλαβέτωσαν  ημάς  οι  οίκτιρμοι  σου». 

"Ώρα  θ'  μετά  το  «Κλΐνον  Κύριε  το  ους  σου»  και  το  "  "Οτε 
οι  ένδοζοι  μαθηται "  χαι  το  "  Ό  δι'  ήμας  γεννηθείς  έκ  παρθέ- 
νου", τροπάριον  ήχος  βαρύς.  5 

θάμ[5ος  ην  χατιδείν  |  τον  ούρανοδ  χαΐ  γης  ποιητήν 

έπΙ  σταυρού  χρεμάμενον,  |  ήλιον  σχοτισθέντα, 

τήν  ήμέραν  οέ  πάλιν  |  εις  νύχτα  μετελΟοΰσαν 

χαι  την  γήν  |  έχ  τάφων  άναπέμπουσαν 

σώματα  νεκρών,  |  με&'  ων  ττροσκυνοΰμέν  σε*  10 

Χριστέ,   σώσον  ημάς. 

Στίχ.  «Σώσόν  με,  Κύριε,  δτι  έκλέλοιπεν  δσιος».  Το  αυτό. 
Στίχ.   «Μάταια  έλάλησεν  έκαστος  προς  τον  πλησίον».  ^Ηχος  β'. 

"Οτε  τψ  σταυρψ  ]  προσήλωσαν  παράνομοι 

τον  Κύριον  της  δόξης,  |  έ|3όα  προς  αυτούς•  15 

"τί  ύμας  έλύπησα,  |  ή   εν  τίνι  παρώργισα; 

προ  έμοϋ  |  τίς  έρρύσατο  υμάς   έχ  θλι'ψεως; 

χαι  νυν  |  τί  μοι  άνταποδίδοτε; 

πονηρά  άντι  άγα&ών 

άντι  στύλου  πυρός  |  σταυρφ  με  προσηλώσατε-  20 

άντι  νεφέλης  |  τάφον  μοι  ώρύξατε• 

άντι  του  μάννα  |  χολή  ν  μοι  προσηνέγχατε• 

άντΙ  του  ύδατος  |  δξος   με  έποτίσατε• 

λοιπόν  χαλώ  τά  ε&νη  |  χάχείνα    με  δοςάσουσιν 

συν  πατρι  χαι  άγίφ  ττνεύματι".  25 

Στίχ.  «Έως  πότε,  Κύριε,  έπιλήσει  μου  είς  τέλος»;  Στίχ. 
«Έως  τίνος  θήσομαι  βουλάς  έν  ψυχή  μου»;   ^Ηχος  πλ.  β'. 

Σήμερον  |  χρεμάται  έπι  ξύλου 

ό  έν  υδασι  την  γήν  χρεμάσας* 

στέφανον  έξ   ακανθών  30 

περιτίδεται  ό  τών  αγγέλων  βασιλεύς• 

2  οι  οιχτ6ίρ}Α(οί  σου). — 3  μέ  τά  ||  χλίνον  ||  δτε. — 4  ήμας. — 6  χατίδειν. — 8  νύ- 
κταιν. — 10  μεθών. — 11  τό  «Χριστέ»  ελλείπει  τω  χώ^ιχι. — 12  έχλέλιπεν. — 16  εντινι  τια- 
ρώργησα.— 17  έχδ.  «ύμια;  έρρύσατο».— 19  άγαΗόν.— 21  ώρίξατε. — 23  με]  ελλείπει  τη 
ρωα.  έκ^^όσει  |{  έποτήσατε. — 24  δοςάσωσιν. — 27  βούλας. — 28  κρεμνάτε.  —  30  έξαχαν- 
»ών.— 31  βασιλεύς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  154  — 

ψευδή  πςρφύραν  ιτεριβάλλεται 
ό  περιβάλλων  τον  ουρανόν  εν  νεφέλαις• 
ράπισ^ια  κατεδέξατο 

ό  εν  Ιορδάνη  |  έλευθερώσας  τον  Άδά[ΐ• 
5  ήλοις  προσηλώβη  |  ό  νυμφίος  της  έχχλησίας* 

λόγχη  έχεντήθη  |  ο  υιός  της  παρθένου- 
προσκυνου[ΐεν  σου  τά  πάθη,  Χριστέ• 
δειξον  ήμΐν  |  χαι  την  ενδοξόν  σου  άνάστασιν. 

Στίχ.  «Συναγωγή  πονηρευομένων  περιέσχον  με».  Στίχ.  «"Ωρυ- 

10  ςαν  χείρας  μου  καί  πόδας  μοϋ•  έξηρίθμησαν»:  Δόξα  .  .  .  και 
νυν.  Ευθύς  προκείμενοι,  ήχος  πλ.  β'•  €Έγενήθην  ώσεί  άνθρω- 
πος αβοήθητος,  έν  νεκροΐς  ελεύθερος».  Στίχ.  «Κύριε  ό  θεός  της 
σωτηρίας  μου,  ημέρας  έκέκραζα  και  έν  νυκτι  εναντίον  σου».  — 
Προφητείας  Ιερεμίου  το  (ανάγνωσμα*  ια',    18-20)*    «Κύριε,   γνώ- 

15  ρισόν  μοι  καΐ  γνώσομαι»  κτλ.  Τέλος*  «απεκάλυψα  το  δικαίωμα 
μου».  Ό  απόστολος"  προς  Εβραίους  έιςιστολής  Παύλου  τό  (ανά- 
γνωσμα• ι',  19-31)•  «Αδελφοί,  έχοντες  παρρησίαν  εις  τήν  εΐσο- 
δον  των  αγίων»  κτλ.  Τέλος•  «του  έμπεσεΐν  εις  χείρας  θεοΰ  ζών- 
τος».—  Προφητείας    Ζαχαρίου    τό    ανάγνωσμα*    «'Ήξει  κύριος   ό 

20  θεός  μου  καΐ  πάντες  οί  άγιοι  μετ'  αύτου»  κτλ.  Τέλος•  «έστηκό- 
τας  αυτών  έπΙ  τους  πόδας  αυτών».  Ό  απόστολος*  προς  Τιμόθεον 
έπ(ιστολής  Παύλου  τό  ανάγνωσμα*  ς',  13  —  16)•  «Τέκνον  Τιμόθεε, 
παραγγέλλω  σοι  ενώπιον»  κτλ.  Τέλος•  «ω  τιμή  κράτος  αίώνιον». 
Προκείμενον,    ήχος    πλ.    β'.    «Κύριε,    είσάκουσον    της    προσευχής 

25  μου  και  ή  κραυγή  μου  προς  σέ  έλθέτω».  Στίχ.  «Μή  άποστρέψης 
τό  πρόσωπον  σου  άπ'  έμου•  έν  η  αν  ήμερα  θλίβομαι,  κλΐνον 
προς  με  τό  ους  σου». — Εύαγγέλιον  -/ατά  Ίωάννην  (ιη',  28 — ιθ',  37)" 
«Τω  καιρώ  έκείνω  ίγουσιν  τον  Ίησουν  από  του  Καϊάφα  εις  τό 
πραιτώριον».   Τέλος*    «δψονται   εις  δν  έξεκέντησαν». 

30  Και  εύθυς  συναχθήσονται    οί  τρεΐς  χοροί  ε[ς  δνα  χορόν  μέ- 

γαν,  εμπροσ&εν  του  Αγίου  Κρανίου*  και  άρχεται  ό  δομέστικος  τό 
Δόξα.  Τό  Δόςα  .  .  και  νυν  ήχος  πλάγιος  α'  μεγάλη  φωνή. 

1  ψευδή. — 6  έκεντίθη. — 9  ώρ^ιξαν. — 20  εστηχότας. — 25  χρουγή.--26  χλίνον. — 30  εν. 


Οϊ^ίίίζθςΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  155  — 

Όρώσά  σβ  |  ή  χτίσις   απαοα 

έπΙ  σταυρού  |  γυμνόν  χρ6[ΐά}Αβνον 

τον  δημιουργόν  χαΐ  κτίστην  των  απάντων, 

ήλλοιουτο  φό[3ψ  χαΐ  επωδυρετο* 

ό  ήλιος  δε  Ι  το  φως   ήμαύρωσεν  5 

χαι  ή  γη  έχυμαίνετο• 

πέτραι  δε  έσχίζοντο 

χαΐ  ναού  φαιδρότης   οιερρήγνυτο• 

ν-χροί  έξανίσταντο  |  έχ  μνημάτων 

χα  ι  αγγέλων  αΐ  δυνάμεις  έξίσταντο  λέγουσαι•  10 

"  ω  του  θαύματος  !  |  ό    χριτής  |  χρινεται 

χαι  πάσχει  θέλων  |  δια  την  του  χόσμου 

σωτηριαν  χαι  άνάπλασιν. 

ΚαΙ  ευθύς-  «Μή  δή  παραδώης  ήμας  ζΐς  τέλος  διά  το  δνομα, 
χαΐ  μη  διασκεδαστές  την  διαθήκην»:   Και  το  τρισάγιον  χαι    «Πα-    15 
νάγια    τριάς»     καΐ    τό    «Πάτερ  ημών»•   και  μετά  τούτο  ποιοδμεν 
λιτην  έπΙ  τήν  Άγίαν  Άνάστασιν,   ό  πατριάρχης  και  δλος  ό  κλή- 
ρος, ψάλλοντες  το  κονδάκιον   ήχος  πλ.   δ'. 

Τον  δι'  ημάς  σταυρωδέντα 

δεύτε  πάντες  ύμνήσωμεν  20 

αυτόν  γαρ  κατεΐδεν  Μαρία 

έπι  ξύλου  και  ελεγεν 

"ει  χαι  σταυρόν  υπομένεις, 

συ  υπάρχεις  ό  υιός  και  θεός  μου ". 

Δόξα*  ήχος  γ'•  «Χριστέ  ό  θεός  ημών  |  ό  τήν  έκουσιον  σταύ-  25 
ρωσιν»:  Προεγράφη*  ζήτει:  και  ούτως  είσελεύσομεν  εις  το  "Αγιον 
Βήμα,  χαΐ  είσελεύσεται  ό  πατριάρχης  (χαι)  αγιάσει  τήν  άγίαν 
ζύμην  και  μυρίσει  αυτήν  καΐ  έξέλθη  συντόμως,  ϊνα  ψάλωμεν  τον 
έσπερινόν  χαι  μετά  τον  έσπερινόν  εισέλθ(7))  εις  τον  "Αγιον  Τά- 
φον,  ϊνα  ρογευη  τήν  άγίαν  ζυμην  ^υαντί  τω  λαώ,  δτι  έν  ταυττ^  30 
τη  αγία  και  μεγάλη  ήμερα  ου  δεΐ  τελέσαι  λειτ(ουργίαν)  εΙς  τήν 
Άγίαν  Άνάστασιν  χαι  μόνον. 


1  όρώσα.  —  4  έττοδύρετο.  —  6  έκυμένετω.  — 11  χριτής.  —  12  διατήν. — 14   διατό* — 

16  τριας.— 19  διήμας.— 21  καθίδεν.— 23  ει  ||  ϋτ:ομ.ένη;.— 27  άγιάση  την.— 29  έξέλθοι  || 

ε        Η 
ψάλλομεν  το.— 29  μετά  τό  έσπ  είσελ.— 30  ρογεύει. — 31  τέλεσε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  156  — 

Άχολοϋδία    τοΰ  εσπερινού. 

"Ισταται  ό  πατριάρχης  εις  το  "Αγιον  Βήμα  καΐ  οι  β'  χοροί 
εν{>εν  καΐ  έν&εν,  και  δρξεται  το  «Ευλογεί  ή  ψυχή  μου  τόν  Κύ- 
ριον».   Στιχηρά  εις  το   «Κύριε  έχέχραςα»•    ήχος  |3'•   ίδιόμελα. 

δ  Ότε  Ι  έχ  τοδ  ξύλου  σε  νεκρόν  |  ό  Άριμα&αΤο;   χαθείλβν 

την  των  απάντων  ζωήν,  |  σμύρνη  χαι  σινδόνι  σε, 
Χριστέ,  ένείλισσε  |  χαι  τω  πό{)ψ  ήπείγετο 
καρδία  και  χείλει  |  σώμα  το  άκήρατον 
σου  περιπτύξασ&αι,  \  δμως  συστελλόμενος  φόβψ 
10  χαίρων  άνεκραύγα^εν  "  δόξα  |  τ'ζ  συγκαταβάσει  σου,  φιλάνθρωπε  ". 

"Ομοιον. 
*Ότε  Ι  εν  τφ  τάφψ  τψ  καινώ  |  υπέρ  του  παντός   κατετέθης 
ό  λυτρωτής  του  παντός,  |  "Αδης  ό  παγγέλαστος 
τψ  φόρψ  επτηξεν,  |  οΐ  μοχλοί   συνετρίβησαν, 
15  έθλάσ&ησαν  πύλαι,  |  μνήματα  ήνοίχΟησαν, 

νεκροί  άνέστησαν,  |  τότε  |  ό  Αδάμ  ευχαρίστως 

χαίρων  άνε|3όα  σοι  "  δόξα  |  τη  συγκαταβάσει  σου,   φιλάν&ρωπε ". 

"Οτε  Ι  αΐ  δυνάμεις  σε,  Χριστέ,  |  πλάνον  ύπ'  ανόμων  έώρων 
20  συκοφαντούμενον,  |  εφριττον  τήν  άφατον 

οικονομίαν  σου  |  και  χερσιν  σφραγιζο'μενον 

τον  λίΟον  του  τάφου,  |  αΐς  τήν  του  Κυρίου  μου 

πλευράν  έλόγχευσαν  |  δμως  |  τη  ήμων  σωτηρία 

χαίρουσαι  έβόων  σοι  "  δόξα  |  τη  συγκαταβάσει   σου,  φιλάνθρωπε  "• 

2δ  "Ετερα  στιχηρά  ψί2>λό|χενα. 

'Ηχος  β'. 
Σήμερον  |  συνέχει   τάφος 
τόν  συνέχοντα  παλάμη  τήν  κτίσιν 


1  το  έσ.— 2  ιστατ(οι).  — 3  εύλογη.  —  5  εχδ.  ρω|Α.   «ΆριμαΟείας». —  6  σκν^ώνη. — 
7  κώο.α ένείλισσε»•  έχδ.    «έ-Ληδευσε»  ||  επείγεται.  — 8  χείλη.— 13    αΐδης. — 14    χώδ.    ατώ 

φόρω»•  έκδ.  «ιδών  σε»  ||  επτοξεν.  —  15  ήνεχΗηστΛ— 16  έχδ.  αάνίσταντο». — 19  πλάνος 
ύπανό{Αων  εώρον. — 21  οικονομίαν]  έκδ.  « μακρό ^^υμιίαν»  ||  έκδ.  «και  τόν  λίθον  του  μνή- 
αατο;  χερσί  σφραγισθέντα,  αις  σου  τήν  άκήρατον  πλευράν». — 23  π^.ευράν  έλόγχευσαν  || 
τήν  ήιχών  σωτηρίαν. — 24  έβόουν. — 28  τη  κτίσειν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


10 


—  157  — 

χαλύτττει  λίδος 

τον  χαλύψαντα  άρετ-ή  τους  ουρανούς• 

ύπνοι  ή  Ζωή  |  χαΐ  "Αδης  τρέμει 

χαΐ  Άδά|χ  των  δεσμών  απολύεται• 

δόξα  Ι  τ-^  σ^  οίχονομία, 

δι'  ης  τελείας  πάντα 

σαββατισμον  α  ιώνιο  ν  έδωρήσω  ήμιν  ως  θεός, 

την  παναγίαν  εκ  νεχρών  σου  άνάστασιν. 

Τι  το  όρώμενον   σήμερον; 

τίς  ή  παρούσα  χατάπαυσις; 

ο  βασιλεύς  των    αΙώνων 

τήν  δια  πάθους  τελέσας  οίχονομίαν 

εν  τάφω  σα|3βατίζει, 

χαινόν  ήμΤν  παρέχων   σαββατισμόν 

αύτφ  Ι  βοήσωμβν  15 

"  ανάστα  ο  θεός  χρίνων  τήν  γήν, 

οτι  σύ  βασιλεύεις  εις  τους  αιώνας 

ό  άμέτρητον  έχων  το  μέγα  Ιλεος". 

Ήχος  β'  εις  τό  Δόξα. 
Δεύτε  ϊδωμεν  |  τήν  ζωή  ν  ημών  20 

εν  τάφφ  χειμένην, 

ινα  τους  εν  τάφφ  χειμένους   ζωοποιήση• 
δεΰτε  σήμερον 

τον   εξ  'Ιούδά  ύπνοΰντα  θεώμενοι, 

προφητιχώς  αύτφ  έχβοήσωμεν•  25 

"  άναπεσών  χεχοίμησαι  ως  λέων 
τίς  έγερει  σε,   βασιλευ; 
άλλ'  άνάοτηδι  αύτεξουσίως 
ό  δούς  εαυτόν  υπέρ  ημών  εκουσίως• 
Κύριε,  δόξα  σοΓ'.  30 

Και  νΰν  χαι  άει  χαί  εις  τους: 

Ή  αγνή  Ι  ίταρ&ένος  |  και  μόνη    Θεοτόκος 

συν  τψ  παρ&ένφ  μα&ητη  |  τψ  σταυρώ  παριστάμενη 

τψ  εξ  αιμάτων  αύτη  ς  |  έδυνηρώς  έβόα• 

β  διής. — 9  όρώμενον. — 10  "χατάστασις  ? — 11  βασιλεύς. — 12  διαπάθους. — 18  άμέτρι- 
τον. — 26  χεχ,οίμησε  ως  λέον. — 28  άλλάνάίττη^ι. — 34  τον  έξαιμάτων  αυτής•  όδυνηρώς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  158  — 

"τι  τοΰτο,  |  τέκνον,  το  παράδοζον 

χαΐ  ξένον  θαΰμα  βλέπω; 

πώς  6  κατέχων  τη  χβφί  σου  τα  σύ}λπαντα 

έτάν&ης  |  έπΙ  του  ξύλου, 
5  ό  τείνας  ούρανόν  ώσει  δέρριν; 

ώρυξαν  χείρας  και  πόδας  σου,   τέκνον, 

και  τήν  θείαν  σου  πλευράν  έξεκέντησαν 

πεπλήρωταί  |αοι  νΰν  ό  λόγος  του  πρεσβύτου• 

ρομφαία  |  τήν  καρδίαν  μου  διεσπάραξεν 
10  ου  φέρω  κα&οραν  σε  γυμνόν  έπΙ  του  ξύλου* 

ου  Θωμάς  ουδέ  Πέτρος  |  σοναποδνήσκουσιν   άρτι, 

μόνον,  Δόγε  του  πατρός  |  και  υιέ  μου,  λιπόντες  σε• 

Ιωσήφ  δε  τήν  εις  σε 

δντως  έφύλαξε  φιλίαν  μέχρι  τέλους• 
15  συστέλλει  συν  έμοι  το  άχραντόν  σου  σώμα 

και  εν  τψ  καινψ  αυτού  μνημείψ 

κηδεύει  παραδόξως• 

άλλα  άνάστη&ι,  |  ως  δυνατός  θεός  του  παντός, 

δπως  κάγώ  |  εν  ούρανφ  και  έπι  γης   δοξασ&ήσομαι ". 

20  Ευθύς  τ^    «Φως  ίλαρόν»   και  μετά  το   «Φως  ίλαρόν»   προκεί- 

μενον  ήχος  α•  ιΔίκασον,  Κύριε,  τους  άδιχουντάς  με*  πολέμησον 
τούζ  πολεμουντάς  με».  Στίχ.  «Έπιλαβου  δπλου  και  θυρεού  και 
άνάστη&ι  εις  τήν  βοήθειάν  μου#.  —  Της  Εξόδου  το  ανάγνωσμα 
(λγ',  11  —  23)•  «Έλάλησεν  Κύριος  προς  Μωσήν,  ένώπιος  ένωπίω, 

25  ώς  εΤ  τις  λαλήσει  προς  τον  έαυτου»  κτλ.  Τέλος•  «το  δε  πρόσωπον 
μου  ουκ  όφθήσεταί  σοτ».  —  ΙΙροκείμενον,  ήχος  δ'•  «Διεμερίσαντο 
τα  ιμάτια  μου  έαυτοΤς  και  έπι  τόν  [ματισμόν  μου  εβαλον  κλή- 
ρον».  Στίχ.  «Ό  θεός  ό  θεός  μου,  πρόσχες  μοι•  Γνα  τ(  έγκατέ- 
λιπέζ  με»;   Ίώβ  το  ανάγνωσμα  (μβ',   12  κέ)•    «Εύλόγησον,  Κύριε, 

30  τα  έσχατα  του  Ίώ|3  μάλλον  ή  τα  έμπροσθεν»  κτλ.  Τέλος•  «μη- 
τρός δε  βοσσόρρας,  ώστε  είναι  αυτόν  πέμπτον  άπό  Αβραάμ». — 
Ευθύς  προκείμενον,  ήχος  πλ.  β'*  «Έθεντό  με  έν  λάκκω  κατω- 
τάτω,  έν  σκοτεινοΤς  και  έν  σκιά  θανάτου».   Στίχ.    «Κύριε  ό  θεός 

6  χείρας.— 7   -λεοραν.  —  9  ρομφαία. — 10  χαθοράνσε. — 12  λειπόντες. — 14  δντως. — 
15  συνεμοι  το  άχραντος. — 21  άδιχούντας. — 22  πολεμούντας. — 26  ούχωφ&ήσεταίσοι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  159  — 

της  σωτηρίας  μοο*  ημέρας  έχέκραςα  χαΐ  έν  νυκτΐ  εναντίον  σου». 
Προφητείας  Ήσαΐου  το  άνάγνωμα  (νβ',  13  —  νγ',  12)'  «Ιδού  συνήσει 
ό  παις  μουτ  και  υψωθήσεται  καΐ  δοζασ&ήσεται  καΐ  μετεωρισθήσεται». 
Ζήτει  εις  τήν  Ικτην  ώραν  (σελ.  152)•  χαΐ  αετά  την  προφητείαν 
ταύτην  λέ(γε)  τόν  άπόστολον  Προς  Κορινθίους  επιστολής  Παύλου  5 
(το  ανάγνωσμα•  1,  α\  18 — β',  2)*  «Αδελφοί,  ό  λόγος  ό  του 
σταυρού  τοΤς  μεν  άπολλυμένοις».  Ζήτει  εις  την  γ'  ώραν  (σελ.  150). 
ΚαΙ  ευθύς  Αλληλούια,  ήχος  πλ.  β'.  «Σώσόν  με  ό  θεός,  δτι 
εισηλθοσαν  ύδατα  §ως  ψυχής  μου•  ένεπάγην  εις  δλην  βυθού  καΐ 
ουκ  Ιστιν  ύπόστασις».  Στίχ.  β'•  «^Ηλθον  είς  τα  βάθη  της  θα-  ίο 
λάσσης  καΐ  καταιγίς  κατεπόντισέν  με».  Στίχ.  γ•  «Έδωκαν  είς 
τύ  βρωμά  μου  χολήν  καΐ  εις  την  δίψαν  μου  έπότισάν  με  οΖος- 
γενηθήτω  ή  τράπεζα  αυτών  ενώπιον  αυτών  είς  παγίδα  καΐ  είς 
άνταπόδωσιν» .  Στίχ.  δ'*  «Σκοτισθήτωσαν  οί  οφθαλμοί  αυτών  του  μη 
βλέπειν*.  Ευθύς  εύαγγέλιον  εκ  του  κατά  Ματθαίον  (κζ',  1 — 61)*  15 
«Τω  καιρώ  έκείνω  συμβούλιον  ελαβον  πάντες  οί  αρχιερείς  και  οί 
πρεσβύτεροι  του  λαού».  Τέλος*  «καθήμεναι  απέναντι  του  τάφου » . 
Ό  άρχιδιάκω(ν)  το  εύαγγέλιον  τούτο  άνα(γινώσκει),  και  μετά  το 
εύαγγέλιον  λέγει  «Καταξίωσον  Κύριε  τη  εσπέρα  ταύτη  >,  και  ψάλ- 
λομεν  στιχηρά  ήχ(ου)  πλ(αγίου)  δ',  προς  το  «'Ώ  του  παραδόξου  20 
θαύματος». 

"Ω  τοδ  φοβεροϋ  οράματος  ! 

σήμερον  νεχροειδώς  |  έν  σινδόνι  ειλι'σσεται 

ό  ένδύων  Κύριος  |  οορανόν  έν  τοις  νέφεσιν 

υπό  μνημειον  |  τε&εις  έν&άπτεται  25 

αυτό;  συνεχών  χειρί  τα  σύμπαντα• 

ώ  οίον  έλεος,  |  οια  συγκατάβασις, 

δι'  ης  ήμεΤς  |  ά&ανατιζόμεθα• 

Χριστον  δοξάσωμεν. 

Στίχ.'  «^Εθεντό  με  έν  λάχκω».  30 

"Ω  του  φθ|32ρου  οράματος  ! 

ό  φως  οΐχών  θεϊκώς  |  σαρκικώς  τάφο  ν  ψχησεν 

2  ίδοΰ.  —  9  εΙσήλΟωσαν.  —  10•  ούν,έστΕν.  —τ  11    χατεπόντησαν.  —  12  έπότησαν.  — 
22  6^^άμ.α70^.  — 23  ήλίσσεται.— 24  ένδύον. — 27  οια.— 28  ήμΐν  άΐ^ανατηζόμε^α. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  160  — 

και  όραται  σή|χερον  |  τοις  εν  "Αδου  έξαίοιον 
διε|χπιπραται  |  "Αδη;  φβειρόμενος* 
άναζωοΰται  1  Αδάμ  λαμπόμενος• 
ώ  της  εκπλήξεως  |  των  έκεΤ   οράσεων, 
ϊ)  δι'  ων  Χριστός  |  σψζει  τους  πιστεύοντας 

και  προσκυνοΰντας  αυτόν. 

Στίχ.  «"Οτι  ουχ  έγχαταλείψεις  (τψ  ψυχήν  μου)  εις  "Αοου,  ουδέ  δώσει;». 
*Ώ  του  παραδόξου  θαύματος  ! 
ό  των  απάντων  θεός  |  και  τη  φύσει  αθάνατος 

10  έν  νεκροϊς  λογίζεται  ]  άφϋττνώσας  ως  άνθρωπος, 

και  έν  μνημείψ  λίΟψ  σφραγίζεται 
και  τοις  έν  "Αδη  συναναστρέφεται, 
θέλων  λυτρώσασΟαι  |  παγγενή  τον  άνΟρωπον 
εκ  της  φ&ορας  |  "Αδου  χειρωσάμενος 

15  τό  δεσμώτη  ριον. 

Εις  τό  Δόξα. . .  χαι  νΰν  ήχος.  α. 

Σε  τον  άνα,3αλλόμενον  |  τό   φως  ώσπερ  ιμάτιον, 

καθελών  Ίθ)σήφ  άπό  του  ξύλου  |  συν  Νικοδήμφ 

και  Οεωρήσας  νεκρόν  γυμνόν  αταφον, 
20  εύσυμπά&ητον  θρήνον  άναλαβών,  |  όδυρόμενος  Ιλεγεν 

"οΐμοι,  γλυκύτατε  'Ιησοΰ, 

δν  πρό  μικρού  ό  ήλιος  |  έν  σταυρψ  κρεμάμενον 

θεασάμενος  ζόφον  περιεβάλλετο  |  και  ή  γή  τψ  φόβψ  έκυμαίνετο 

και  διερρήγνυτο  |  ναοΰ  τό  καταπέτασμα* 
2δ  άλλ'  ιδού  νυν  βλέπω  σε  |  δι'  έμέ  εκουσίως 

ύπελδόντα  θάνατον  |  πώς  σε  κηδεύσω,  θεέ  μου, 

ή  πώς  σινδόσιν  ειλήσω; 

ποίαις  χερσίν  δε  προσψαύσω  |  τό  σόν  άκήρατον  σώμα; 

ή  ποια  άσματα  μέλψω  |  τη  ση  έξόδψ,   οικτίρμον; 
30  μεγαλύνω  |  τα  πάθη  σου•  |  υμνολογώ  και  την  ταφήν  σου, 

συν  τη  άναστάσει  κραυγάζων,  |  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

Ευθύς  είσελευσεται    ό  πατριάρχης  ε?ς  τον  "Αγιον  Τάφον  χαί 
ρογεύει  τήν  άγίαν  ζύμην  χαι  ευθύς    τό   «Νυν  απολύεις»   χαι  χά- 

δ  σώζων. — 7  ούχεγχαταλίψεις. — 8  ώ. — 10  ΑογίζεσΗαι•  άφ'  ύπνώσας. — 18  ουννιχο- 
δήμω. — 20  όδυρώμενος. — 21  οΐμοι  ||  ίτρομίχρου. — 23  Ηεάιιενος  ||  έχομένετω.— 25  άλ>.ί- 
δοϋ. — 27  ειλήοσω. — 29  ποία  ||  οΊχτείρμον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  161  — 

θισμα  ηχίοο)  β'•    «Ό  εύσχημων  Ίω(τηφ  άπό  του  ξύλου  χζχθελών». 
ΚαΙ  ή  διάχονος  τήν  αιτησιν    χαΐ  6  ίδρεύς  ευχή  ν  της  άτυολύσεως. 

Ευχή. 

«Κόρ[8    Ίησου   Χριστέ    ό  θεό;  ημών,  ό  σωτήρ  του  χοσμου, 
ό  χαταζ(ώσας  έν  τη  ώρα  ταύτη  θεϊνρ;ι  τήν  θείαν  σου  ψυχήν  ί^ηΐ-     5 
λυτρον  ατϋέρ  της  του  χοσμου  ζωής,   ώς  δν  ρυσθώμεν  της  του  θςί- 
νάτου    χατοχης    χαΐ    άμαρτ(ας    χαΐ  δουλεύσωμέν  σοι  ^ν  καινοτητι 
ζωής•  ό  τω  οίαείω  αϊματι  καθαρισμόν  ποιησάμενος  ύτυέρ  τών  αμαρ- 
τιών ημών  χαΐ  κράζας  φωνή  μεγάλη  "πάτερ  εΙς  χείρας  σου  παρα- 
θήσομαι    το  πνευμά  μου",    ρυσαι    ήμας    άπό    πάσης    διαβολικής    10 
περιστάσεως*  χάρκσαι  ταΤς  ψυχαΐς  ημών  χατά^^υξιν  καΐ  τοις  λογι- 
σμοΐς    ημών    μέριμναν    της  εξετάσεως  της  έν  τη  φοβέρα  χαΐ  δί- 
καια σου  κρίσεΐ'   κα&ηλωσον   έκ  του  φόβου  σου  τάς  σάρκας  ημών 
καΐ    νέκρωσον    τα    μέλη  ημών  τά  έπι  της  γης,  ϊνα,  άρνησάμενοι 
τήν  άσεβειαν   καΐ  τάς  κοσμικάς  επιθυμίας,  σωφρένως  καΐ  δικαίως    15 
καΐ  ευσεβώς  ζήσωμεν  καΐ  μή  άποστρέψης  τό  πρόσωπον  σου  αφ* 
ημών,  άλλα  χείρα  βοηθείας  όρέξας  άνάστησον  ήμας  άπό  του  τυτώ- 
ματος    τών    ανομιών    ημών    συ    γάρ  ει  ό  θεός  ημών,   θεός  του 
έλεβΐν    χαΐ  σωζειν  και  άφιέναι  αμαρτίας,  και  σοι  τήν  δόξαν  άνα- 
πέμπομεν    συν  τω  άνάρχω  σοι  πατρί,  άμα  τω  παναγίω  και  άγα-    20 
θώ  καΐ  ζωοποιώ  σου  πνεύματι,   νυν  καΐ  άεΐ  και  είς  τους  αιώνας 
τών  αΙώνων  αμήν  ι. 

ΚαΙ  άπολύ(ει). 


ΤΑΞΙΣ  ΤΗΣ  ΑΓΡΪΠΝΙΑΣ. 

Έν  ταύτη    τη  νυκτι    εις    τήν    Άγίαν    Άνάστασιν  δεΓ  είναι.    2δ 
Έρχονται  οι  μοναχοί  Σπουδαίοι  και  αρξονται  οπίσω  του  ζωοποιού 
καΐ  πα^/αγίου  Τάφου  άνευ  φωνής•  άλλ'  έν  πραότητι  χαΐ  φόβω  πολλώ 

6  Οήναι.  —  7    χατωχής  ||  χαινώτητι.  —  13    χαΟειλωσον.  —  17  άφήμών  ||  ώρέξας.  — 

20  άναπέμΐΓωμ.εν. — 25  τηνοχτί  ||  δει]  δή. — 26    |χοναχοι]  α  ο  σ-ου  ||  οιιίσω. — 27  φωνάς 
άλίνβνπραότητι. 

11 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  162  — 

άρξονταιτό  €Εύλόγ6ΐ  ή  ψυχή  μου  τόν  Κυριον»  χαΐ  στιχολο(γοϋσΟ 
το  «Μαχάρκος  άνήρ*  χαΐ  το  Κύριε  έχέχραξα»  χαι  τά  στιχηρά  τα 
προγεγραμμενα  εις  τ(όν)  έσπ(ερινόν)  δως  το  ιΝυν  απολύεις».  ΚαΙ 
τότε  ποιουσι  λιτήν  έπΙ  τό  "Αγιον  Κρανίον  χαΐ  έπΙ  τόν  "Αγιον 
Κωνστοτντΐνον  χαΐ  τη  Άγ{ςί  Φαλαχη,  ψάλλοντες  άπό  τά  προγε- 
γραμμένα  στιχηρά*  χαΐ  οδτως,  Ιως  είσέλθωσιν  εΙς  τήν  Πύλην 
των  Μυροφόρων.  ΚαΙ  γίνεται  άνάγνωσις,  ϊως  χαταβαίνει  ό  πα- 
τριάρχης χαι  δρξεται  τό  έζάψαλμον. 


ΤΩΙ  ΣΑΒΒΑΤΩΙ  ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΟΡΘΡΟΝ 

10  6  δευτεράριος  θυμιάσει  τόν  ναόν  δλον  μετά  δυο  λαμπάδων,  χαι 
ό  πατριάρχης  χαΐ  ό  χληρος  ψάλλου(σι)  τό  έξάψαλμον  μετά  σι- 
γησεως  χαι  ησυχίας  πολλής,  χαΐ  ευθύς  τό  «θεός  Κύριος  ι. 
^Ηχος  β',  χάθισμα. 

Ό  βύαχήμων  Ιωσήφ  |  από  του  ξυλοο  χαθβλών 
15  τό  αχραντόν  σου  σώμα  |  αινδόνι  χαθαρα 

βίλήσας  χαΐ  αρώμασιν  |  βν  μνηματι  χαινφ 
χηδβόσας  όπβθβτο*  |  άλλα  τριήμερος  ανέστη  ό  Κύριος 
παρέχων  τφ  χόσμφ  |  το  μέγα  έλεος 

£ις  το  Δόξα. 
20  'Ότε  χατήλθες  προς  τόν  θάνατον  ή  Ζωή  ή  ά&άνατος, 

τότε  τόν  *'Αδην  ένέχρωσας  τή  αστραπή  της  θεότητος• 
οτε  δε  τους  τεΰνεώτας  έχ  των  χαταχ&ονίων    άνέσιησας, 
πασαι  αΐ  δυνάμεις  α  Ι  επουρανίων  έχραυγαζον 
"ζ(ΐ)οδότα,  Χριστέ  ό  θεός,  δόξα  σοι". 

25  Και  νΰν.  Ήχος  β'. 

Ύπερδεδοξασμένη  υπάρχεις,  θεοτόχβ*  |  ύμνοΰμέν  σε* 

δια  γαρ  του  σταυρού  του  υΙου  σου 

χατελύθη  ό  "Αδης  |  χαι  ό  θάνατος  τέθνηχεν 

1  άρξθϋντ(αι)  ||  ψυχή.  —  2  τοχέ.  —  4  τό]  τόν.  —  5  χωνβταντίνον.  —  10  θυμιασι. — 
12  ησυχίας. — 15  αχραντοββου  ||  βιν^νι  χαθαρά. — 16  ήλίβας  χαι  άρώμαβιν. — 17  χη^υ- 
σας. — 27  υιού. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-Γ.-163  — 

νβχρωθέντβς  άν&ατημ.βν  |  χαΐ  ζ<οης  ήξιώ&ημβν 

τόν  παράδβισον  βλάβο(ΐ«ν,  |  την  άρχαίαν  άπόδοσιν*  διό 

βοχαριστοοντβς  βοώ{Μν,  |  α>;  χραταιόν 

Χριστον  τόν  θβόν  ή|ΐα>ν  |  χαΐ  μ.όνον  πολοβλβον. 

Κάί  εύ&υς  άνάγνωσις  του  άγιου  Γρηγορίου  επισκόπου  Νυσσης,     δ 
8  έστιν  "  Επαινετός  καΐ  ούτος  ό  νόμος  της  εκκλησίας "  (ΟοιηΙ)β- 
δ8,  ΑυοΙ&ηαιη   ηονυιη  <?.  828).  ΚαΙ  ευθύς  μετά  την  άνάγνωσιν 
στιχολογ(ουμεν)  τά   €  Μακάριοι  οι  άμωμοι»*  ήχος  πλάγιος  α'. 

Τροπάρια  ψαλλόμιενα  εις    τό  "  *ΛΗί«»(Α0ΐ ". 

Ήχος  πλ.  α'.  10 

Των  αγγέλων  |  ό  δήμος  χατβπλάγη 
όρων  σε  τη  ταψ^  προδοθέντα 
χαΐ  σινδόνι  |  και  σμύρνη  ως  νεχρόν  ειλιχθέντα* 
δν  ό  Ίωοήφ  |  μνήματι  χατέ&ετο, 
τόν  τά  πάντα  δρακί  |  ουμπεριέποντα.  ΐδ 

"ΟμΟΙΟν. 

Των  αγγέλων  |  ό  δήμος  χατεπλάγη 

όρων  σε  κηδεοόμενον  κάτω 

και  σινδόνι  |  και  σμόρντο  είλιττόμενον  άπνοον,    ' 

εν  δε  τφ  καινφ  |  μνήματι   θαιηόμενον  20 

ωσπερ  ξένον  |  του  Ιωσήφ  τον  ^ψιστον. 

Ό|λοιον. 

Των  αγγέλων  |  ό  δήμος  κατεπλάγη 

όρων  σε  έν  νεχροίς  λογισΟέντα, 

ό  "Αδάμ  δε  |  χορεόων  συν  τή  Εδα  6^3όα  25 

*'τό  άπολωλός  πρόβατον  εγώ  ειμί* 

άνακάλεσαι  με,  |  Σωτήρ,  και  σώσόν  μβ. 

Δ(^ξα.   "Ομοιον. 

Προσκυνοΰμεν  |  πατέρα  και  τόν  τουτοο 

οΙόν  τε  και  τό  άγιον  πνεύμα,  30 

τήν  άγίαν  τριάδα  έν  μια  τή  ουσία, 

2  ιλάβωμεν. — 6  ούτως. — 11  τηροΰμιεν  ώδε  τήν  ψαλτιχήν  βτίξιν,  ώς  έν  τω  χώδιχι 
χεΐταΐ'  οΰτω  δέ  οτιχτέον  «αΙ  τά  έν  τ-^  β-ι^  βελί&ι  ομογενή  τροπάρια  [|  χατεπλάγει.  — 
13  ειλιχθέντα.  —  14  χατέθεντο. — 17  χατεπλάγει. — 19  είλιττόριενον• — 23  χατεπλάγει.  — 
25  εοα,  —  27  άνατιαλεσάμε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  164  — 

συν  τοις  Σβραφιμ.  χράζοντες  το  "  ίγιος 
άγιος  άγιος  βΐ,  Κύριε  '\ 

(Και  νυν)    Όμ.οιον. 

Ζωοδότην  |  τβχουσα  αμαρτίας, 
5  παρ&βνβ,  τον  *Αδάμ  ελοτρώοω, 

χαρμονήν  δε  τξ  Εδα  άντι  λύπης  παρέσχες- 
ρεύσαντα  ζωής  |  Τβονε  προ;  ταύτην  δε 
ο  έχ  σου  σαρχωθεις  |  θεός  χαι  άνθρωπος. 

£όθυς  ύπαχοή.  Ήχος  β'. 

10  Μετά  το  πάθος  πορευθειοαι  εν  τφ  (χνήματι 

προς  το  [χυρίσαι  το  σώμα  σου 

αΐ  γυναιχες,  Χριστέ  ό  Θεός, 

ειδον  αγγέλους  εν  τφ  τάφφ  χαι  έξέστησαν* 

φωνής  γαρ  ήχουον  έΕ  αυτών, 
15  δτι  άνέστης  Κύριος 

δωρούμενος  ήμΤν  το  μέγα  έλεος. 

Ευθύς  ανάγνωσμα*  λόγος  του  άγ(οι>  Έπιφανίου*  «Τί  τούτο 
σήμερον;  σιγή  πολλή  εν  τη»:  (Μί^β,  Ρ&ίΓοΙ.  Ογ.  τ.  43,  σ.  440). 
Ευθύς  το  ιΈλέησόν  με  ό  θεός  χατά  το  μέγα»: 

20  Τροπάρια  ψαλλόμιβνα  βις  τον  ν'  (ψαλμόν). 

Ήχος  β', 

Ό  συνεχών  άπασαν  την  οιχουμένην 
εν  νεχροις  λογίζεται 
χαι  εν  τψ  *'Αδιο  χατελθών 
25  άθανάσίαν  χαρίζεται 

τοις  απ'  αιώνος  έχεΤσε  χαθεύδουσιν- 
0  ελεήμων  θεός,  έλεησόν  με. 

Εις    τό    Δ(5ξα•    «Ταΐς    της  Θεοτόκου  πρεσββίαις».  Ευθύς  τόν 
χανόνα  φέροντα  ακροστιχίδα  τήνδε'   του  μέν  Μάρκου   «ΚαΙ  σήμβ- 
30    ρον  δέ»,    του    δε    Κοσμά    «ΚαΙ    σάββατον    μέλπω  μέγα»,  χωρίς 
των  θεοτοκίων. 


1  οεραφειμι.  —  6  βύα.  —  7  ή^νε  προστάτην.  —  10   πορβυΙΗίβαι.  —  11  μυρήοαι.  • 
18  σιγή  πολλή.  —  26  άπάιώνος  έχεΐσαι. — 27  ώ  έλ.  6  θεός. — 28  τόν]  τό. — 29  τη^ε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  165  — 

'βδή  β'.  Ήχος  ΐϊλ.  β'. 

ΕόμοΕτι  θαλάσσης  |  τον  χρόψαντα  πάλαι 
διώχτην  τόραννον  |  υπό  γην  εχροψαν 
των  β«σ«ισ{ΐ&ν«»ν  οΐ  παΐδβς*  |  άλλ"  ή(ΐ«(ς  ως  αΐ  ν&άνιδβς 
τφ  Κορίφ  ^σβηΜν*  |  «νδόξως  γαρ  Μόξασται.  5 

"Αφρων  γηραλέβ,  |  άχόρ&στβ  "'-Α.δη, 
χαίνων  οπόδβξαι  |  την  απάντων  ζωην 
χαταπιών  γαρ  βμβσ&ις  |  ας  προπβπωχας  διχαίων   ψοχάς* 
χαθβλκΐ  σβ  Κύριος*  |  ένδόξως  γαρ  δβδόξασται. 

'Ιησοδ  θβί  μοο,  |  ομνώ  σοο  τα  πάθη•  10 

έχων  γαρ  τέθνηχας  |  όπ&ρ  της  πάντων  ζοοης 
χαι  βν  σιν&όνι  χαι  σμυρνη  ]  χηδβυθήναι  χατηξιωσας* 
την  ταφήν  δοξάζω  σοο,  |  ι>μνώ  σοο   την  βγβρσιν« 

Του  Μάρχου  μονβχοδ. 
Κόριβ  σωτήρ  (ΐοο,  |  έξόδιον  ϋ(&νον  1& 

χαι  ίπιτάφιον  |  φδην   σοι  2σο|χαι 
τφ  τη  ταφή  σοο  ζωην  χαι  |  τάς  βΐσόδοος  προξ&νησαντι 
χαι  θανάτφ  θάνατον  |  χαι  "Αδην  θατατώσαντι. 

"Ανω  σβ  έν  θρόνφ  \  χαι  χάτω  εν  τάφφ 

τα  αηερχόσριια  |  χαΐ   όποχθόνια  20 

χατανοοοντα,  Σ»τηρ  μου,  |  βδονβΤτο  τη  νεχρωσει  σοο* 
υπέρ  νουν  ώράθης  γαρ  |  νεχρος  ζωαρχιχώτατος. 

"Ίνα  σου  της  δόξης  |  τα  πάντα   πλήρωσης, 
χαταπεφοίχηχας  |  εν  χατο»τάτοις  της  γης• 

άπο  γαρ  σου  ουχ  έχρυβη  |  ή  ίτπόστασίς  (Αου  ή  έν  *Αδάμ,  25 

χαι  ταφεις  φθαρεντα  {χε  |  χαινοποιεις,  φιλάνθρβΜτε• 

Θεοτοχίον. 
Σεσωματωμένον  |  τον  συνθρονον  Δόγον 
πατρός  χαι  πνεύματος,  |  παρθένε,  τέτοχας 

τον  προσηλώσαντα  χόσμοο  |  το  χειρόγραφον  έν  ξύλφ  σταυρού      30 
χαι  έν  τάφφ  σήμερον  |  τεθέντα  έχουσί^  βουλή. 

4  άλλήμιΐς  ώς  αι.— 6  γηραλοτΐε  ||  άχόρβστβ.—Τχάνον.— 8  προπέποχας. — θχαθελεΐ- 

σαι.     11  έχων. — 15  έξώοιον.— 16  έπι  τάφιον  ||  αβωμεν.  —  17  βχ^.  «ζωής  μο(  τάς  «Ισό 
^ος  διανοίξαντι»  II  ζωή. — 20  υπέρ  χόβμια. — 26  ύπό(|ούχεχρύβη.— 31  βοολή, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  166  - 

'Ωδή  γ*  Μά(;χου. 

Σέ  τον  έπΙ  υδάτων  |  χρ£|χάσαντα 

πασαν  την  γήν  ασχέτως  |  ή  χτίσις  χατιδοοσα 
εν  τφ  Κρανιφ  |  χρε|χά|Χ6νον  |  θαμβητιχώς  συνείχβτο, 
δ  "  οϋχ  Ιστιν  άγιος  |  πλην  σου,  Κύριβ  ",  |  χραυγάζουσα. 

Σύμβολα  της  ταφής  σου  |  παρέδειζας, 

τάς  οράσεις  πλη&όνας•  |  νυν  δε  τα  χρυφιά  σου 
θεανδριχώς  διετράνωσας  |  χαΐ  τοις  εν  "Αδη,  δέσποτα, 
"  ουχ  εστίν  άγιος  |  πλην  σου,  Κύριε  *',  |  χραυγάζομεν. 
10  Ήπλωσας  τάς  άγχάλας  |  χαι  ήνωσας 

τα  το  πριν  διεστώτα,  |  καταστολή  δέ,  Σώτερ, 

τη  εν  σινδόνι  χαι  μνήματι  |  πεπεδη μένους  ελυσας, 

"  ουχ  εστίν  άγιος  |  πλην  σου,  Κύριε  ",  |  χραυγάζοντα;. 

Μνηματι  χαΐ  σφραγισιν,  |  αχώρητε, 
15  συνεσχέ&ης  βουλήσει•  |  και  γαρ  την  δύναμίν  σου 

ταΐς  ένεργείαις  έγνώρισας  |  &εουργιχώς  τοις  μέλπουσιν, 
**  ουχ  εστίν  άγιος  |  πλην  σου.  Κύριε  ",  (  χραυγάζουσιν. 

θεοτοκίον. 

Την  σην,  παρ&ένε,  μήτραν  |  χατφχησεν 
20  ό  έχουσίως  τάφψ  |  χατατεδεις  χαι  χόσμον 

της  χαταδίχης  έρρύσατο•  |  ψ  εύσεβοΰντες  ψάλλομεν 
"ουχ  εστίν  άγιος  |  πλην  σου.  Κύριε",  |  φιλάνθρωπε. 

£ύΙ)ύΐ  χονδάκίον. 
Ήχος  α',  ττρός  τό  «"Οταν  ελΗτβ  ό  θεός». 
25  Έν  σινδόνι  χα&αρα  |  χαΐ  άρώμασιν  θείοις 

το  σώμα  σου  το  άγιον  |  έξαιτησας  Ιωσήφ 
τον  'Ιησουν  σμυρνίζει  |  χαι  τάφψ  κατατίθεται 
τψ  εαυτού    ό  παναοίδιμος•  |  δ&εν  δρ&ριαι 
αί  μυροφόροι  γυναίκες  |  άνεβόων  σοι 
30  "  δεΤξον  ήμΤν,  ως  προεΐπας  |  Χριστέ,  την  άνάστασιν  "• 

Ό   οίκος. 
Ψάλλων    Δαυίδ  |  προϋπέφηνεν 
την  κατάπαυσιν,  |  'Ιησοΰ,  του  πάθους  σου, 

5  ούχέστιν.  —  9  ούχέστιν  ||  έκδ.  «κραυγάζουσιν».  —  12  σινδόνη.  —  18  ούκέστιν. 
14  σφραγίσειν.  —  15  σονέσχέδης.  —  17  ούκέστιν  ||  κραυγάζουσιν]  έκδ.  «φίΑάνθρω7:&». 
22  ούκέστιν. — 25  άρώμασιν.— 28  τώ]  τόν.— 29  άνεβόουν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  167  — 

"  άρατ^  ΐΓολας  οΐ  άρχοντες  "  |  λέγων 

*'  Χ(χΙ  αΐ  πυλαι  αιώνιοι  έπάρ&ητε• 

οι  μοχλοί  χαταθλάσ&ητε• 

ό  της  δόξης  γαρ  Κύριος  |  έπΙ  σε  έλεύσεται 

βν  τψ  "Αδη,  ώς  γέγραττται,  5 

χαι.  αναστήσει  |  τους  άπ'  αιώνος  Οανέντας 

παραβάσει,  τον  "Αδάμ.  |  μ,ετά  της  Εύας 

χαι  αγίων  τάς  χορείας,  |  πάντας  τους  παρανόμους 

χαι  μετά  τον  Νώε  [  χαι  εως  νυν  έχλάμψαντας• 

με&'  ών  έξαιτουμέν  σε  |  χαι   ήμΐν  άναδεΐξαι,  10 

α     α 
(Ν  Ν)  Χριστέ  την  άνάστασιν. 

Κα!  άνάγνα)(σις).   ΚαΙ    ευθύς 

'Ωδή  δ'  του  Μάρχου. 

Τήν  εν  σταυρψ  σου  &ειαν  χένωσιν 

προορών  Άμ|3αχούμ  |  έζεστηχώς  έβόα*  15 

'*σο  δυναστών  διέχοψας  |  χράτος,  άγαδέ, 

ομιλών  τοις  εν  ^'Αδη  |  ώς  παντοδύναμος. 
Έβδόμην  σήμερον  ήγιασας, 

ην  εύλόγησας  πριν  |  καταπαύσει  τών  έργων 

παράγεις  γαρ  τα  σύμπαντα  |  χαι  χαινοποιεΐς  20 

σαββατιζων,  Σωτήρ  μου,  |  χαΐ  άναχτώμενος. 
*Ρωμαλεότητι  του  χρείττονος 

βχνιχήσαντός  σου  |  της  σαρκός  ή  ψυχή  σου 

διήρηταΐ'   σπαράττουσιν  |  άμφω  γαρ  δεσμούς 

του  θανάτου  χαι  "Αδου,  |  Δόγε,  τψ  χράτει  σου.  2δ 

Ό  "Αδης,  Λόγε,  συναντήσας  σοι 

επιχράνθη,  βροτόν  )  ορών  τεΟεωμένον, 

κατάστιχτον  τοις  μώλωψι  |  χαι  πανσΟενουργόν, 

τφ  φριχτώ  της  μορφής  δε  |  διαπεφώνηχε. 

θεοτοχκο'^.  30 

Έν  σοι,  παρΙ)ένε,  κατηλλάγημεν 
οι  βροτοι  τψ  θεψ  |  χαι  της  άδανασίας 

1  άρατε. — 6    «χδει.— 6    άτταιώνος.— 7  εύας. — 8  χορίας  ||  παρανό|χου. — 10    μεΟών  — 

-  δ  ^  ^ 

]5  εξεστηχώς. — 1β  χρτος.  —  19  ήν.  —  22  ρωμαλαιότητι.  —  23  ψυχή.  —  24  διείρηται  1| 

άμφω.  —  28  πανσθενουργών.  —  31  7.ατη)νλάγεΐ|Αεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  168  — 

βτύχομεν,  ποίνάμω|Χ£'  |  δ  σος   γάρ  οΐόζ 

βν  τφ  τάφφ  υπνώσάς  |  ζώήν  πάρέάχέν  ήμιν. 

'9^ή  ε'  του  Μ  άρχου. 

θβοφανβίας  σοο,  Χριστβ,  |  της  προς  ήμδς 
5  συμπαΟώς  γενομένης, 

Ώσαιας  φως  Ιδων  άνβαπβρον 

έχ  νυχτος  όρ&ρίσας  έχραόγαζβν 

**  άναστήσονται  οι  νβχροί 

χαΐ  έγβρ&ησονται  |  οΐ  βντοΤς  μνημειοις 
10  χαί  πάντες  οι  εν  τ%  γη  [.  άγαλλιάσονται ". 

ΝεοποιεΤ;  τοος  γηγενείς  |  ό  πλαστουργός 

χοϊχός  χρηματισας, 

χαΐ  σινδών  χαΐ  τάφος  συνεμφαίνουσι 

το  συνόν  σοι,  Λόγε,  μύστη ριον 
15  ο  ευσχήμων  γαρ  βουλευτής 

τήν  του  σε  φυσαντος  |  μορφήν  σχηματίζει, 

εν  σοι  μεγαλοπρεπώς  |  χαινοποιουμενος. 
Δια  θανάτου  το  θνητόν,  |  δια  ταφής 

το  φθαρτόν   σχηματίζεις• 
20  άφΟαρτίζεις  γαρ  θεοπρεπεστατα 

άπαθανατίσας  το  πρόσχημα• 

ή  γαρ  σαρξ  σου   διαφθοράν 

ουχ  οιδεν,  δέσποτα,  |  ουδέ  ή  ψυχή  σου 

εις  ""Αδην  θεοπρεπώς  |  έγχαταλέλειπτ&ι. 
^  Έξ  άλοχευτου  προελΟών  |  χαΐ  λογχευθεις 

τήν  πλευράν,  πλαστουργέ  μου, 

έξ  αυτής  ειργάσω  τήν  άνάπλασιν 

τήν  της  Εύας,  *Αδάμ  γενόμενος, 

άφυπνώσας   υπερφυώς 
30  υπνον  φυσίζωον  |  χαι  ζώήν   έγείρας 

έξ  'Αδου  χαι  της  φΟθρ5ς,  |  ώς  παντοδύναμος. 

4  της]  τήν. — 5  χώδ.  «γιναμβνην»•  έχδ.  «γενθ}*ένης». — 6  ησαΐας. — 12  χρηματήσας. — 
13  χώδ.  «συνέμφαίνουβί»*  οΰτω  χαΐ  ή  ρωμ.  εχ^οσις,  ή  V  ένετιχή  (Κ^xοδήμοο  έορτο• 
&ρόμ.ιον  σ.  890)  «ύπεμφαίνουσι». —  16  μορφήν]  έχδ.  «βουλήν». —  17  έχ2.  <τχαινοποιουν- 
τός  μιε»  ή  «χοινοποίουντος  ή(χαςχ>. — 18  διαθανάτου  ||  β^^ηματίζεις]  έχδ.  «μεταβάλλεις». — 
21  αιιαθανατήσας  ||  χώΚ.  «πρόσχημα»*  έχ(.  «πρόσλημμα». — 22  (ιαφθοραν. — 23  ούχοΐ(εν  || 
ψοχή. — 24  θεοπρεπώς]  έχδ.  «ξενοπρεπώς». — 25  έξαλογχεύτου.  —  2^  άφύπνώβας  υπέρ 
φυώς. — 31  έχ(.  «έξ  ύπνου  χαι  της  σαρχός»  ή  «της  φθοράς». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  169  — 


θβοτοχίον. 


"  Έν  τοΙς  νβχροίς  πώς  ή  Ζωή  |  χαΐ  εν  &νητοΐς, 

ό  Σωτηρ,  βλογίσθη; 

πώς  θανάτου  γεόβται  ό  πλάστης  μοο; 

πώς  δε  χατοιχ«Ι  υποχθόνια;  5 

πάντως  γάρ  ζωώοαι  νεχροός, 

νεχρώσαι  θάνατον  "  |  μητριχώς  θρηνοοαα 

έβόα  προς  τον  υΐόν  |  ή  άπειρόγαμος. 

*&$ή  ς'  του  Κοσμά. 

Συνεσχέ&η,  |  άλλ'  ο6  χατεσχέ&η  10 

στερνοις  χητψοις  Ίωνας• 

σου  γαρ  τόν  τόπον  φέρων 

τοδ  παθόντος  χαΐ  ταφ-ή  δοθέντος 

ως  έν  θαλάμφ  |  του  θηρός  άνέ&ορε* 

προσεφώνει  δε  |  τζ  χουστωδία*  15 

"οΐ  φυλασσόμενοι  |  μάταια  χαι  ψευδή 

ελεον  αΰτοίς  |  έγχατελίπέτε  ". 

*ΑνηρέΟης,  |  άλλ'  ου  διηρέθης, 
Δόγε,  ης  \>Λτίσγζς  σαρχός* 

εΐ  γαρ  χαι  λέλυταί  σου  20 

ό  ναός  έν  τφ  χαιρφ  του  πάθους, 
άλλα  χαι  ούτω  |  μία  ην  ΰπόστασις 
της  θεότητος  |  χαι  της  σαρχός  σου* 
έν  άμφοτέροις  γαρ  |  εις  υπάρχεις  υιός, 
Δόγος  του  θεοΰ,  |  θεός  χαι  άνθρωπος.  25 

Βροτοχτόνον,  |  άλλ'  ου  θεοχτόνβν 
εφυ  τό  πταίσμα  του  Αδάμ* 
ει  γαρ  χαΐ  πέπονθέν  σου 
της  σαρχός  ή  χοϊχή  ουσία, 

άλλ'  ή  θεότης  |  απαθής  διέμεινε*  30 

τό  φθαρτόν  δέ  σου  |  προς  άφθαρσιαν 
μετεστοιχείωσας  |  χαι  άφθαρτου  ζοοης 
έδειξας  πηγήν  |  έξ  αναστάσεως. 

18  τοφην. — 14  ιχδ.  «έχ  θαλάμου». — 16  ψευδή. — 17  αυτόν  εγχατιλίπατι. — 18  άλ- 
λου.— ^25  λόγου. — ^26  άλλου. — 27  εφοιτοπταίσμα. — ^29  χοϊχή. — 88  έξαναστάσβως. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  170  — 

Βασιλεύει,  |  άλλ'  ουκ  αιωνίζει 
"Αδης  του  γένοος  των    βροτών 
σο  γαρ  τεθείς  εν  τάφψ 
χραταια  ζωαρχιχ-^  παλά]λΊ0 
5  τα  του  θανάτου  |  χλειβρα  διεσπάραξας 

χαι  έχήρυξας  |  τοις    άπ'  αιώνος 
έχει  χα&εύδουσιν  |  λότρωσιν   άψευδή, 
Σώτερ,  γεγονώς  |  νεχρών  πρωτο-οκος. 

(Θεοτο*ίον). 

10  Άποφάσει  |  τή  προς  τον  γενάρχην 

πάντας  βροτους  δε  τη  φ&ορα 

χαταδεδιχασ}Α8νους 

οίχτειρήσας  έσαρχώθη  χόρης 

εξ  άπειράνδρου  |  Λόγος  ό  υπέρΟεος. 
15  χαι  το  φύραμα  |  όλον  ο  πλάστης 

άναλαβό|χενος  ]  έλυσε  τήν    άράν 

τάφψ  δε  τε&είς  |  ζωήν  παρεσχεν  πιστοις. 

Τό  κονδάχιον. 
Ήχος  -λ.  ^\  προς  τό  «Χειρ&γραφον  είχόνα». 

20  Τήν  αβυσσον  |  ό  χλείσας- 1  νεχρος  όράται, 

χαι  σμύρνη  χαι  σινδόνι  |  ένειλημένος 
εν  μνημείψ  χατατίΟεται  θνητός  |  ό    αθάνατος• 
γυναΐχες  δε  αυτόν  |  ήλ&ον  μορίσαι 
χλαιουσαι  πιχρώς  χαι  έχβοώσαΐ'  ^ 

25  "  τοϋτο  σάββατόν  έστιν  |  τό  υπερευλογημένον, 

εν  ψ  Χριστός  άφυπνώσας  |  άναστήσεται  τριήμερος". 

Ό  οίχος. 
'Άνω  των  ασωμάτων  |  έξέστησαν  αϊ  δυνάμεις, 
όρώσαι  τόν  βασιλέα  |  άφυπνώσαντα  ως  άν&ρωπον* 
3()  χάτω  δε  στρατιώτης  |  πλευράν  τήν  του   ζωοδότου 

έκεντησεν  |  χα'ι  έζήλ&εν  αίμα  χαι  ύδωρ,  ως  γέγραπται, 
δυο  ττηγάς  μυστιχώς  |  άναβλύσας  ό  φιλάνθρωπος, 
έν  αΐς  άποπλύνωμεν  |  τα  '^^υχιχά  ημών  μολυσματα 

1  ούχαιωνίζει.  —  4  έκδ.  «χραταιέ».  —  5  %)νείΒρα.  —  6  χώδ  ©άπαιώνος»•  έχδ. 
«αιώνων».  —  7  γεγονώς.  —  21  ένεΛηίχμένος.  —  22  έχδ.  «ώς  θνητός». — 23  μυρΐσαι.  — 
26  άφύπνώαας.  -  2ϋ  άφύπνώσίτντα. — 30  τιλεοράν. — 38  από   πλύνωξΑεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-Γ-  171  - 

χαΐ  χαΟαροΙ  αύτφ  |  |Λ£τά  πίστεως  προσέλΟωμβν 

σον  Ιωσήφ  χαΐ  Νιχοδή{ΐφ  τοις  όσίοις 

χαΐ  τοο  ξύλου  χαΟβλωμβν, 

χαΐ  ΰάψωμβν  τον  έν  θρόνφ  χαι  εν   τάφφ 

υπάρχοντα,  [  χαι  βοήσωμεν  σήμερον  5 

α     α 
(Ν  Ν)  "τούτο  οα^^^ατο^  έστιν  |  το   ύπερευλογημένον, 

εν  φ  Χριστός  άφυπνώσας  |  άναστήσεται  τριήμερος". 

'Ωδή  ζ'  Κοσμά. 

"Αφραστον  Οαυμα !  |  ό  έν  χαμινφ   ρυσάμενος 

τους  οσίους  |  παΐδας  έχ  φλογός  10 

έν  τάφφ  νεχρός  |  άπνους  χατατίΟεται 
εις  σωτηρίαν  |  ημών  των   μελωδουντων 
**  λυτρωτά  ό  θεός,  |  εύλογητός   ει ". 

Τέτρωται  "Αδης  |  έν  τη  χαρδία  δεξάμενος 
•  τόν  τρωΟέντα  |  λόγχη  τήν  πλευράν,  15 

χαι  στένει  πυρι  |  Οει'ψ  δαπανώμενος 
εις  σωτηρίαν  |  ημών  των  μελψδούντων 
**  λυτρωτά  ό  θεός,  |  εύλογητός   ει  ". 

Όλβιος  τάφος  !  |  έν  έαυτώ  γαρ  δεξάμενος 
.    ως  ύττνοΰντα  τόν  δημιουργόν,  20 

ζωής  θησαυρός  |  θειος  άναδέδειχται 
εΙς  σωτηρίαν  |  ημών  τών  μελφδούντων* 
*'  λυτρωτά  ό  θεός,  |  ευλογητός   ει  '\ 

Νόμφ  θανόντων  |  τήν  έν  τψ  τάφφ  χατάθεσιν 

ή  τών  δλων  |  δέχεται  ζωή,  2ο 

χαι  τούτον  ττηγήν  |  δείχνυσιν  έγέρσεως 
εις  σωτηρίαν  |  ημών  τών  μελφδούντων 
**  λυτρωτά  ό  θεός,  |  εύλογητός   ει  ". 

Μία  ύπήρχεν  |  ή  έν  τω  "Αδη  αχώριστος 

χαι  έν  τάφφ  |  χαι  έν  τη  Εδέμ  80 

θεότης  Χρίστου  |  συν  πατρι  χαι  πνεύματι, 
εις  σωτηρίαν  |  ημών  τών  μελφδούντων 
"  λυτρωτά  ό  θεός,  |  εύλογητός   ει ". 


6   υπέρ  εύλογημένον. — 12  μελωδουντων. — 16  δαπανόμενος. — 29  άδει. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  172  — 

*9δή  η'  Κθ9μ^ 

"ΕχατηΟι  φρίττων,  ουρανέ,  |  χαι  •αλ«οθηταισαν 
τά  θβ(Αελιθί  της  γής•  |  Ιδο»  γάρ 
βν  νβχροΐς  λογίζεται  |  ό  βν  οψίατοις  οίκ&ν 
5  χαι  τάφφ  σμιχρφ  ξβνοδοχβΐται* 

οΐ  παΐδβς  βυλογβΐτβ,  |  ιβρεΐς  ανυμνείτε 
χαι  άπεροψουτβ  |  αί>τόν  εις  τους  αιώνας. 

Δέλυται  άχραντος  ναός,  |  τήν  πεπτωχυΐαν  δε 
συνανίατηαι  σχηνήν  |  Άδαμ  γάρ 
10  τφ  προτέρφ  δεύτερος  |  ο  εν  υψίστοις  οιχών 

χατηλθες  μβχρις  "Αδου  ταμείων* 
οΐ  παίδες  ευλογείτε,  |  ιερείς  ανυμνείτε 
χαι  ΰπερυ<{;ουτε  |  εΙς  πάντας  τους  αιώνας. 

Πεπαυται  τόλμα  μα&ητών,  |  Άριμα&αΤος  δε 
15  αριστεύει  Ιωσήφ*  |  νεχρόν  γαρ 

χαι  γυμνόν  θεώμενος  |  τον  επι  πάντων  θεόν, 
αιτείται  χαι  χηδεύει  χραυγάζων 
'*  οι  παίδες  ευλογείτε,  |  ιερείς  ανυμνείτε 
χαι  υπερυψοΰτε  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας**. 

20  "&  τών  θαυμάτων  των  χαινών!  |  ω  άγαΟότητος 

χαι  άφράστου  ανοχής!  |  ιδού  γάρ 
υπό  γην  σφραγίζεται  |  ό  εν  ί>ψίστοις  οιχών 
χαΐ  πλάνος  θεός  αυχοφαντεΐται* 
οι  παίδες  ευλογείτε,  |  ιερείς  ανυμνείτε 

25  χαι  υπερυψοΰτε  |  αυτόν  εις  τους  αιώνας. 

(θίοτοχίον). 

Οΐχος  της  δόξης  αληθώς  |  ου  ωφθης,  πάναγνε, 
ως  τόν  πάντων  ποιητή  ν  |  τεχουβα 
άνωδυνως,  άχραντε*  |  δν  χαθορώβα  σταυρφ 
30  χρεμάμενον,  |  ώς  άπνουν  δε  χαι  τάφφ 

νεχρόν  χατατεθέντα,  |  θρηνφδοΰαα  εβόας* 
"  σε  υπερυψοΰμεν  |  εις  πάντας  τους  αιώνας  ". 

2  ίχτιοθη.  —  6  οί]  έχδ.  αδν».  —  7  αυτόν]  έχδ.  «εις  πάντας».  —  10  οιχών.  — 
11  έχδ.  «χατήλΙ^ο». — 12  οί]  έχδ.  «ον»  ||  ανυμνείτε. —  13  ύπερύψουτε.  —  19  ύπερύψοΟ- 
ται  II  αυτόν]  έχδ.  «Χριστόν».  —  20  ω.  —  21  χαι]  έχδ.  αω»  ||  ίδου.  —  22  ένυψίστθ€ς.  — 
23  πλάνος• — 24  οί]  έχδ:  «ον». — 25  αυτόν]  έχδ.  «εις  πάντας». — 30  απνοον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  173  — 

—  Μή  βποδύρου  μοο,  μήτβρ^  |  χαΟορώσα  έν  τάφφ 

δν  έν  γαστρι  |  ανβυ  σποράς  συνέλαβες   υΐόν* 

άναστήσομαι  γάρ  χαΐ  δοξασ&ήσομαι 

χαΐ  ί>ψώσω  ένδόξω;  |  άπαόστως  ώς  ββός  5 

τους  έν  πίστει  χαΐ  πόθφ  |  σε  μβγαλόνοντας. 

—  'Επι  τψ  ξβνψ  σου  τόχψ  |  τάς  ώδΤνα;  φυγοδσα 

{>πβρφυ<ϊ>ς  |  έμαχαρισ&ην^  άναρχε  υΙέ* 

νυν  £έ  σε,  θεέ  μ«υ,  |  αιτνουν  όρώσα  νεχρόν 

τ^  ρο|ΐφα{α  της  λύπης  |  σπαράττομαι  δεινώς-  10 

αλλ*  άνάστηθι,  δπως  |  μεγαλυν&ήσομαι. 

—  Γη  με  χυλυπτει  έχοντα,  |  αλλά  φρι'ττουσιν  "Αδου 

οι  πυλωροί  |  ήμφιεσμένον  βλέποντες  στολήν 

ήμαγμένην,  μήτερ,  της  έχδιχήσεως* 

τους  εχθρούς  έν  σταυρφ  γάρ  |  πατάςας  ώς  θεός  ΐ5 

άναστησομαι  αύθις  |  χαι  μεγαλυνω   σε. 

—  Άγαλλιάσθο)  ή  χτίσις,  |  ευφραινέσθωσαν  πάντες 

οι  γηγενείς•  |  ό  γάρ  εχθρός  σχυλευεται  *-^δης• 

μετά  μόρων  γυναΐχες  προϋπαντάτωσαν ' 

τον  *Αδάμ  συν  τη  Ευα  λυτρουμαι  παγγενη  20 

χαι  τη  τρίτη  ήμερα  |  έξαναστησομαι. 

—  Μή  έποδύρου  με,  μήτερ,  |  ώς  (Ινηχόν  εν  τφ  τάφφ 

χατατιθέμενον  όρωσα  σον  υΐόν- 

τό  του  "Αδου  χράτος  σχυλεύσας  ώς  δυνατός 

τριημέρφ  έγέρσει  |  τόν  χόσμον  φωτίσω  25 

χαι  δοξάσω  τους  πίστει  |  σε  μεγαλυνοντας. 

Ευθύς   «"Αγιος  Κύριος  ό  θεός    ήμών>   χαΐ    το    έξαποστβιλά- 
ριον  «ρός  τό  "Τοις  μαθηταΓς  συνέλθωμεν". 

Έν  μνήματι  χατέπαυσεν  |  εν  Σαββάτφ,  ώς  πάλαι, 

εξ  έργων  ών  έποίησεν  |  ό  θεάνθρωπος  Αόγος,  30 

δν  συναντήσας  ό  "-^δης  |  έπιχράνθη   έμέσας 

ους  εξ  Αδάμ  προπέπωχε,  |  θάνατος  δε  νεχρουται, 

χαι  γηγενείς  γηθοσύνως  |  μέλπομεν  συν  άγγέλοις 

'*  άνάστηθι,  βοήθησον  |  ό  θεός  τόν  λαόν  σου  ". 

2   μοϋ  810  —  6  έχδ.  «εν  δόξΐβ».  —  6  μεγαλύνομεν.  —  7  ώδίνας.  —  10  ρομφαία.  ■ — 
12  έχάιντα. — 19  προύτταντάτωβον. — 20  εύα. — 22  με  βίο. — 80  έξέργων. — 133  ^λέλπωμεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


Οοο3ΐ€ 


—  174  — 

Ουσιών  ίδώτησιν  |  ό  οΙός  σου,  παρθένε, 
ώς  μέν  βροτός  άφόπνωαεν,  |  ως  θεός  δε  ανέστη* 
διαφθοράν  ουχ  υπέστη*  |  δν  άει   εύμενίζου 
τφ  λαφ  χαι  τ%  πόλει  σου  |  φως  ήμιν  άποστέλλειν, 
5  ήμερινου  |  χαΐ  νυχτός  προσχόμματος  διασφζον* 

δς  συν  πατρί  χαΐ  πνευματι  |  εις  Θεός  προσχυνειται. 

Του  άχηράτοο   σώματος  |  ένατπβωρημένου, 
κατατεθέντος  τάφφ  τε,  |  ϊστατο  ή  παρθένος 
όλοφυρμφ  έχβοώσα  |  "  δέσποτα  πανοιχτιρμον, 
10  άνάστηθι  ώς  ευσπλαχνος,  |  πλήσον  χαράς  τόν  χόσμον, 

δι'  δν  εις  γήν,  |  Σώτερ,  χατελήλυθας  έχουσιως* 
θαυμάστωσον,  μαχρόθυμε,  |  χαι  εν  τουτφ  ση  ν  δόξαν. 

εύθυς  τους    αΐνοος. 

Στιχηρά  ήχου  β'  β(ς  τους     αϊνους,     προς    το    '"Ότε    έκ  του 
15    ζόλου". 

*Ότε  Ι  εν  τφ  τάφφ   σαρχιχώς 
θέλων  συνεχλεισθης  δ  φύσει  |  τη  της  θεότητος 
μένων  απερίγραπτος  {  χαι    αδιόριστος, 
τα  θανάτου  άπέχλεισας  |  ταμεία  χαι  "-/Ιδοο 
20  άπαντα  έχένωσας,  Χριστέ,  βασίλεια, 

τότε  |  χαι  τό  Σάββατο  ν  τοΰτο 
θείας  ευλογίας  χαι  δόξης 
χαι  της  σης  λαμπρότητος  ήξίωσας. 

Όμοιον. 

25  *Οτε  |  ή  τεχουσά  σε  άμνάς 

υπό  Ιουδαίων  έώρα  |  σταυρουμενον,  Ίησου, 

δάχρυσιν  συνείχετο  |  ή  αμεμπτος  επι  σοί, 

μητριχώς  τε  ώδΰρετο  |  εν  τάφφ  Ιδουσα 

σώμα  του  Κυρίου  μου  νεχρόν  τιθέμενον* 
30  δμως  |  άνιστάμενον   γνουσα, 

χαίρουσα  έβόησε  **  δοζα 

τη  συγχαταβάσει  σου,  φιλάνθρωπε  ". 

1  ιδιώτης.  —  4  πόλη  ||  άποβτέλλων.  —  5  ^ασώζων.  —  7  βνβπβιωρημένοο.  —  9  όλο- 
φυρμώ  II  πανοιχτιίρμων. —  10  του  χόσμοο.  —  11  χατελόληθας. —  18  άπερήγραπτος 
χαι  άδιώριστος.  —  20  έχένωοας.  —  21  τοοτοο.  —  25  Τίχούοασβ  άμνάς.  —  26  έώρα.  — 
28  όδύρβτο  ||  ίδουσα.—  80  δμωσαν  στάμενον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  175  — 

Έτβρα  στιχηρά  ήχου  α',  προς  τό  "Έίανεύφημοί  μάρτυρβς". 

Ό  σονβχων,  Κύριβ,  |  της  γης  [  άπαντα  τα  πέρατα, 

νυν  αονβσχέ&ης  έν  μνήματι• 

διό  έμφάνη&ι  |  τοις  σέ  προσδοχώσιν* 

σπευοον,  βξβγέρ&ητι  |  ό  άδυτος  της  κτίσεως  ήλιος  5 

καΐ  φαιταγώγησον  |  τάς  καρδίας  τών  την  θβίαν  σου 

δοξαζόντων,  |  φιλάν&ρωπε,  έγερσιν. 

ΌμοιΟΝ. 

Ίδοί)  ν5ν  άνάχειται  |  ύπνων  |  βασιλεύς  έν  μνήματι, 

ό  κατά  φύσιν  αθάνατος"  |  βοήσωμεν  αύτφ'  10 

"  ή  ζωή  τών  πάντων,  |  ανάστα,  βοήθησον 

ήμΐν  δια  παντός  χινδυνευουσιν, 

δπως  ιδόντες  σε  |  θομηδίας  και  φαιδρότητος 

πληρωθώμεν  |  άνυμνολογοοντές  σε. 

Όμοιον.  15 

Χριστός  ή  ζωή  ημών  |  πα&ων  |  έν  τφ  τάφφ  τέ&ειται, 

μετά  ψοχής  δέ  γενόμενος  |  έν  τοις  κενεώσι 

'Π)ς  γης)  χά  του  "^δου  |  ζοφερά  βασίλεια 

σχυλευει,  άφαρπάσαι   βουλόμενος 

πάντας  έξ  αιώνος  |  ους  κατέπιεν  ό  θάνατος  20 

βασιλευσας  |  έπι  τό  άν&ρώπινον. 

Είς  τό  Δόξα   πλ.  β'. 

Δεΰτε  μακαρίσωμεν  άπαντες 

Ιωσήφ  τόν  άοίδιμον,  δς  τήν  ζωήν  τών   απάντων 

έν  νυκτι  προς  Πιλατον  εισηλ&ε  και  ήτησατο  25 

"  δός  μοι  "  λέγων  *'  τόν  ξένον 

τόν  μή  έχοντα  που  τήν  κεφαλήν  αύτου  κλιναι• 

δός  μοι  τούτον  τόν  ξένον, 

δν  ό  μαθητής  ό  δόλιος  εΙς  θάνοττον  παρέδωχεν* 

δός  μοι  τούτον  τόν  ξένον,  30 

δν  ή  μήτηρ  όρώσα  |  έν  σταυρφ  κρεμάμενον, 

θρηνφδουσα  έβόα  και  μητρικώς  ήλάλαζεν: 


4  έ[ΐφ(ίνηθη.  —  9    βαοιλεΟς.  —  10   χατιφύσιν.  —  12    διαπαντός  ||  χινδυνίύοντας.  • 
18  θομίδίας. — 16  τέθηται. — 19  άφάρπάβαι. — 20  έξαιώνος*  ούς.— 27  αυτού  ΧΝίναι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  176  — 

οΐμοι,  ι  τβχνον  έμόν,  |  χαι  σπλάγχνον  μοο  γλοχότατον 
του  Συμεών  γαρ  ή  ρήσις  πεπλήρωται  ση{ΐ£ρον, 
λέγοντος  εν  τφ  ναψ: 

χαΐ  σου  μεν  τήν  χαρδίαν  |  ρομφαία  διελεύσεται, 
5  άλλ'  ή  χαρά  της  άνατεάαεώ;  σου  |  τον  θρηνόν  σου  μετέβαλεν* 

προσχυνώ  σου  τα  πά&η  χαι  τήν  άγίαν  άνάστααιν". 

ΚαΙ  νυν.  Ήχος  ^\ 
Συν  ταΐς  αλλαις  |  όλοφυρομέναις  |  γυναιξιν 
ή  σε  τεχοΰσα,  Χριστέ,  |  χαι  δάχρυσιν  συγχεχυμένη 

10  εν  τψ  τάφφ  σε  έπεζήτει• 

μη  ευρουσα  δε  το  αχραντον  σώμα  σου, 

έλεεινώς  θρηνούσα  ώδυρετο: 

οΐμοι,  Ι  τέχνον  έμον  |  που  μετετέ&γ^; 

πώς  δέ  χαι  έχλάπης;  |  γομνόν  έσμυρνισμένον, 

15  άλλ'  έγερθέντα  χατιδοΰσά  σε  |  τον  ώραιότατον  Κυριον, 

πρώτη  την  χαράν  |  ευηγγελίσατο  τοις  άποστόλοις  σου• 
με&'  ων  άχαταπαύστω;  βοώμεν  |  "  δόξα  εν  ύψι'στοις  θεφ 
χαι  έπι  γης  ειρήνη,  |  εν  άν&ρώποις  ευδοχια  ". 

Κα:  ευθύς    οί  ψάλται    τήν  δοζολογίαν   ευθύς    δρχεται   και  ό 
20   πατριάρχης    ςών    τω    χλήρω,    ποιουσιν    εϊσοδ(ον)    εις    τό  "Αγιον 
Βήμα,  και  αναβαίνει  ό  πατριάρχης  ε(ς  το  σύνθρονον   και  γίνεται 
καθέδρα  και  ψάλλου(σι)  το  τροπ(άριον)  τούτο  (ε(ς)  ήχον  β'. 

Ό  συνεχών  τα  πέρατα  |  τάφφ  συσχεθήναι  χατεδέξω.  Χριστέ, 
ϊνα  της  του  "Αδου  χαταιττώσεως  |  λυτρώσίβς  το    άνθρώπινον 
25        '      χαι  άθανατισας  ζωώσ^ς  ή  μας  |  ως  θεός  αθάνατος. 

ΚαΙ  μετά  τούτο  ψάλλου(σι)  τρεις  διάκονοι  τα  έπακουστά  έμ- 
προσθεν του  Άγιου  Τάφου,  Μετά  τήν  συναπτήν  ήχος  β'•  «'Ένεκε 
της  ταλαιπωρίας  των  τυτωχών  καΐ  των  στεναγμών  των  πενήτων, 
νυν  άναστήσομαι  λέγει  Κύριος  >.  Στίχ.  «Σωσόν  με,  Κύριε,  δτι 
30  έκλέλοιπεν  δσιος >.  — Έτερον  έπακουστόν  ήχος  δ'•  «Ανάστα,  Κύριε• 
βοήθησον   ήμϊν    καΐ    λύτρωσαι».  Στίχ.   «Συ  εΓ  αυτός    ό  βασιλεύς 

1  οΐμοι  II  σπλάγχνων.  —  2  ρήβηί.  —  4  χαρδία•  ρομφαία.  —  8  βυνταΐς  ||  όλοφυρωμέ- 
νβις.  —  10  έπεζήτη.  —  12  όδύρετο.  —  13  οΤμμοι.  —  14  εσμυρνησμένον.  —  15  άλλέγερ- 
Ι^έντα  ||  ώραιώτατον.  —  17  με^ών. — 24  λατρώβη.— 26  άθβνατήοας.  -28  τους  άναστενβγ- 
αους.— 80  έχ>νέλίπ(εν). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  177  - 

καΐ  6  θεός  μου».  Το  αυτό  προκείμενον,  ήχο^  δ'•  «Ανάστα,  Κύριε* 
βοήθησον  ήμΐν  καΐ  λότρωσαι  ήμδς  δνεκε  του  ονόματος  σου».  Στίχ. 
«Ό  θεός,  έν  τοις  ώσΐν  ημών  ήκούσαμεν». — Προφητείας  Ιεζεκιήλ 
το  ανάγνωσμα  (λζ',  1  — 14)*  «Έγένετο  έπ'  έμέ  χεΙρ  Κορίοο  και 
έζήγαγέν  με»  κτλ.  Τέλος*  «έλάλησα  κότΐ  ποιήσω  λέγει  Κύριος  δ 
Κύριος».  —  Προκείμενον,  ήχος  πλ.  β'.  «Άνάστη&ι,  κύριε  ό  θεός 
μοϋ•  υψωθήτω  ή  χείρ  σου*  μη  έπιλάθης  των  πενήτων  σου  εις 
τέλος».  Στίχ.  α'.  «Έςομολογήσομαί  σοι,  Κύριε,  έν  8λη  καρδία 
μου».  Στίχ.  β'.  «Εύφραν&ήσομαι  και  άγαλλιάσομαι  έν  σοί».  Εύ&ύς 
ό  απόστολος•  Προς  Κορινθίους  επιστολής  (Παύλου  το  ανάγνωσμα  10 
ε',  6  —  8)•  «Αδελφοί,  μικρά  ζύμη  βλον  τό  φύραμα»  κτλ.  Τέλος• 
«άλλ'  έν  άζυμοίς  είλικρινείας  και  άλη&είας».  — Προς  Γαλατάς 
έπ(ιστολής  Παύλου  τό  ανάγνωσμα*  γ',  13— 14)'  ^Χριστός  ήμα^  έςη- 
γόρασεν  έκ  της  κατάρας»  κτλ.  Τέλος*  «έπαγγελίαν  του  πνεύματος 
λάβωμεν  δια  της  πίστεως».  Ευθύς  αλληλούια,  ήχος  δ'.  Στίχ.  15 
«Άναστητω  ό  θεός  και  διασκορπισθήτωσαν  οι  εχθροί  αύτου,  και 
φυγέτωσαν  από  προσώπου  αύτοΰ  οί  μισουντες».  Εύάγγέλιον  κατά 
Ματθαίον,  κεφάλαιον  τνα ,  άνάγ(νωσμα)•  «Τω  καιρώ  έκείνω  τη 
επαύριον,  ήτις.  έστΙν  μετά  την  Παρασκευήν».  Τέλος*  « σφραγίσαντες 
τόν  λίθον  μετά  της  κουστωδίας»  (Ματθ.  κζ',  62—  65)*  Και  ευθύς  20 
μετά  τό  εύάγγέλιον    ψάλλομεν  στιχηρά  (εις)  ήχον  πλαγίον  β'. 

Την  σήμερον  |  μυστικώς 

ό  μέγας  Μωοης  προδιετυπουτο  λέγων 

"  και  ευλόγησεν  ό  θεός  την  ήμέραν  την  έβδόμην 

τούτο  γάρ  έστιν  |  τό  ευλογημένο  ν    σάββατον  "25 

αΰτη  έστΙν  |  ή  της  καταπαύσεως  ήμερα, 

έν  η  Ι  κατέπατ^σεν  από  πάντων  των  έργων   αυτού 

ό  μονογενή;  υΙος  του  θεοΰ 

δια  της  κατά  τόν  δάνατον  οικονομίας 

τη  σαρκΐ  σαββατίσας  30 

και  εΙς  δ  ην  |  πάλιν  έπανελΟών 

δια  της  αναστάσεως  έδωρήσατο  ήμιν 

4  επεμ.6.— 12  ειλιχ(>ινί2;. — 19 -αρασκευείν.  —  22  μυστικώς. — 2δ  γαρ  έστΙν. -29  δια- 

12 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  178  — 

ζωήν  την  αΐώνιον, 

ώς  μόνος  άγα&ος  και  φιλάνθρωπο;. 

Στίχος-  ήχος.  πλ.    β'.    «Έςέγεφον  την   δυναστείαν  σου  ι. 

Ίζ^τησατο  Ιωσήφ  |  το  σώμα  τοΰ  Ίησου 
5  χαι  άπε&ετο  εν  τω  καινω  αυτοΰ  μνημ^ίω• 

έδει  γαρ  αυτόν  έχ   τάφου,  |  ώς  έχ    παστάδος  προελθεϊν 

6  συντρίψας  χράτος  θανάτου  |  και  άνοιξας  ιώλας  παραδείσου 

άνθρωποι;,  δόξα  σοι. 

Στίχος•   ήχος  πλ.   δ'.    «Νυν  άναστήσομαι    λέγει   Κύριος*. 

10  Σήμερον  Ι  ό  "Αδη;  στενών  βοα•  |  '*  συνέφερε  μοι, 

εΐ  τον  εκ  Μαρία;  γεννηθέντα  μή   ί)πεδεξάμην• 
έλθών  γαρ  έπ'  έμέ  |  το  κράτο;  μου  Ιλυσεν 
πύλα;  γαλχάς   συνέτριψε* 
ψυχά;,  α;  κατεΐχον  το  πρίν,  |  Θεό;  ων   άνέστησε• 

15  δόςα,  Κύριε,  τω  σταυρψ  σου  και  τη  άναστάσει  σου  ". 

Δόξσ.  Ήχος  ττλ.  δ'. 
Σήμερον  |  ό  "Αδη;   στενών  βοα• 
"κατελύθη  μου  ή  εξουσία• 
έδεξάμην  θνητόν,  ]  ώσπερ  ένα  των  θανόντων 
20  τούτον  γαρ  κατέχειν  |  δλω;  ουκ  ισχύω, 

άλλα  πολλών  μετά  τούτου,  |  ων  έβασίλευον 

εγώ  ειχον  του;  νεκρού;  άπ'  αΐώνο;• 

άλλα  ουτο;  |  ιδού  πάντα;   εγείρει• 

δόξα.  Κύριε,  τω  σταυρψ  σου  και  τη  άναστάσει  σου. 

25  Ήχος  πλ.  δ'. 

Σήμερον  |  ό  "Αδη;  στενών  βοα' 

"κατεπόθη  μου  το  κράτο;• 

ό  ποιμήν  έσταυρώθη  |  και  τον  Αδάμ  άνέστησεν 

ώνπερ  έβασίλευον  έστέρημαι, 
30  χαΐ  οδ^  κατέπιον  Ισχυσα;,  πάντα;    έξήμεσα• 


5  μετά  το  «άπέΗετο»  εχουσι  τά  εντυττα  «αυτό»  ||  αύτοΰ. — 6  έχδ.  αέχ  του  τάφου  || 
παστάδος]  έκδ.  «του  τόχου»  ||  -ροελΙ^ών.  —  7  κράτος.  —  12  έπεμέ.  —  13  χαλχάς.  — 
14  τοπριν.— 19  έζδ.  «έδεςάμ-ην  γαρ»  ||  θανέντων.  —20  έχδ.  «χαι  'ΐΟΌτο^  χατέχειν». — 
21  πο/λώ  II  τούτον  ||  έχδ.  «αφαιρούμαι,  ών  έ,3ασίλευον»  ||  έβασίλευων.— 22  άτταιώνος. — 
28  ίδου.— 29  ονπερ  ||  έστέρρηρ.αι.     30  έξέιχεσα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  179  — 

εχενωσβ  τους  τάφους  6  σταυρωθείς• 
ούχ  ισχύει  του  θανάχου  το  κράτος• 
δόξα,  Κύριε,  τω  σταυρω  σου  και  τη  άναστάσει   σου 

Ευθύς  ό  διάκονος  τήν  αΤτηαιν    καΐ  άπολύ(ει). 


ΚαΙ  έν  τη  δευτέρα  ώρα  ΤΓ^ς  άγιας  ταύτης  ημέρας  έρχονται  5 
οί(-αί),  μυροφόροι  και  δρξουνται  πλύνειν  τάς  κανδήλας  και  άρτύσουν 
αύτάς  και  θήσουν  αύτάς  εσωθεν  του  παναγίου  και  ζωοποιού  Τάφου, 
παρόντος  του  πατριάρχου  και  του  άρχιδιακόνου  και  του  δευτερα- 
ρίου  και  παραμοναριου  και  τρεις  διάκονοι  και  ψάλται•  και  έν  τω 
πολεμείν  τό  έργον  αϊ  μυροφόροι,  ψάλλου(ν)  τον  κα(νόνα)  και  τήν  ίο 
άκολουθίαν  των  ωρών  συντόμως.  ΚαΙ  δταν  πληρώσουν  πλύνειν 
τάς  κανδήλας  και  άρτίζουν  αύτάς,  άρχε  Δόξα  ήχ(ου)  πλ.  β'• 
«Τήν  σήμερον  μυστικώς».  Ζήτει  αυτό,  δτι  προεγράφη  (σ.  177). 
ΚαΙ  ό  διάκονος  τήν  αιτησιν  και  άπο(λύει).  Και  τότε  κλειδόνει 
ό  πατριάρχης  τον  "Αγιον  Τάφον  και  λαμ|3άνει  τα  κλειδ(ία)  μετ'  15 
αύτοΰ,  και  τότε  σβήσουν  τάς  κανδήλας  του  ^αοο  δλ(ας)•  καΐ  ανα- 
βαίνει ό  πατριάρχης  εις  τα  Κατηχούμενα,  ϊνα  ψάλλη  τάς  ώρας 
αύτ(ου)•  και  δταν  γίνετ(αι)  ώρα  &',  σημ(αίνει)  και  κατ(α)β(αίνει), 
ϊνα  έπιτελί)  τήν  άκολουθίαν καθώς  συμφέρει  ή  ακο- 
λουθία είς  τον  έσπερινόν  και   ή  λειτουρ(γία).  20 


[Γίνεται]  ή  ακολουθία  οϋτως  τό  εσπέρας.  "Οταν  γίνετ(αι)  ώρα 
θ',  καταβαίνει  ό  πατριάρχης  συν  τω  χλήρω,  αλλαγμένοι  άσπρα,  είς 
τήν  Άγίαν  Άνάστασιν,  άνευ  φωταψία(ς)  και  θυμιατ(ου)•  και  τότε 
άρςουντ(αι)  τό  έσπερινόν  όπισθεν  του  Αγίου  Τάφου  έν  γαληνό- 
τητι.  «Εύλόγει  ή  ψυχή  μου».  Στιχολογ(ουμεν)  τό  «Μακάριος  25 
άνήρ>:  τό    «Κύριε  έκέκραςα»    ήχος  α'. 

7  αυτά  -Λαι  θ.  αυτά  ||  εΐ  εσω&(εν). — 11  δτχ/ || -λήνείν. — 12  αύτα. — 14  χ)νΐδώνει. — 
16  ίλεταυτοΰ. — 18  δταν. — 19  ίνα  επιτελεί  ||  μετά  τό  «άκολουθίανΛ  υπάρχει  οπή  ||  χαθώ; 
συίχφέρη.— 23  φωταυσία.  —  24  γαλινότητ(ι).  —  25  εύλογη  ή  ψυχή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  180  — 

Στιχηρά  αναστάσιμα  εΙς  το    «Κύριε    έκέκραςα».    ^Ηχος  α. 

Τάς  βσπερινάς  ήμχϋν  ευχάς  |  πρ'δσδεξαι,  άγιε  Κύριε, 

καΐ  ποίράσχοϋ  ήμίν  |  δφεσιν  αμαρτιών, 

δτι  μόνος  εΐ  ο  δείξας  |  εν  χόαμφ  την  άνάστασιν. 

5  Ήχος  α. 

Κϋχλώσατε,  λαοί,  Σιών,  |  χαι  περιλάβετε   αυτήν 
χαι  δότε  δόξαν  εν  αύτζ  |  τψ  άναστάντι  έχ  νεχρών, 
οτι  αυτός  έστιν  6  Θεός   ήμων 
ό  λυτρωσάμενος  ήμας  |  έχ  των  ανομιών  ημών. 

10  Ήχος  α', 

Δεΰτε,  λαοί,  ύμνησωμεν  |  χαι  προσχυνήσωμεν   Χριστφ, 

δοξάζοντες  αυτού  την  εκ  νεχρών  άνάστασιν, 

δτι  αυτός  έστιν  ό  θεός  ημών 

ό  εκ  της  πλάνης  του  έχΟρου  |  τον  χόσμον  λοτρωσάμενος• 

15  *Ανατολιχά.  Ήχος  α'. 

ΕύφράνΟητε,  ουρανοί*  |  σαλπίσατε,  τα    θεμέλια  της  γης• 

νοήσατε  τα  δρη•  |  ευφροσύνη• 

ιδού  γαρ  ό  Εμμανουήλ  τάς  αμαρτίας   ημών 

τψ  σταυρψ  προσήλωσε, 
20  και  ζωή  ν  ό  διδούς  |  θάνατον  ένέχρωσεν, 

τον  Άδαμ  άναστήσας,  |  ώς  φιλάνθρωπος. 

Ό  σταυρόν  εκουσίως  καταδεξάμενο;  Σωτήρ 
καΐ  ταφή  ν  ύπομείνας 

και  άναστάς  έν  νεκρών.  Χριστέ  ό  θεός  ημών, 
25  δλεσον  ώς  οίκτίρμων 

τών  βαρβάρων  τά  έθνη  τη  δυνάμει  σου 

και  σώσον  τους  δοξάζοντας, 

ευσπλαγχνε,  τήν  τριήμερόν  σου  άνάστασιν. 

Τφ  σαρκι  εκουσίως  |  σταυρωθέντι  δι'  ήμας, 
30  παθόντι  και  ταφέντι  |  και  άναστάντι  έκ  νεκρών 

ύμνησωμεν  λέγοντες• 

*'  στήριξον  όρθοδοξίαν,  |  τήν  έκκλησίαν  σου,  Χριστέ, 
και  είρήνευσον  |  τήν  ζωήν  ημών, 
ώς  αγαθός  και  φιλάνθρωπος. 

4  ξεΐζας.  —  18  ίδού.  —  23  ύί:ο[χεΐνας. — 25  ώλεσον. — 29    διή[χδς. — 32  όρθοδοξίαν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  181  — 

Τον  τψ  πατρί  σονάναρχον  |  χαΐ  σοναιδιον  Δόγον, 

τον  έχ  παρ&ενιχής  νηδυος  |  ααρχωθέντα    άφράστως 

χαΐ  σταυρόν  και  θάνατον 

δι'  ήμΛς  εχουσίως  χαταδβξάμενον  |  χαΐ  άναστάντα  εν  δόξη 

ί){χνηαώμεν  λέγοντες•  5 

"  ζωοδότα  Κόριε,  δόξα  σοι,  |  ό  σωτήρ  των   ψοχών  ημών  ". 

*0  βασιλεύς  των  ουρανών  δια  φιλανθρωπίαν 

έχων  έσταυρώ&η  και  έχων  ετάφη• 

τούτον  συναντήσας  |  ο  "Αδης  έπικράν&η• 

τούτον  έδέζαντο  αι  ψυχαι  τών  δικαίων  10 

Άδά|Α  ανέστη  |  Ιδών  τον  κτιστην   έν  τοις  καταχ&ονιΌις• 

ώ  του  θαυ{ΐατος  ! 

πώς  ή  ζωή  θανάτου  γεύεται; 

πώς  δέ  το  φώς  έν  "Αδη  έρχεται; 

πάντως  ώς   ήβουλήθη,  15 

ινα  φώτιση  κόσμων  χραυγάζοντα  και  λέγοντα 

"  ζωοδότα,  Ευριε,  δόξα  σοι  |  ο  σωτήρ  τών  ψυχών  ημών  ". 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  α\ 

Τήν  παγκόσμιον  δοξαν, 

τήν  έξ  ανθρώπων   σπάρε ισαν  20 

και  τον  δεσπότην  τεκουσαν, 

τήν  έπουράνιον  ττύλην, 

υμνήσωμεν,  Μαριάμ  τήν  παρθένον, 

τών  ασωμάτων  τό  ς^σμα 

και  τών  πιστών  τό  έγκαλλώπισμα-  ^& 

αυτή  γαρ  ανεδείχθη  ουρανός 

και  ναός  της  θεότητος• 

αυτή  τό  μεσότειχον 

της  έχθρας  καθελοΰσα 

βιρήνην  άντεισηξε  30 

και  το  βασίλειον   ήνέφξε• 

ταύτης  ούν  κατέχοντες 

της  πίστεως  τήν  αγκυραν 

ύπέρμαχον  εχομεν 

7  βασιλεύς  ||  ^ιαφιλανθρωπία.  —  16  φωτίσει. —  20  σπαρίσαν. — 21  τβχοΰσα.  —22  πά- 
λιν.— 23  έ%δ.  «Μαρίαν».— 24  άσμα. — 25  έγχαλώπισμα.  — 28  μεσώτειχον. — 30  άντβί- 
σηξε.— 33  άγχηραν. — 34   εχωμεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  182  — 

τον  εξ  αυτής  τε/δέντα  Κόριον 
Οαρσειτε  τοίνυν, 
δαρσεϊτε,  λαός  τοΰ   θεοΰ* 
χαΐ  γαρ  αυτός  πολεμήσει 
6  τους  έχΙ)ρούς,  ως  φιλάνθρωπος. 

Ευθύς  γίνεται  είσοδος  και  το  «Φως  ίλαρόν»,  και  γίνεται  κα- 
θέδρα. Ό  ψάλτης  προκείμενον  €Ό  Κύριος  έ^Λσίλευσεν,  εύπρέ- 
πειαν  ένεδύσατο».  Στίχος•  «Ένεδύσατο  ό  Κύριος  δύναμιν  και 
περιεζώσατο».   Στίχ.    «Και  γαρ  έστερέωσε   την  οίκουμένην,    ί^τις 

10  ου  σαλευθήσεται».  ΚαΙ  τότε  αρχ(ονται)  οί  άναγνώ(σται)  άναγινώ- 
(σκειν)  τάς  προφητ(είας)  τάς  ιε'  ούτως,  α'  «Έν  άρχη  έποίησεν 
ό  θεός  τον  ούρανόν  και  την  γην».  Τέλος•  «και  έγένετο  πρωί 
ημέρα  μία»  (Γεν.  α',  1  -  5).— β'  Ήσαίου  (ξ',  1—16)•  «Φωτίζου, 
φωτίζου  ή  νέα  Ιερουσαλήμ».  Τέλος•  «και  εξαιρούμενος  σε  ό  θεός 

15  Ισραήλ». — γ'  της  Εξόδου  το  (άνάγ>>ωσμα•  ιβ',  1  — 11)•  «Ειπεν 
Κύριος  προς  Μωσην  ό  μήν  οοτοςι>.  Τέλος•  «και  εδεσθε  αυτό 
μετά  σπουδής•  πάσχα  Κυρίου*.  Εύ&υς  προκείμενον,  ήχος  γ'• 
«Κύριος  φωτισμός  μου  και  σωτήρ  μου,  τίνα  φοβη&ήσομαι>;  Στίχ. 
«Κύριος   υπερασπιστής  της  ζωής  μου  άπό>: — δ'  Ίωνα  τό  άν(άγνω- 

20  σμα•  α' — δ')•  «Έγένετο  λόγος  Κυρίου  προς  Ίωναν  τόν  του  Άμαθι 
λέγων»•  Τέλος•  «ή  άριστεράν  καί  κτήνη  πολλά». — ε'  Ίησου  του 
Ναυή•  «Παρενέβαλον  οί  υιοί  Ισραήλ  έν  Γαλγάλοις».  Τέλος•  «και 
έποίησεν  Ίησους  ούτω».  —  ς'  της  Εξόδου  τό  άνά(γνωσμα•  ιγ', 
20 — ιε',  19)•   «Έξάραντες  υιοί  Ίσράηλ  εκ  Σοκχώθ».  Τέλος•    «οι 

2δ    δε  υίοι  Ισραήλ  έπορεύθησαν  δια  ξηράς  έν  μέσω   της  θαλάσσης». 

Έν  ταύτη  τη  προφητεία  οφείλει  ϊστανται  οι    δύο  χοροί,    καΐ 

ιστανται  μέσον  αυτών  τρεΤς  ψάλται•   και    δταν    πληρωθη  έως  τό 

""'Ασωμεν    τω  Κυρίω",    νά  τό    ψάλλουν  αυτό    οί  τρεις    ψάλται• 

και   άποκρίνουσιν  αυτών  (=  αύτοΐς)  οί  δυο    χοροί    "  Ένδόξως    γάρ 

30    δεδόξασται"•  και  οϋτως,  §ως  δτου  λέ(γουσιν)  "οί  δε  οίοι  Ισραήλ '\ 


2  έχδ.  «&α(>σείτω».— 3  έχδ.  «δαρσείτω.  — 4  -ολεμεΐσει.  -  5  έχδ.  «π(ΐντοδύνα[χο;».— 
8  εοΐτρέπεία  άνεδύσατο. —  11  αρχή•  —  13  ήσαΐου.--16  έδεσθαι  αυτόν  ||  σπουδής. — 
22  νουΐ. — 24  οοχώθ. — 26  όφείλη.— 27  μέσων.— 28  νατό  ψάλλουν  αυτά. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  183  — 

είτα  λέγ(ουσιν)  ''  "^^σωμεν "  εΙς  τ(όν)  ήχον  β'. — ζ'  Ευι)ύς  ό  ανα- 
γνώστης* Προφητείας  Σοφονίου  το  άνάγνωσμια  (γ',  8  —  15)•  «Τάδε 
λέγει  Κύριος•  υπόμεινόν  με  εις  ήμέραν  αναστάσεως  μου  εις  μαρ- 
τύρων».  Τέλος•  «χα ι  ουκ  δψη  κακά  ούκέτι». — η'  Βασιλειών  τό 
ανάγνωσμα  (Γ',  ιζ',  2 — 24)•  «Έγένετο  ρήμα  Κυρίου  προς  Ήλιου  ^ 
λέγον».  Τέλος•  «καΐ  ρήμα  Κυρίου  έν  τω  στόματί  σου  άληθι- 
νόνι. — θ'  ΉσαΓου  το  (άνάγ^;ωσμα•  ξα',  20  -ζβ',  5)'  «Άγαλλιάσθω  ή 
ψυχή  μου  έπι  τω  Κυρίω».  Τέλος'  «ούτως  εύφραν&ήσεται  Κύριος 
έπί  σοί>.  — 1'  Γενέσεως  το  (ανάγνωσμα•  κβ',  1 — 18)*  «Ό  θεός 
έπείραζεν  τον  Αβραάμ  και  εΤπεν  προς  αυτόν».  Τέλος»  «άνθ'  ων  10 
ύττήκουσας  τής  έμής  φωνής».  —  ια'  Προφητείας  ΉσαΓου  το  ανά- 
γνωσμα (ξα',  1  — 10)•  «Πνεύμα  Κυρίου  έπ'  έμέ,  ου  εϊνεκεν 
εχρισέν  με>.  Τέλος*  «και  ευφροσύνη  εύφρανθήσονται  έπι  Κύ- 
ριον». — ιβ' Βασιλείων  το  (ανάγνωσμα•  Δ',  δ',  8  —  37)*  «Έγένετο  15 
ήμερα  και  διέβη  Έλισαιέ».  Τέλος•  <και  ελαβεν  τόν  υίόν  αυτής 
και  έζήλθεν». — ιγ'  Προφητείας  ΉσαΓου  τό  άνά(γνωσμα)•  «Τάδε 
λέγει  Κύριος•  που  έστιν  ό  άναγαγών».  Τέλος*  «και  των  οδών 
σου  μνησθήσονται».  —  ιδ'  Προφητείας  Ιερεμίου  τό  ανάγνωσμα 
«Τάδε  λέγει  Κύριος•  ιδού  ήμέραι  έρχονται».  Τέλος*  «ου  μη  .-20 
μνησθώ  ετι». — ιε'  Προφητείας  Δανιήλ  τό  άνά(γνωσμα*  γ',  1  κέ)• 
«Έτους  όκτωκαιδε*χάτου».  Τέλος•  «αίνούμεν  εύλογουμεν  προσκυ- 
νουμεν  τον  Κύριον». 

Και  οφείλει  δε  πάλιν  ιστανται  οι  δύο  χοροί  και  δτεροι  τρεΤς 
ψάλται,  ϊνα  ψάλλωμεν  τό  "Ευλογείτε  πάντα  τα  έργα  Κυρίου  τον  25 
Κύριον"  (εις)  ήχον  πλάγιον  α'*  και  άποκρίνουσιν  οι  δύο  χοροί 
"Τμνεΐτε  και  ύπερυψουτε  αυτόν  εις  τους  αιώνας"*  και  ούτως, 
δως  τέλους  τής  προφητείας.  ΚαΙ  μετά  τούτο  ευ&ύς  είσέλθη  ό 
πατριάρχης  εις  τό  "Αγιον  Βήμα  και  ρογεύει  τό  θυμίαμα  τών  μη- 
τροπολιτών καΐ  επισκόπων  και  πρε(σ^3υτέρων),  και  άρςουνται  θυμιά-    3ϋ 


2  σοφωνίοϋ, — 4  ου  κόψη.  —  6  λέγων  ||  ήσαΐοο.  —  11   άνΒών    έπήκουβας  ||  ήσαίου.  — 

12  επεμέ  II  ηνεχεν. — 17  ήσ^ΐου.— 20  ίδου. — 22  οκτώ  και  δεκάτω.  —  24  ιστανται  8Ϊ0.— 

τ 
2δ  ψά>.ωμ(εν). — 30  άρξουν  θυμιιάσιν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  184  — 

σειν  αυτός  καΙ  οι  αρχιερείς  και  ιερείς  μετ'  α{)τοο  θυμιάσου(ν) 
τον  ναόν  εςωι^εν  του  Άγιου  Τάφου,  χαΐ  κυκλόνουν  αυτόν  γ'  φο- 
ράς• καΐ  αυτός  κεκλεισμένος*  ομοίως  καΐ  6  ναός  τρεις  φοράς. 
Εύ^υς  έξέλθουσιν  και  άναβαίνου(ν)  εις  τόν  "Αγιον  Γολγοθαν  μετά 

5  τό  θυμιάσειν  κάτωθεν,  ομοίως  και  τόν  "Αγιον  Κήπον  καΐ  τόν 
"Αγιον  ΚωνσταντΤνον  και  τήν  'Αγίαν  Φυλαχήν,  Ιως  ου  ελθωσιν 
εΙς  τήν  πύλην  της  Άγιας  Αναστάσεως,  τ^  καλείται  ή  Πύλη  των 
Μυροφόρων.  Τότε  παραλαμβάνουσιν  οι  ύποδιάκονοι  τους  θυμια- 
τούς  έκ  των  αρχιερέων  και  ιερέων,   και  εισελεύσονται  δλοι  εις  τό 

10  'Άγιον  Βήμα,  και  δρξε(ται)  ό  πατριάρχης  τό  "Κύριε  έλέησον", 
εκτενώς  και  ακαταπαύστως•  και  τότε  έςελθ(η)  ό  πατριάρχης  έχ 
του  Βήματος  αυτός  τε  και  ό  άρχιδιάκο(νος)  και  ό  πρωτοδιάκω(ν) — 
χρατουσιν  τάς  χεΓρας  αυτού  Ινθεν  χαί  ένθεν  —  και  προπορεύεται 
έμπροσθεν  αυτών    (ό)  σακελλάριος  και  άκολουθ(εΐ)  αύτώ  όπι'σω  ό 

15  παραμο(νάριος)  και  6  καστρίσιος•  και  τότε  πίπτει  ό  πατριάρχης 
έμπροσθεν  του  'Αγίου  Βήματος  έπι  πρόσωπον,  εις  τό  έδαφος,  χαι 
δεηθη  μετά  δακρύων  ύττέρ  τών  του  λάου  άγνοημάτων  και  εκτείνει 
τάς  χεΓρας  αύτου  προς  τό  υψος.  ΠοιεΓται  ούτως  τρίς,  χαΐ  οι  συν 
αύτώ  ομοίως-  και  ό  λαός  τό    "Κύριε  έλέησον"    με  φωνάς    άδια- 

20  λείπτως.  Και  τότε  εν  τω  είσελθεΐν  ό  πατριάρχης  είς  τόν  "Αγιον 
Τάφον  και  οι  μετ'  αύτου,  πίπτει  έπι  πρόσωπον  τρις  χαι  δεηθ(η) 
και  παρακαλεί  περί  εαυτού  τε  και  του  λαοο'  χάΙ  τότε  αψει  έκ 
τό  αγιον  φως  και  δίδει  εις  τ(όν)  άρχιδ(ιάχονον),  και  ό  άρχιδιά- 
κω(ν)  τω  λαώ*  και  μετά  τούτο    εύγένει  ό  πατριάρχης  χαι  οι  συν 

25  αύτώ,  ψάλλοντ(ες)  στιχηρόν  ήχου  α'.  Ευθύς  λιτή  εις  τόν  "Αγιον 
ΚωνσταντΤνον. 

Φοη{!1οϋ  φωτίζοϋ  ή  νέα  Ιερουσαλήμ- 
ή  γάρ  δόξα  Κυρίου  έπι  σε  ανέτειλε• 
χόρευε  νυν  χαι  άγάλλου   Σιών, 

μ- 
ι  μ-εταυτου.  —  2    κυκλώνουν   αύτώ  γ'  φοράς.  —  3   χε7ί).ησ  ||  φοράς.  —  5  θυμιάσειν] 

θυμιάσουν.  —  6  χωνιταντίνον. —  7  πύλιν  ||  ή]  δν. — 9  ολη. — 13  χείρας. — 14    εμπροσί^εν 

ε' 
αύτον  ||  σαχελά(ρ'.ος)  ||  ό-ίσω.-  16  βήματος  ||  εισ-εδάφους.  —  18    χείρας  ||  τρεις.  —  19  μ 

φωνας  αδιαλή^τως. — 21  μεταυτου  ||  τρεις. —  24  εύγένη  ||  συναυτώ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  185 


σο  δε  αγνή  τέρποο   Θεοτόκε 
εν  τή  έγέρσει  του  τόκου    σου. 

Στίχ.    «ΣοΙ  πρέπει    ύμνος,  ό  θεός,   έν  Σιών  καΐ  σοΙ  άποδο- 
θήσεταί  ευχή  έν  Ιερουσαλήμ».   ^Ηχος  α'. 

Φωτίζου  φωτίζου  ή  νέα  Ιερουσαλήμ*  5 

ή  κει  γαρ  σοι  το  φως 

και  ή  δόξα  Κυρίου  έπι  σε  άνατεταλκεν 

τούτον  τον  οίκον  ό  πατήρ  φκοδόμησε• 

τούτον  τον  οΐκον  ο  υιός  έστερέωσεν 

τούτον  τον  οΐκον  10 

το  ιτνευμα  το  άγιον  άνεκαίνισεν, 

το  φωτίζον  και   στηρίζον 

και  άγιάζον  τάς  ψυχάς  ημών. 

Στίχ.  «Έπαίνει,  Ιερουσαλήμ,  τον  Κύριον  αΡνει  τον  θεόν 
σου»:  Ψάλλουντ(αι)  οι  δυο  χοροί  κατά  στίχον  τό  «Φωτίζου  φω-  15 
τίζου  ή  νέα»,  καΐ  ούτως  ψάλλομεν  τό  «Αινείτε  τον  θεόν  έν 
τοις  άγίοις  αύτου»,  «Δόςα  τω  πατρί  και  τω  υίω  και  τω  άγίω 
τυνευματι»•  καΐ  ούτως,  έως  ου  πληρώσεν  τους  τρεις  ψαλμ(ους)  δως 
του  Αγίου  Κωνσταντίνου  μετά  λα(μ)π(ά)δ(ων).  Ευθύς  τό  "  Καταξί- 
ωσον,  Κύριε,  τη  εσπέρα  ταύτη»•  και  μετά  τό '^Καταζίωσον "  ψάλ-  20 
λομεν  στιχηρά  ήχου  [βίο],  προς  τό  «"Ώ  του  παραδόξου  θαύματος». 

Φως  έσπερινόν  έπέλαμψεν  |  τοις  έν  σκότει  πάσιν, 

μυστικώς  προάγγελον,  |  του  πάσχα  ή  προπομπή 

και  της  έγέρσεως-  (  Ιδου  γαρ  ως  ό  ύπνων 

εκ  των  νεκρών  έξανίσταται  Κύριος,  25 

τάς  πύλας    και  τους  μοχλούς 

τη  θεΐκη  δυναστεία  συντρίψας  Χριστός, 

και  ανακαινίζει  πάντας  |  ως  θεός  αθάνατος 

τους   έν  "Αδη  φθαρεντας, 

του  θανάτου  καθελών  τήν  ισχύν.  30 

Στίχ.    «Φως  ανέτειλε  τω  δ'.καίω  καΐ  τοις  εύθέσι  τη  καρδία >. 


αι  τ 

3  σιών. — 6  ήχει.— 11  άνεκενίσεν.  -12  φωτίζων.— 13  άγιάζων.  —  15    ψάλουν    (  = 

ψάλ).ουσιν)  II  χοροί  ?]  φαλ[χοΊ  II  χατασ-ι. — 16  ψάλμιοι. — 18  τάς  τρεις  ψαλ.-~20  της  εσπέ- 
ρας ταύτης.  —  23  προάγγελος•  τό  πάσχα.  —  25  ίδου.  —  30  χαθελών.  —  31  τη  χαρδία] 

τη  χάρε: 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  186  — 

"ΟμΟίΟν. 

Έλαμψεν  ήμιν  ή  πάμφωτος  |  και  σεπτή   εσπέρα 
της  Χρίστου  έγέρσεως,  |  φωτίζουσα  |Αυστικώς 
τον  χόσμον  σήμερον,  |  των  ζώντων  και  των  νεκρών 
5  προς  εύφροσύνην  φαιορύνουσα  πνεϋ[ΐατα• 

διό  Κυρίω,  πιστοί,  |  πνευματικήν  έορτήν  έορτάσωμεν, 
ώς  απολυθέντες  σκότους  |  και  φωτι  της  γνώσεως 
τάς  ψυχάς  έλλαμφΟέντες  |  της  ενδόξου  αναστάσεως. 

Στίχ.  «Έν  τω  φωτί  σου  όψομε&α  φως*  παράτεινον  το  ελεός  σου  ι. 

10  Όμοιον. 

Ιερουσαλήμ,  φαιδρύνΟητι*  ί  ή   Σιών,  εύφραίνου• 
ουρανοί,  άγάλλεσθε•  [  ή  γη   και  τα  εν  αύτη, 
ανακαινίζεστε*  |  απόστολοι  του  Χρίστου 
συν  μυροφόροις  τψ  τάφψ  προφθάσατε• 

15  κηρύξατε  πανταχού  |  την  εκ  νεκρών  του  Σωτηρος  άνάστασιν, 

και  ιτνευματικήν  ό  κόσμος  |  έορτήν  εόρταζε, 
του  Σαββάτου  έσπέραν,  |  ώς  το  πάσχα  προεκλάμπουσαν. 

ΕΙς  το  Δόξα  ήχος  α'•  «Ό  |3ασιλεύς  των  ουρανών  |  δια  φι- 
λανθρωπίαν  ,  εκών  έσταυρώθη  και  εκών  ετάφη.  Ζήτει  εις  τό  «Κύριε 
20  έχέχραξα;^•  γέγραπται  (σ.  181).  Και  ευθύς  τό  «Νυν  απολύεις».  Κάθι- 
σμα άπολ(υτίκιον).^  ήχος  α'•  «Του  λίθου  σφραγισθέντος  υπό  των  Ιου- 
δαίων και  στρατιωτών».  Είτα  δίδει  εύχήν  ό  πατριάρχης  χαι  ανέρ- 
χεται εν  τω  Φωτιστηρίω,  ?να  βαπτίση,  χαι  πάλιν  υποστρέφει  είς 
τον  "Αγιον  Κωνσταντΐνον  χαι  αρζεται  ή  λειτουγία. 


2δ  Ακολουθία    της  λειτουργίας    εΙς  τον  "Αγιον  Κωνσταντΐνον. 

Στιχ(ηρόν)  είς  τ(ήν)  εϊσοδ(ον)•  ήχος  πλάγιος  δ'•  «Ό  δγγελός 
σου,  Κύριε,  ό  την  άνά(στασιν) » :  Ευθύς  Δόξα,  ήχος  πλάγιος  β'• 
τό  χονδάχιον. 

9  τταρατειν.  —  14  σομμοροφόροις  τον  τάφον.  —  18  εις  τό  δόξα]  εΐβ  ο^  Χ. — 
19  διαφιλατνθρωπίαν•  έχων  ||  έ%ών.— 20  γέγραπται  ?]   4.β/ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  187  — 

Την  α|3υσσον  ό  χλείσας  νεκρός  έράται 

και  σ|χύρνη  χαι  σινδόνι  ένειλημενος 

εν  μνημείφ  χατατί&εται  ως  θνητός  ό  ά&άί^ατος' 

γυναίκες  δε  αυτόν  ήλβον  [χυρίααι. 

χλαίουσαι  πιχρώς  χαΐ  έχβοώσαι  "•  5 

"  τούτο  το  Σά,3|3ατόν  έστιν  |  τό  υπερευλογημένον, 

εν  φ  Χριστός  άφυπνώσας  |  άναστησεται  τριήμερος  ". 

ΚαΙ  άντΙ  τό  τρισάγιον  λ6(γομ6ν)•  «"Οσοε  εις  Χριστόν  έ|3α- 
πτίσθητε,  Χρεστόν  ένεδύσασθε*  αλληλούια».  Κάί  ευθύς  προχείμε- 
νον,  ήχος  πλάγιος  δ'*  «Πάσα  ή  γη  προσκυνησάτωσάν  σοι  και  ψα-  10 
λάτωσάν  σοι».  Στίχος•  «Άλαλάςατε  τω  Κυρίω  πάσα  ή  γη>.  Προς 
Τωμαίοϋζ  (επιστολής  Παύλου  τό  ανάγνωσμα•  ς',  3-11)•  «Αδελφοί, 
δσοι  εις  Χριστόν  έ^ϊατιτίσθημεν,  εις  τόν  θάνατον  αύτοΰ  έ(3απτίσθη- 
μεν»  κτλ.  Τέλος*  «ζώντας  δέ  τω  θεω  έν  Χριστώ  Ίησου  τω  κυ- 
ρίω ημών».  ΆντΙ  τό  *"Αλληλούια"  λέ(γομεν)  τούτο  τό  στιχηρίν  15 
ήχος  ^αρύς•  «Ανάστα  ό  θεός  κρίνων  την  γήν».  Στίχ.  «Ό  θεός 
έστη  έν  συναγωγή  θεών,  έν  μέσω  δέ  θεούς»:  Ό  ^'  των  διακό(νων) 
άνα(γινώσκει)  τό  εύα(γγέλιον).  Έκ  του  κατά  Ματθαίον  αγίου  ευαγ- 
γελίου (κη',  1  -  7)•  «'Οψέ  σαββάτων  τη  έπιφωσκούση».  Τέλος*  «έκει 
δψεσθε  αυτόν».   Στιχηρόν  ψαλλόμενον  εις  τα  άγια*  ήχος  α'.  ^ 

Της  λαμπρας  και  ενδόξου  εορτάσιμου  αναστάσεως 

τα  σύμβολα  μαθουσαι  αΐ  του  Κυρίου  μαθήτριαι, 

ταύτα  τοις  άποστόλοις  εύηγγελίζοντο  λέγουσαι• 

"  μηχέτι  χρόπτεσ&ε, 

άλλα  κηρύξατε  του  Σωτηρος  την  τριήμερον  εγερσιν  ^^ 

τόν  "Αδη ν  έσχύλευσεν  )  και  ήμίν  έδωρήσατο 

άφΟαρσίαν  και  ζωήν  και  άνάστασιν, 

ώς  αγαθός  και  φιλάνθρωπος  ". 

Στίχ.    «Έξέγειρον  την  δυναστείαν  σου  και  έλθέ»:  και  αντί  τό 
χερουβιχόν,   στιχηρόν  (εις)  ήχον  πλάγιον  δ'.  30 

Έξηγέρθης,  Χρίστε,  έκ  του  μνήματος 

ώς  δυνατός  και  κατησχυνας  τους  μισοΰντάς  σε* 


2  ένειλημμένος. — 17  συναγωγή  ί)ών  ||  δΐ(χκώ(νων). — 19  σα|3βάτον  τη  έπιφοσκούσε(. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  188  — 

ητησαν  γάρ  Πιλάτψ  περιφρούρησα  ι  το  9ώ{χά  σου, 
χαΐ  σφραγίδας  τψ  λί&ψ  επεθηχαν 
χαΊ  φολαχάς  χατέστησαν 
ώ  της  αυτών  πωρώσεως ! 
5  άχοντες  |  τήν  άνάστασιν  υπέδειξαν 

μή  θέλοντες  ήμας  ευηργέτησαν  |  τους  εις  σε  πιστεύοντας• 
ώσπερ  γάρ  προήλ&ες  εν  χόσμ^ρ 
χαΐ  της  παρθένου  τήν  μήτραν  |  έτη  ρη σας  άφβορον, 
ούτως  χαι  έχ  τάφου  ανέστη  ς,  |  έσφραγισμένου  του  λί&ου, 
10  δειχνυων  την  δεότητα• 

πάντες  ου  ν  έπαγαλλόμενοι   βοή  σωμέ  ν 

"  έξελου  τον  λαόν  σου,  φιλάν&ρωπε, 

έχ  χειρός  τών  βαρβάρων  των  πολέμου ντων  ημάς 

χαι  σώσον  τάς  ψυχάς  ήμων  ". 

15  Και    τότε    ορίσει    ό  πατριάρχης    τω  πρα>τοπ(α)π(α)   έπιτελείν 

τήν  λειτ(θϋ)ρ(γ(αν)  χαι  καταβαίνει  ό  πατριάρχης,  ίνα  λειτουργηθεί  εις 
τον  "Αγιον  Τάφον,  έσωθεν,  επί  τον  "Αγιον  Λίθον.  Και  τότε  ει- 
σελεύσεται  ό  πατριάρχης  και  ό  άρχιδιάκονος  είς  τον  "Αγιον  Τάφον 
έπιτελείν  τήν  λειτουργών  Ιακώβου•  ούτως  άρχεται  λέγων  ό  άρχι- 

20  διάκω(ν)*  «Σοφία•  όρθοι  άκούσωμεν  του  αγίου  ευαγγελίου».  Και 
ό  πατριάρχης  άναγινώσκει  το  εύαγγέλιον.  Έκ  του  κατά  Ίωάννην 
(κ',  1  —  18)•  «Τη  μια  τών  σαββάτων  έρχεται  Μαρία  ή  Μαγδαληνή». 
Τέλος•  «και  ταύτα  ειπεν  αύτη».  Είτα  τα  άγια,  κα&ώς  έμπροσθεν. 
Κοινωνικόν    «Σώμα    Χρίστου    μεταλάβετε•   πηγής  αθανάτου  γευ- 

2δ  σασθε  και»:  Αλληλούια*  ήχος  πλάγιος  β'•  «Έξηγέρθη,  ώς  ό  ύτυνών, 
Κύριος  και  ανέστη  σώζων  ήμας».  Αλληλούια.  Ευχή  της  απολύ- 
σεως:— όπισθ(άμβωνος): — Τω  άγίω  και  μεγάλω  Σαββάτω:  — 

«Ό  το  μέγα  κήτος  χειρωσάμενος  θεός  καΐ  έν  τη  καρδία  της 
γης  τον  άποστάτην  δράκοντα  συνθλάσας,  τόν  νουν  τον  μέγαν  τών 

30   Άσσυρίων,  και  τάξας  αυτόν  είς  το  καταπαίζεσθαι*  ό  τόν  θάνατον 


2  σφραγίδας.  —  3  πορώιεως.  —  15  όρήσει  ||  τό  ||  επιτελή. — 16  λειτουργήσει. — 19  έπι 
τελή  II  *Ιαχώι3ου]Γρώτον  εγραψεν  6  χα)^αγράφος:  «Ιωάννου  του  Χρυσοστόμου»*  είτα  δ* 
έξωβελίσα;    ταΰτα    εγραψεν  επάνω    το    «ιαχώβου». — 23  χα^^ώς  εμ7:οροσθ(εν). — 24  χοι- 

ώ 
νωνιχ.     27  όπισ^>: — 30  άσυρίων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  189  — 

θριαμβεύσας  χαΐ  τους  δεσμούς  αύτου  διαλύσας,  ό  το  σκότος  φω- 
τίσας  καΐ  τά  χεκρυμμένα  δημοσιεύσας,  ό  τόν  Διάβολον  χαταισχύ- 
νας  χαΐ  της  ειδωλολατρείας  την  άπάτην  έχ  γης  έξορίσας,  ό  πύ- 
λας  χαλχας  συντρίψας  χαΐ  τάς  συνεχομένας  αγίας  ψυχάς  εξ  "Αδοο 
κατωτάτου  έλευδερώσας,  συντριψον  τά  βέλη  του  πονηρού  τά  πε-  5 
πυρωμένα•  ύμνητάς  ήμας  των  παθημάτων  σου  ποίησον,  ϊνα  χαΐ 
της  δ^ίζης  τυχόντες  της  έχ  νεκρών  σου  αναστάσεως  δοξάζωμέν  σε 
τόν  πάντων  αγαθών  δοτηρα  χαί  αΓτεον,  συν  τώ  άνάρχω  σου  πα- 
τρί  χαΐ  τω  παναγίω  και  ζωοποιω  σου  ττνεύματι,  νυν  χαΐ  αεί  χαΐ 
εις  τ(ούς  αιώνας  τών  αιώνων   αμήν).   Και  ευθύς  άπολύ(ει).  10 

Και  δταν  πληρώμεν  την  θείαν  λειτ(ουργίαν)  έπι  τό(ν)  "Αγιον 
Αίθον  και  άπολύ(ωμεν),  απομένουν  δε  οι(-αΐ)  μυροφόροι,  έλθόντες  εις 
τον  πανάγιον  και  ζωοποιόν  Τάφον^  και  θυμιάζουν  και  μυρίζουν 
αυτόν  καΐ  8τε  εξελθόντες  έχεΐι^εν  και  πας  ό  λαός  έκ  τον  ναον, 
κλειδόνου(ν)  τόν  ναόν  και  ουκ  απομένει  έκεΤ  ουδέ  εΤς,  καΐ  μένει  15 
ό  ναός  ούτως  κλειδωμέν(ος),  δως  ου  καταβαίνει  ό  πατριάρχης  σύν 
τω  κλήρω  όρθρου   βαθέος. 


ψ  ΑΚΟΑΟΪΘΙΑ  ΤΗΙ  ΑΓΙΑΙ  ΚΑΙ  ΜΕΓΑΑΗΙ 
ΚΪΡΙΑΚΗ1  ΤΟϊ  ΠΑΣΧΑ. 

Εις  τον  δρθρον  συνάγεται  ό  κλήρος  δλος  εις  το  Πατριαρχεΐον,  20 
εις  το  Σέκρετον,  και  αλλάζει  ό  πατριάρχης  και  ό  κλήρος  στολία 
λευκά,  καΐ  νά  εν(=εναι)  δρθρ(ος)  βαθ(ύς).  Ευθ(ύς)  κάθετ(αι)  ό 
πατριάρχης  καΐ  ρογευει  τά  κερία,  και  θυμιάζει  αυτούς  υπ(ο)διάκο- 
(νος)  και  δροσίζει  πάντας  ροδόσταμα.  ΕΤτα  ατττουν  τά  κερία  και 
βαστάζετ(αι)  ό  δευτεράριος  τόν  σταυρόν  καΐ  β'  κερία  Ιμπροσθεν  25 
του  πατριάρχου  και  λαμπ(ά)δ(α),   και  ούτως  λιτανεύοντ(αι)  έπι  την 


1  θριαμέμιρσας.— 3  ά-άτην.— 4  χα>Λβς.— 6  ύμνητας.— 7  της]  την  ||  δοςάζομεν.  — 
11  δταν  ||  ή  θεία.  —  12  οί  μ.  έλθόντες  βίο.  —  14  αυτών.  —  15  χλιδώνου  τόν  ναον  %α\ 
ούχαπομένη.— 16  χ>χηδώ{ΐεν\— 17  βαθέως.  —  20  δλω(ς). -21  σέχριτον.— 22  ναέν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  190  — 

Άγίαν  Άνάστασιν,  ψάλλοντ(ες)  <ΐ"ΐχ(ηρί»ν)  ήχ(ου)  πλ(αγίου)  δ'. 
«Ό  άγγελος  σου,  Κύριε,  ό  την  άνάστασιν  χηρύςας»•  καΐ  το  χον- 
δ(άχιον  εις)  ήχον  πλ(άγιον)  δ'•  «Ει  χαΐ  έν  τάφω  κατήλθες».  Και 
ούτως,    §(ος    ου    ελθωμεν    εις    την   Βασιλιχήν  Πύλην  της  "Αγίας 

Γ)  Αναστάσεως,  και  αϋτη  κεκλεισμ(ένη).  Ευθύς  λέ(γει)  ό  άρχιδιά- 
κω(ν)  μ'εγ'ά)λ(7])  φωνή*  «Εύλογησον  δέσποτα».  Λέγει  ό  πρωτο- 
παπάς έχφώ(νως)'  «Δόςα  τη  αγία  καΐ  όμοουσίω  και  ζωοποιω 
τριάδι  πάντοτε,  νυν  και  άει  και  εις  τους  αιώνας  των  αιώνων 
αμήν».  Και  ευθύς    λέγει  ό  πατριάρχης  φωνή  λαμπρά*    «Άναστά- 

10    σεως    ημέρα  |  και    ή  αρχή    δεςιά,  |  και  λαμπρυν&ώμεν  τη  πανη- 
γύρει  |  και  αλλήλους  περιπτυξώμε?)α » .    ΤρεΤς    ψοράζ.    Είτα  λέγει 
«Είπωμεν,   αδελφοί,  καΐ  τοις  μισουσιν  ήμας  |  συγχωρήσωμεν  πάντα 
τη  άναστάσει  |  και  οδτως  βοήσωμεν  |  Χρίστος  ανέστη  έκ  νεκρών  | 
ι>ανάτω   θά>>ατον  πατήσας  |  και  τοΤς  έν  τοΤς  μνήμασιν  ζωήν  χαρι- 

15  σάμενος».  Και  άποκρινεΐ  αύτώ  6  κλήρος*  €  Χριστός  ανέστη  έκ 
νεκρών».  Και  6  πατριάρχης  λέγει*  «Άναστήτω  ό  θεός  και  δια- 
σκορπισθήτωσαν  οι  έχι^ροί  αύτου,  καΐ  φυγέτωσαν  άπό  προσώπου 
αύτου  οι  μισουντες  αυτόν».  ΚαΙ  ό  λαός*  «Χριστός  ανέστη  έκ  νε- 
κρών». Και  ό  πατριάρχης•  «Ώς  εκλείπει  καπνός,  έκλειπέτωσαν •  | 

20  ώς  τήκεται  κηρός  από  προσώπου  πυρός,  ]  οδτως  άπολουνται  οί 
αμαρτωλοί  άπό  προσώπου  του  θεού,  |  και  οί  δίκαιοι  εύφρανθήτω- 
σαν».  ΚαΙ  ό  κλήρος*  «Χριστός  ανέστη  έκ  νε>:-  Και  ό  πατριάρ- 
χης• «Δδτη  ή  πύλη  του  Κυρίου*  |  δίκαιοι  εισελεύσονται  έν  αύτη». 
Και  ό  κλήρος*    «Χριστός  ανέστη».   Και  ό  πατριάρχης*     «Αύτη  ή 

25  ήμερα,  ην  έποίησεν  ό  Κύριος*  |  άγαλλιασώμεθα  και  εύφρανθώμεν 
έν  αύτη».  Ό  κλήρος•  «Χριστός  ανέστη  έκ  νεκρών».  Και  ό  πα- 
τριάρχης• «Ανοίξατε  μοι  πύλας  δικαιοσύνης•  |  είσελθών  έν  αύτη 
έςομολογήσομαι  τω  Κυρίω».  Ευθύς  ό  άρχιδιάκω(ν)  λέ(γει)  μεγ(ά- 
λη)  φωνή*   «Χριστός  ανέστη  έκ  νεκ(ρών)*.   Ευθύς  ανοίγονται  και 

30    εισελεύσεται    ό  πατριάρχης  σύν  τώ  κλήρω  είς  τόν  ναόν,   ψάλλον- 

5  αύτη  κεχ>.ησ.  —  7  ό|χοοϋσίου  χτΧ  ζωοττοιοΰ  τριάδη. — 9  φωνεΐ  λαμ-ρά.  —  10  οε- 
ςιά  II  τΓχ^ηγύρη.  —  12  είττοιχεν  1 1  συγχορήσομιεν  ττάντας. — 14  θανάτου. — 27  διχαιοσύνην  || 
αύτήσ. — 29  φωνεΐ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  191  — 

τ(6ς)  το  «Χριστός  ανέστη».  ΚαΙ  εύ&υς  είσελεύσεται  ό  πατριάρχης 
χαΐ  ό  άρχιδ!αίκ(ο(ν)  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον,  οι  δύο  και  μόνον,  και 
οί(-αΊ)  μϋροφ6ρ(οι)  ίστάμ(εναι)  έμπροσθεν  του  Άγιου  Τάφου•  και 
τότε  έξέλθ(η)  ό  πατριάρχης  προς  αυτών  και  λέγει  αυταΐς  «Χαίρετε* 
Χριστός  ανέστη».  Τότε  πίτττουσιν  οί  (=αί)  μυροφόροι  εις  τους  5 
πόδας  αύτου,  και  άνιστάμεναι  χα  ι  θυμιάσουν  τόν  πατριάρχην  και 
πολυχρονίζουσιν  αύτω  και  ύπαγένουσιν  εις  τ(όν)  τόπον  δπου  έστΙν 
εθος  νά  στήκωσιν  και  τότε  άρχεται  ό  πατριάρχης  τόν  κανόνα, 
ιστάμενος    αυτός    έμπροσθεν    του  Άγιου  Τάφου,  χαροποιά  φωνή. 

Ό  κανών  ήχο;  α'.  'Ωδή  α'.  Ποίη|Αα  Ίω(άν*^ου).  10 

Αναστάσεως  ήμερα•  |  λαμπρυνθώμεν  λαοί* 
πάσχα  Κυρίου,  πάσχα•  |  εκ  γαρ  θανάτου  προς  ζωήν 
και  εκ  γης  προς  ούρανον  |  Χριστός  ό  θεός 
ημάς  διεβίβασεν,  |  έπινίχιον  ςίδοντας. 

Καθαρθώμεν  |  τάς  αισθήσεις  και  οψόμεθα  15 

τω  άιφοσίτψ  φωτι  |  της  αναστάσεως  Χριστον 
έξαστράπτοντα,  χαΊ  |  "  χαίρετε  "  φάσχοντα 
τρανώς  άχουσόμεθα,  |  έπινίχιον  ^^δοντες. 

Ουρανοί  μέν  |  επαξίως  ευφραινέσθωσαν, 

γη  δε  άγαλλιάσί)ω,  ]  έορτα!1έτω  δε  κόσμος  20 

ορατός  τε  άπας  χαι  αόρατος• 

Χριστός  γαρ  έγήγερται,  |  ευφροσύνη  αΙώνιος. 

Δεϋτε  πόμα  πίωμεν  χαινόν, 

ουκ  έχ  πέτρας  τερατουργούμενον,  25 

άλλ'   άφ{)αρσίας  πηγήν, 

έχ  τάφου  όμ|3ρήσαντα    Χριστόν, 

έν  ω  Ι  στερεούμεΟα. 

Νυν  πάντα  πεπλήρωται  φωτός, 

ουρανός  τε  και  γη  ί  χαι  τα  καταχθόνια•  30 


3  οΐ  μιυροφόρίστα  βίο.— 4  αύταΐς  βίο.  —7  ττολοχρονίοοσιν  αυτώ  8ΐο.  —  8  ναστικω- 
σίν.— 9  αυτώ  ||  χαροποιά.  - 14  άδοντα.— 15  οψώ[Αεθο.— 17  έξάστράπτοντα  ||  χαίρεται.— 18 
ά-ΛΟϋσώριεθα  Ι|  αδοντα.-    22  έγείγερται. — 23  ωδή. — 27  όμ-βρίσαντα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  192  - 

εορταζετω  δε  πάσα 

ή  χτίσις  την  εγερσιν    Χρίστου, 

εν  φ  Ι  έστερέωται. 

Χ&ές  συνεσταυρουμην  σοι  Χριστέ* 
δ  συνεγείρομαι  σήμερον  άναστάντι  σοι• 

συνεθατττόμην  σοι  χθες• 
αυτός  με  συνδόξασον,  Σωτηρ, 
εν  τ-ξ  Ι  βασιλείςι  σου. 

ΚαΙ    ευθύς    άναβαίνουσιν    οί   ψάλται   έπΙ  του  άμβωνος,  και  ό 
10   δομέστιχος  0[λλαγμ6(ν)ο(ς)  χαΐ  μετ(ά)  χειρ χρυσά.  Και  ό  ψάλτης. 

'Γίίακοή*  ήχο;  δ'. 

Προλαβουσαι  τον  δρ&ρον  )  αι  περί  Μαρίαν 

χαι  εύροΰσαι  τον  λί&ον  άποχυλισβέντα, 

ήχουον  έχ  του  αγγέλου 
15  "  τον  εν  φωτι  |  άιδίψ  υπάρχοντα 

μετά  νεχρών  μή   ζητεΤτε  ως  άνθρωπο  ν 

,3λέπετε  τά  εντάφια  σπάργανα,  δράμετε 

χαΐ  τφ  χόσμψ  χηρύξατε, 

ώς  ήγέρ&η  Κύριος  |  θανατώσας  τον  θάνατον, 
20  δτι  υπάρχει   θεού  |  υιός, 

του  σψζοντος  το  γένος  των  άν&ρώπων. 

'Ωδή  δ'. 

"  ΈπΙ  της  θείας  φυλαχής"  |  ό  Οεηγόρος  Άμβαχούμ 
"  στήτω  μεθ'  ήμων  |  χαι  δειχνύτω 
25  φαεσφόρον  άγγελον  |  διαπρυσίως  λέγοντα* 

σήμερον  |  σωτηρία  τω  χόσμψ, 
δτι  ανέστη  |  Χριστός,  1  ώς  παντοδύναμος  ". 

*Άρσεν  μεν  ώς  διάνοιξαν  |  τήν  παρ&ενεύουσαν  νηδύν 
πέφηνε  Χριστός,  |  ώς  βροτός  δε 


4  ν.ώδ.  «συνεσταυρουμην»•    έχδ.  «συνεθατττόμην».   -  6  έκδ.  «συνεσταυρουμην».    — 
τ       ώ 
10  με  χειρ    χρυσσά.  —  16  νεκρών.  —  24  δεικνοιτω.— 25  δια  ττυρσίως. — 27  άνέστι. — 23 

κωδ.  «διάνοιξαν >•  οΰτω  και  Νικόδημος  και  αί  ενετικαι  εκδόσεις*  ό  δε  παρά  τω  Οΐιπβί  κώ- 

διξ  Α  ί'άρσην  μεν  ώς  διανοίςας»*  ή  ρωμ.  έκδοσις  «αρσεν  μεν,  ώς  μή  διανοΙξαν»  1 1  νυδυνϊ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  193  — 

άμνος  |  προσηγόρευται,  |  άμωμος  δε  ώς  άγευστος 

κηλϊδος  |  το  ήμετερον  πάσχα, 

χαΐ  ώς  θεός  αληθής  |  τέλειος  λέλεχται. 

*Ως  ενιαύσιος  άμνος  |  ό  ευλογοόμενος  ήμιν 

στέφανος    Χριστός  |  έχουσίως  5 

όπερ  πάντων  τέί)οται  |  πάσχα  τό  χαθαρτήριον 

και  αυ&ις  |  έχ  του  τάφου  ώραϊος 

δικαιοσύνης  |  ήμΐν  |  Ιλαμψεν  ήλιος. 

Ό  Οεοπάτωρ  μεν  Δαυίδ  |  πρό  της  σκιώδους  κιβωτού 

ήλατο  σκιρτών,  |  ο  λαός  δε  ^0 

του  θεού  ό  άγιος  |  τήν  των  συμ[3όλων   εκβασιν 

όρώντες,  |  εύφρανθώμεν  ένθέως, 

δτι  ανέστη  |  Χριστός,  |  ώς  παντοδύναμος. 

Όρ&ρίσωμεν  ]  όρθρου  βα&έος  15 

και  άντι  μύρου  |  τόν  υμνον  προσοίσομεν 
τφ  δεσπότη  |  και  Χριστόν  οψόμεθα 
δικαιοσύνης  ήλιον,  |  πασι  ζωήν  ανατέλλοντα. 

Τήν  άμ^ετρόν  |  σου  εύσπλαγχνίαν 

οΐ  ταΤς  του  "Λδου  |  σειραΐς  συνεχόμενοι  20 

δεδορκότες  |  προς  τό  φως  ήπείγοντο, 

Χριστέ,  άγαλλομένψ  ποδί,  |  πάσχα  κροτουντες  αΐώνιον. 

Προσέλθωμεν  |  λαμπαδηφόροι 

τψ  προϊόντι  |  Χριστώ  εκ  του  μνήματος 

ώς  νυμφίφ  |  και  συνεορτάσωμεν  25 

ταϊς  φιλεόρτοις  ]  τάξεσι  |  πάσχα  θεοΰ  τό  σωτήριον. 

'Ωδή  ς'. 

Κατήλθες  |  εν  τοις  κατωτάτοις  της  γής 

και  συνέτριψας  μοχλούς  |  αιωνίους  κατόχους 

πεπεδημένους,  Χρισιέ,  |  και  τριήμερος  30 

ώς  εκ  κήτους  'Ιωνάς  έζανέστης  του  τάφου. 

1  αμνός. — 2  κιλίδος  ||  «πασχα»•  οΰτω  πο/^λοχου. — 4  ένιαϋσιοσαμνός  ||  εύλογοΰμενος. — 

10  ήλατο. — 15  βαΗέω;.  — 16  προσείσωμιεν. — 17  όψώμε^^α. — 21   έχδ.  «ήπείγοντο»•    κωδ. 

ε 
«δτι  εΐγοντο». — 30  ται  πεδημόνους. — 31  έχκτοας. 

13 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  194  — 

Φυλάξας  |  τα  σήμαντρα  σψα,   Χριστέ, 

έξανέστης  τοί>  τάφου  |  ό  τάς  κλβις  της  τταρθενοο 

[χή   λυ|ΐηνάμενος  |  εν  τψ  τόκψ  σου, 

και  άνέψξας  ήμίν  |  παραδείσου  τάς  πυλας. 

5  Σωτήρ  μου,  |  το  ζών  τε  και  ά&υτον 

ιερεϊον,  ώς  θεός  |  σεαυτόν  εκουσίως 
προσαγαγών  τψ  πατρΊ  |  συνανέστησας 
παγγενη  τον  Αδάμ,  |  άναστάς  εκ  του  τάφου. 

Ευθέως  ψάλ)νθμεν  το  χονδάκιον    οι  δύο  χοροί,   χαι  ό  ψάλτης: 

10  Ήχος  πλάγ'.ος  δ'. 

Ει  και  εν  τάφψ  κατηλ&ες,  |  ά&άνατε, 
αλλά  του  "Αδου  κα&είλες  τήν  δύναμιν 
και  άνέστης    ώς  νικητής,  Χριστέ  ό  θεός, 
γυναιξί  μυροφόροις  |  το  "  χαΐρε  "  φ&εγξάμενος 
15  και  τοις  σοίς  άποστόλοις  |  είρήνην  δωρούμενος 

ό  τοις  πεσοδσι  παρέχων  |  άνάστασιν. 

Ό  οιχος. 

Τον  προ  ηλίου  ήλιον  |  ούναντα  ποτέ  έν  τάφψ 
προέφδασαν  προς  δρ&ρον  |  έκζητοδσαι  ώς  ήμέραν 

20  μυροφόροι  κόραι,  }  και  προς  άλλήλας  έβόων 

*'  ώ  φίλαι,  δεΰτε  |  τοΙς  άρώμασιν  ΰπαλείψωμβν 
σώμα  ζωηφόρον  |  και  τε&αμμένον, 
σάρκα  άνιστώσαν  |  τον  παραπεσόντα  Αδάμ, 
κείμενον  έν  τψ  μνήματι* 

25  άγωμεν,  |  σπευσωμεν,  |  ώσπερ  οι  μάγοι 

καΐ  προσκυνήσωμεν  |  και  προσχομίσωμεν 
τα  μύρα  ώς  δώρα  |  τφ  μη  έν  σπαργάνοις, 
άλλ'  έν  σινδόνι  |  ένειλημένψ, 
και  κλαυσωμεν  |  και  κράξωμεν,  |  "  ώ  δέσποτα, 

30  έ£εγέρ{)ητι  ό  τοις  πεσουσι  |  παρέχων  άνάστασιν  ". 

Ευθύς    «Άνάστασιν  Χρίστου   θεασάμενοι  |  προς  Κύριον»  γ'. 


2  κωδ.  «έξανέστης»•  έχδ.  αέξηγέρ&ης».  —  9  ψά)λωμ(εν).  —  14  έκδ.  «φθεγξάμενος 
χαίρετε».  —  24  Ιυλ.  «κειμένην». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  195  — 

*Ωδή  ζ'. 

Ό  παιδας  εν  χαμ,ινφ  ρυσάμβνος,  |  γενόμβνο;  άνθρωπος 

πάσχβι  ώς  θνητός,  |  και  διά  πά&οος  το  δνητον 

αφθαρσίας  ενδύει  ευπρέπειαν  |  ό  μόνος  ευλογητός 

των  πατέρων  θεός  |  χαΊ  υπερένδοξος.  δ 

Γυναίκες  μετά  μύρων  θεόφρονες  |  οπίσω  σοο  εδραμον 

ον  δε  ώς  θνητόν  |  μετά  δακρύων  έζήτουν, 

προσεχύνησαν  χαίρουσαι  ζωντα  θεόν  |  χαι  πάσχα  το  μυστιχόν 

τοις  Χρίστου  μαθηταΤς  |  εύηγγελίσαντο. 

θανάτου  εορτάζομεν  νέχρωσιν,  |  "Αδου  την  χα&αίρεσιν,  10 

άλλης  βιοτης  |  της  αιωνίου  άπαρχήν, 

και  σκιρτώ  ντες  υμνούμε  ν  τον  αίτιον,  |  τον  μόνον  εύλογητόν 

των  πατέρων  θεόν  |  και  ύπερένδοξον. 

Ώς  δντως  Ιερά  και  πανέορτος  |  αυτή  ή  σωτήριος 

νύξ  και  φωταυγής  |  της  λαμπροφόρου  ημέρας  15 

της  έγέρσεως  ούσα  προάγγελος,  |  εν  η  το  άχρονον  φως 

εκ  τάφου  σωματιχώς  |  πασιν  επέλαμψεν. 

'Ωδή  η'. 
Αυτή  ή  κλητή  και  άγια  ήμερα, 

ή   μία  των  σα[5^άτων,  |  ή  βασιλις  και  κυρία  20 

εορτών  εορτή  |  και  πανήγυρίς  έστι  πανηγύρεων, 
εν  η  εύλογουμεν  Χριστόν  |  εις  τους  αιώνας. 

Δεΰτε  του  καινού  της  αμπέλου  γεννήματος, 

της  θείας  ευφροσύνης,  |  εν  τη  εύσήμφ  ήμερα 

της  έγέρσεως,  |  βασιλείας  τε  Χρίστου  κοινωνήσωμεν,  25 

ί)μνοΰντες  αυτόν  ώς  θεόν  |  εις  τους  αΙώνας. 

^Αρον  κύκλψ  τους  οφθαλμούς  σου,  Σιών,  και   ϊδε' 

ιδού  γαρ  ήκασί  σοι  |  θεοφεγγεΐς  ώς  φωστήρες 

εκ  δυσμών  και  βορρά  |  και  θαλάσσης  και  έφας  τα  τέκνα  σου 

εν  σοι  εύλογοΰντα  ]  Χριστόν  εις  τους  αιώνας.  30 

Πάτερ  παντοκράτορ  και  λόγε  και  πνεύμα 
τρισιν  ενιζομένη  |  εν  ύποστάσεσι  φύσις, 
ύπερούσιε  |  και  ύπέρθεε,  εις  σε  βεβαπτίσμε))α 
και  σε  εύλογουμεν  |  εις  πάντας  τους  αιώνας. 

2  έχδ.  «έχ  χαμίνου». — 9  έκδ.  «σοΐς  Χριστέ». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  196  — 

'Ωδή  »'. 

Φωτίζοϋ,  φωτίζου  |  ή  νέα  Ιερουσαλήμ• 
ή  γαρ  δόξα  Κυρίου  |  έπΙ  σε  ανέτειλε• 
χόρευε  νυν  χαι  άγάλλου,  Σιών  |  συ  8έ,  αγνή, 
5  τέρπου,  Θεοτόκε,  |  εν  τη  έγέρσει  του  τόκου  σου. 

*Ώ  &ε{ας,  ω  φίλης,  |  ώ  γλυκύτατης  σου  φωνής! 
με&'  ημών  άψευδώς  γαρ  |  έττηγγείλω  εσεσ&αι 
μέχρι  τερμάτων  αΙώνος,  Χριστέ•  |  ην  οι  τυιστοι 
αγκυραν  ελπίδος  |  κατέχοντες  άγαλλόμε&α. 

10  ^Ω  πάσχα  το  μέγα  |  και  ιερώτατον.  Χριστέ  Ι 

ώ  σοφία  καΐ  λόγε  |  του  θεοΰ  και  δύναμις, 
δίδου  ήμΤν  έκτυπώτερον  |  σου  μετασχεΤν 
εν  τη  άνεσπέρφ  |  ήμερα  της  βασιλείας  σου. 

Ευθύς    €"Αγιος  Κύριος  ό  θεός  ημών». 

15  Έξαποστειλάριον. 

Σαρκι  {)πνώσας  ώς  θνητός  |  ό  βασιλεύς  και  κύριος, 
τριήμερος  έξανέστης,  |  Αδάμ  έγείρας  εκ  φθοράς 
και  καταργήσας  θάνατον 
πάσχα  της  αφθαρσίας,  |  του  κόσμου  σωτήριον. 

20  Στιχηρά  δλλα  εις  τους  αίνους*    ήχος  α'. 

Τμνοδμέν  σου,  Χριστέ,  |  το  σωτήριον  πά&ος 
και  δοξάζομέν  σου  |  τήν  άνάστασιν. 

Ό  σταυρόν  ύπομείνας  |  και  τόν  θάνατον  καταργήσας 
τη  άναστάσει  σου.  Χριστέ, 
25  ειρήνευσον  ημών  την  ζωήν,  |  ώς  μόνος  παντοδύναμος. 

*0  τόν  "^δην  σκυλεύσας  |  και  τόν  θάνατον  καταργήσας 
τη  άναστάσει  σου  Χριστέ,  |  άξίωσον  ήμας 
εν  καθαρά  καρδία  |  υμνεΐν  καΐ  δοζάζειν  σε. 

Τήν  θεοπρεττη  σου  συγκατάβασιν  |  δοξάζοντες,  ύμνοΰμέν  σε.  Χριστέ• 
30  έτέχθης  εκ  παρθένου  |  καΐ  αχώριστος  υπήρχες  τψ  πατρί• 

έπαθες  ώς  άνθρωπος  |  και  ακουσίως  ύπέμεινας  σταυρόν 
άνέστης  εκ  του  τάφου,  |  ώς  εκ  παστάδος  προελθών, 
ϊνα  σώσης  τόν  κόσμον,  |  Κύριε•  δόξα  σοι 

24  έχδ.  «χαι  άναστάς  εκ  των  νεχρών». — 26  έχδ.  «και  τόν  άνθρωπον  άναστήσας». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  197  — 

Έτερα  στιχηρά  εις  τους  αίνους-  ήχος  α',  προς  τό  «Πανβύ- 
φημοι   μάρτυρες». 

Άγαλλιασώαε&α  ]  ψυχή  |  και  χαρδία   σήμερον 

και  |χοστικώς  άλαλάξωμεν,  |  δ|χνον  προσάγοντβς 

τω  δεδοξασ|χενφ•  |  βΐλε  γαρ  τον  θάνατον  5 

ανέστη,  καθώς  είπε,  τριήμερος 

και  συνανεστησεν  |  έαοτψ  την  κτίσιν  άπασαν 

ό  τό  κράτος  έχων  άπροσμάχητον. 

Όμοιον. 

Πάσχα  τό  σεβάσμιον,  |  φαιδρά  |  εορτή  και  εδσημος•  10 

ή  οικουμένη  εύφράν&ητι•  |  Χριστός  γαρ  έλαμψε* 

ζοφερών  ε  ζ  "Αδοο  |  ταμιειων    σήμερον 

δέσμιους  άφαρπάσας  ως  πρόβατα, 

αυτψ  κραυγάζοντας  |  "ως  μεγάλη  σου  ή  δύναμις, 

ζωοδότα,  |  μόνε  πολυέλεε  ".  15 

Πάσχα  καθαρτήριον  |  ψυχών,  |  πάσχα  θείον  αγιον, 

πάσχα  δουλείας  άφαίρεσις,  |  πάσχα  της  κτίσεως, 

καινισμός  ό  μέγας•  |  πάσχα,  ή  χαρμόσυνος 

Κυρίου  εορτή,  ην  έποίησεν 

εν  ταύτη  σήμερον  |  ιερώς  περιχορεύσωμεν  20 

και  αλλήλους  |  νυν  περιπτυξώμεθα. 

"Ετερα  στιχηρά  εις  τους  αίνους•  ήχος  πλάγιος  α',  προς  τό 
€Ήχθης  δι'  ήμας». 

Πάσχα  |  ιερόν  ήμΐν  σήμερον  άναδέδεικται* 

πάσχα  καινόν  αγιον,  |  πάσχα  μυστικόν,  25 

πάσχα  πανσεβάσμιον,  |  πάσχα  Χρίστου  του  λυτρωτου, 

πάσχα  άμωμον,  |  πάσχα  μέγα, 

πάσχα  των  πιστών,  |  πάσχα  τό  πύλας  ήμΙν 

του  παραδείσου  άνοιξαν,  |  πάσχα  πάντας  άγιάζον. 

Στίχ.  «*Αναστήτω   ό  θεός».  30 

Δεύτε  |  από  θέας,  γυναίκες  ευαγγελίστριαι, 
και  τη  Σιών  είπατε•  |  **  δέχου  παρ'  ημών 

6  χαθώς.  —  8  χρόιτος.  —  10  εορτή.  —  12  ζοφερόν.  —  13  δέσμιου  άφάρπάσας.  — 
26  έχδ.  «Χριστός  ό  λυτρωτής». — 29  άνεώξαντα  ||  μετά  τό  «άγιάζον»  εχουσιν  αϊ  έχδόσεις 
«πιστούς». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  198  — 

χαράς  ευαγγέλια  |  της  αναστάσεως  Χρίστου• 

τέρπου,  χόρευε  |  χαΐ  άγάλλου, 

Ιερουσαλήμ.,  |  τον  βασιλέα  Χριστόν 

θεασαμένη  έχ  του  μνήίίΛτος  |  ώς  νυμφίον  προερχόμενον. 

5  ϊ'^ί^ί•  «'^δ  έχλείπει  χαπνός,  έχ>νειπέτω>. 

Πάσχα•  |  ο  αμνός  ήμιν  τέβυται  θείον  σφάγιον 
πάσχα  θεού  άγιον,  |  πάσχα  βεουργόν,  . 
πάσχα  το  σωτήριον,  |  πάσχα  λυτήριον  παθών, 
πάσχα  |  εν&εον  |  πάσχα,  αίγλη*  |  πάσχα  μυστικόν, 
10  πάσχα  δι'  ου  περ  βροτοι  |  λαμπροφοροΰντες  άγαλλόμεβα' 

πάσχα  βρύον  αφθαρσίας  πηγην. 

Εις  το  Δόξα. . .  χολ  νΰν  ήχος  πλ.  α'. 
Άγαλλιάσεως  ημέρα  |  και  λαμπρυνθώμεν  τις  πανηγύρει 
και  αλλήλους  περιπτυξώμεθα* 
15  εϊπωμεν,  αδελφοί,  |  και  τοις  μισουσιν  ημάς• 

συγχωρήσωμεν  πάντα  τη  άναστάσει  |  καΐ  ούτω  βοήσωμεν 
"  Χριστός  ανέστη  έχ  νεκρών  |  θανάτψ  θάνατον  πατήσας 
και  τοις  εν  τοις  μνήμασι  |  ζωήν  χαρισάμενος ". 

ΚαΙ  οδτως   λέγωμεν   τό     «Χριστός    ανέστη»    τρις,    και    μετά 
20    τούτο  λέγωμεν  κάθισμα  ήχ^ου)  γ'. 

Σήμερον  σωτηρία  τψ  κόσμψ• 
^σωμεν  τφ  άναστάντι  εκ  τάφου, 
τψ  άρχηγφ  της  ζωής, 
Χριστφ  Ι  τφ    θεψ• 
25  καθελών  γάρ  τόν  θάνατον, 

τό  νικος  εδωκβν  ήμΙν 
χαΐ  τό  μέγα  έλεος. 

ΚαΙ  ό  διάκονος  συνά7π:(6ΐ?  καΐ  λέίγει)  τα  έπακουστά  ό  άρχι- 
διάκονος,   και  6  ήχος  γ'. 

30  Είπατε  εν  τοις  εθνεσιν,  |  δτι  Κύριος  έβασίλευσεν 

καΐ  γάρ  κατώρθωσε  τήν  οικουμένην,  |  ήτις  ου  σαλευθήσεται. 

Στίχος•    «"^^σατε  τω   Κυρίω  άσμα    καινόν».    "Ετερον  έπακου- 
στόν,  ήχος  γ'. 

6  αμνός.  —  26    νίκος.  —  81  χατόρθωσε.  —  82  άσμα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  199  — 

Ή  βασιλεία  σου,  Χριστέ,  |  βασιλεία  πάντων  των  αΙώνων, . 
χαΐ  ή  δεσποτεία  σου  |  εν  πάστο    γενεά  και  γενεά. 

Στίχος     «Πιστός  χαΐ  έν  πδσι  τοΐς  λόγοις   αυτού  καΐ  δσιος  έν 
πδσι  τοϊς  Ιργοις  αύτου».  ΚαΙ  ευθύς  ύψη(λη)   φωνή  λέγει ' 

"Οτι  το  φως  τψ  χόσμφ  5 

χαι  την  ζωήν  |  χαΐ  την  άνάστασιν 

Και  ό  δομ^στικος  το  «Άνάστησον  Κύριε  ό  θεός  μ.ου».  Και 
ευθύς  έλεύσονται  οΐ  β'  διάκονοι  με  τά  θυμιατ(ά),  χαΐ  ύποδιά- 
χονοι  β'  μέ  τά  β'  μανουάλια  έμπροσθεν  αυτών,  ϊως  εισελεύσον- 
ται  8?ς  τό  Βήμα  και  σταθώσιν  μέσον  την  σολέα*  ομοίως  και  10 
αί  β'  μυροφόροι  είσελθουσαι  οπίσω  των  β'  διακόνων,  κατέχουσαι 
τά  τρισκέλια  καΐ  έμπροσθεν  αύται(ς)  β'  διακόνισσαις,  κατέχουσαι 
και  αύταις  β'  μανουάλια  καΐ  κερία  άπτόμενα  και  έμπροσθεν  αύ- 
ταίς,  καΐ  στήκουσαι  ούτως  ή  μία  είς  τά  δεξία  του  ζωοποιού  Τά- 
φου και  ή  έτερα  είς  το  άριστερόν  και  θυμιάζουν,  Ιως  πληρωθη  1δ 
το  ίίγιον  εύαγγέλιον  και  τότε  είσελθουσαι  εις  τ(όν)  "Αγιον  (Τά- 
φον)  και  θυμιάζουσαι  αύτον  καΐ  μυρίζουν  το(ν)•  καΐ  μετά  τό 
πλη(ρωθηναι)  τό  «Άνάστηθι  Κύριε»,  ό  εΤς  των  διακόνων  συ- 
νάπτει και  ό  δτερος  λέγει  €ΚαΙ  υπέρ  του  καταξιωθηναι  ήμας»" 
ό  β'  των  διακόνων  άναγινώσκει  τό  εύαγγέλιον  είς  τήν  πύλην  του  20 
Αγίου  Τάφου.  Ό  β'  των  διακόνων  Έκ  του  κατά  Μαρκον 
αγίου  (ευαγγελίου  τό  ανάγνωσμα*  ις',  1  κέ)•  *ΚαΙ  διαγενομένου 
του  σαββάτου^.  Ζήτει  τό  β'  ανάγνωσμα.  Και  μετά  τό  πληρώσει(ν) 
ό  πρωτοδιάκονος  τό  εύαγγέλιον,  λέγει  6  δομέστικος*  «Δόξα  πατρι 
και  υίω  και  άγίω  τυνεύματι,   και  νυν  ήχος  β'.   Τροπ(άριον).  25 

Μετά  μύρων  προσελθούσαις  |  ταΐς  περί  την  Μαριάμ  γυναιξίν, 

καΐ  διαπορουμέναις  |  πώς  εσται  αύταϊς   τυχειν  του  εφέτου, 

ώράθη  ό  λίθος  μετηρμενος  |  χαι  θειος  νεανίσκος 

χαταστβλλων  τον  τάραχον  αυτών  της   ψυχής• 

*'  ήγέρθη  "  γαρ  φησιν  "  Ίησοΰς    ό  Κύριος•  30 


7  δομ-έστηχος.— 8  διβχω(νοι)  μιετά. — 9  (χετά. — 11  αί  βίο  ||  οπίσω  ||  διακώ(νων).— 
12  τάσ  ^σχέΏάα  ||  διακόνισαις. — 15  πληρω^ϊή.  —  20  ττύλιν.  —  26  προσελθοΰσαι.— 27  δία- 
ποροομέναι. — 28  οράΙΙη  ||  νεανίχος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  200  — 

διό  κηρύξατε  |  τοΐς  κήρυξιν  αυτοδ  μαΟηταϊς 
εις  την  Γαλιλαίαν  δραμειν    χα  Ι  δψεσδε  |  αυτόν 
άναστάντα  εκ  νεκρών,  |  ως  ζωοδότην   και  Κόριον. 

Και  ευθύς  ό  πατριάρχης  ϊσταται  εις  το  σύνθρονον,  χαι  ό 
5  άρχιδιάκονος  λέγει  "Πρόσχωμεν",  χαΐ  ευθύς  αρξεται  άναγινώσκειν 
τούτο  μεγάλη  φωνή•  «Του  εν  άγίοις  πατρός  ημών  Ιωάννου  του 
Χρυσοστόμου,  λόγος  εις  το  άγιον  πάσχα»,  (ου  ή  αρχή)•  «Ει  τις 
ευσεβής  και  φιλόθεος»  κτλ.  (Μί^β,  ΡαίΓΟί.  (ΪΓ.  τ.  59,  σ.  721). 
ΕΓθ'  ούτως  μεταφράσει    αυτόν    τόν    λόγον    ό  β'  των  διακόνων  εις 

10  αραβική  ν  γλώσσαν,  ώστε  παρακληθήσονται  οί  μη  ειδότες  άναγι- 
νώσ(κειν)  ρωμαϊκά  [δίο],  χαι  γίνεται  χαρά  καΐ  ή  άγαλλίασις  και 
ή  ευφροσύνη  παντι  τω  λαώ,  μικρού  τε  χαι  μεγάλου  [βίο].  [^Επεται  τό 
κείμενον  του  αύτου  λόγου,  άραβιχοΤς  γράμμασι  γεγραμμένον].  Και 
ευθύς,    δταν    ττληρώση  ό    πατριάρχης    τόν    λόγον   χαι  μετάφραση 

15  αυτόν  ό  β'  τών  διακόνων,  λέγει  ό  άρχιδιάκονος  "Πρόσχωμεν". 
Ευθύς  ό  πατριάρχης  λέ(γει)  γ'  ''  Αναστάσεως  ήμερα  |  χαι  ή  αρχή 
δεξιά,  Ι  χαΐ  λαμπρυνθώμεν  τη  πανηγύρει  |  χαΐ  αλλήλους  περιπτυ- 
ξώμεθα•  γ'  [  ΕΓπωμεν,  αδελφοί,  και  τοΐς  μισουσιν  ήμας  συγχωρή- 
σωμεν  πάντα  τη  άναστάσει,  |  και  ούτως    βοήσωμεν  |  Χριστός  άν- 

20  έστη  έκ  νεκρών»:  Τότε  συνέπ(εται)  ό  κλήρος  χαι  λέγει  '* Χριστός 
ανέστη"  ύψίφωνα,  και  δρξεται  τόν  άσπασμόν  έν  φιλήματι  άγίω, 
πρώτον  ό  χλήρος,  έπειτα  ό  λαός•  χαι  ό  διάχονος  τήν  έχτενή  χαι 
ευχή   και  άπολύ(ουσιν). 


Ή  άχολοϋ&ία  της  λείτ(ουργίας)  γίνετχι  ε'ις  τήν  Άγίατν  Άνάστασιν. 

25  Στιχηρόν  εις  τ(ήν)  εΐσοδον)  ήχος  πλάγιος  δ'•  «Ό  δγγελός  σου, 

Κύριε».   Και  οι  ψάλται  άναβαίνουσιν  έπΙ  τόν  δμβωνα,  ψάλλοντες 
τά  αντίφωνα  γ'. 

2  δψεσθαι.— 3  νεκρόν. — 6  άναγινώσχει.  -  9    είθ  όυτως  ||  ξ(αχώ(νων)   εις. — 10  |αι. — 

^  η        ^ 

14  μεταφράσει. — 18  ειπωμεν.— 21  ύψήφων  ||  τόάσπασίΑόν  ||  άγιω.  —  22  επιτα.  —  26  τό. 


Οϊ^ίίίζθά  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  201  — 

Αντιφώνου  α'•  «Αλαλάξατε  τω  Κυρίω  πάσα  ή  γη. — Ταΐς 
πρεσβείαίς: — Ψάλατε  δή  τω  ονόματι: — Είπατε  τω  θεω•  ώς  φο- 
βερά:— Πάσα  ή  γη  προσχυνησάτωσάν  σοι  χαι  ψαλάτωσαν: — Δόξα 
πατρί  και  υΐω  και  άγίω  πνεύματι. — Και  ν5ν>:  — 

Αντιφώνου  β'•    «Ό  θεός  οικτειρήσαι  ήμας  και  εύλογήσαι     5 
ήμας: — Σώσον  ήμας,   υίέ  θεού,   ό  άναστάς  εκ  νε(κρών): — Στίχος• 
Του  γνώναι  έν  τ^    γη    τήν    όδόν:  —  Έξομολογησάσθωσάν    (σοι) 
λαοί,   ό   θεός:  —  Δόξα.  —  Σώσον    ήμας:  —  Και    νυν.  —  Ό    μονο- 
γενής υίός>. 

Αντιφώνου  γ',   ήχος  πλάγιος  α'•    «Άναστήτω  ό   θεός  και    10 
διασχορπισ&ήτωσαν  οι  εχθροί  αύτου: — Χριστός   ανέστη: — Στίχος• 
Ώς  εκλείπει  καπνός,   έκλιπ(έτωσαν):  —  Χριστός    ανέστη: — Άγαλ- 
λιάσθωσαν  ένώπ(ιον): — 

Στίχοι  εις  τήν  εϊσοδον.  Ό  διά/.ονος•    «Σοφία,  ορθοί.  Έν  έκ- 
κλησίαις  ευλογείτε  τόν  θεόν,  Κύριον  εκ  πηγών   Ισραήλ:  Χριστός    16 
ανέστη:  Είτα  Δόξα"  ήχος    πλάγιος    δ'.    Τό  χονδάκιον   «ΕΙ  χαΐ  έν 
τάφω  κατήλθες,    αθάνατε».    Άντι  τό  τρισάγιον    «"Οσοι  είς  Χρι- 
στόν    έβαπτί(σθητε)*:  καΐ   «Χριστός    ανέστη    εκ    νεκρών».    Προ- 
κείμενον,  ήχος  πλάγιος  δ'•   «Αδτη  ή  ήμερα,  ην   έποίησεν  ό  Κύ- 
ριος•  άγαλλιασώμεθα » :  Στίχος•    «Έξομολογεΐσθε  τω  Κυρίω»:  Ό    20 
απόστολος•   Πράξεων  τών  αποστόλων  (τό  ανάγνωσμα,    α',  1 — 8). 
«Τόν  μεν  πρώτον  λόγον».  Τέλος•  «έως  έσχατου  της  γης».  Στίχος• 
«Συ,   Κύριε,    άναστάς    οίκτειρήσεις    τήν»:    Αλληλούια,    ήχος    δ'. 
Στίχος   β'•    «Κύριος  εξ  ουρανού  έπΙ  τήν  γήν  έπιστάς».  Τό  Ευαγ- 
γέλιον  εκ  του  κατά  Ίωάννην  (α',    1  — 17)"    «Έν  άρχ-η  ην   ό  Αό-    25 
γος».  Τέλος•    «δια  Ίησου  Χρίστου  έγένετο». 

Δέον  γινώσκειν,  δτι  οφείλει  δ  πατριάρχης  άναγινώσκειν  τό 
εύαγγέλιον  τούτο  έν  τω  συνθρόνω  αύτου,  και  ό  άρχιδιάκω(ν)  έπι 
τόν  δμβωνα•  και  ει  τι  λέγει  ό  πατριάρχης,  λέγει  αυτό  καΐ  ό 
άρχιδιάκ(ονος)  δως  τέλους   του  ευαγγελίου.  30 

Στιχηρόν  ψαλλόμενον  εις  τά  άγια•  ήχος  πλάγιος   α'•    «Πάσχα 

17  άντιτό.  —  23  οίχτηρίσης.  —27    όφεί).η. —  29  αυτόν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  202  — 

ιερόν  ήμΐν  σήμερον».  Στίχος-  €  Ανάστα  ό  θεός  χαι  διασχορπ»: 
Ζήτει,  δτι  εγράφησαν  (σελ.  197).  ΆντΙ  τό  χερουβικόν,  στιχ(ηρόν 
εις)  ήχ(ον)  πλάγιον  δ'•  «Έξηγέρθης,  Χριστέ,  έχ  του  μνήματος»: 
Ζήτει,  δτι  έγράφη• 

δ  Κοινωνιχόν*  ήχος  πλάγιος  α'. 

"Αγγελοι,  σκιρτήσατε,  |  άγαλλιασ&ε,  γηγενείς, 
χαΐ  πανηγυρίσατε  χαρμονικώς,  |  δτι  Χριστός   ανέστη 
χράτος  καθελών  |  θανάτου  και  κόσμον  άφθαρτήσας, 
ωφθη  τε  μυροφόροις,  |  τριήμερος  ανέστη, 

10  ώς  εκ  παστού  νυμφίος•  |  δ&εν  κροτοΰντες 

χείρας,  εν  υμνοις  |  εΐπωμεν   γηΟοσυνως• 
"  πάσχα  Κυρίου  πάσχα, 
πάσχα  |  των  πιστών  ή  λύτρωσις 
και  λύττης  ή  άφαίρεσις  |  και  κόσμου  ή  τερττνότης• 

15  πάσχα  καινόν,  |  πάσχα  τερτυνόν, 

πάσχα  της  τριάδος,  |  τιμή  χαι  θεία  δόϊα• 

Χριστός  ανέστη  εκ  νεκρών  |  θανάτφ  θάνατον  πατήσας 

και  τοις  εν  τοις  μνήμασι  |  ζωή  ν  χαρισάμενος  ". 

Ευχή  όπισθάμβωνος    τη    αγία    μεγάλη    Κοριαχη    του  πάσχα. 

20  ιΑαμπρά  ήμΐν  και  σωτήριος  ανέτειλε  σήμερον,  αδελφοί,  ή  του 

Κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου  άνάστασις,  χαΐ  διά  τούτο  διαφόροις 
άνδράσι  χεχόσμηται  ό  του  Κυρίου  ναός*  ιδού  γάρ  πολλοί  των 
αδελφών,  ιλαροί  τη  νηστεία,  προσυπηντήχασιν.  Χαίρει  ουν  πάσα 
ή  χτίσις  έν  Χριστώ    τω    θεώ    ημών  τη  γάρ  άναστάσει  αυτού  6 

25  ουρανός  χαθαίρεται  χαΐ  ή  γή  στολίζεται,  θάλασσα  δε  πραυνεται 
χαι  τύραννοι  παύονται,  εχθροί  εις  ειρήνην  έρχονται  χαι  άμαρτίαι 
λύονται,  έχχλησίαι  ευφραίνονται  και  ό  Χριστός  δοξάζεται*  άλλα  χαΐ 
γυναίκες  μυροφόροι  άγχάλαις  δράγματα  φέρουσι  τω  βασιλεΐ  τών 
αΙώνων,    ούχ  ύλαίοις  ίνθεσιν,  άλλα  τη  τών  νεοφώτιστων  χάριτι. 

30  Άλλ'  ω  Χριστέ,  του  άρχιερέως  ημών  χαΐ  τών  συν  αύτώ  επισκό- 
πων χαΐ  ημών  δε  τών  ταπεινών  ιερέων  χαΐ  διακόνων  χαι  παντός 
του  κλήρου  ττ]ν  πρέπουσαν  δοξολογίαν    μετ'  ευχαριστίας    πρόσδε- 

6  γηγενείς. — 7  χαρμωνιχώς. — 11  χείρας  ||  γηθωσύνως. — 21  διατουτο.— 22  άνδρασι  || 
ίδοί). — 29  ύλαίων. —  30  τόν  αρχιερέα. — 82  εύχαριβτείας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  Ι^ν 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  203- 

ζαι,  και  μνημόνευσον  ώς  άγα&ός  χαΐ  φιλάνθρωπος  των  ευσεβέ- 
στατων χαΐ  πιστότατων  ημών  βασιλέων,  ους  έδιχαίωσας  βασιλεύειν 
έπι  της  γής'  τον  στρατόν  χατά  των  πολεμίων  ένισχυσον  χαΐ  τόν 
πβριεστώτα  λαόν  έν  ειρήνη  χαι  όμονοία  διαφύλαξον  πά^>τας  ήμδς 
πρέσδεξαι  εΐζ  την  βασιλείαν  σου  την  έπουράνιον,  δτι  σ^  εΤ  ή  5 
ζωή  καΐ  τδ  φως  χαΐ  ή  άνάστασις,  Χριστέ  6  θεός  ημών,  χαΐ 
σοι  τήν  δ(5ζαν  άναπέμπομεν  συν  τω  πατρί  καΐ  τω  άγίω  τυνεύματι, 
νδν    χαΐ    άει    καΐ    εις    τ(ούς  αιώνας  τών  αιώνων   άμήν)>. 

Και  μετά  την  εύχήν  ταύτην  Ισττηαί  οι  ψάλται  έπΙ  του  άμ- 
βωνος,  ψάλλοντες  το    «Ει  χαι    έν    τάφω  χατηλδες»*  είσελεύσεται    ίο 
ό  κλήρος  δλος  εις  τον  "Αγιον  Τάφον,   άρξάμενοι    άπδ   τών  έσχα- 
των Εως  τδν  πρώτον  χαΐ  ευθύς  απολύει. 


Τη  Κυριακή  εσπέρας  γίνεται  ή  σύναςις  ζΐς  τήν   άγίαν  Σιών. 
Στιχηρά  αναστάσιμα  εις  το   «Κύριε  έκέχραςα»•  ήχος  β'. 

Τόν  προ  αιώνων  |  έχ  πατρός  γεννηθέντα,  1^ 

τόν  θβόν  Δό^ον  σαρχω&έντα  |  έχ  παρ&ένου  Μαρίας, 
δβυτβ  προσχυνήσωμβν  |  σταυρόν  γαρ  ύπομείνας 
τζ  ταφή  παρεδό&η,  |  ώς  αυτός  ή  θέλησε, 
χαΐ  άναστάς  έχ  νεκρών  |  εσωσέ  με  τόν  πλανώμενον    ανθρωπον. 
Χριστός  ό  σωτήρ  ημών  |  τό  χαθ'  ημών  χειρόγραφον  προσήλωσα;    20 
τφ  σταυρψ  έξήλειψε  |  χαι  του  θανάτου  τό  κράτος  χατήργηται• 
προσχυνουμβν  αυτού  |  τήν  τριήμερον  Ιγερσιν 

Συν  άρχαγγέλοις  ύμνήσωμεν  |  Χρίστου  τήν  άνάστασιν 

αυτός  γαρ  λυτρωτής  έστιν  |  χαι  σωτήρ  τών  ψυχών  ημών, 

χαι  έν  δόξη  φοβέρα  |  και  κραταιά  δυνάμει  25 

πάλιν  έρχεται  |  κρΐναι  κόσμον  δν  επλασεν. 

"Ετερα  στιχηρά*  ήχος  β',  προς  τό   «"Οτε  έχ  του  ξύλου  σε». 

Κόλπους  |  μή  λιπών  τους  πατρικούς 
ώφθης  έπι  γης  σαρκοφόρος 

10  ισταντβ, — 12  δλως. — 13'τώπρωτ(ον). — 14  σιών. — 18  ύπομεΐνας. — 19  παρβδώ&η  || 
ήθέλησβ. — 22  ίξήληψε  ||  έχ5.  «χατήργησε».  —  24  συναρχαγγέλοις.  —  27  χρίναί. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


10 


—  204  — 

δι'  ευαπλαγχνίαν,  Χριστέ* 
θάνατον  υπέμβινα; 
τάφφ  τε&είς  ως  νεχρός, 
ως  θεός  δε  συνέτριψας 
μοχλούς  τους  του  "Αδοο' 
πάντας  έξανέστησας 
τους  άπ'  αιώνος  νεκρούς, 
πάσχα  |  τήν  παροΰσαν  ήμεραν 
δείξας  και  προτύπωσιν  θείαν 
της  μελλούσης  έσεσ&αι  έγέρσεως. 


Όμοιον. 

"Ηλοις  Ι  προσηλώ&ης  τφ  σταυρφ' 

λόγχη  τήν  πλευράν  έκεντή&ης, 

χολής  έγεύσω,  Χριστέ, 
15  πάθος  τε  καΐ  θάνατον 

καταδεξάμενος 

και  άνέστης  τριήμερος 

σαυτφ  συνεγείρας 

γένος  το  άνθρώπινον  ^ 

20  ώς  παντοδύναμος• 

δθεν  Ι  τη  σετυτη  σου  έγέρσει 

σήμερον  χορεύοντες    δόξα 

τη  συγκαταβάσει  σου,  φιλάνθρωπε. 

Όμοιον. 

25  Πάσχα  |  ή  παρούσα  εορτή, 

πάσχα  μυστικόν,  πάσχα  θείον, 

πάσχα  σωτήριον, 

πάσχα  προς  ά  θάνατον 

ζωή  ν  μετάγον  ήμας• 
30  πάσχα  πασαν  κατήφειαν 

έξαϊρον  εκ  μέσου• 

πάσχα  τήν  εύφρόσυνον 

χάριν  κομιζον  ήμιν 

τούτο  |  καθαραΤς  διανοίαις 

1  δΐίοσττλαιγχνίαν.— 7  άπαιώνος.-ΐ4  χολής.  —  29  μετάγων.  —  33  χομίζων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  205  — 

χαΐ  λευχειμονοόααις  χαρδίαις 
'  δβδτε  |Χϋστιχώς  πανηγυρίσω^ιβν. 

Ε  [ς  το  Δόζα  ήχος  β'.  θεοτόχιν — «Τόν    λόγον   του  πατρός  ; 
άσπόρως    συλλαβουσα»:    Προχείμενον^    ήχος    βαρύς•     ιΤίς    θεός 
μέγας,  ως  ό  θεός  ημών»;  Στίχος.  «Έγ^ώρισας  εν  τοΐς  λαοΐς». —     5 
«Καταξίωσον,   Κύριε».    ΚαΙ  του  (3τιχ(ηρου)  ήχος  β'. 

Ή  άνάστασι'ς  σου,  Χριστέ,  Σ(υτηΡ? 

άπασαν  έφώτισε  τήν  οίχουμένην 

χαΐ  άνεχαλέσω  το  ίδιον  πλάσμα• 

παντοδύναμε  Κύριε,  δόξα  σοι.  10 

Στίχος•  «Άναστήτω  ό  θεός  καΐ  διασχορπισθήτωσαν». — 
«Πάσχα»  καΐ  τά  έξης  στατ  [βίο].  ΚαΙ  μετά  τό  «Χριστός  ανέ- 
στη» γ',  χάθισμα  ήχος  β'•  «"Οτε  κατήλθες  προς  τόν  θάνατον». 
Ευθύς  έπακουστόν,  ήχος  α'*  «"Ενεκεν  της  ταλαιπωρίας  των  τττω- 
χών  καΐ  του  σ(τ6ναγμου)».  Και  ό  διάκονος•  «ΚαΙ  υπέρ  του  κα-  15 
ταξιωθήναι  ήμας  της  ακροάσεως».  Και  ό  πρωτοπαπάς  τό  εύαγγέ- 
λιον  έκ  του  κατά  Ίωάννην  (κ',  19 — 25)  «Ούσης  όψίας  τη  ημέρα 
εκείνη».  Τέλος•  «ου  μη  πιστεύσω».  Και  ό  διάκονος  τήν  αΐτησιν 
και  απολύει. 


ΤΗΙ  ΔΕΓΤΕΡΑΙ.  20 

Εις  τόν  ορθρον  «Χριστός  ανέστη»,  κατά  τό  εθος,  καΐ  τό 
«Άνάστασιν  Χρίστου  θεασάμενοι»  γ',  και  τόν  κα(νόνα)  του  πάσχα* 
ήχος  α'•  «Αναστάσεως  ημέρα».  Και  δτερος  κανών  αναστάσι- 
μος, ήχος   β'. 

*Ώδή  α'.  ((Έν  βυθω  χατέστρωσε  ποτέ».  25 

Έν  χομβάλοις  νυν  Δαυιτιχοΐς  |  υμνον  έπινίχιον 
τφ  λυτρωτ-ξ  εοχαριστουντες  ςίσωμεν 

εΐλε  γαρ  τον  θάνατον,  |  άπολύτρωσιν  και  ζωήν  χαρισάμενος 
τοις  πεπεδημένοις  |  από  τοί5  αιώνος,  ώς   φιλάν&ρωπος. 

1  λευχημ.θΝούσα(ς.  —  7  άνάατασείσου. — 9  άνεκαλέσατο  ϊδιον. — 27  λυτρωτή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  206  — 

Έν  νεκροί;  όφί>6Ίς  μετά   ψυχή;)  |  νεκρωσιν  έκούσιον 

6  τη  σαρκί,  Χριστέ,  καταδεζάμενο; 

ψυχά;  ήλεοΒέρωσα;  |  και  συνήγειρα;  και  φωτι   χατελάμπρονα;, 

μόνε  ζωοδότα,  |  πάσχα  το  σετττόν  χαι  κα&αρτήριον. 

5  Ό  τυ&ει;  αμνό;  υττέρ  ημών  [  πάσχα  το  σωτήριον, 

εκ  των  νεκρών  άνα[5ιώσα;  σήμερον 

"Αδην  ηχμαλώτευσεν,  |  άφελόμενος  ου;  δεσμώτα;  κατέπιεν, 
κράζοντα;  "  μεγάλη,  |  μόνε  λυτρωτά,  ή  δυναστεία  σου  ". 

θεοτοχίον. 
10  Ό  παρ&ένον  δείξα;  σε  αγνή  ν  |  και  μετά  τήν    κύησιν 

εκ  τών  νεκρών  έξαναστά;  |  τριήμερο;, 
τήν  κτίσιν  έφαιδρυνεν,  |  άπειρόγαμε  παναγία  θεόνυμφε• 
ό  δεδοξασμενο;  |  Κύριο;  ένδόξω;  γαρ  δεδόξασται. 

*Ωξή  γ'.  «ΈξήνΒηαεν  ή  ερημιος». 
15  Έξάξα;  έν  ανδρεία  |  πεπεδημένου;.   Κύριε, 

τη  ύπο  γήν  καθόδω  σου  |  άλα!Ιονα  παραπικραίνοντα 
έΙ>ανάτωσα;  δφιν  |  τψ  δανάτω  σου. 

Ήμερα,  ην  έποίησεν  |  ό  οικτίρμων  Κύριο;, 
αυτή  υπάρχει*  πνεύματι  |  και  καρδία  αγαλλιώμενοι 
20  έν  αύτη  εύφραν&ώμεν  |  και    χορεύσωμεν. 

Διώκτου  τυραννίδο;  |  λελυτρωμένοι  αϊματι, 

του  καθαρού  άμωμου  τε  |  ιερεΐον  νυν  συστησώμεθα 

έορτήν  έν  άνέσει  |  άλαλάζοντε;. 

θεοτοχίον. 

25  Τό  χαίρε  σοι  προσνέμει  |  έκ  τάφου  λάμψα;  ήλιο;• 

σοι  γαρ  καΐ  μόνη,  άχραντε,  |  πρέπει  χαίρειν,  θεοχαρίτωτε, 
ή  τη;  Έυοι;  τήν  λύπη  ν  |  άφανίσασα. 

Τπαχοή•  ήχος  β'. 

Μετά  τό  πά&ο;  πορευδεΤσαι  |  έν  τψ  μνήματι 
30  προ;  τό  μυρίσαι  τό  σώμα  σου  |  αι  γυναϊκε;,  Χριστέ  ό  θεό;, 

είδον  αγγέλου;  έν  τφ  τάφψ  και  έξέστησαν• 
φωνή;  γάρ  ήκουον  έξ  αυτών,  |  δτι  ανέστη  ό  Κύριος 
δωρούμενο;  τφ  χόσμφ  τό   μέγα  έλεος. 

1  ψυχής. — 2  σαρχή. — 5  αμνός. — 7  δεσμώτας. — 15  ένανδρίχ  — 26  χβίρε. — 26   συ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  207  — 

*Ωδή  δ'.   «Έλήλϋθας  ε%  παρθένου  ου  πρέσβυς». 
Έχ  τάφου  σε  |  άνατείλαντα  ήλιον  άδυτον 
αστέρες  πολύφωτοι,  |  οΐ  μαθηταί,  θεασάμενοι 
πάσαν  την  υφήλιο  ν  |  τη  του  κηρύγματος  αΐγλγ^ 

χατεφώτισαν.  δ 

Χορεύσωμεν  |  εορτή  ν  συστησάμενοι  ττνεύματι• 
ανέστη  ό  Κύριος,  |  πάσχα  το  θείον  εύφρόσυνον 
χάριν  παρεχόμενος  |  τοις  τήν  αύτου  προσχυνουσι 
συγκατάβασιν. 

Μηνύουσαι  |  τήν  σεπτήν  σου  γυναίκες  άνάστασιν  10 

τοις  φίλοις  σου,  δέσποτα,  |  περιχαρώς  τούτοις  ελεγον 
"  ειδθ|χεν  τον  Κύριον  |  καΐ  πρωτοδότως  το  χαίρε 
απειλή  φάμε  ν. 

θεοτοχίον. 

Συγχαίρει  σοι  |  γυναικών  μυροφόρων,  πανάμωμε,  15 

χορός  Ιερώτατος  |  έξαναστάντα  θεώμενος 
Αόγον  δν  έκύησας  1  υπέρ  αιτίαν  και  λόγον, 
θεονύμφευτε. 

'Ωδή  ε'.  «Ό  του  φωτ6;  χορηγός  χαΐ  των  αιώνων». 

Ό  του  φωτός  χορηγός  |  υπό  τήν  γη  ν  μετά  ψυχής  |  γέγονε  20 

και  τους  έκεΐ  |  δεσμώτας  έξάξας  |  ανέστη  κραταιώς 
τήν  άθανασίαν  πιστοις  |  χαρισάμενος. 

Συνενεκρούμην  σοι  χ&ές  |  νενεκρωμένφ   δι'  έμέ,  |  Κύριε• 

σήμερον  δε  |  συζωοποιοϋμαι  |  ζωήν  άληθινήν 

έχων  σε  και  πάσχα   ψυχής  |  καΗαρτήριον.  2δ 

Βακτηρευόμενοι  |  και  στηριζόμενοι  σταυρφ  |  φάγωμεν 
τό  κα&αρόν  |  πάσχα,  τάς  πικρίδας  |  σαρκός  των  ηδονών 
εκ  της  διανοίας  ημών  |  άπελαύνοντες. 

θεοτοχίον. 

Ή  βασιλις  του  παντός  |  τούτον  τής  γαστρός  σου  |  ώραϊον  όρώσα  30 

τάφου  προελθόντα  |  άγάλλου  και  χόρευε. 


'-  πρέσβης.  —  4  ύφήλιον.  —  11  δεσριώτας.  —  27  τας  ||  ήδωνών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  208  — 

'ί2δη  ς'.  «Έν  άβύσσω  πταισίλάτων  κυ»: 

Αύί[ΐ.προφόρο;  ήμερα  έγβραεως' 
πάντες  λαμ,προφόροι  ψοχαις   χρη|ΐατίσω|χεν• 
.  ό  λυτρωτής  έγήγερται, 
δ  τά  του  *'Αδου  χενώσας  βασίλεια• 

Ιερών  γυναικών  ό  κατάλογος 

βλέψας  τήν  ζωήν  εκ  νεκρών  άνατείλασαν, 

τοις  μ-α&ηταις  συνέχαφε 

και  το  πάσχα  το  θείον  έώρταζεν. 

10  Άπεσπάσ&η  της  λύπης   τά  δάκρυα• 

ό  χαροποιός  Ίησους  έξεγήγερται 
συνεξεγείρας  άπασαν 
τών  βροτών  τήν  ούσίαν,  ως  ευσπλαγχνος. 

θεοτοχίον. 

15  Παρ&ενιας  τάς  πύλας  ουκ  ήνοιξας, 

μνήματος  σφραγίδας  ουκ  Ιλυσας,  δέσποτα, 
έξαναστάς  τριήμερος 
ό  βουλήσει  το  παν   εργαζόμενος. 
Εύ&ύς  το  χονδάχιον    €Ει  καΐ  έν  τάφω»,  χαι   ό  β'  οΓχος. 

20  'Ωδή  ζ'.  «Άντί8εον  πρόσταγμα  πάρα»: 

Διώκτης  ολέ&ριος  |  οξηφανίσδη• 
του  "Αδου  κεκένωται  |  το  άφεγγές  βασίλειον 
Χριστός  γαρ  τό  άχρονον  |  φώς  και  άνόλε&ρον 
ήστραψεν  ανέτειλε,  χαράς 

25  τήν  οίκουμένην  |  πληρώ^ας  σήμερον. 

Κρουνούς  έπαφήκασί  μοι  |  ά&ανασιας 
πλευράν  όρυττόμενος  |  και  χείρας,  υπεράγα&ε• 
δανάτφ  δε  θάνατον,  |  Σώτερ,  ένέκρωσας 
και  συνεξανέστησας  νεκρούς 
30  τη  ση  έγέρσει,  |  ως  ΰπεράγαΟος. 

Κλαιούσαις  έβόησας  |  ταϊς  μυροφόροις• 

"  Χριστός  έξεγήγερται•  |  τόν  θρήνον    άπορρίψασαι 


5  καινώσας  —  9  ε'όρταζεν.  —  10  τοις.  —  15  ινοιξας.  —  16  μνήματος  σφραγίοας. 
26  χρόνους  έπαφήκασί  μοι.— 82  έξεγείγερται. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  209  — 

τοις  φίλοις  μου  είπατε  |  καθυπαντησαί  μοι 
χαι  την  έπινίκιον  φδήν 
αναφώνησα!  |  τήν  δυναστείαν  μου. 

θεοτοχίον. 

Παρ&ένον  τηρήσας  σε  |  μετά  τον  τόχον  δ 

ό  πάντα  βοολήματι  |  τφ  θείφ  έργασάμενος, 

ώράθη  ώς  αν&ρωπος,  |  θεοχαρίτωτε, 

πασι  τήν  άνάστασιν  διδους, 

ώς  ευεργέτης  |  χαΐ  υπεράγα&ος. 

*Ωδή  η'.  «Τον  έν  χαμίνψ  του  πυρός».  !() 

*Ως  έχ  παστάδος  φωταυγής  |  χαΐ  ωραίος,  'Ιησοδ, 

νομφίος  ώφ&ης,  |  του  χαινίσαντος  τάφον 

τήν  άφθαρσίαν  ήμΤν  |  νεχρώσας, 

φύλακας  ζωώσας  δε  |  τους  πεπιστευχότας 

εΙς  σε  τον  ζωοδότη  ν.  15 

"  Άθανατίσθητε  ύμεϊς  ]  τω  &ανάτφ  μου"  τοΤς  σοις 

έβόας  φίλοις  |  *'χαι  το  πάσχα  το  μέγα 

ταΤς  πατριαΤς  των  εθνών  |  μεγάλως 

λαμπρώς  τε  κηρύξατε,  |  ϊνα  γνώσι  πάντες 

Χριστον  νιχοποιόν  με  ".  20 

"  Ζήσεσθε,  φίλοι  μαΟηταί,  |  έν  έμοί'  χαι  γαρ  εγώ 

ζωή  υπάρχω•  |  έξανέστην  έν  δόξη, 

καθώς  όρατε  ",  Χριστέ,  |  έβόας* 

"σαλπίσατε  σάλπιγγι  |  έν  αγαλλιάσει 

ψυχής  εις  τους  αιώνας ''.  25 

Θεοτοχίσν. 

Έγηγερμένον  έκ  νεκρών  |  ή  παρθένος  'Ιησουν 

θεασαμένη,  |  "  ώραιώθης  "  έβόα, 

"  καλλοποιέ  Ίησοδ,  |  θανάτφ 

νεκρώσας  τον    θάνατον"•  [  δθεν  σε  δοξάζει  30 

συμφώνως  |  πάσα  ή  κτίσις. 

'Ωδή  θ'.  «Τον  ε%  θεοϋ  θεόν  Λόγον,  τον  δρρητον». 
ΌμοιωθεΙς  κατά  πάντα  |  αμαρτήματος  δίχα 
άνθρώποις,  Ίησου  παμβασιλευ,  |  θνήσκεις  και  τάφφ  κατάκεισαι, 

2  ώδήν. — 12  ώφθης. — 23  ώράτε^ 

14 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  210  — 

χαΐ  φθοράς  μβτασχών  δε  |  άνίσταααι  καινίζων  τοις  πιστοΤς 
αφθαρσίας  βΐσόδοος  |  τζ  θεία  άναστάσει  σου. 

Αυτή  έστΙν  ή  ήμερα,  |  ην  έποίησεν   δντως 
ο  Κύριος,  ποιήσας  εν  αυτή  |  ενδοξά  τε  χαΐ  απόρρητα• 
δ  εν  αοτη  |  έυφραν&ώμεν  |  χαι  χράξωμεν  μεγάλη  τη  φα>νη• 

"  το  οεβάσμιον  πάσχα  |  ήμων,  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

**  Τί  μετά  μύρων  ζητείτε  |  το  πολύτιμον   μύρον; 
του  "-^δοϋ  το  δασώδες  αφελών  |  λύσιν  δεσμώταις  διεπνευσε 
χαι  ανέστη  εν  δόξη•  !  έμπλήσθητε  χαράς"  ταις  γυναιξίν 
10  ό  άστράπτων  τψ  τάφφ  |  αρχάγγελος  έβόησεν. 

θεοτοχίον. 

Σον  γοναιξιν  μυροφόροις,  |  συν  σοφοις  άποστόλοις, 
όρώσα  τον  οΙόν  σου  χαι  θεόν  |  έγηγερμένον,  πανάμωμε, 
εχ  νεχρών,  χαθώς  εΐπεν,  |  έόρτιον  ανάλαβε  χαράν, 
15  δοσοΛΓοϋσα  άπαύστως  |  σωθηναι  τάς  ψυχάς  ημών. 

Ευθύς  «"Αγιος  Κύριος  δ  θεός  ύμων».  Έξαποστειλάριον  «ΣαρχΙ 
δπνώσας».   Στιχηρά  αναστάσιμα  εΙς  τους  αίνους*  ήχος  β'. 

Πάσα  πνοή  χαι  πάσα  χτίσις  |  σε  δοξάζει,  Κύριε, 
δτι  δια  του  σταυρού  |  τον  θάνατον  χατηργησας, 
20  ινα  δείξης  τοις  λαοις  |  τήν  εχ  νεκρών  σου  άνάστασιν, 

ώς  μόνος  φιλάνθρο)πος. 

ΕΊπάτωσαν  Ιουδαίοι  |  πώς    οι  στρατιώται 

απώλεσαν  τηρουντες  |  τον   βασιλέα• 

δια  τί  γαρ  ό  λίθος  |  ούχ  έφύλαξε  τήν  πέτραν  της  ζωής; 
25  ή  τον  ταφέντα  δώσουσιν,  |  ή   άναστάντα  προσχυνήσουσιν 

λέγοντες  συν  ήμιν  |  "  δόξα  τψ  πλήθει  τών  οίχτιρμών  σου• 
Σωτήρ  ημών,  δόξα  σοι". 

"Αγγελος  μεν  το  χαΤρε  |  προ  της  σης  συλλήψεως,  Κύριε, 
τη  χεχαριτωμένη  έβόησεν  |  άγγελος  δε  τον  λίθον 
30  του  ενδόξου  σου  μνήματος  |  εν  τη  ση  άναστάσει   έχύλισεν 

ο  μεν  αντί  της  λύιτης  |  ευφροσύνης  σύμβολα  μηνύων, 

8  δεσμώτες.— 14  χαθώς.~18  πνοή. —  25  εχδ*  «δότωσαν».  —  26  χώδ.  «προσχονή- 
σωσιν»•    έχδ.  «προσχονείτωσαιν».  —  28  προτής.  —  29  χώδ.  «έβόησεν»•  έχδ.  €έχ<5μισενΛ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  211  — 

ό  δβ  άντΙ  θανάτου  |  δεσπότην  ζωοδότην  κηρόττων  ήμίν 

διό  βοωμ^ν  σοι*  |  **  βοεργβτα  των  απάντων,  |  Κύριβ,  δόξα  σοι ". 

Χαίρετε,  λαοί,  χαΐ  άγαλλιάσ&ε• 

ύίγγ«λος  έχάθισεν  εΙς  τον  λίΟον    του  μνήματος• 

αυτός  ήμϊν  βοηγγελίσατο    ειπών  5 

"  Χριστός  ανέστη  βχ  νεχρων,  |  ό  σωτήρ  του  χόσμου, 

χαι  έπλήρωσε  τα  σύμπαντα  εύωδίας  '*• 

χαίρετε,  λαοί,  χαι  άγαλλιασ&ε. 

Στίχος•  €Άναστητω  6  θεός».  ^Ηχος  πλάγιος  α'•  «Πάσχα». 
Και  τό  Δόξα.  «Αναστάσεως  ημέρα».  ΚαΙ  ευθύς  μετά  το  «Χρχ-  10 
στός  ανέστη»  γ',  έπαχουστόν  (είς)  ήχ(ον)  β'•  «Φως  ανέτειλε  τω 
δικαίω  χαΐ  τοις  εύθέσι»:  Εύαγγέλιον  δ'  χατάΑουχαν  (χδ',  1 — 12)' 
«"Ορθρου  βαθέος  ήλθον  γυναίκες  εις  το»:  Τέλος•  «προς  εαυτόν 
θαυμαζων  τό  γεγονός».  Ευθύς  Δόξα*   ήχος  δ'. 

"Ορθρος  ην  βάθος  |  χαι  αΐ  γυναΐχες  ήλθον  ΐ5 

έπι  τό  μνήμα  σου,  Χριστέ• 

άλλα  τό  σώμα  ουχ  ευρέθη 

τό  ποθουμενον  |  αύταϊς• 

διό  Ι  άπορουμέναις 

οι  ταϊς  άστραπτούσαις  έσθήσεσιν  έπιστάντες  20 

"τί  τόν  ζώντα  μετά  των  νεχρών 

ζητείτε *'  ελεγον  |  ".ήγέρθη,  ως  προειπεν 

τί  άμνημονεΤτε  των   ρημάτων   αυτρΰ"; 

οίς  πεισθεΤσαι  |  τα  όραθέντα  έχήρυττον 

άλλ'  έδόχει  λήρος  τά  ευαγγέλια•  25 

ούτως  ήσαν  ετι  νωθεϊς  οι  μαθηταί* 

άλλ'  ό  Πέτρος  εδραμεν  χαι  Ιδών 

έδόξασέν  σου  προς  εαυτόν  τά  θαυμάσια. 

ΚαΙ  ευθύς  ό  διάκονος    τήν  αϊτησιν    και    απολύει.  Ή  δέ  θεία 
λειτουργία  τελείται  εις  την  Άγίαν  Άνάστασιν.  Γίνεται  ή  είσοδος,    90 
καθώς    έτάχθημεν    τη  Κυριακή,    και    τά    ά^^ίφωνα.   Προκείμενον, 
ήχος    πλάγιος    δ'•    «Εις    πασαν    τήν    γήν».    Στίχος*    «Οι  ουρανοί 
διηγούνται».  Ό  απόστολος•    Πράξεων.    Εύαγγέλιον    κατά    Ίωάννην 

1  χηρύττον.  —  4  έχάθησεν. — 5  έ'Αδ.  «ήμιας». — 19  ά'ορουμένα. -24  οΐς  πισΠεΤσάσα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  212  — 

(α',  18  κέ)•  €θ60ν  ούδεΙς^ιΕΖς  τα  αγ^α,  ώς  έτυπώθη  τω  πάσχα. 
'Οφβίλει  δε  φέρειν  με  τά  δγια  φ'  θυμ(^ατά)  καΐ  σταυρόν  χαΐ 
δτε  εισέλθωσιν  τά  δγια  ε{ς  το  Βήμα  χαί  γένεται  ό  ασπασμός, 
εύγένοοσιν  ιβ'  διάκονοι    με  τα  (θυμιατά  καΐ)  θυμιάζου(ν)    πρώτον 

5  τόν  "Αγιον  Τάφον  καΐ  τόν  ναόν  8λον,  καΐ  τον  Γολγοθαν  καΐ  τον 
"Αγιον  Κηπον  καΐ  τον  "Αγιον  Κωνσταντΐνον  καΐ  τήν  Άγίαν  Φυ- 
λαχήν.  ΚαΙ  δταν  φθάσωσιν  πάλιν  εις  τ(ό  Βήμα)  λαμβάνου(ν)  οι 
υποδιάκονοι  τους  θυμ(ιατούς)  έξ  αυτών,  καΐ  τελείται  ή  λειτ(ουρ- 
γία)•  καΐ  το  κοινωνικόν,    ώσπερ  τξ  Κυριακή*  και  ούτως    Ιως    τ^ 

10   Κυριακ-ξ  του  Θωμά. 


ΤΗΙ  ΔΕΪΤΕΡΑΙ  ΕΣΠΕΡΑΣ. 

Στιχηρά  αναστάσιμα  εΙς  το   €  Κύριε  έκέκραζα»•  ήχος  γ'. 

Τφ  σφ  σταορψ.  Χριστέ,  Σωτήρ,  |  θανάτου  κράτος  λβλοται 
χαΐ  Διαβόλου  ή  πλάνη  κατήργηται•  |  γένος  δέ  ανθρώπων 
16  πίστβι  σφζόμενον  |  υμνον  σοι  |  καθ'  έχάστην  προσφέρει. 

Πεφώτισται  τα  σύμπαντα  |  τ^  άναστάσει  σου,  Κύριε, 
και  ό  παράδεισος  πάλιν  ήνέφκται*  |  πάσα   δέ  ή  κτίσις 
άνευφημουσα  σε  |  υμνον  σοι  |  καθ^  εκάστην  προσφέρει. 

Δοξάζω  Ι  του  πατρός   και  του  υιού  τήν  δύναμιν 
20  χαι  ττνεύματος  άγιου  |  υμνώ  τήν  εξουσίαν, 

άδιαίρετον  άκτιστον  θεότητα,  |  τριάδα  όμοούσιον 
την  βασιλεύουσαν  |  εις  αΙώνα  αΙώνος. 

Στιχηρά  Ιτερα*  ήχος  γ',  προς  τό   «Σταυροφανώς  Μωυσηςι 

Συ  ως  αμνός  |  εκουσίως  ετύθης 
2δ  πάσχα  τό  μέγα  και  θείον, 

της  του  εχθρού  μβ  δουλείας  |  ελευθέρων* 

δια  τούτο  |  υμνώ  σε  |  μεγαλοφώνως,  οίκτίρμων, 

εν  τη  εύσημφ  ήμερα  της  έγέρσεως  της  σης. 


τ  ο 

2  μετ(ά).  —  4  |Αε  ^μιαζο.— 14  ή  πλάνη  σ  χατήργηται. — 15  χαθεχάβτη. — 24  αμ- 
νός.—27    δίΛτουτο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  213  — 

χαΐ  προοχονω  σοο  το  κράτος,  'Ιησοο, 

χαΐ  την  βασιλβίαν  την  άχατάλοτον, 

δι'  ης  τοδ  θανάτοο  το  φοββρόν  χατ«λ6θη  βασίλβιον. 

"Ομοιον. 

"  Αι  τφ  χλαο&ριφ  |  τάς  ψαχάς   συσχβθβισαι  5 

π«ριπαθ«Τς  μυροφόροι, 

χαράν  «νδύσαα&β  μάλλον,  |  δτι  Χριστός, 

ή  ζωή,  βξανβοτη  |  χαΐ  σανανέστησβ  πάντας 

τοος  άπ'  αιώνος  θανβντας  "  |  άνββόα  ό  φάνεις 

βναστράπτων  αγγβλος  φαιδρως,  10 

έν  τφ  λί&φ  πάλαι  προχαθεζόμβνος* 

*'  απαγγείλατε  δε  |  τοις  αυτού  άποστόλοις  α  εϊδετβ  ". 

"Ομοιον. 

Πάσχα  δι'  ου  |  οι  εχ  γης  προς  τα  άνω 

έπανεγράφησαν,  πάσχα  15 

ή  φαιδρότατη  ήμερα*  |  δεύτε,  πιστοί, 

άλαλάξωμεν  υμνοις  |  χαΐ  ψαλμιχώς  ευφρανθώμεν, 

περιπτυσσόμενοι  πάντες  |  εαυτούς  χαρμονιχώς, 

χαι  ευχαρίστως  βοήσωμεν  αυτφ' 

**  χραταιςΐ  χειρί  σου,  μόνε  αθάνατε,  20 

ελυτρώσω  χόσμον  έχ  φθοράς*  |  δια  τούτο  δοξάζω  σε  '\ 

Δ(5ζα•  ήχος  γ'.  «Πώς  μή  θαυμάσωμεν » :  Προχεέμβνον,  ήχος 
βαρός*  «Ό  θεός  ημών  έν  τώ  ούρανώ  καΐ  έν  τη  γ^».  Στίχος* 
€Έν  εζόδω  Ισραήλ  έξ  Αιγύπτου»:  Είτα  το  ιΚαταςίωσον  Κύριε». 
Ευθύς  του  στ^χ(ηρου)  ήχος  γ'*  25 

Ό  τφ  πάθει  σου.  Χριστέ,  |  άμαυρώσας  τον  ήλιον 
χαΐ  τφ  φα>τι  |  της  σης  αναστάσεως 
φαιδρυνας  τα  σύμπαντα,  |  πρόσδεξαι  ημών 
τον  εσιρερινόν  υμνον,  φιλάνθρωπε. 

ΚαΙ  τά    στιχηρά    τά    πλαγίου    α'*    «Πάσχα»:  —  Και  μετά  το   30 

€Χριστός  ανέστη»,  €Νυν  απολύεις».  Κάθισμα,  ήχος  γ'*  «Εύφραι- 
νέσθω  τά  ουράνια».  Ό  διάκονος  την  αΓτησιν  χαΐ  απολύει. 


8    ζοφοβερόν.  —  5    οί  II  ψοχδς.  —  7    χβρβν.  —  9    άιταιώνος.  —  10  ένάατράπτων.  ■ 
18  πβριπτυσσώμβνοί• — 26  πάθη. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


214  — 


ΤΗΙ  ΤΡΙΤΗΙ. 

Εις  τόν  δρθρον  τό  €  Χριστός  ανέστη»  χΑΐ  του  στιχ(ηροϋ?) 
καΐ  τό  «Άνάστασιν  Χρίστου  θεασάμενοι»  γ'.  Εύθυς  «Αναστά- 
σεως ημέρα»   χαΐ  6  χανών  ούτος*  ήχος  γ'. 

5  *Ωδή   α'.  «Ό  τα  ΰδατα  πάλαι». 

Ό  τήν  γην  έφ'  υδάτων  |  πάλαι  κρβμάσας 
χρεμάΐται  |  έθελοοσίως  εν  ξυλφ, 
έχ  πλευράς  βρόει  δε  |  οδωρ  αφέσεως 
χαι  την  άναβλύαασαν  |  εν  παραδείσφ  χαχιαν 
10  ξηραίνει,  ώς  ευσπλαγνος,  |  οτι  δεδόξασται. 

Έκ  της  γης  προς  τα  ανο)  |  άνενεχθέντες 
τοϋ  πάσχα  |  τξ  λαμπροφόρφ  ήμέρςι, 
εν  αοτη  σήμερον  |  χορούς  συστησώμεθα, 
αΐνον  άναπέμποντες  |  τψ  νιχητη  του  θανάτοο 
15  μόνφ  βασιλει  ημών,  |  οτι  δεδόξασται. 

"  Τό  άτίμητον  μορον  |  τί  μετά  μόρων, 
γυναίκες,  |  επιζητείτε  εν  τάφφ"; 
ό  φάνεις  άγγελος  )  λαμπρώς  έβόησεν 
"  άπιτε,  χυρυξατβ  |  τοΙς  μαθηταΧς,  έξανέστη 
20  χαι  χατευωδι'ασε  |  της  γης  τα  πέρατα". 

θεοτοχίον. 

Τον  υΐόν  σου,  παρ&ένε,  |  έγηγερμένον 
έχ  τάφου  |  ώραΤον  κάλλει  όρώσα 
μαθηταΐς,  άχραντε,  |  λαμπρώς  συνέχαιρες* 
25  δ^εν  σοι  χραυγάζομεν  |  "  χοίφε  χαράς  ή  αΙτία, 

λύπης  ή  άναίρεσις,  |  ζωής  φανέρωσις  ". 

Τπακοή. 

'Ωδή  γ'.  «Ό  έχ  μή  δντων  τά  πάντα,  παρ^ένβ». 

"Ηλιε  δόξης,  |  αόρατε  βασιλευ,  |  ορών  σε  χρεμάμενον 
30  φως  συνέστειλεν  ήλιος  |  χαι  ή  γη  έσει'ετο 

χαι  έδονεΐτο  τφ  φόβφ  σου  ή  χτίσις. 


16  μ.υρον.  —  19  απητε.  —  23  όραΐον.     24  συνέχερες. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  215  — 


Σήμερον  ωφ&η  |  ωραίος  έκ  παστού  |  Χριστός  πορβυόμενος• 
νυν  έχ  τάφου  ό  Κύριος  |  χαι  την  ωραιότητα 
ή{ΐιν  της  θείας  έγέρσεως  δωρεΐται» 

Πάσχα  Κυρίου  |  τό  μέγα  χαι  ιερόν  |  Χριστός  έχ  τάφοα 

δεσμών  ήλευθερώ&η  τε,  |  αμαρτίας  σήμερον  5 

τόν  χαταλυτην  του  "Αδου  άνυμνουντες. 

θεοτοχίον 

Τόν  σταυρωΟέντα  |  ταφέντα  χαι  έχ  νεχρών,  |  χαθώς  προεΤπεν, 

έγερ&έντα  τριήμερον,  |  θεομήτορ,  αΐτησαι 

του  διασώσαι  τους  δούλους  σου,  παρθένε.  ΙΟ' 

Τπαχοή•  ήχος  γ'. 

Έχπλήττων  τήν  δρασιν,  |  δροσίζων  τοις  ρήμασιν 

ό  άστράπτων  άγγελος  |  ταΤς  μυροφόροις  έλεγε• 

"  τόν  ζώντα  ζητείτε  εν  μνήματι; 

ήγέρθη  χενώσας  τα  μνήματα  1^ 

της  φθοράς  άλλοιωτής* 

γνωτε  τόν  άναλλοίωτον 

είπατε  τφ  θεφ  |  ως  φοβερά  τα  Ιργα  σου, 

δτι  τό  γένος  |  Ισωσε  των  ανθρώπων  ". 

'Ωδή  δ'.  «Έθοο  προς».  *> 

Βήματι  χριτοΰ 

ό  χριτής  Πιλάτφ  παρέστηκας, 

φέρων  έμπτυσμους  χαΐ  ραπισμόός, 

χαι  χαταβάς  εις  *'Αδην  έρράπισας 

τούτου  τό  βασίλειον,  |  έξαναστήσας  25 

πάλαι  ους  χατέπιεν. 

Πάσχα,  εορτών 

εορτή  λαμπρά  χαι  πανήγυρις 

πασών  πανηγύρεων,  πιστοί, 

τψ  νιχητη  του  ''^Α.δου  βοή  σωμέ  ν  30 

"  ειργάσω  παράδοξα  |  ήμας  ζωώσας* 

δόξα  τη  δυνάμει  σου  ". 


1     όροΛος.  —  6     αΝύμ-νουντες 
24  έρραπισας. — 28  εορτή  λαμπρά. 


—  8     χάβώς.  —  9     θεομήτορ.  —  12     έχπλήτων.  — 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  216  — 

Χαϊρβ  μαθητών 
ό  χορός  όρων  τον  διδάσχαλον 
θάνατον  θανάτφ  άλη&ολς 
χαταβαλόντα  χαΐ  τα  βασίλεια 
δ  τοδ  '-^δοο  χβνώσαντα  |  χαΐ  άναοτάντα 

τάφου,  χα&ώς  έφηαβν. 

θεοτο%ίο>ι. 

Μόνη  γοναιχών 
τοχβτόν  παράδοξον  βσχηχας, 
10  (ΐόνη  χαθορας  τον  έχ  νβχρών 

έγηγβρμ,βνον,  κόρη  πανάμωμε, 
τον  μόνον  θεόν  ημών,  |  δν  έχδυαώπει 
σώααι  τάς  ψοχάς  ημών. 

*£ί$ή  β'.  «ΈπΙ  της  γης  |  ό  αόρατος  ώφ^η». 

15  ΈπΙ  στααροα  |  έχοααιως  υττνώαας 

τοος  εν  νεχροις  |  άχοοαίως  υπνοοντας 

μετά  ψοχής  εν  αυτοΐς  |  χαταβάς,  φιλάνθρωπε, 

χραταιώς  συνεξανέοτηαας. 

"  Μετά  νεχρών  |  μη  ζητείτε  τον  ζώντα, 
20  μετά  χλαοθμου  |  τήν  παράχλησιν  πάντων 

βλεψαι  μη  θέλετε  "  |  ό  άστράπτων  άγγελος 
μοροφόροις  άπεφθεγγετο. 

Τών  μαθητών  |  έχ  νεχρών  σε  ό  δήμος 
έωραχώς  |  άναλάμψαντα,  Λόγε, 
25  Χ*Ρ^^  πεπλήρωται  |  χαι  χροτει  εν  πνεόματι 

πάσχα  μέγα  χαι  αωτήριον. 

θεοτοχίον. 

"Ον  έχ  τών  αών  |  παναγίων  αιμάτων 
οπερφοώς  |  έσωμάτωαας  Δόγον, 
30  άναβιώσαντα  |  έχ  νεχρών  τριήμερον 

έθεάσω,  μητροπάρθενε. 

ε 
5  νινώσαντα.  —  9  τόχετόν.  —  10    χάβρας  τών.  —  12    έχδϋσώΐϊη.  —  13   τας, 

24  έοραχώς. — 25  χροτη. — 29  υπέρ  φυώς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  217  — 

*Ωδή  ς',  «Άβυββος  |  εσχάτη». 

'^^σατβ  |  χαΐ  ψάλατβ  τφ  θβφ 

έλόντι  πά&βι  |  τον  απάντων  πολβμιον, 

καΐ  πανηγορίσατβ  ]  φολαΐ  και  γλώσσαι  της  γης 

καΐ  κροτησατβ  |  "  βξανέστη  ό  Κύριος  ".  δ 

Τέτρωται  |  τη  λόγχη  σου  ό  εχθρός 

και  ή  φλογίνη  |  ρομφαία    νώτα  διδωαι 

τοις  τήν  σήν  άνάστασιν  |  βυσββώς  καταγγβλλοοσιν 

και  ομνοοσί  σβ,  |  Ίη^ου  ί>πβράγα&β. 

Σήμβρον  Ι  τήν  βγβραιν  αληθώς  10 

αοτήν  έορτάζομβν  ]  τοδ  δεσιτότοο  της  κτίαεως* 
βν  αοτη  τον  κόομον  γαρ  |  βαυτφ  αυνανβστηαε 
και  ένβκρωσβ  |  νεκρωθείς  τον  πολέμιον. 

Θεοτοχίον. 

Σήμαντρα  |  της  παρθενίας  της  σης  15 

Χριστός  μή  λόσας  |  ί>πέρ  λόγον  σεσάρκωται' 
άναστας  εκ  τάφοο  δε  |  άσαλευτοος  ετήρησε, 
θεονόμφεοτε,  |  τάς  σφραγίδας  τοδ  μνήματος. 

Εοθος   «Ει  χαΐ  έν  τάφω>   χαι  έχ  των  οΤχων. 

'Ωδή  ζ'.  «Τρεις  παίδες  έν  χαψιίνφ  τήν  τριάδα».  20 

Κροτήσατε,  τα  έθνη,  |  ψαλμικώς  χείρας  σήμερον, 
'*  έξανέστη  ό  Χριστός  |  έξεγείρας  νεκροός  '* 
μεγαλοφώνως  βοώντα* 
"  εολογητός  ει  ό  θεός  τών  πατέρο)ν  ημών  ". 

"  Στησώμεθα  χορείαν  "  |  μυστικώς  άλαλάξαντες  25 

"  τη  τοδ  πάσχα  έορτη  "  |  και  άνακράξωμεν* 

"  ό  τα  μεγάλα  ποιήσας 

εις  άπολότρωσιν  εολογητός  ει,  Χριστέ  ". 

Γοναικες  από  θέας  |  γραφικώς  δεδτε  σήμερον 

τη  ϊιών  εοαγγελίσασθε  τήν  εγερσιν  30 

τοδ  εκ  παρθένου  τεχθέντος 

και  τών  ώδίνων  τών  τηκρών  |  τήν  Εί>αν    λόσαντα. 

4  πβνηγορήσατε,— 7  ρωμφαΐα. — 23  βοώντας. — 29  άποθέας.— 32  εύαν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  218  — 


θεοτοχίον. 


Νεφέλη  φωτοφόρε,  |  ό  οΐχήσας  την  (ΐήτραν  σου 
υπέρ  λόγον  μέγας  ήλιος,  παρθένε,  Χριστός, 
έζανατειλας  τοο  τάφου 
5  πασαν  έφώτισε  την  γήν  |  θείαις  λαμπρότησιν. 

'Ωδή  η'.  «Άστέχτω  πυρι  ένωθέντες». 

Άκανθας  στεφθείς  |  εκουσίως 
πρόρριζον  τήν  άκανθα  |  της  πλάνης  άποτέμνεις• 
άναστάς  δέ,  |  Σωτήρ,  έκ  τάφου 
10  τους  πιστούς  έζώωσας-  δια  τούτο 

πάσχα  |  κροτοΰντες  αιώνιον 
σε  υμνολογουμεν,  |  πατρός  υιέ  και  Λόγε, 

"  Χαίρετε  "  βοάς  |  μοροφόροις, 
σου  τους  ιερούς  κρατουσαις  πόδας,  ων  τον  κρότον 
15  ή  προμήτωρ  μεν  έφοβήθη 

και  ευαγγελίστριας  άποστόλοις 

ταύτας  |  δεικνύεις  ό  Κύριος, 

"  ανέστη  "  λέγουσας  |  "  και  ζη  εις  τους  αιώνας  ". 

"Απιτε  ύμεΐς  εις  τα  έθνη 
20  πάντα  "  απόστολο ις  άνεβόα  ο  δεσπότης, 

"  διαγγέλλοντες  τήν  έκ  τάφου 
φρικώδη  μου  εγερσιν  και  του  *'Αδου 
δντως  παντελή  καθαίρεσιν, 
δπως  τε  θανέντων  |  και  ζώντων  βασιλεύω"» 

2^  θεοτοχίον. 

Χαίροις,  χαρμονή,  |  άνεικάστως 
βλέπουσα,  παρθένε  Θεοτόκε,  τον  υιόν  σου 
πρωτότοκον  ως  έκ  γαστρός  σου, 
ούτως  και  πρωτότοκον  έκ  των  νεκρών 
30  δόξη  Ι  θείςι  άνερχόμενον, 

πρώτον  τα  του  "Αδου  |  κενώσαντα  ταμεία « 


10  διατουτο. — 13  χαίρετε.— 14  χρατοΰσαι.— 17  ταύτας. — 19  απητε.— -21  διάγγέλλον- 
τες. — 24  ζώντων  βασιλεύων. — 26  χαρμονή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  219  — 

*Ωδή  θ'.  «Έν  νόμου  σχια  χαΐ  γράμματος». 

Την  ξϋλφ  ποτέ  βλαστήσασαν  |  φ&οράν  ξύλφ  Ιάτρεοσας, 

εν  τάφφ  προσκληθείς  δέ  |  τους  εν  τάφοις  ήγβιρας  νβχρούς, 

πάσχα  το  μέγα  καΐ  θβιον,  |  Δόγβ  άνάρχοο  πατρός, 

ό  τοος  βροτοος  σομπολίτας  |  των  αγγέλων  εργασάμενος.  5 

Κλαιοόσαις  ποτέ  έβόα  |  γυναιξιν  ό  θείος  άγγελος, 

"  χαράν  άναλαβοδσαι  |  άποστολοις  σπεύσατε  ειπείν, 

ώς  ό  δεσπότης  ανέστη  |  και  νυν  προάγει  υμάς 

εις  Γαλιλαιαν,  ώς  είπεν  |  προ  τοδ  πάθους  ό  φιλάνθρωπος  ". 

Άγάλλοο  ή  γή•   άγάλλου,  |  ουρανοί•  βροτοί,    σκιρτήσατε•  10 

ό  Κύριος  ανέστη,  |  κατεπόθη  θάνατος  λοιπόν* 

οι  εν  δεσμοΤς  άπ'  αιώνος  |  ήλεοθερώθησαν, 

πάσχα  κροτοδντες  το  μέγα,  |  το  φαιδρόν  τε  και  χαρμόσυνον. 

θεοτοχίον. 
Το   θρήνος,  αγνή,  μετήλθε  |  λοιττον  εις  άγαλλίασιν  15 

ιδοί)  γαρ  ό  υιός  σου  |  και  δεσπότης  πάντων  και  θεός, 
δν  εν  σταυρφ  κατενόεις  |  κάλλος  και  έχοντα, 
έγηγερμένος  ωραίος  |  πασαν  κτίσιν  έγκαλλώπισεν. 

ΈΕαποστειλάριον    €ΣαρκΙ  υπνώσαςι.   Στεχηρα  αναστάσιμα  εις 
τους  αϊνους'  ήχος  γ'.  20 

Δεύτε,  πάντα  τα  έθνη,  γνώτε 

του  φρικτού  μυστηρίου  την  δύναμιν' 

Χριστός    γαρ  ό  σωτήρ  ημών,  |  ό  εν  άρχη  Δόγος, 

έσταορώθη  δι'  ήμας  και  εκών  ετάφη 

και  ανέστη  εκ  νεκρών  |  του  σώσαι  τα  σύμπαντα•  25 

αύτφ  προσκυνήσωμεν. 

Διηγήσαντο  πάντα  τά  θαυμάσια 

οί  φυλακές  σου,  Κύριε* 

άλλα  το  συνέδριον  της  ματαιότητος 

πλήρωσαν  δώρων  την  δεξιάν  αυτών  30 

κρύπτειν  ένόμιζον  την  άνάστασίν  σου, 

ην  ό  κόσμος   δοξάζει*  |  έλέησον  ημάς. 


1  νόμω.  —  2  φθοραν  ||  ίάτρεοσας. — 7    σπεύσατε. — 10  γήι. — 16  ίδου.  —  28  αρχή. — 
26  έχ6.  «αύτον».  —  80  πληρώσαι  (ώρα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  220  — 

Χαράς  τά  πάντα  πβπλήρωται 
της  αναστάσεως  τήν  πβΤραν  βίληφότα* 
Μαρία  γαρ  ή  Μαγδαληνή 
έπι  το  (χνημα  ήλθβν' 
5  βδρβν  αγγβλον  βπι  τον  λιθον  χαθημβνον, 

τοις  ίματ{οις  έξαστράπτοντα  και  λβγοντα 
"  τι  ζητβϊτβ  τον  ζώντα  μετά  των  νβχρών; 
οοκ  Ιστιν  ώδβ,  |  άλλ'  βγήγβρται,  χαθώς  βιπβν, 
και  προάγει  ϋ|ΐας  εις  τήν  Γαλιλαίαν  ". 

10  Έν  τφ  φωτί  σου,  δέσποτα,  |  όψό{^ιε&α  φως,  φιλάνθρωπε* 

άνεστης  γαρ  εκ  των  νεκρών, 
σωτηρίαν  τφ  γένει  των  ανθρώπων  δωρο6[ΐ£νος, 
ινα  σε  πάσα  κτίσις  δοξολογη 
τον  μόνον  άναμάρτητον*  |  έλέησον  ήμας. 

15  Στίχος•  ήχος  πλάγιος  α'•   €Άναστήτα)    ό  θ60ς>.  —  «Πάσχα» 

καΐ  τά  έξης,  και  μετά  τό  «Χριστός  ανέστη»  γ',  ό  διάκονος  συ- 
ναπτ(ήν).  'Επ(α)κ(θϋστόν),  ήχος  πλάγιος  δ'•  «Βασιλεύσει  Κύριος 
είς  τον  αΙωνα  ό  θεός  σου,  Σιών».  Εύαγγέλίον*  κατά  Ματθαίον 
(κη',  16 — 20)•    <0ί  δέ  δνδεκα  μαθηταί».    Τέλος•    «του    αιώνος* 

20   αμήν*.  Ευθύς  μετά  τό  εύαγγέλιον,  τροπ(άριον)•  ήχος  α". 

Εις  τό  δρος  τοις  μαθηταΐς  έπειγομένοις 
δια  τήν  χαμόθεν  επαρσιν  επέστη  ό  Κ6ριος, 
και  προσκονήσαντες  αυτόν 

και  τήν  δοθεΐσαν  έξοοσίαν  |  πανταχοο  διδαχθέντες 
25  εις  τήν  ί)π'  ουρανόν  εξαποστέλλονται 

κηρϋξαι  τήν  εκ  νεκρών  σοο   άνάστασιν 
και  τήν  εις  ουρανούς  άποκατάστασιν 
οίς  και  συνδιαιωνίζειν  ο  άψεοδής  επηγγείλατο, 
Χριστός  ό  θεός  και  σα>τήρ  των  ψυχών  ημών. 

30  Ό  διάκονος    τήν    αίτησιν    καΐ    απολύει.  'Οφείλει    δέ  γίνεσθαι 

μετά  τό  «Χριστός  ανέστη»  (τούτο)•  ποιουμεν  λιτ(ήν),  ό  πατριάρ- 
χης σύν  τω  κλήρω,    άπό  την    Άγίαν    Άνάστασιν    εις    τό  'Άγιον 

2  •ιληφότ«ς. — 9  έχδ.  «έν  τ-ή  Γαλιλβία».— 12  σωτηρία  τό  γένος.— 13  πάσα  ||  δοξο- 
λογβΐ.  —  16  έξης.  —  21  έπηγομένοις  διατήν.  —  24  δοθείσαν.  —  25  έξαποστέλλοντβς.  — 
26  χηρύξαι•  —  28  συν  δι  αίωνίζειν.— 80  γίνετ(αι). — 81  προσέθηχα  τό  ατοΰτο». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


221  — 


Κραν^ον  καΐ  είς  τόν  "Αγιον  ΚωνσταντΤνον  καΐ  βίς  τήν  Άγ(αν  Φυ- 
λαχήν  χαΐ  εΙς  τόν  "Α-γιο^  Κηπον,  ϊως  τήν  Άγίαν  Σίών  χάχδΤθ(ι) 
άναγκνώσχομεν  τό  ευαγγέλίον. 


ΤΗΙ  ΤΡΙΤΗΙ  ΤΗΣ  ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΤ.    - 

Εσπέρας  ♦    στιχηρά    αναστάσιμα     εις    τό   €  Κύριε    έχέχραζα>•     δ 
ήχος   δ'. 

Τον  ζα>οποιόν  σου  σταυρόν  |  άπαυστως  προσχυνοΰντες, 

Χριστέ,  τήν  τριήμερόν  σου  άνάστασιν  δοξάζομβν 

δι'  αυτής  γαρ  άνεχαίνισας  |  τήν   χαταφθαρεΐσαν 

των  ανθρώπων  φυσιν,  παντοδύνα[ΐε,  10 

χαΐ  τήν  εις  ουρανούς  ανοδον  ανεχ[άλ6]σας  ήμιν 

ό  μόνος  αγαθός  χαΐ  φιλάνθρωπος. 

Του  ξύλου  της  παραχοής  (  τό  βπιτίμιον  ελυσας,  Χριστέ, 

τφ  ξυλφ  του  σταυρού  |  έχουσιως  προσηλωθείς, 

χα  ι  εΙς  "Αδου  χατελθών,  δυνατέ,  15 

του  θανάτου  τα  δεσμά  |  ώς  θεός  διέρρηξας* 

διό  προσχυνουμεν  |  τήν  έχ  νεκρών  σου  άνάστασιν 

εν  αγαλλιάσει  βοώντες  |  ** παντοδύναμε  Κύριε,  δόξα  σοι". 

Πύλας  "Αδου  συνέτριψας.  Κύριε,  |  και  τφ  σφ  θανάτφ 

του  θανάτου  τό  βασίλειον  ελυσας*  20 

γένος  δε  τό  άνθρώπινον  |  εκ  φθοράς  ήλευθέρωσας, 

ζωήν  και  άφθαρσίαν 

τφ  κόσμφ  δωρησάμενος  |  και  τό  μέγα  έλεος. 

"Ετερα  στιχηρά•  ήχος  δ',  προς   τό   ι'Ως  γενναΤον». 

Σταυρωθείς  τόν  παράδεισον  |  τοΐς  άνθρώποις  ήνέφξας  25 

και  νεχροις  συνφχησας,  ή  ζωή  ήμων, 

και  εξανέστης  τόν  θάνατον  |  ελών  τη  δυνάμει  σου, 

καΐ  συνηψας  ουρανοΐς  |  αληθώς  τα  επίγεια, 

πάσχα  αγιον,  |  πάσχα  μέγα  χαι   θεϊον,  |  θεού  Αόγε, 

ή  πηγή  |  της  απάθειας,  |  ό  Ιλασμός  τών  ψυχών  ημών.  30 

4  δίαχη(νησί|Αθϋ).— 8  έχδ.  κΧριβτέ  ό  Θεός». — 11  χώδ.  «άνεχ,'  .  .  σας»•  έχδ.  «χο- 
θυπέδίΐξβς». — 14  του  ξύλου. — 18  βοωμιεν,— 30  πηγή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  222  — 


"Ομοιον. 


Ή  φθορά  έξωστράχισται,  |  άφ&αρσία  έξήν&ησβν, 
ό  δεσμός  6  χρόνιος  διαλέλυται, 
οι  ουρανοί  εοφραινέσθωσαν,  |  γη  και  τα  επίγεια• 
5  έξανέστη  ό  Χριστός,  [  έσκολεύθη  ό  θάνατος, 

ή  ευφρόσυνος  |  έπεφάνη  ήμερα,  |  πάσχα  θείον, 
άπαθείαν  προξένησαν  |  τφ  άνθρωπίνφ   φυράματι. 

ΌμΟΙΟν. 

Ή  ημέρα,  ό  Κύριος  |  ην  έποίησε  σήμερον 
10  άγαλλιασωμεθα  ευφραινόμβνοι* 

ό  ζωοδότης  έγηγερται,  |  ό  "Αδης  εσκύλευται, 

αποστόλων  ό  χορός  |  την  χαρά  ν  άκουτίζεται 

διά  στόματος  |  γυναικών  μυροφόρων 

άψαμένων  |  των  ποδών,  ών   ή  προμήτωρ 
15  πρώην  τον  κρότο  ν  πεφόβηται. 

Δόζα*  ήχος  δ'.   «Ό  διά  σου  θεοπάτωρ   προφήτης  Δαυίδ >. — 
ιΦώς  ίλαρ6ν».  Προκείμενον,  ήχος  βαρύς•   ιΦωνη   μου  προς  Κύ- 
ριον  έκέχραζα,  φωνή  μου  προς  τον  θεόν  καΐ  προσέσχεν  μοι».  Στί- 
χος•  «Έν  ήμερα  θλίψεώς  μου  τόν  θεόν  έξεζήτησα».  —  «Κατα- 
20   ξίωσον»  του  στιχ(ηρου). 

Κύριε,  Ι  άνελθών  έν  τφ  σταυρφ 
την  προγονική  ν  ημών   κατάραν  έξήλειψας, 
και  κατελθών  έν  τφ  "Αδη 
τους  άπ'  αιώνος  δέσμιους  ήλευθέρωσας 
25  άφθαρσίαν  δωρουμενος  τών  ανθρώπων  τφ  γένει* 

διά  τούτο  ΰμνουντες  δοξάζομεν 
τήν  ζωοποιόν  |  καΐ  σωτηριόν  σου  εγερσιν. 

Το  στιχ(ηρόν)•  πλάγιος  α'•  «Πάσχα»  χαΐ  μετά  τό  «Χριστός  ανέ- 
στη» γ,  τό  «Νυν  απολύεις».  Κάθισμα,  ήχος  δ'•  «Τό  φαιδρόν  της»: 


η 

11  Ιγειγερτοι.— ΙβδιασΟϋ. — 21  άνελθών. — 28  α($εΕ. — 24  άτταιωνος. — 25  τό  γένος.— 
26   Βιατοΰτο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  223  — 

ΤΗΙ  ΤΕΤΑΡΤΗ!  ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΟΡΘΡΟΝ. 

€  Χριστός    ανέστη»   καΙ    το    ατΓχ(ηρόν)    «Άνάστασιν    ΧριστοΟ 
θεασάμενοι».  Ευθύς  €  Αναστάσεως  ήμερα».  Και  κα(νών),  ήχος  δ'. 

('Ωδή  α').  «Θαλάββης  το  έρυθραΐον». 
Τφ  ξόλψ  τήν  δια  ξυλοο,  Κύριε,  |  χατάραν   Ιλυσας,  5 

τφ  δε  θανάτψ  θάνατον  ελών  |  έξανέστης  τριήμερος, 
σονεξεγειρας  απαντάς  |  τους  νεχρω&έντας  άνομνοοντάς  σε. 

Χορειαν  ιτνεοματικήν  στησώμεθα-  |  Χριστός  έγήγερται• 

οι)  χυριεύει  θάνατος  βροτών  |  ή  φδορά  έξωστράχισται• 

ή   αφθαρσία  ήνθησεν  |  ςίβωμεν  $σμα  τφ  θεφ  ήμων.  10 

Το  χαΤρε  ταϊς  γοναιξιν  έβόησας  |  χλαιούααις,  Κυριε- 

τών  οδυνών  της    Ε&ας  δι'  αυτών  |  αναστέλλεις  γαρ  δάχρυα 

τξ  έχ  νεχρών  έγέρσει  σου•  ί  δδεν  το  χράτος  σου  δοξάζομεν. 

Έχ  τάφου  ώς  έχ  γαστρός  σου,   άχραντε,  |  Χριστός  άνέτειλεν,  15 

δικαιοσύνης  ήλιος  φαιδρός,  |  δν  άπαύστως   Ικέτευε 
φωταγωγήσαι,  πάναγνε,  |  τους  θεοτόκον  σε  δοξάζοντας. 

*Ωδν]  γ'.  «Ευφραίνεται  έιτι  σοι  ή  έχ'χληβία)». 
Ευφραίνεσθε,  ουρανοί•  |  άγαλλιάσ&ω  δε  ή  γη  απασα• 
εκ  των  νεκρών  σήμερον  |  πάντων  ή  ζωή   έξεγήγερται.  20 

Ήμαυρωται  ό  εχθρός  |  τη  έπιλάμψει  σου,  Χριστέ  ήλιε• 
εΐδον  δε  φώς  αδυτον  |  οι  πριν  έν  τφ  σκότει  κα&ήμενοι. 

Δουλείας  του  νοητού  |  άπαλλαγέντες  Φαραώ  σήμερον, 
πάσχα  θεού  αγιον  |  άγιαστικώς  έορτάζομεν. 

θεοτοχίον.  25 

Ευφραίνου,  μήτηρ  αγνή,  |  τήν  ευφροσυνην  του    παντός  βλέπουσα, 
τό  κατηφές  λύουσα  |  "Αδου  και  βροτους  άναπλάσασα. 

Ύπαχοή•  ήχος  δ'. 

Τα  της  σης  παραδόξου  έγέρσεως 

προδραμουσαι  αι  μυροφόροι  30 

5  διαξϋλοϋ.— 6  έξάνέστης. — 9  φθορά.— 10  άσ(χα. — 13  δοξάζωμιεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  224  — 

τοις  άτυοστόλοις  εχήροττον,  Χριστέ, 
δτι  άνέστης  ώς  θβός, 
δωρούμενος  ήμΐν  το  (ΐεγα   έλεος 
*9(ή  δ'.  «Έπαρ&έντας  ει^ώς»: 

5  Έπι  ξύλου  ώσιτερ  άμπελος,  ζωοδότα, 

αναρτηθείς  εττηγασας  |  οίνον  σωτηρίας, 
πάντας  τον  εύφραινοντα  |  χαΐ  μεθην   έξαίροντα 
της  είδωλιχής  άδεότητος. 
Πόλαι  "Αδοϋ  σοι  ήνοίγησαν  πάλαι  φόβφ 

10  χαΐ  πυλωροί  σε  βλέψαντες  |  περιβεβλημενον 

στολήν  έχδιχήσεως,  |  έζέστησαν,  έφριξαν 
χαι  από  προσώπου   σου  εφυγον. 
Μετά  μύρων  σε  γυναιχες  το  θείον  μύρον 
επιζητουσαι  δρθριαι  |  ηλθον  προς  το  μνήμα* 

15  αγγελον  εύρουσαι  δε  |  τήν  σήν  χαταγγέλλοντα 

εγερσιν,  Σωτήρ,  χατεπλάγησαν. 

(θεοτοχίον). 

Έπαρ&εντα  σε  Ιδουσα  εν  ξυλψ,  Λόγε, 
ή  σε  τεχουσα  εστενε,  |  τάφφ  δε  τεθέντα 
20  χαι  νεχρούς  έγείραντα  |  ήγάλλετο  βλέπουσα, 

ην  ώς  θεοτόχον   δοξάζομεν. 

*Ω&ή  ε'.  «Συ,  Κύριε  μου,    φως». 
Συ,  Κύριε,  χερσιν  |  6  ποιήσας  τον  ανθρωπον, 
έξέτεινας    έπι  ξύλου  |  τάς  αχράντους  σου  χβιρας, 
25  πλευράν  έξορυττόμενος. 

Σύ,  Κύριε,  ταφεις  |  ώς  νεχρός  εν  τφ  μνηματι, 
ένέθαψας  την  χαχίαν  |  του  νεχρώσαντος  χόσμον 

χαι  πάντας  έξανέστησας. 
'^Ω  πάσχα  ιερόν  |  χαι  σεπτόν  χαι  σωτηριον, 
30  ώ  ένθεος  ευφροσύνη,  |  δια  σου  τοις  άγγέλοις^|] 

οι  γήινοι  συνήφθημεν. 

θεοτοχίον. 
Συνέλαβες  Χριστόν  |  χαι  άφθόρως  έχύησας, 
πανάμωμε,  τον  το3  "Αδου  |  τήν  ισχύν  χαθελόντα 
35  χαι  σώσαντα  τον  ανθρωπον. 

5  ζωοδώτα.— 13  μ-ύρον. — 18  ίδοΰσα. — 30  &(ασοΟ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  225  — 

*Ωδή  ς'.  αθύσω  σοί  |  μ-ετά  φωνής  σιτ^έβεως,  Κύριε^». 

Βρώσβι  με  |  τ'ή  τοδ  ξύλου  χλαπέντα  χαΐ  θνήζαντα 

τ-ή  του  έχ&ροα  συμβούλια,  |  υψωθείς  εν  ξύλψ  άνεχαλέσω, 

χαι  πεσόντα  |  εις  φ&οράν  άφθαρσίαν  έτίμησας. 

Σινδόνι  Ι  ένειλη&εις  ταφή  παραδέδοσαι,  5 

χαι  διαρρήξας  του  "Αδου  |  θεία  δυναστεία  τα  σπάργανα, 
έξανέστης,  |  Ίησοϋ,  εχ  του  τάφου  τριήμερος. 

**  Γυναιχες,  |  μετά  χλαυθμοΰ  τήν  πάντων  παράχλησιν 
τί  εν  τφ  τάφφ  ζητείτε;  |  αφελών  της  Εύας  τα  δάχρυα 
έξανέστη  "  |  ό  φάνεις  άνεβόα  αρχάγγελος.  10 

Κύριον  Ι  του  παντός,  χυριώνυμε,  τέτοχας, 

τον  χαθελόντα  το  χέρας  |  τοδ  θανάτου,  πασι  δέ  τοις  άνθρώποις 

παράσχοντα  |  άφθαρσίαν  τε  χαι  άπολυτρωσιν. 

<Ει  χαΐ  έν  τάφφ»  χα[  οΤχος.  15 

'Ωδή  ζ'.  «Έν  τ*^  χαμίνω  άβραμιαΐοι  τταΐδες». 
Ζωής  την  πέτραν  |  προσηλωθεΤσαν  ξύλψ  τψ  του  σταυρού, 
πέτραι  |  χαθορώσαι  φόβφ  πάλαι  πολλφ  |  διερράγησαν, 
και  ήλιος  |  το  φως  άπέχρυψε  |  χαι  τά  της  γης  έσείσθη  θεμέλια.  - 

Έπαναχλήσει  |  των  πεπτωχότων  άναχέχλισαι  20 

οια  Ι  βασιλεύς  έν  τάφφ  στρατιωτών  |  φυλαττόντων  σε, 
φιλάνθρωπε*  |  ευλογημένος  ει  |  έν  τφ  ναφ  της  δόξης  σου,  Κύριε. 

-*'Αδου  ταμείων  |  πεπεδημένους  νυν  έξήρπασας, 
Λόγε  Ι  του  πατρός,  δυνάμει  παντουργιχη  |  χαι  βοώντας 
έξανέστησας  |  **  ευλογημένος  ει  |  έν  τψ  ναφ  της  δόξης  σου.  Κύριε  ".    25 

θεοτοχίον, 
Έγηγερμένον  |  έχ  νεχρών  τον  ζωής  χυριεύοντα, 
χόρη,  Ι  χατιδουσα  χαίρεις  συν  μαθηταϊς,  |  συν  αύτοΤς  τε 
άναμέλπεις  άπαυστα 
"  ευλογημένος  ει  |  έν  τφ  ναφ  τής  δόξης  σου.  Κύριε  ".  30 

'Ωδή  η'.  «Χείρας  έκπετάσας». 
"Γψωσας  παλάμας  έν  σταυρφ  |  χαι  τά  θεμέλια 
τής  γής  έδόνησας,  |  τους  δέ  την   εχπτωσιν,  δέσποτα,  δια  ξύλου 

5  άνειληθεις.  —  9  εύας. — 10  εξ  ανέστη.  —  18  χαθελώντα. —  19  εσείσ&ει. — 20  πε- 
πτοχότων.  —  21  βασιλεΟς.  —  23  ταμείων. 

15 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  226- 

ύπομβίναντας  |  προς  εαυτόν  χαρμονιχώς  |  βοώντας  ειλχυσας 
"  ευλογείτε  πάντα  τα  έργα  |  αυτόν  εις  τους  αΙωνας  ". 

Δάχχφ  σε  χατε&εντο  νεχρόν  |  νεχροδντα  θάνατον, 
ζωοποιουντα  δε  |  ους  άπενέχρωσε  δήγματι  |  Ιοβόλφ 
δ  ο  άρχέχαχος,  |  Λόγε  θεοδ  μονογενή•  |  διό  βοώμβν  οον 

'*  ευλογείτε  πάντα  τα  έργα  |  αυτόν  εις  τους  αΙώνας  ". 

Πάσχα  ή  χαρμόσυνος  ήμΤν  (  ήμερα  ελαμψεν, 
εν  η  έσχήχαμεν  |  τήν  άπολύτρωσιν  άπαντες  (  οι  δουλεία 
συνεχόμενοι  |  του  πολεμήτορος  έχ&ροΰ•  |  δ&εν    χραυγάζομεν 
10  "  ευλογείτε  πάντα  τα  Ιργα  |  αυτόν  εις  τους  αΙώνας  ". 

θεοτοχίον. 

Ό  πάσι  τό  είναι  παράσχων  |  αιτίαν  Ισχηχε 
σε  της  σαρχώσεως  |  χαι  προσελήλυ&εν  άφθορος  |  εξ  άφθόρου 
τής  νηδύος  σου  |  ό  άφΒαρσίαν  τοις  νεχροις  |  έχπνέων  μελπουσιν* 
15  **  ευλογείτε  πάντα  τα  έργα  |  αυτόν  εις  τους  αΙώνας  ". 

*Ωδή  θ'.  €Εύα  μεν  τω  τής  παραχοής». 

Ξύλου  με  χαρπφ  συμβούλια  |  τραυματισΟέντα  του  Βελίαρ, 

σι)  τραυματισ&εις  επι  ξύλου  |  Χρίστε,  ιάσω  |  χαι  τής  χατάρας  με 

υπέρ  έμου  γενόμενος,  |  Λόγε,  χατάρα  |  ήλευ&έρωσας. 

20  "  Τόν  ζωοποιουντα  τα  πάντα  |  εν  τοις  νεχροίς  πώς  εχζητείτε; 

λυσας  τοδ  θανάτου  τό  χράτος,  |  χα&ώς  προείπεν,  |  νδν  έξεγήγερται " 
ταίς  μυροφόροις  ελεγεν  |  ό  έξαστράπτων  |  θείος  άγγελος. 

"9  μαχαριώτατον  πάσχα,  [  δι'  ου  έχ  γής  μετεβιβάσθη 
πάσα  των  άν&ρώπων  ή  φύσις  |  προς  τήν  έχείσε  ]  μαχαριότητα 
25  χαι  ουρανίου  έτυχε  |  χληροδοσιας  |  χαι  θεώσεως. 

θεοτοχίον. 

Χαίρε,  εύφραίνου,  ή  νύμφη  |  του  βασιλέως  τοδ  μεγάλου 
χατοπτριζομένη  τηλαυγώς  |  τοδ  σοδ  νυμφίου  |  τήν  ωραιότητα* 
υπέρ  χρυσιον  λάμπουσαν  |  χατανοοδντες  |  μεγαλύνομεν. 

30  Ευθύς   «"Αγιος  Κύριος».  Έξαποστειλάρεον  «ΣαρχΙ  ύπνώσας». 

Στιχηρά  εΙς  τους  αίνους*    ήχος  δ'. 

8  έσχήιχαμεν.  —  12  παραβχών.  —  18  ίάσω.  —  24  έχεΐσαι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  227  — 

Ό  σταυρόν  ΐ)πο{ΐβίνας  και  δάνατον 

χαΐ  άναστάς  βχ  των  νεχρών,  παντοδόναμβ  Κύριε, 

δοξάζομέν  σου  τήν  άνάστασιν. 

Έν  τφ  σταυρφ  σου,  Χριστέ,  |  της  αρχαίας  χατάρας 

ήλβυθερωσας  ημάς  χαι  έν  τφ  |  θανάτψ  σου  5 

τον  τήν  φύσιν  ημών  τυραννήσαντα  |  Διάβολον  χατήργησας, 

έν  δε  τη  έγερσει  σου  |  χαράς  τα  πάντα  έπλήρωσας' 

διό  βοώμέν  σοι•  |  "  ό  άναστάς  έχ  των  νεχρών,  |  Κύριε,  δόξα  σοι ". 

Τφ  σψ  σταυρφ,  Χριστέ  Σωτήρ,  (  όδήγησον  ήμας 

έπι  τήν  άλήθειάν  σου  |  χαΐ  ρυσαι  ήμας  10 

των  παγίδων  του  έχδρου-  |  ό  άναστάς  έχ  τών  νεχρών 

άνάστησον  ήμας  |  πεσόντας  τζ  αμαρτία,  |  έχτείνας  τήν  χεΐρά  σοο, 

φιλάνθρωπε  Κύριε,  |     τη  πρδσ[ϊεία  τών  αγίων  σοο. 

Τών  πατριχών  σου  χόλπων  |  μή  χωρισθείς, 

μονογενής  Δόγε  του  θεού,  |  ήλθες  έπΙ  γης  15 

δια  φιλανθρωπίαν  |  άνθρωπος  γενόμενος  άτρέπτως 

χαΐ   σταυρόν  χαι  θάνατον  [  υπέμεινας  σαρχι 

ό  απαθής  τη  θεότητι*  |  άναστάς  δέ  έχ  νεχρών  |  άθανασίαν  παρέσχες 

τφ  γένει  τών  ανθρώπων,  |  ως  μόνος  |  παντοδύναμος. 

ΚοίΙ  τό  στιχηρόν    «Άναστήτω  ό   θεός»•  πλάγιος  α'.  Και  μετά    20 
τό   «Χριστός  ανέστη»   γ',  έπακουστόν   «Ανάστα,  Κύριε,  βοήθησον 
ήμΤν  χαι  λύτρωσαι  ήμας  δνεκεν».  Εύαγγέλιον  θ'  (Ίωάν.  κ',  1  κέ). 
«Τω  καιρφ  έκείνω  σκοτίας  ετι  ούσης».   Δόξα*   ήχος  βαρύς. 

Ιδού  σχοτία  χαι  πρωί  [  χαι  τί  προς  τό  μνημεΐον 

Μαρία  εστηχας,  πολύ  |  σκότος  έχουσα  ταΤς  φρεσίν,  25 

ύφ'  ου  Ι  που  τέθειται  ζητείς  ό  Τη  σους; 

άλλ'  δρα  Ι  τους  συντρέχοντας  μαθητάς  |  πώς  τοις  όθονίοις 

χαι  τφ  σουδαρίφ  |  τήν  άνάστασιν  έτεχμήραντο 

χαι  άνεμνήσθησαν  της  περί  του  γραφής* 

μεθ'  ων  |  χαι  δι'  ων  |  χαι  ήμεις  πιστεύσαντες  30. 

άνυμνουμέν  σε  |  τόν  ζωοδότη  ν  Χριστόν. 

Ό  διάκονος  τήν  αϊτησιν  καΐ  απολύει. 


6  τοραννίσαντα. — 8  άναστας. — 12  άμαρτίίχν  ||  χείρα. — 18  άπαθβίς. — 24  αχοτεία. 
25  πολύν.  —  26  τέθηται.  —  27  οί^ωνίοις. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  228  — 


ΤΗΙ  ΤΕΤΑΡΤΗΙ  ΕΣΠΕΡΑΣ. 

Στιχηρά  αναστάσιμα  είς  το  «Κόριε  έκέχραξα*•  ήχος  πλάγιος  α'. 

Δια  τοδ  τιμίου  σου  σταυρού,  |  Χριστέ,  Διάβολον  -ςσχυνας 
χαι  δια  της  αναστάσεως  σοο  |  το  χέντρον  της  αμαρτίας  ήμβλονας 
5  χαι  έσωσας  ήμας  |  εχ  των  ττυλών  του  θανάτου* 

δοξάζομεν  σε,   μονογενές. 

Ό  τήν  άνάστασιν  διδους  |  τψ  γένει  των  ανθρώπων, 
ως  πρόβατον  έπι  σφαγήν  ήχΟη•  |  έφριξαν  τούτο 
οΐ  άρχοντες  του  "Αδου  |  χαι  επήρ&ησαν  πύλαι  όδυνηραί* 
10  εισελήλυθεν  γαρ  ό  βασιλεύς  της  δόξης  |  Χριστός, 

λέγων  τοις  εν  δεσμοις  |  "  εξέλθετε  "  |  χαι  τοις  εν  σχότει 
"  άναχαλυπτεσθε  ". 

Μέγα  θαύμα•  |  ό  των  αοράτων  χτίστης  |  δια  φιλανθρωπίαν 
σαρχι  παθών  |  ανέστη  ο  αθάνατος• 
15  δεύτε  |  αι  πατριαι  των  εθνών  |  τούτον  προσχυνήσωμεν* 

τη  γαρ  αυτοϋ  ευσπλαγχνία  |  έχ  πλάνης  ρυσθέντες 
εν  τρισιν  υποστάσεσιν  |  ενα  θεόν  |  υμνεΤν   μεμαθηχαμεν. 

Έτερα  στιχηρά*  ήχος  πλάγιος  α\  προς  το  «Χαίροις  άαχητιχων». 

"Ηλοις  Ι  προσηλωθείς  τήν  άράν  |  τήν  εν  τφ  ξυλφ 
20  δια  ξύλου  έγλύκανας•  |  τεθείς  δε  |  εν  τφ  μνημείφ 

τους  άπ'  αΙώνος  νεκρούς  |  θεϊκή   δυνάμει 

εξανέστησας  |  τήν  σήν  |  δυναστείαν 

μεγαλοφώνως  δοξάζοντας•  |  "  πάσχα  το  θεΤον, 

Ίησου  παντοδύναμε,  |  ή  ζωή  ήμων, 
25  του  πατρός  το  απαύγασμα  *'•  |  δθεν  τα  επουράνια 

τη  γη  συναγάλλεται,  |  έπινικίους  φδάς   σοι, 

νιχοποιε  Αόγε,  ςίδοντα,  |  Χριστέ  |  παντοκράτωρ, 

τφ  παρέχοντι  τφ  κόσμφ  |  το  μέγα  έλεος. 

"Ομοιον. 
30  *  "Αρα  Ι  μετά  νεκρών  ή  ζωή,  |  υπό  τήν  γήν  δε 

ό  άνέσπερος  ήλιος  |  εισέτι  |  και  νυν  ί)πάρχει"; 
(των  μυροφόρων  χορός  |  θρηνφδών  έβόα)• 

10  βαοιλευ.— 11  έξέλθοτε  ||  σχότι.— 14  παθών.— 19  άράν.— 21  άπβιώνος. — 81  εις  βτι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  229  — 

*'  δβυτβ  δρά(ΐ.ω]ΐ.εν  |  απουδ'ζ  |  χαι  όψώμ«θα 

προς  το  μνήμα  το  αγιον  "•  |  Ινδον  δε  τούτοο 

βξαστράπτοντα  αγγβλον  |  θβασάμεναι 

άπορουσαι  έξίσταντο*  |  δστις  μεταβαλών  αυτών 

τον  φόβον  εβόησεν  |  "  ό  ζωοδότης  ανέστη•  5 

μη  έχθαμβεΤσ&ε,  |  φιλόσεμναι*  |  αυτός  [  βασιλεύει 

ό  δωρούμενος  τφ  χόσμφ  |  το  μέγα  έλεος*". 

"Ομοιοι, 

Όρθρου  Ι  6  των  γυναίων  χορός  |  τον  προ  ήλιου 

επεζήτησεν  ήλιον  |  εν  τάφφ  |  δυναντα  τότε,  10 

ό  φωταυγής  δε  αυταις  |  προσεφώνει  άγγελος 

"  έξανέτειλεν  |  το  φως  |  χαταυγάσαν 

τους  εν  τφ  σχότει  χαΟεύδοντας•  [  τοις  έωσφόροις 

μα&ηταις  επαγγείλατε*  |  την  χατήφειαν 

εις  χαράν  μεταστρέψασ&ε•  |  πάσχα  δε  το  χαρμόσυνον  15 

χαι  χόσμου  σωτηριον  |  εν  άδιστάχτφ  χαρδία 

περιχροτησαι  χορεύοντας  |  "  Χριστός  |  έξανέστη 

ό  δωρουμενος  τφ  χόσμφ  |  τό  μέγα  έλεος**. 

Εις  τό    Δόξα    πλάγιος    α\   θεοτοκίον   «Έν    τη    έρυθρδ  θα- 
λασσή Ι  της    άπεφογάμου    νύμφης»:     Προκείμενον,     ήχος    βαρύς-    20 
«Ένώτισαι  ό  θεός  την  προσευχή  ν  μου  καΐ  μη  υπερίδης»:  Στίχος- 
ιΠρόσχες  μοι  καΐ  εισάκουσον»:  —  €Καταζ{ωσον  Κύριε    τη  έσπε- 
ρε»: Στιχηρόν  ήχος  πλάγιος  α'. 

Σέ  τόν  σαρχωθέντα  σωτήρα  Χριστόν 

χαι  των  ουρανών  μη  χωρισΒέντα  25 

έν  φωναις  ασμάτων  μεγαλυνομεν, 

ότι  σταυρόν  χαΐ  θάνατον  χατεδέξω 

δια  τό  γένος  ημών  |  σχυλευσας  *'Αδου  πυλας 

τριήμερος  άνέστης•  |  σώσον  τάς  ψυχάς  ημών. 

Στίχος-    «Άναστήτω    ό  θεός».  Και    τά  στιχηρά  πλαγίου   α'•    30 
«Πάσχα»   καΐ  τά  έζής  καΐ   «Νδν  απολύεις».  Κάθισμα-  ήχος  πλά- 
ι  σποϋδή  II  οψόμεθα.  —  11  προσεφώνη.  — 12    %αταυγ5σαν.  —  17  περιχριτησαι  ||  έξ 
ανέστη.  —  25  τόν  ούρανόν.  —  29  έκδ.  «σώζων». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


~'  230  — 

γιος  α'•  «Τον  συνάναρχον  Λόγον».  ΚαΙ  άπολό(ουσιν).  Έν  ταύτη 
τη  νυχτί  γίνεται  αγρυπνία  εις  την  Άγίαν  Άνάστασιν  παρά  πάν- 
τ<ον  των  έν  Ίεροσολυμοις  μοναχών. 


ΤΗΙ  ΠΕΜΠΤΗΙ  ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΟΡΘΡΟΝ. 

5  Τ6   ιΧρ,ιστός    ανέστη»   και  τό   «Άνάστασιν    Χρίστου    θεασά- 

μενοι  προσκυνησωμεν*.    Ευθύς  ό  κανών   ήχος  α':    «Αναστάσεως 
ημέρα».  Έτερος  κανών  ήχος  πλάγιος  α'. 

*Ωδή  α'.  «"Ιππον  χαι  άνββάτην». 
"Ολος  επιθυμία  |  και  δλος  ων  γλυχασμός, 
10  'Ιησοΰ,  άπεγεόσω  |  χολής  σταυρφ  κρεμάμενος, 

την  προσγενομενην  μοι  |  άμαρτίαν, 
δέσποτα,  πικροτάτην  ααφώς  Ιώμενος. 

Ήχουσβ  και  εοφράνθη  [  Σιών,   ώς  γέγραττται, 
άναστάντος  σου,  Δόγε-  |  αι  .ταύτης  θυγατέρες  γαρ 
15  πρώτα ί  σε  τε&έανται  |  καΐ  το  χαίρε 

δέχονται  της  κατάρας  |  έλευθερουμεναι. 

Δεδρο,  την  σήν  κιννυραν  |  Δαυίδ  άνάκρουσον, 
"  συστησώμεθα  "  λέγων  |  "  έορτήν  άλαλάζοντες- 
αυτή  ην  έποίησεν  |  ό  δεσπότης 
20  και  ή  ήμερα  |  της  αναστάσεως". 

θεοτοχίον. 
Χαίροις,  ευλογημένη  |  βεοχαρίτωτε• 
μετά  σου  ό  δεσπότης  |  ό  καθελών  τον  θάνατον 
καΐ  λυσας  τον  άνθρωπον  |  της  κατάρας, 
25  δέσποινα,  μεσιτεία  σου,  |  μητροπάρί^ενε. 

*Ωδή  γ'.  ο  Ό  πήξας   έπ*  ούδενός». 
Φωστήρες  ]  έπ'  ουρανού  σε  |  βλέψαντες,  ήλιε, 
άπλωθέντα  γνώμη  |  το  φως  συνέστειλαν 
γη  πάσα  έσείσβη  και  ναοδ  |  φαιδρότης  διερράγη 
30  και  τα  μνημεία  ήνεφχβησαν  |  καΐ  νεκροί  εκ  τούτων  άνέστησαν 

9  ών.  —  16  ελεϋΙ^ερώμιεναι.  —  26  πήξας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  231  — 

Σινδόνι  Ι  χαθαρωτάτιο  |  φόβφ   είλίασας  σβ 

Ιωσήφ  καλοΊττει,  |  Λόγε,  βν  μνηματι 

τον  προσβπενδύοντα  άεΙ  |  τον  ουρανόν   νεφέλαις 

και  του  προπάτορος  έν&άψαντα  |  της  παρακοής  το  αμάρτημα* 

Τον  λίΟον  Ι  άποκυλισας  |  άπο  του  μνήματος  5 

γοναιξιν  έβόα  |  ο  θειος  άγγελος• 

'*τ{να  μετά  μόρων  ως  θνητον  |  άφίχεσ&ε  ζητοδσαι; 

ό  ζωοδότης  έξεγήγερται•  |  &ειας  θυμηδίας  έμπλήσί^ητε. 

θεοτοχίον. 

Έκ  τάφου  |  ως  έχ  παστού  νυμφίον,   πανάμωμε,  10 

τον  Χριστον  όρώσα  |  έκπορευόμενον 

δλον  ώραιότατον,  σαφώς  |  χαράν  άναλαβουσα 

τοις  μαθηταϊς  αοτου  συνέχαιρες,  |  λέγουσα  "ανέστη  ο  Κύριος". 

Ή  ύιταχοή*  ήχος  πλ.  α. 

^Αγγελικ'ξ  όράσει  |  τον  νουν  έκθαμβουμεναι  15 

και  θεϊκή  |  έγέρσει  |  τήν  ψυχήν  φωτιζόμεναι 

αι  μυροφόροι  |  τοις  άποστόλοις  |  ευηγγελίζοντο• 

"αναγγείλατε  |  εν  τοις  έθνβσιν  |  τήν  άνάστασιν 

του  Κυρίου,  συνεργοΰντος  τοις  θαύμασιν, 

του  παρέχοντος  ήμιν  |  το    μέγα  Ιλεος.  20 

'Ωδή  δ'.  «Τήν  θείαν  έννοήσας  σοο  χ,ένωσιν». 
Τον  δφιν  επί  ξύλου  ένέκρωσας,  |  και  λογισθείς  εν  τοΤς  νεκροις 
ό  εν  νεχροις  ων  ελεύθερος  |  έλευθερίαν    παρέχεις 
δεσμωταις  τοις  έκεΤσε  υπάρχουσιν. 

Ό  Κύριος  σαφώς  έβασίλευσεν  |  άγαλλιάσθω  πάσα  ή  γή•  25 

ου  κυριεύει  ο  Θάνατος,  |  ου  βασιλεύει  ό  "Αδης• 
ους  εσχβ  γαρ  δεσμίους  έξήμεσεν. 

Γυναίκες  μετά  μύρων  θεόφρονες  |  τί  εν  τψ  τάφφ  ως  θνητον 

Χριστον  ζητείτε;  έγήγερται,  |  το  του  θανάτου  δυσώδες 

ένθάψύ(ς  και  πιστούς  εύωδίασεν.  30 

θεοτοχίον. 
Χριστον  τον  προελθόντα  έκ  μήτρας  σου  |  και  παρθενίας  μηδαμώς 
σφραγίδας  λύσαντα,  άχραντε,  |  και  άναστάντα  εν  δόξη 
δωσώπει  είρηνεΰσαι  τά  σύμπαντα. 

1  ήλίσας. — 7  μΰρον  ||  άφίχεσθαι. — 19  θαύμασιν. — 24  δεσμώτες  ||  έχεΐσαι.— 33  σφρα- 
γίδα.— 34  δοσώπη. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  232  — 

'Ωδή  ε'.  «Ό  άναβο)λό{Χ6'νος  φως  ώ;  ίμάτιον». 
"Ωρυξαν  καΐ  χεφά;  σου,  |  Χριστέ,  και  πόδας  σου 
οΐ  Οεοκτόνοι  |  έπΙ  σταυρού  σε  |  εν  φ&όνφ  άναρτησαντες 
χαΐ  χολήν  και  δξο;  |  ποτίσαντες,  μαχρόΟυ(χε. 

δ  Ή  ζωή  εν  μνήματι  |  πώς  κατατί&εται; 

πνοήν  ό  πασι  |  βροτοϊς  παρέχων  |  αιτνοϋς  πώς  γνωρίζεται, 
τοις  νεκροΤς  εμπνέων  |  ζωή  ν  και  άπολύτρωσιν; 
Πάσχα  το  μακάριον,  |  δι'  ου  άνήχ&ημεν 
βκ  γης  κευθμόνων,  |  πάσχα  δουλείας,  |  δι'  ου  έλυτρώ(Ηί)μ8ν 
10  και  επαγγελίας  (  προς  γην  διεβιβάσδημβν. 

Θβοτοχίον. 
Χαίροις,  άπειρόγαμε  |  και  πανευλόγητε, 
κατάρας  λυσις,  |  δι'  ης  ο  κόσμος  |  ανέστη  του  πτώματος 
και  του  [ζωο]δότου  |  δοξάζει  τήν  άνάστασιν. 

^^  *9^ή  <ζ''  €Μ3(νομένην  'Λλύδωνι» 

Σταυρω&εις  ήνέφζας  |  κεκλεισμένον 

τη  παρακοή,  |  'Ιησου  Χριστέ  μου,  τον  παράδεισον, 
και  άναστάς  |  πάντας  τηστούς  συνανέστησας. 

"Εθεντο  εν  λάκκφ  σε  |  κατωτάτω 
20  αφωνον  νεκρόν  |  τον  νεκροις  έμττνέοντα  άνάστασιν, 

ζωοδότα,  |  και  τους  εν  "Αδη  ζωώσαντα. 

Γυναιξιν  έβόησε  |  θρηνφδουσαις 

άγγελος  ποτέ•  |  "  ό  Χριστός  έγήγερται*   πορευεσ&ε• 

άποστόλοις  |  τούτου  τήν  εγερσιν  είπατε». 

25  θεοτοκίον. 

Χαιρέ  σοι  προσφ&έγγεται,  |  ως  αιτίαν 
ουση  της  χαράς,  |  άναστάς,  παρ&ένε,  εκ  του  μνήματος 
ό  δεσπότης,  |  δν  υπέρ  πάντων  ικέτευε. 
ιΕΙ  χαΐ  έν  τάφω»   καΙ  οΐχος. 

οΛ  *Ωδή  ζ'.  «Ό  ύπεροψούμεΝος». 

Ό  άπερινόητος  |  σάρκα  ένδυσάμενος 
σταυρόν  κατεδέξατο  |  και  Θάνατον  ώλεσεν 
Οανάτφ  τους  Οανόντας  |  βουλη&εις  ά&ανατίσαι. 

2  χείρας, —  4  -οτήσαντες.  — 10  διεβηβάβ^ημε-ν.— 18  συνάνέστησος. — 22  έβόησας. — 
27  ούσης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  233  — 

Πάσχα  ή  πανήγαρις*  |  πάντβς  βορτάσωμβν 
Χριστός  έκ  τοδ  μνήματος  |  ήγέρΟη  τριήμερος 
φα)τίζα>ν  τοος  βοώντας  |  "ό  θεός,  εολογητός  βΐ ". 

"  Γδναι,  τί  τοις  δάχροσι  |  πιχρώς  σογχέχοσαι "; 

Χριστός  άπεφ&εγγβτο  |  πλησίον  το5  μνήματος  5 

τη  παρθένφ  βοώση  |  "  ό  θεός,  βολογητός  ει  ". 

θβοτοχίον. 

Μόνη  πρό  τών  άλλων  συ  |  γυναιχών  τεθέασαι 

Χριστόν  εχ  το6  μνήματος  |  ώραΐον  άστράπτοντα, 

ή  μόνη  παναγία,  |  έπαχοόσασα  τό  χαίρε.  10 

*^δή  η'.  «Σοι  τω  παντοαργώ» 

Σε  τόν  παντοοργόν  |  άναρτη&έντα  ξόλψ 

χολήν  οι  παράνομοι  |  εχθροί  επότιζον, 

μέλι  Ι  έχ  πέτρας  Βηλάσαντες  διψώντες 

πάλαι  εν  έρήμφ  |  τη  ση,  Χριστέ,  προστάξει.  15 

Νεκρός  συ.  Χριστέ,  |  έπι  στααροο  όψώθης, 
τε&εις  δε  εν  μνήματι  |  νεκρός   τριήμερος 
πάντας  |  εγείρεις  νεκροί):  τους  άπ'  αΙώνος, 
άνομνολογοοντας  |  την  σήν  φιλανθρωπίαν. 

Δεδτε  μοστικώς  |  άλαλαγμφ  έν&έφ  20 

τάς  χείρας  κροτήσωμεν  |  και  μελψδήσωμεν 
"  πάντα  |  τα  έργα  τόν  Κύριον  υμνοδμεν 
και  όπερυψοομεν  |  εις  πάντας  τοας  αιώνας  ". 

Θεοτοκίον. 

Χαίροις,  εκ  νεκρών  |  τόν   κτίστην  κατιδοδσα,  25 

αγνή,  έγειρόμενον  )  καΐ  πασιν  νέμοντα 

χάριν  Ι  ζωήν  τε  και  τήν  έλεαθερίαν 

τοις  ομνολογοδσιν  |  εις  πάντας  τους  αιώνας. 

'Ωδή  θ'.  «Ησαΐα  χόρεαε•  ή  παρθένος  εσχεν». 

Ό  Χριστός  έγήγερται  |  καταλόσας  |  κράτος  τοδ  έχθροδ•  30 

εαφραίνεσΟε,  ουρανοί*  |  χόρευε  ή  γη• 


8  συ]  σε  ||  τεθέαται.  —  14    μέλη.  —  16  νεκρός  σύ]    νέκρωσιν.  —  18    άπαιώνος.  — 
21  χείρας.  —  29  ήσαια. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  234  — 

ουχέτι  ό  θάνατος  |  βασιλεύει•  |  ους  γαρ  πονηρφ 
χράτει  έδεσμβοΰεν  |  άφι^ρέθη  |  θείψ   νευματι. 

Γοναιχών  κατάλογος  |  μυροφόρων  |  τάφον  της  ζωής 
προέφθααεν  εν  σττοοδ'ζ  |  μύρα  προφανώς 
5  κομίζων  μυρίααι  σε  |  τον  των  μύρων  |  θείον  μυρισμόν* 

έξαναστάντα  δε  |  κατιδών  σε  |  έμεγάλονεν, 

Αδτη,  ην  έποίησεν  |  ό  δεσπότης  |  Κύριος,  έστιν 
ήμερα  περιφανής  |  και  περικαλλής* 
εν  ταύτη  χορεύσωμεν  |  έκβοώντες,  |  "  δέσποτα  Χριστέ, 
10  σωσον  τους  δούλοος  σου  |  τους  εν  πίστει  |  προσκανοοντάς  σβ". 

θεοτοχίον. 

Παρθενίας  κάλλεσιν  |  ώραιώθης,  αγνή, 
τεκουσα  τον  ποιητήν  |  πάντων   και  θεόν, 
τον  "-^δην  σκυλεύσαντα  |  και  τοις  νεκροις  |  νέμοντα  ζωήν 
15  ου  τήν  άνάστασιν  |  σε  τιμωντες  |  έορτάζομεν. 

'Εξαποστειλάριον  «Σαρκι  υτυνώσας».  Στιχηρά  εΙς  τους  αϊνοας* 
ήχος  πλάγιος  α'. 

Κύριε,  Ι  έσφραγισμένου  του  τάφου  |  υπό  των  παρανόμων 
κατήλθες  εκ  του  μνήματος  |  καθώς  έτεχθη;  εκ  της  Θεοτόκου• 

20  ουκ  έγνωσαν  πώς  έσαρκώθης  |  οι  άσώματοί  σου  άγγελοι- 

ουκ  ησθοντο  πότε  άνέστης  |  οΐ  φυλάσσοντές  σε  στρατιώται' 
αμφότερα  γαρ  έσφράγισται  |  τοις   έρευνώσιν, 
πεφανέρωται  δε  τα  θαύματα  |  τοΐς  προσκυνουσιν 
εν  πίστει  το  μύστη  ριον  |  δν  άνυμνουντες 

25  δοξάζομέν  σε,  Σωτήρ'  |  έλέησον  ήμας. 

Κύριε,  Ι  τους  μοχλούς  τους  αιωνίους  συντρίψας 
και  δεσμά  διαρρήζας  |  τριήμερος  άνέστης 
καταλιπών  σου  τα  εντάφια  |  εΙς  μαρτύριον  της  άληθοΰς 
τριημέρου  ταφής  σου,  |  και  προήγες  εν  τη  Γαλιλαία 
30  ό  εν  σπηλαίψ  τηρούμενος*  |  μέγα  σου  το  έλεος, 

ακατάληπτε  Σωτήρ-  |  έλέησον  και  σώσον  ήμας. 

Κύριε,  Ι  αι  γυναίκες  εδραμον  έπι  το  μνήμα 

του  ιδεΐν  σε  τον  Χριστόν  τον  δι'  ημάς  παθόντα, 

και  προσελθοϋσαι  |  εύρον  άγγελον  |  έπι  τον  λίθον  καθήμενον 

19  χαθώς.  —  20  ούχέγ\ωσορ^. — 21  φυλάβοονταίσε.— 22  αμφότερα  ||  έρευνώβίν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  235  — 

τφ  φόβφ  χολισθέντα  |  χαι  προς  αύτάς  έβόηαε  λέγων* 

"  ανέστη  ο  Κύριος•  |  είπατε  τοις  [ΐα&ηταις, 

δτι  ανέστη  εκ  νεκρών  |  ό  σφζων  τάς  ψοχάς  ημών ". 

Κύριε,  ώσπερ  εξήλθες  |  έσφραγισμένου   τοο  τάφου, 

ούτως  εισήλθες  |  καΐ  τών  Ουρών   χεχλεισ{χενων  5 

προς  τους  μαθητάς  σου  |  δεικνύων  αύτοΐς 

τα  τοδ  σώματος  πάθη,  |  άπερ  χοττεδέζω, 

Σωτήρ,  μαχροθυμήσας*  |  ώς    έχ  σπέρματος  Δαυίδ 

μώλωπας  ύπέμεινας,  |  ώς  υιός  δε  του  Θεοΰ 

χόσμον  ήλευθέρωσας'  |  μέγα  σου  το  έλεος,  10 

άχατάλητΓΤβ  Σωτηρ•  |  έλέησον  και  σώσον  ημάς. 

Στιχηρά  ήχου  πλαγίου  α'•  «Άναστήτω  ό  θεός»,  «Πάσχα» 
χαί  τα  λοιπά  στιχ(ηρά)•  και  μετά  τό  «Χριστός  ανέστη»  γ',  έπα- 
χοαστόν  ήχος  [βίο]"  «Άνάστηθι,  Κύριε  ό  θεός  μου*  όψωθήτω  ή 
χείρ  σοϋ».  Στίχος•  «Έξομολογήσομαι».  Εύαγγέλιον  κατά  Ίωάν-  15 
νην  (χ•,  11  κέ)•  «Τω  καφω  έκείνω  Μαρία  ειστηκβι  προς  τό 
μνήμα».   Στιχ(ηρόν)  ει(ς  τό)  Δόςα*   ήχος  πλάγιος  δ'. 

Τα  της  Μαρίας  δάκρυα  |  ου  μάτην  χέονται  θερμώς* 

ιδού  γαρ  κατηξίωται,  |  και  διδασκόντων  αγγέλων, 

και  της  δψεως  αύτου  του  Ίησου•  20 

άλλ'  ετι  πρόσγαια  φρονεί,  |  οΓα  γυνή  ασθενής• 

διό  και  αποπέμπεται,  |  μή  προσν}/αυσαι  Χριστφ* 

άλλ'  όμως  κήρυξ  πέμπεται  |  τοις  σοίς  μαθηταις 

ώς  ευαγγέλια  φέρουσα  |  τήν  προς  τον  πατρψον 

κλήρον  ανοδον  έπαγγέλλουσα•  |  μεθ'  ης  άξίωσον  και  ημάς  25 

της  έμφανείας  σου,  δέσποτα  Κύριε. 

Και  6  διάκονος  τήν  αϊτησιν  και  απολύει. 


ΤΗΙ  ΠΕΜΠΤΗΙ  ΕΣΠΕΡΑΣ. 

Στιχηρά  εις  τό  «Κύριε  έκέκραςα»•  ήχος  πλάγιος  β'•  αναστάσιμα. 

Νίκην  έχων.  Χριστέ,  |  τήν  κατά  τού  "Αδου,  30 

εν  τφ  σταυρφ  ανήλθες,  |  ινα  τους  εν   σκότει 

1β  ήβτίχει.  —  18  χυνχαι. — 19  ίδοΰ  γαρ  ||  διδασχώντων. — 20  δψβως. — 21  προς  γαΐα 
φρονλΐν*  οία. — ^28  άλλάμως. — 24  ως]  εις.  .  .  τών. — 26  εμφανεΐασοο. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  236  — 

θανάτου  χα&ημβνοος  |  συναναστησης  σεαοτφ 
ό  εν  νβχροις  ελεύθερος, 
ό  πηγάζων    ζωήν  |  εξ  οίκείοο  φωτός• 
παντοδόνα{ΐ«  Σωτηρ,  |  έλέησον  ή[ΐάς. 
5  Σήμερον  ό  Χριστός  |  θάνατον  πατήσας, 

χα&ώς  εΤπεν,  ανέστη  |  και  την  άγαλλίασιν 
τφ  χόσ|ϋ^  έδωρήσατο,  |  ι  να  πάντες  δοξάζοντες 
τον  δμνον  ούτως  ειπωμεν 
"ή  ττηγή  της  ζωής,  |  το  άπρόσιτον  φως, 
10  παντοδύναμε  Σωτηρ,  |  ελέησον    ήμας'*. 

Σε,  Κύριε,  |  τον  δντα  |  εν  πάστβ  τη  χτίσει 
αμαρτωλοί  που  φυγωμεν; 
εν  τφ  ούρανώ;  |  αυτός  χατοιχεΤς- 
εν  τφ  "Αδη;  |  έπάτησας  θάνατον 
15  εις  τα  βά&η  (  τα  της  θαλάσσης; 

έχει  ή  χειρ  σου,  δέσποτα• 

προς  σε  καταφεύγοντες,  |  σοι  προσπίπτοντες,  Ιχετεύομεν 
ό  άναστάς  εκ  των  νεκρών  |  ελέησον  ήμας. 

"Ετερα    στιχηρά•    ήχος    β',  προς    τό   «*Ολην    αποθεμένοι    έν 

20    οόρανοϊς». 

Ήμερα  σωτήριος  |  πάσχα  τό  μέγα  και  θεΤον, 
δι'  ου  έλυτρώθημεν  |  τυραννίδος  άπαντες 
του  διώκοντος•  |  έν  ψδαΐς  ασωμεν, 
έν  φωναΐς  κράξωμεν  |  καΐ  προθύμως  |  άλαλάξωμεν 
25  "ή  δεξιά  θεού  |  δυναμιν  μεγάλη  ν  έποίησεν* 

σκυλεύσας  γαρ  τόν  θάνατον  |  και  τά  του  τυράννου  βασίλεια 
και  τους  άπ'  αιώνος  |  εκεί  πεπεδημένους  άστραπαις 
φωτοειδέσι  φαιδρυνουσα  |  και  έξαναστήσασα". 

"Ομοιον. 

30  Ήλοις  έναπήμβλυνας,  |  Χριστέ,  θανάτου  τό  χέντρον 

"Αδου  νΤχος  ώλεσας  |  τφ  σταυρψ  σου.  Κύριε 
παντοδύναμε,  |  και  χαράς  επλησας 
τους  βροτούς  απαντάς  |  συνεγείρας  |  τη.  έγέρσει  σου, 

1  συνάναστήσας  εαυτόν  —  3  ζωής  —  8  χώδ.  «^οξάζομεν»*  έχδ.  «χρουγάζοντες». — 
9  άπρόσητοΝ. — 11  δντα. — 17  έκδ.  «χαταφεύγομεν»  ||  ίχετεύωμεν. — 23  ώδαΐς. — 28  φαι- 
δρυνουσα βίο  II  έξαναστήσασα  βίο. — 31  νίχος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  237  - 

οδσπερ  κατάπιε  |  πάλαι  χατισχόσας  ό  θάνατος, 
χαΐ  νυν  εις  τα  ουράνια  |  ό  παραπεαών  πολιτεύεται* 
[ΐέγα  σου  το  κράτος,  |  άμέτρητον  το  Ιλεος,  Σωτηρ* 
ή  δυναστεία  σου  άφατος*  |  δόξα  σοι,  φιλάνθρωπε. 

Όμ-Οίον.  5 

Άμνος  ό  τα  σφάλματα  |  τ?]ς  οΙκουμένης  έξαίρων, 

έσφάγης   θελήματι,  |  μόνε  δικαιότατε, 

ώς  κατάκριτος,  |  ή  ημών  λύτρωσις, 

ή  ήμων  κάΟαρσις,  |  πάσχα  μέγα  και  σοοτηριον, 

και  τάφον  φκησας  |  και  τους  απ*  αιώνος  καθεόδοντας  10 

σαυτψ  συνεξανέστησας,  |  δυναμιν,  οίκτΐρμον,  ζωσάμενος* 

αυτή  ή  ήμερα,  |  μακρόθυμε,  |  ην  συ  εποιήσω* 

άγαλλιώμενοι  κράζομεν  |  "  δόξα  σοι,  φιλάνθρωπε  '\ 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  πλάγιος  β'•  ιΤίς  μη  μακαρίσει  σε,  πανα- 
γία παρθένε»:  ιΦώς  ίλαρόν»:  Προχείμενον,  ήχος  βαρύς•  «Άγα-  15 
πήσω  σε,  Κύριε  ή  ισχύς  μου*  Κύριος  στερέωμα  μου  χαΐ  χατα- 
φογη  μου  και  ρυστης  μου».  Στίχος•  ιΌ  θεός  μου,  βοηθός  μου 
χαΐ  έλπιω  έπ'  αύτω•  υπ»:  Ευθύς  «Καταξί(ΐ)σον»χαι  στιχηρόν, 
ήχος  πλάγιος  β'. 

Τήν  άνάστασίν  σου.  Χριστέ  Σωτηρ,  20 

άγγελοι  υμνοΰσιν  έν  ούρανοΤς, 

και  ημάς  τους  έπι  γης  καταξίωσον 

έν  κα&αρα  καρδία  σε  δοξάζειν. 

Στίχος*  ήχος  πλάγιος  α'•  €Άναστητ<ι>  6  θεός  καΐ»:  —  «Πάσχα 
ί(ερόν)>:  και  μετά  τό   «Χριστός  ανέστη»  γ',    τό   «Νυν  απολύεις».    25 
Κάθισμα,  ήχος  πλάγιος  β'•  «Άγγελιχαι  δυνάμεις  έπΙ  τό  μνήμα»: 
Ό  διάχονος  τήν  αΤτησιν  χαΐ  απολύει. 


10  άπαιώνος.  —  11    ουνέξβνέοτησος  ||  οίχτίρμον.  —  13    χράζωμεν  —  22    έπιγης. 
28  χαθαρά. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  238  - 


ΤΗΙ  ΠΑΡΑΣΚΕΪΗΙ  ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΟΡΘΡΟΝ. 

Το   €  Χριστός  ανέστη»  χαΐ  «Άνάστασιν  Χρίστου  θεασάμενοι», 
Ό  κανών  ήχος  πλάγιος    β'. 

'Ωδή  α'.   «Τμ.ηί^είσ'^ί  τμιάται». 

5  Μωσης  ετύπου  |  πάλαι  σου,  Χριστβ, 

την  Οειαν  σταόρωίπν  |  τον  δφιν  άνοψών 
χαΐ  γαρ  σταυρωθείς  |  άνέωξας  ήμΐν, 
Σωτήρ,    του  παραδείσου  πύλας* 
τεθείς  δέ  ώσπβρ  νεκρός  εν  μνήμιατι 
10  νεκρούς  συνανέστησας  |  καΐ  "Αδου  πύλας  έ&ραυσας. 

Χριστό;  ανέστη•  |  ςίσωμεν,  λαοί, 
χαι  μεγαλυνωμιεν  |  το  δνο[ΐα  αυτού, 
και  χορευσα){^£ν  |  χαι  ψάλα>(λεν  αύτφ 
πιστώς,  ως  νιχητη  του  "-Α,δου, 
15  και  βοήσωμεν  λαμπρώς  "  έξεγήγερται 

ό  Κύριος  σήμερον,  |  ή  πάντων  άπολύτρωσις ". 

Άγαλλιάσ&ω  |  απασα  ή  γή• 
ζωώσας  τους  νεχρούς,  |  μυροφόροις  τε  τό 
'*  χαίρετε  "  βοα,  |  αυτψ  έμφανισθείσαις  πρώτον, 
20  "  άπιτε  "  παρεγγυών  |  **  χαι  τοις  φίλοις  μου 

τήν  Οείαν  μου  εγερσιν  |  σπουδαίως  απαγγείλατε". 

θεοτοχίον. 

Χαίρε,  χωρίον  του  δημιουργού• 
χαίρε,  παράδεισε  |  Κυρίου  λογικέ• 
25  Χ^Φ®)  ουρανέ  |  χαι  θρόνε  χαι  σκηνή, 

εν  η  ό  ποιητής  σχηνώσας 
του  "Αδου  τό  άμειδέ;  |  σχήνωμα,  αγνή, 
σχυλευσας  άνέστησεν  |  έκεισε  τους  χαΟεύδοντας. 

'Ωδή  γ'.   €  Κύριος  ών  πάντων  χαι  χτίστης  θεός». 
30  Σταύρωσιν  υπέστης  θελήσει.  Χριστέ, 

και  ονείδη  δπως  πάντων  ημών  |  αρης  τό  όνειδος* 

4  τμηθεις  ήιτμαται. — 6  άνύψών. — 10  συνάνέστησας. — 17  άπάσα. — 19  χαΙρετδΜ.  — 
20  οπητε.— 28  έχεΐσαι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  239  — 

κατήλ&βς  εν  τάφφ  ώς  θνητός,  |  νβχροος  άνιστών  καταφθαρέντας* 
δόξα  τη  παντοδονάμφ  σου  |  εξουσία,  πολυβλββ. 

Νυν  ββασίλβυσβν  ό  Κύριος, 

το  πικρόν  του  τυραννοΰντος  κράτος  |  καταβαλών  κραταιως 

και  του  ""Αδου  βασίλβια  σαφώς  |  σκυλευσας  και  δέσμιους  έξάξας  5 

από  του  αιώνος  κράζοντας  |  "  δόξα,  δέσποτα,  τψ  κράτει  σου  ". 

Αυτή,  κα&ώς  βοα  Δαυίδ  εν  ψαλμ-οϊς, 

αληθώς  ή  φωταυγής  ήμερα  |  του  πάσχα  πέφυκεν, 

ην  ό  πάντων  έποίησε  θεός•  |  χορευσωμεν  εν  αγαλλιάσει 

συν  ταις  ουρανίαις  τάξεσιν  |  καΐ  Χριστόν  δοξολογήσωμεν.  10 

ΒεοτοκίοΝ. 

Δέσποινα  τών  πάντων  υπάρχουσα, 

ώς  τεκουσα  του  παντός  τόν  κτίστην,  |  θεοχαρίτωτε, 

όπηνίκα  έώρακας  αυτόν  |  εκ  τάφου  έγερθέντα  έπλήσθης 

θείας  χαρμονης,  δοξάζουσα  |  την  αυτού  μεγαλειότητα.  15 

*Υ-αχοή*  ήχος  πλ.  β'. 

Τφ  έκουσίφ  και  ζωοποιψ  σου  θανάτω,  Χριστέ, 

πυλας  του  "Αδου  συντρίψας  ώς  θεός, 

ήνοιξας  ήμΤν  τόν  πάλαι  παράδεισον 

καΐ  άναστάς  εκ  νεκρών  20 

έρρύσω  εκ  φθοράς  την  ζοοήν  ημών. 

*Ωδή  δ'.  «ΙΙροτ^ατιδών  ό  προφήτης». 

Ααμπροφορείσθω  ή  κτίσις' 

ό  γαρ  Χριστός  εκ  νεκρών  έγήγερται 

και  πασαν  συνεξήγειρε  |  τήν  κτίσιν  έαυτφ,  26 

κενώσας  την  γαστέρα  καΐ  τα  ταμεία 

άπαντα  του  *'Αδου  σθένει  κραταιφ, 

δν  εν  πίστει  και  φόβψ  δοξάσωμεν. 

'^Ω  ιερώτατον  πάσχα, 

παντός  του  κόσμου  θείον  καθάρσιον,  30 

Αόγε  θεού  καΐ  δυναμις,  |  δίδου  καθαρώς 

μετέχειν  σου  ημάς  τους  ειλικρινεΐ  σε 

4  χαταβαλών. — 7  χαθώς.  —  9  έναγαλλιάσει.  —  10  συνταΐς. — 14  ότιηνίχα. — 22  προ- 
χοτιδων. — 23  λαμπροφορεΐσθω.  —  24  έγείγερταί. — 25  σανέξήγειρε. — 26  ταμεία. — 28  δο- 
ζάαομεν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  240  — 

γνώμη  εοσεβώς  δοξάζοντας 

έχ  νεκρών  άναστάντα  τριήμερον. 

Μόρα  συν  δάχροσι  πάλαι 
γυναίκες  θειαι  κομίζουσαι 
5  καθημενον  τφ  μνήματι  |  εΐδον  προφανώς 

άαώματον  βοώντα  αγγελον  ταυταις 
"  παύσασ&ε  πικρώς  δακρυουσαι* 
ό  δεσπότης  των  δλων  έγήγερται", 

θεοτοχίον. 

10  Πεϊραν,  παρθένε,  μη  γνοΰσα 

ανδρός  τον  Κύριον  τετοκας, 

παρθένος  μετά  κυησιν  |  μείνασα  φρικτώς' 

διό  σε  αληθώς  και  κυρίως 

πάντες  θεοτόκον  άφθορον 
15  οι  πιστοί  όμοφρόνως  δοξάζομεν. 

'ί2%ή  ε'.  €Τφ  συνδέσμω  της  αγάπης». 

Τψ  σταυρφ  σου  την  είρήνην 
παρασχόμενος  πάσι,  Κύριε, 
καταβέβηκας  εις  "Αδου 
20  και  το  φώς  τοΤς  έκεισε  έλαμψας 

πεπεδημένοις  |  και  συνεξήγειρας 
τούτους  τη  έγέρσει  σου  τη  τριημέρφ. 

Ό  έκ  χοός  διαπλάσας 
πάλαι  τόν  άνθρωπον,  δέσποτα, 
25  βις  χουν  θανάτου  κατήλθες 

και  δεσμών  άλυτων  έξήρπασας 

τους  άπ*  αιώνος  {  νεκρούς  δοξάζοντας 

σου  τό  κράτος,  ύψιστε,  μεγαλοφώνως. 

Οι  εξ  Αιγύπτου  της  πλάνης 
30  λυτρωθέντες,  τό  πάσχα  σήμερον 

τό  ιερώτατον  πίστει 
έπιτελέσωμεν  και  δοξάσωμεν 
τόν  άναστάντα  |  Χριστόν  τριήμερον 
και  φωταγωγήσαντα  την  οιχουμένην. 

3  συνδάχρυοι. — 12  μ-εΐνοοα.  —  15  ^οξάζωμεν.  —  20  έχεΐσαι.  —  21  συνέζήγεφας.- 
27  άπαιωνος. — 28  χρατος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  241  — 

θεοτοχίον. 

Τό  άλατόμητον  δρος, 

την  λυχνίαν  καΐ  θείαν  τράπεζαν, 

την  χιβωτόν  την  άγίαν, 

την  του  μ^ννα  στάμνον  την  πάγ/ρυσον,  5 

τοδ  βασιλέως  τον  υψηλότατον 

θρόνον  άνυ[ΐ.νοί){χβν  σε,  &εοχυήτορ. 

ιΕ!  καΐ  εν  τάφω>   καΐ  τά  επίλοιπα  τών  οΐχων. 

*Ωδή  ς'.  «Άβοσβος  έσχατη  άμ,αρτιών». 

Πάλαι  σου  |  τό  πάθος  προδιετυπου  σαφώς  Ίσαάχ'  10 

ώς  άρνίον  γαρ  εθελουσίως,  (  θεέ  τών  δλων,  έτύθης 
εις  χόσμοϋ  παντελή  άπολότρωσιν. 

Τέτρωται  |  ό  "Αδης  πλευράν  τρωΟέντος  σου,  δέσποτα, 

χαΐ  άπέλυσας  τους  πριν  δεσμώτας  |  μετά  ψυχής  χατιδών  σβ 

εν  τοις  χαταχ&ονίοις  γενόμενος.  15 

Μύρα  σοι  |  γυναιχών  ώς  τε&νηχότι  χομιζει  χορός* 
άλλα  βλέψας  σε  έγηγερμένον,  |  τοις  Ιεροίς  άποστόλοις 
συνέχαιρε  δοξάζων  σε,  Κύριε. 

θεοτοκίον, 
"Αγιον  ύπεράγιον,  άγια,  τεχουσα  θεόν,  20 

τούτον  θνήξαντα  έθελουσιως  |  χαί  εχ  νεχρων  άναστάντα 
ιδοασα  ευφροσύνης  πεπλήρωσαι. 

*Ωδή  ζ'.  «Οί  παίδες  εν  Βαβυλώνι». 
"Ηλιος  δτε  σε  είδε  |  σταυρφ  χρεμάμενον,  ήλιε, 

έσχοτίσδη•  ή  γή  |  έσαλεύθη  χαΙ  πέτρα  ι  έσχίσ&ησαν  25 

χαι  οΐ  νεχροι  άνέστησαν  |  έχ  τών  τάφων  ύμνοϋντές  σε. 

Προσομιλών  τοις  εν  "-^δη  |  μετά  ψυχής,  ό  θεός  ημών, 
συνεγείρεις  αυτούς  |  τη  έγέρσει  σου  τη  φριχτή,  χραυγάζοντας 
"  εύλογητός  ει,  Κύριε  (  ό  θεός  τών  πατέρων  ημών  ". 

Τάς  άρετάς  ώς  χιτώνας  |  άμφιασώμε&α  άστράπτοντες  30 

τή  ημέρα,  πιστοί,  |  τη  του  πάσχα  χαι  λαμπρώς  έχβοήσωμεν 
"  εύλογητός  ει,  Κύριε  |  ό  θεός  τών  πατέρων  ημών ", 

6  ϋψιλώτατον. — 7  άνύμνοΟμεν. — 14  δεσμώτας  ||  χατιδών. — 20  ύπογάγια. — 22    ίδοΰ- 
βα  II  πεπλήρωται. 

16 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  242  — 


Βεοτοϋίίο^. 


Τον  νιχητήν  το5  θανάτου  |  και  σον  υΐόν  και  θβόν  ημών 
κατιδοοαα,  αγνή,  |  έγερΒέντα  εκ  του  τάφοο  έκραογαζβς 
*'εύλογητος  ει,  Κύριε  |  ό  θεό;  των  πατέρων  ημών. 

5  *Ωξή  η'.  «Κόμ.ων  πατρώων ». 

Σταυροΰσαι  θέλων,  |  ύπεράγα{>ε^ 
και  εν  καινφ  μνημείφ  |  απνους  κατάκειααι 
και  νεκροις  εμπνέεις,  δέσποτα,  |  ζωήν  ζωή  υπάρχων, 
και  συνεγείρεις  |  χόσμον  έαυτφ  εξεγερθείς, 
10  άνυμνουντα  το  κράτος  σοο  |  και  φόβφ  |  μελφδουντα 

"  τον  Κυριον  υμνείτε  τα   έργα 
και  ΐ)περυψουτε  εις  πάντας  τους  αιώνας ". 

Έν  κατωτάτφ  |  λάκκφ.   Κύριε, 
σου  καταβάντος  πάσα  |  φύσις  άνήνεκται 
15  τών  ανθρώπων  και  λελύτρωται  |  καθείρξεως  ζοφώδους, 

υμνολογούσα  |  σου  την  εύσπλαγχνίαν  την  πολλή  ν 
και  τήν  άπειροδύναμιν  |  και  φόβφ  |  μελφδουντα 
**  τον  Κύριον  ύμνεΤτε  τα  έργα 
και  ύπερυψουτε  εις  πάντας  τους  αιώνας  ". 

20  Πάσχα  το  θείον  |  και  σεβάσμιον, 

πάσχα  σωτηριώδες,  |  πάσχα  μακάριο  ν 
έορτάζομεν  γηθόμενοι  |  και  υμνον  ευχαρίστως 
τψ  ζωοδότη  |  και  νικοποιώ  ημών  θεώ 
έπινίκιον  ^δοντες  Ι  και   φόβφ  |  μελφδουντες 

25  "  τον  Κύριον  ύμνεΤτε  τα  έργα 

και  {)περυψοΰτε  εις  πάντας  τους  αΙώνας ". 

Χαίρε,   πεσόντων  |  έπανόρθωσις* 
χαίρε,  κατάρας  |  λύσις,   θεοχαρίτωτε• 
30  χ«φ®>  πύλη   άδιόδευτε•  |  χαϊρε,  φωτός  νεφέλη• 

χαΤρε  τεκοΰσα  |  κόσμου  τήν  σωτήριον  χαράν 
χαίρε,  γη  άγεώργητε•  |  χαίρε,  βοώντων  σκέπη, 
"  τον  Κύριον  υμνείτε  τα  Ιργα 
και  ύπερυψοΰτε  εΙς  πάντας  τους  αιώνας  ". 

7  απνου;.—  16  ύ|Ανωλογοΰβα  ||  πολήν. — 31   τεχούσα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  243  — 

*Ωδή  θ'.  «Ξενίας  οεσποτιχής». 

Κατέρραξας  τον  βχΟρόν  |  υψούμενος  έπΙ  ξύλοο• 

χατηλ&ες  εν  τψ  "Αδη  |  χαΐ  πάντας  τοος  έχει, 

Σώτερ,  δεσμώτας  εξήγαγες  |  Ισχυν  άπονεκρώσας,  Δόγε, 

του  θανάτου  το  χράτος  |  τ'ή  δυναστεί(|[  σου.  5 

Συ  άναστάς  τήν  Σιών  |  φχτείρησας,  ζωοδότα* 

συ  μαθηταϊς  ήμ-εραις  |  εν  πλείοσιν  όφθείς, 

και  τούτοις  συναυλιζόμιενος  |  κηρύττειν  σε  θεόν  εΙς  τα  ε&νη 

ένετείλω  και  πάντων  |  σωτήρα  Κύριον. 

"Ω  πάσχα,  πασι  πιστό  ις  |  παρεκτικόν  θυμηδίας  1  10 

ώ  θεοδ  πατρός  Λόγε,  |  δι'  ου  εκ  της  φθοράς 
πάντες  ήμεΐς  έλυτρώ&ημεν  |  οι   σε  δοξολογουντες  πό&φ, 
κοινωνούς  ή  μας  δειξον  |  της  βασιλείας  σου. 

θ•οτοχίο•ν. 

Παρθένος  εν  γυναιξί  |  θεόν  τεκοΰσα  έφάνης,  15 

δν  επτηξεν  ό  "Αδης  |  και  θάνατος,  αγνή• 

τούτον  ούν  ικέτευε  |  παντοίων  κακών  και  κινδύνων 

λυτρωθηναι  τους  πίστει  |  σε  μεγαλύνοντας. 

Εύθυς   «"Άγιος    Κύριος    ό    θεός    ημών*.    Έξαποστειλάριον 

«ΣΛρκΙ    ύπνώσας».   Στιχηρά  εις  τους  αίνους-  ήχος  πλάγιος  β'.         20 

Ό  σταυρός  σου,  Κύριε,  |  ζωή  καΐ  άνάστασις 
υπάρχει  τψ  λαψ  σου  |  και  έπ'  αύτφ 
πεποιΟότες  |  σε  τον  άναστάντα 
θεόν  ημών  ύμνοδμεν  |  έλέησον  ήμας. 

Ή  ταφή  σου,  δέσποτα,  |  παράδεισον   ήνοιξε  25 

τφ  γένει  τών  ανθρώπων,  |  και  εκ  φδορας  λυτρωβέντες 
σε  τόν  άναστάντα  |  θεόν  ημών  ύμνουμεν 
έλέησον  ήμας. 

Συν  πατρι  και  πνεύματι  |  Χριστόν  άνυμνήσωμεν 

τόν  άναστάντα  εκ  νεκρών  |  καΐ  προς  αυτόν  εκβοώμεν  30 

3  βχ•ι — 4  δεσμώτας.  —  5  χρατος.  —  8  συ'να>αζόμενος.  —  12  έλυ|τρώθημεν]  το 
χείμενον  το  εντεύθεν  άχρι  τών  λέξεων  «αιχμαλωτίσας  ύμ-νώ  σοο»  (σ.  248,27)  χεΐται 
νΰν  βν  τη  Πετροοΐζόλεως  αύτοχρατοριχή  βιβλιοθήχΐβ  (αριθ.  359)*  χατέχει  δε  φύλλα  δύο, 
άίπερ  άφείλετο  Πορφύριος  ό  Ούσπένσχης  έχ  της  λαύρας  Σάβα  του  ήγίασμένοο•  εχεΐ  γαρ 
ήν  αλ>.οτε  το  χειρόγραφον,  δ  νΰν  έχτοζοΰται. — 21  ζωήν— 25  ταφή. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  244  — 

"  σο  ζα)ή  υπάρχεις  |  ήμων  χαΐ  άνάστασις* 
έλεησον   ημάς  ". 

Τριή|ΐερος  άνβοτης,   Χριοτέ, 
έχ  τάφοο,  χαΟώς  γβγραπται, 
5  σονβγβίρας  |  τον  προπάτορα  ή{^ιων' 

διό  σε  χαι  δοξάζει  |  το  γένος  των  άν&ρώπων 
χαΐ  ανυμνεί  σου  την  θεότητα. 

Στιχηρά•  ήχος  πλάγιος  α'•  «Άναστήτω  6  θεός  και»:  — 
€  Πάσχα»,  καΐ  μβτά  το  €  Χριστός  ανέστη»  γ',  έπακουστόν  ήχος 
10  [βίο]•  «Ό  θεός  βασιλεύς  ήμων  πρό  αιώνων  είργάσατο»:  Στίχος• 
€Σό  έκραταίωσας».  Εόαγγέλιον  ι'•  «Τω  καφω  (έκείνω)  έφανέ- 
ρωσεν  εαυτόν  ό  Ίησοδς  έπΙ  της  θαλάσσης  της»:  Στιχηρόν  είς 
τό  Δόξα. 

Μετά  την  εις  "^ξίδου  χάθοδον  |  χαι  την  έχ  νεκρών  άνάστασιν 

15  άθυμοΰντες,  ώς  εικός,  |  έπι  τψ  χωρισμφ  σου, 

Χριστέ,  οι  μαθηταί,  |  προς  έργασίαν  έτράπησαν, 
χαι  πάλιν  π'λο'ίΐν  και  δίχτυα  |  χαΐ  άγρα  ούδαμοδ- 
αλλά  συ,  Σώτερ,  εμφανισθείς  |  ό  δεσπότης  πάντων 
δεξιοις  τα  δίκτυα  |  κελεύεις  βαλεΤν, 

20  χβΐ  ήν  ό  λόγος  έργον  ευθύς  |  και  πλήθος  των  ιχθύων  πολύ 

και  δεϊπνον  ξένον  ετοιμον  εν  γή•  |  ου  μετασχόντων 
τότε  σου  των  μαθητών  |  και  ήμας  νυν  νοητώς 
καταζίωσον  έντρυφησαι,  |  φιλάνθρωπε  Κύριε. 

Ό  διάκονος  τήν  αϊτησιν  και  απολύει. 


25  ΤΗΙ  ΠΑΡΑΣΚΕΪΗΙ  ΕΣΠΕΡΑΣ. 

Στιχηρά  εΙς  τό   «Κύριε  έκέκραξα»*  ήχος  βαρύς. 

Δεύτε  άγαλλιασώμεθα  |  τφ  Κυρίφ  τφ  συντρίψαντι 
θανάτου  τό  κράτος  |  καΐ  φωτίσαντι 
ανθρώπων  τό  γένος,  |  μετά  των  ασωμάτων  κραυζάζοντες 
30  "  δημιουργέ  και  σωτήρ  ημών,  δόξα  σοι ". 

ο 
10  προαιώνων. — 15  ώσειχώς. — 17  τιλειον  χαι  δείχτυο. — 18  σοΊ. — 19  δείχτυα  ||  βαλ- 

λεΐν.— 20  γ,ο}1ύ,\. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  24δ  — 

Σταορόν  όπβ|ΐ8ΐνας,  |  Σωτήρ,  χαΐ  ταφήν  δι*  ή(Μΐς) 
θάνατον  δβ  ώς  Θβός  |  θανάτφ  ίνέχρωαας* 
διό  προσχυνοϋμβν  |  την  τριήμερόν  σου  άνάστασιν* 
Κυρι»,  δόξα  σοι. 

Απόστολοι   ιδόντβς  |  τήν  Ιγβρσιν  τοδ  δημιοοργοδ,  ^ 

βθαυμασαν  βοώντβς  τήν  αΐνβσιν  |  τήν  άγγβλικήν 
αδτη  ή  δόξα  της  έχκλησίας•  [  ούτος  ό  πλούτος  της  βασιλβίας- 
ό  παθών  δι'  ή(Αας,  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Έτερα  στιχηρά•  ήχος  βαρύς,  προς  τό  €  Σήμερον  γρηγορείτε». 

Σήμερον  |  τη  Χρίστου  άναστάσει  10 

ιτνβυματιχώς  έορτάζωμεν 

εν  αγαλλιάσει  |  ψυχής  χαι  χαρδίας• 

ό  γαρ  ζωοδότης  |  λυσας  τάς  ώδινας 

τάς  του  πρωτοπλάστου,  |  ώς  θεός  νυν 

έξεγήγερται  (  συνεγείρας  απαντάς  15 

ους  πάλαι  χατέπιεν  |  "-/ξίδης  ό  παγγελαστος, 

χράζοντας  "  Χριστέ  ό  θεός,  δόξα  σοι^'. 

"Ό|Α010ν. 

"^σωμεν  |  τψ  θεφ  εν  χυμβάλοις 

πνευματιχοις  άλαλάζοντες  20 

"  ό  Χριστός  ανέστη  |  τη  τρίτη  ήμερα 

χαι  ταις  μυροφόροις  |  γυναιξίν    έφάνη 

λέγων  άπελ&ουσαι  |  μα&ηταις  έμοις 

προείπατε  |  απιτε  χαι  οψεσθε 

εν  τη  Γαλιλαια  με,  |  χαθώς  προ  του  πάθους  μου  25 

εφησα  υμιν  ό  υπεράγαθος  ". 

Όμ-οιον. 
Πάσχα  νυν  |  ή  παρούσα  ήμερα* 
πνευματιχώς   έορτάσωμεν* 

δι'  ου  εξ  Αιγύπτου  |  έρρύσθημεν  πλάνης•  30 

δεύτε,  λαμπροφόροι,  |  πάντες  έποφθώμεν 
άρεταΤς  ενθέοις  |  τψ  Κυρίψ  άγαλλόμενοι, 
χαΐ  πιστώς  βοήσωμεν  |  "  Χριστός  έξεγήγερται 
χενώσας  τα  μνήματα 
χαι  χαινοποιήσας  τό  άνθρώπινον '*.  35 

2  θανάτφ]  θάνατον.— 13  ώδίνας.— 15  εξβγβίγβρται.— 24  άττητβ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  246  — 

Εις  τό  Δόξα  ήχος  βαρύς*  «Μήτηρ  μεν  έγνώσθης  όπερ  φύσιν, 
Θεοτόκε».  Προχείμενον,  ήχος  πλάγιος    δ'•   «Έδωκας    χληρονομίαν 

τοΤς    φοβοϋ^ιένοις    τό    δνομά    σου».    Στίχος•  «Άπό  των   περάτων 
της  γης  προς  σε  έκέχραςα». —  «Καταξίωσον».  —  Του   στιχ(ηροδ) 
δ    ήχος  βαρύς. 

Ανέστης  έχ  τοδ  τάφοο,  |  Σωτήρ  τοδ  χόσμοο, 
χοιΐ  σονήγειρας  τους  ανθρώπους 
συν  τη  σαρχί  σου*  Κύριε,  δόξα  σοι. 

Στιχηρόν   ήχος    πλάγιος    α'•   «Άναστήτω    ό  θεός».    «Πάσχα 
10    ιερόν    ήμίν».    ΚαΙ    μετά    τό   «Χριστός    ανέστη»,    κάθισμα*    ήχος 
βαρύς-   «Κατέλυσας  τω  σταυρω  σου   τον  θάνατον  |  ήνέωζας  |  τον 
ληστήνι: 


ΤΩΙ  ΣΑ^ΒΑΤΩΙ  ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΟΡΘΡΟΝ. 

«Χριστός  ανέστη»    και    τα    στιχηρά'    εΤτα   «Άνάστασιν    Χρι- 
1δ    στοδ  θεασάμενοι».  Ό  κανών  ήχος  βαρύς. 

*Ωδή  α'.  «Νεύσει  σου  προς  γεώδη». 

Ξύλφ  την  διά  ξύλου  |  έξαλείψας  χατάραν, 
τους  ξύλφ  τε&νήξαντας  |  Οανάτφ  σου  έζώωσας, 
πάσχα  |  αμωμον  και  θείον,  |  Δόγε  του  θεού 
20  παντοδύναμε. 

Δεΰτε  εν  ευφροσύνη  |  περιχορεύσωμεν  πάντες* 
Χριστός  έξεγήγερται,  |  τό  ζοφερόν  βασίλειον 
όλον  Ι  τοδ  "Αδου  χενώσας  ]  χαΐ  τοις  τεθνεώσι 
πηγάζων  άνάστασιν. 

25  Όρθριαι  προς  τό  μνήμα  |  αΐ  μυροφόροι   έλθουσαι 

αγγέλους  τεθέανται  |  λαμπρότητι  άστράπτοντας• 
δθεν  ι  φόβφ  συσχεθεΤσαι  |  την  του  λυτροοτου 
έδιδάσχοντο  Ιγερσιν. 

11  του  σταυρού. — 17  διαξύλου•  έξβνίσας. — 18  έζώοσας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  247  — 

θεοτοχίον. 

Χαίροις,  ευλογημένη,  |  Οεοχαρίτωτε,  μόνη 

άγγελοίν  ευπρέπεια,  |  ανθρώπων  ή  βοή&εια• 

χαίροις  |  ή  τάς  του  θανάτου  |  πύλας  τη  χυήσει  τη  ση 

άποχλείσασα.  5 

'βδή  γ'.  «Ό  χατ'  αρχάς  τους  ουρανούς». 
Ό  διατει'νας  ουρανούς  |  έθελουσίως  παλάμας 
έπι  ξύλου  |  ετεινας,  Σωτηρ•  |  τε&εις  δε  νεχρος 
εν  τάφφ,  δέσποτα,  |  έζωοποίησας  νεχρούς 

και  τη  σεπτή  σου   έγέρσει  |  πάντας  τους  βροτούς  10 

συνεξανέστησας• 

*Ως  κα&αρώτατος  αμνός  |  έ&ελουσίως  έσφάγης, 
έχουσίως  |  τον  παραχοη  (  έχ&ροΰ  συμβουλή 
άθλίως  θνήξαντα  |  ανακαλούμενος.  Χριστέ, 

και  παραδείσου  πολίτην  |  θείοις  οίκτιρμοις  15 

άπεργαζόμενος. 

Αυτή  ημέρα  εορτή  |  και  πανήγυρίς  έστιν, 
εν  η  πάσα  |  κτίσις  εύσεβώς  |  χορεύει  χαρά 
και  χαίρει  πνεύματι  |  και  εορτάζει  και  βοα 

"  ό  εκ  νεκρών  άνατείλας  [  πάσχα  το  σειττον  20 

Κύριε,  δόξα  σοι^\ 

Σέ,  παναγία,  οι  σεπτοί  |  χαρμονικώς  άνυμνουμεν 
την  των  όλων  |  τέξασαν  θεόν  |  τόν  πασι  χαράν 
εκ  τάφου  βλύσαντα  |  και  άφθαρσίαν  και  ζωήν,  25 

και  καθελόντα  το  κράτος  |  και  την  δυναστείαν 
του  άλάστορος. 

'Γποχοή*  ήχος  βαρύς. 
Ό  ήμετέραν  μορφήν  άναλαβών 

και  ύπομείνας  σταυρόν  σωματικώς,  30 

σώσόν  με  |  τη  άναστάσει  σου, 
Χριστέ  ό  θεός,  |  ως  φιλάνθρωπος. 

2    χαΤροις. — 4  χοήσηί. — 6  χαταρχάς  τους  ουρανούς.  —  12    τιαθαρώβτατος  αμνός. — 
17  έορτη. — 18  χαρά.— 29  ημετέρα.  — 30  ύπομεΐνας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  248  — 

*Ωδή  δ'.  α'Ο  πατριχοος  χόλπους  μη  λιπών ». 

Αναρτηθείς  ξύλφ  τοδ  σταυρού 
8&ελοι>σία>ς,  Ίησοΰ  φιλάν&ρα>πε, 
τάς  αρχάς  παρβδειγμάτιοας 
$  πάσας  τοο  άλάστορος 

χαΐ  ζωήν  τφ  χόσμφ   έπηγασας. 

Πύλας  χαλχας  "Αδου  χαθελών 
χαΐ  του  θανάτου  τα  δεσμά  συνβτριψας' 
τους  δέσμιους  ήλευ&έρωσας 
10  πάντας  τη  δυνάμει  σου 

χαΐ  άνέστης,  Δόγε,  τριήμερος. 

Δευχειμονουντες  ταϊς    άρεταις 
τη  λαμπροφόρφ  έορτη  χορεύσωμεν 
πάσχα  μέγα  χαι  σωτηριον, 
15  πάσχα  ή  άνάχλησις 

χαί  ζωή  τφ  χόσμφ  χαι  λυτρωσις. 

θιοτοχίον. 

Ή  του  Θεοΰ  άσπιλος  άμνάς, 
δν  έσωμάτωσας  άμνόν  χαι  Κύριον 
20  έχ  νεχρών  όρωσα  σήμερον 

χόσμφ  άνατείλαντα 
χαρμονής  πληρουσαι,  πανάμωμε. 

*Ωδή  β'.  «Κύριε  6  θεό;  μοα^  |  έχ  νυχτός  όρθρίσας». 
Κύριε  ό  θεός  μου,  |  ό  σταυρφ  τον  *Αδην  αιχμαλαντίσας 
25  πα&ών  με  νεχρώσεως,  |  Χριστέ,  έλευθέρωσον 

χαι  την  νεχρωθεισαν  ψυχήν  μου  |  τη  ση  άγαθότητι  ζώωσον• 

Ευριε  ό  θεός  μου,  |  ό  σταυρφ  τον  *Αδην  αίχμαλαιτισας, 

υμνώ  σου  τήν  σταυρωσιν,  |  τιμώ   τήν  άνάστασιν, 

δι'  ης  της  φθοράς  έλυτρώθην  |  χαι  τη  άφ&αρσία  επλουτησα. 

30  (θεοτοχίον). 

Ευριε  ό  θεός  μου,  |  ό  τάς  χλεΤς  μη  λυσας  της  παρθενίας 

της  άπειρογάμως  σε  |  τεχούσης  θεόπαιδος, 

ταις  αύτης  ά^ίαις  πρεσβείαις  |  λϋσον  τά  δεσμά  τών  πταισμάτων  μου. 

2  άναφτι^βίς. — 7  χαλχάς. — 12  λεοχημονοοντες.  —  16  ζωή. — 18  άαπηλος  άμνάς.  — 
19  άμνον. — 31  χλεΐς. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  249  — 

*Ω(ή  ς'.  «Ναυτιών  τω  σάλφ  |  τών  βιοτιχών». 

Προετάπου  πάλαι, 

Σώτβρ,  Ίωνας  την  ταφήν  σου 

τοδ  χτίστοα  τριή[ϋ«ρος  |  την  γαοτβρα 

άδιαφ&όρα>ς  οΙχήΐ3ας  δοξάζον  σβ*  5 

λάχχφ  χατωτάτω  προσβλη&βις  γαρ, 

Σωτερ,  έξανβστης  βχ  νεχρων  τριήμερος. 

Χορευετω  πάσα 

χτίσις  τ^  τοο  πάσχα  ήμερα- 

εν  ταύτη  ανέστη  γαρ  |  έχ  τοδ  τάφου•  10 

τοΙς  άπ'  αιώνος  χοιμηθεισιν 

&ειαν  άπολυτρωσιν  σαφώς   δεδώρηται. 

Μυροφόροι  χόραι 

όρθρου  προς  το  μνη(χα  σπουδαίως 

άφίχοντο,  βλέψαι  έπιζητοΰσαι  15 

τον  ζωοδότην  χατεϊδον  δε  |  αγγελον 

ταύταις  έχβοώντα  "  έξανεστη 

ό  δημιουργός•  λοιπόν  τι  χλαίετε  "; 

θεοτοχίον. 
Ό  τεχθεις  άφθόρως,  20 

χόρη,  εξ  άφ&όρου  σου  μήτρας 
τεθείς  εν  τφ  μνήματι  έχουσίως 
διαφθοράν  ου  τεθέαται,  |  άχραντε* 
τους  χαταφθαρέντας  δε  ζωώσας 
θείςί  δυναστεία  έαυτφ  συνήγειρεν.  25 

«Ει  καΐ  εν  τάφω*: 

'Ωδή  ζ'.   «Κάμινον  πσΐδβς  πορίφλβχτον». 
Σε  παρανόμων  |  Εβραίων  ό  δήμος 
τον  νομοδότην    έαταυρωσεν 

άμνημονήσας  τών  σών  θαυμασίων,  Χριστέ  30 

ό  υπερυψουμενος 
τών  πατέρων  Θεός  χαι  ύπερένδοξος. 


1    ναοτιώντα.-  11  άπαιώνος  χοιμηθεισιν.— 15  άφείχοντο.^17  «ξάνέ^η. 21   έξα- 

φ&όροοβσοο. — 27  πυρίφλεχτον]  πυρ  αφλεχτον. — 33  ύπερύψού μένος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  250  — 

Άγαλλομενφ  |  πόδι  τη  του  πάσχα 
πβριχορεύσωμεν  σή^χερον 
έορτααίμφ  ήμερα  χραυγάζοντες 
"  6  ϋπεροψοάμενος 
5  των  πατέρων  θεός  χαΐ  οπερένδοξος  ". 

"Ολβιος  τάφος  ο  σε,  πλοοτοδότα, 
αωματιχώς  είσδεζάμ^νος 
τον  τριημέρψ  έγέρσει  πλουτήσαντα 
ή  μας  τους  πτωχεύσαντας 
10  χαι  άθλίως,  Λόγε,  τεΟνήξαντας. 

{θεοτοικ.ίο^), 
Σέ  μαχαρίζει  |  ό  χόσμος,  παρθένε, 
θεον  μαχάριον  τέξασαν 
τον  μαχαρίους  βροτους  έργαζόμενον, 
15  αοτφ  πειθαρχήσαντας, 

θεομήτορ  χόρη  πανάμωμε. 

*Ωδή  η'.  «*Αφλεχτος  πυρί». 

Πέτραι  την  πέτραν  |  της  ζωής  δτε  χατειδον, 
πέτρον  άρθέντα  δπερθεν  |  εν  τφ  Κρανίψ,  διερράγησαν 
20  χαΐ  ήλιος  τάς  αογάς  |  έναποχρυψας  σχοτασμόν 

βοών  ενδέδοται  |  "  πάντα  τα  έργα  Ευριοο "  χτλ. 

Ώσπερ  νυμφίον  (  εχ  παστού  σε  προελθόντα 
έχ  τάφου  ώραιότατον  |  των  αποστόλων  δήμος  έβλεψε 
χαι  πάσχα  ταις  πατριαΐς  |  σονεορτάσαι  των  εθνών 
25  βοών  επαίδευσε  |  "  πάντα  τα  έργα  Ευριοο  "  χτλ. 

"  Τί  μετά  μόρων  |  ως  θνητόν  τον  ζωοδότη  ν 
ζητείτε;  εξεγήγερται  |  "Αδου  χενώσας  τα  βασίλεια  " 
έβόα  ταις  γυναιξιν  |  από  του  τάφου  μελφδών 
άγιος  άγγελος•  |  "  πάντα  τα  έργα  Κυρίου  "  χτλ. 
30  (θ«οτο*ίον). 

Τών  μυροφόρων  |  ό  χορός,  θεοχυήτορ, 

τη  του  υιού  σου  σήμερον  |  έξαναστάσει  συγχορευει  σοι 

χαι  πάσα  ή  νοητή  |  χαι  όρωμένη  αληθώς 

χτίσις  χραυγάζει  σοι  |  "  πάντα  τά  Ιργα  Κυρίου "  χτλ. 

θ  τριήμέρω. — 17  δφλεχτως. — 19  χατ'  εΐδον. — 23  ώρακώταατον. — 24  σονέορτάσαι.- 
25    έπέβευσε.  -^  32  οίούσου  ||  συ^χωρεύεκ.  —  84  χτίσει. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  251  — 

'ϋ^  θ'.  ('Μή  της  φΰορας  ^οπκίρ^  χυοφορήσασα». 
Ευαγγελίζοϋ  ή  χτίσις  βξαναστάντος  Χρίστου• 
οαος  όρώμενος  χόσμος  τε  χαΐ  αόρατος^ 
χείρας  χροτησατε  |  χαΐ  κράξατε  συμφώνως 

"  ο  Κύριος  ανέστη  |  χενώσας  τοΰ  θανάτου  5 

τα  ταμεία  χαΐ  τα  βασίλεια". 

Αυτή  έστιν  ή  ήμερα  της  αναστάσεως, 

ήνπερ  έποίησε  μόνος   ό  παντοδύναμος* 

ταύτη  χορεύσωμεν,  |  όρώντες  των  ανθρώπων 

την  εκπτωτον  την  φύσιν  |  άπαθανατισθεϊσαν  10 

και  το  πρώτον  κάλλος  φορέσασαν. 

Ό  άναστάς  εχ  του  τάφου.  Λόγε,   τριήμερος 

τήν  νεκρω&εΐσαν  ψυχήν  μου  τοΤς  πλημμελήμασιν 

εγειρον  ζώωσον  |  εντολών  σου  μελέτη 

τών  θείων,  ζωοδότα,  |  δπως  σου  κατά  χρέος  15 

μεγαλύνω  τήν  αγαθότητα. 

Έν  τη  του  πάσχα  ήμέρς(  |  φαιδρώς  χορεύσωμεν 

και  τη  παρθένφ  το  χαΤρε  |  λαμπρώς  βοήσωμεν 

αυτή  γαρ  πρόξενος  |  ήμΐν  της  σωτηρίας  20 

καΐ  της  αθανασίας  |  έγένετο  της  θείας, 

τον  τών  δλων  θεόν  κυήσασα. 

Έξαποστειλάριον    «ΣοίρχΙ    ύπνώσας».    Στιχηρά•    ήχος    βαρύς 
εις  τους  αίνους. 

Ανέστης,  Χριστός,  εκ  νεκρών  2δ 

λύσας  θανάτου  τα  δεσμά* 
ευαγγελίζοϋ,  γη,  χαράν  μεγάλη  ν 
αινείτε,  ουρανοί,  θεού  τήν  δόξαν. 

Άνάστασιν  Χρίστου  θεασάμενοι 

προσκυνήσωμεν  |  αγιον  κύριον  30 

Ίησουν,  τον  μόνον  άναμάρτητον. 

Χρίστου  τήν  άνάστασιν  |  προσκυνοΰντες  ου  παυόμεθα* 
αυτός  γαρ  ήμας  εσωσεν  |  εκ  τών  ανομιών  ημών 
άγιος  κύριος  'Ιησοδς  |  ό  δείξας  τήν  άνάστασιν. 

1   διαπειραν  χυοφρ:  —  4  χείρας. — 15  χαταχρέως. — 16  μεγαλύνων. — 34  δεΐξας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  252  — 

Τ{  ανταποδώαα^μεν  τφ  Κορίφ 
περί  πάντον,  ων  άντύτπβδωχεν  ήΐι^ιν; 
δι*  ή|Μΐς  γαρ   βσταορώθη 
χαι  τ^  τρίτιο  ήμβρα  άνβατη 
5  δωρούμβνος  ήμίν  το  μβγα  βλβος. 

Στιχηρά•  ήχος  πλάγιος  α'*  ιΆναστήτω  6  θ6<5ς>. —«Πάσχα >. 
ΚαΙ  μετά  τό  «Χριστός  ανέστη»  γ',  έπαχουστόν:  ήχος  πλάγιος  δ'. 
€Δ(χασον,  Εύριβ,  τους  άδιχουντας  ήμας>.  Στ(χος*  «Έχχβον  ρομ- 
φαίαν  χαΐ»: — Εδαγγέλιον  ια'  έ(ωθ(νόν).  Στιχηρόν  ήχος  πλάγιος  δ'. 

10  Φανερώσας  έαιχτόν  |  τοις  (ΐαθηταΐς  ό  Σωτήρ 

μετά  την  άνάατασιν  |  σοί,  Σίμο)ν,  δεδωχε 

την  τών  προβάτων  νομήν,  |  εις  αγάπης  άντέγχτησιν 

την  τοδ  ποιμαίνειν  φροντίδα  αιτών 

διό  σοι  ίλεγεν  |  "  ει  φιλεις,  Πέτρε, 
15  ποί(ΐαινε  τά  άρνια  μοο,  |  ποίμαινε  τα  πρόβατα  μοο  *'- 

ό  δε  εοθέακ  ένδειχνυμενος  το  φιλόστοργον 

περί  του  άλλου  μαθητού  έπυνθάνετο' 

ών  ταϊς  πρεσβείαις,  Χριστέ,  |  την  ποίμνην  σου  δαφυλαττε 

έχ  λόχων  Ι  λυμαινομένων  αύτη  ν. 


Τ&ΐβ  ςοΑίβ. 

20  ψ  Έχτίσθ(η)  ή  δέλτος  αυτή  χατά  πρόσταξιν  του  ευλαβούς  Γεωρ- 

γ({ου),  ίρχων  χαι  χριτ(ου)  της  αγίας  πόλεως  χαι  σαχελλίου  (δαρΓΑ 
χαρτοφυλακος)  τέ  χαΐ  μεγάλου  σχευοφύ(λαχος)  της  άγιας  Χ(ριστο)υ 
του  θ(εο)υ  ημών  Άναστά(σεα)ς):χαι  εδόθη  παρ'  αύτου  είς  τ(ήν) 
έχκλη(σίαν)  της  αγίας  Χ(ριστο)υ  του  θ(εο)υ  ημών  Άναστ(άσεως). 

25    υπέρ  αφέσεως  αμαρτιών  αυτού:  — 

ψ  Έγράφη  δε  χαι  είρμώσθη  διά  χβιρός  Βασιλείου  του  Άγιο- 
πολίτου,  γραφευστέ  χαΐ  ελαχίστου  αναγνώστης  της  αγίας  Χ(ριστ)υ 
του  θ(εο)υ  ημών  Άναστ(άσεως)  έν  τηι  αγία  πόλει  Ί(ερουσα)λήμ. 

11  συ. — 13  ποιμένκν. — 15  ποίμενε. — 16  φιλώστοργον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  253  — 

εϊληφβν  δέ  τέλος  ή  αδτη  δέλτο(ς)  ήμ6(ρα)  Ρ  ώρα  γ'  της  ή(Αέ(ρας)- 
εις  τ(ήν)  χζ'  του  φβορουαρ{θϋ  μηνός*  έτους  χοαμ(ου)  έζοΕΧίσχιλκο- 
στώι  έξαχοσίω  τριάκοντα  (=  1122): — ίνδ(ιχτιδ)νος)  ϊβ:  παραχαλ&Ε 
οδν  χαΐ  λίπαρώ  τους  έντογχάνοντας  χαΐ  άναγινώσκοντας  εν  τηι 
ταάτηί  δέλτω  ευχεσθε  όπεράμφοτέρων  τω  γράψαντι  δμα  χαΐ  τω 
χτοσαμένω:  ίνα  ρυαθώμεν  αμφότεροι  της  αιωνίου  χολάσεως  αμήν* 

ψ  Έτυπώθη  δε  τό  παρόν  τεύχος  χαχατίΐ'^  τάξιν  της  αγίας 
Χ(ριατο)υ  του  θ(εο)υ  ημών  Αναστάσεως  χαΐ  ου  δει  τις  προσθή- 
σει  ή  έχλήψει  άπαυτόν  τι: 


Προσθήκη  του  ιγ'  αΙωνος  10 

γραφεΐοα  έν  τφ  χώδιχί  πρό  των  λέξεων  «Και  εόθύς  όταν  πληρώσ-^  ό  πατριάρχης»  χτλ. 

Όρα  σελ.  200,  γρ.  14. 


Τη  άγίοί  καΐ  μεγάλη  Κυριακή  του  τυάσχα.  Εις  τήν  λειτουρ- 
γίαν  άντίφωνον  α'•    €  Αλαλάξατε  τω  Ευρίω  πδσα  ή  γή>.    «Ταΐς 
πρεσβείαις  της  Θεοτόκου». — «Ψάλατε  δή  τω  ονόματι  αύτου'  δότε    15 
δόξαν  αίνέσει  αύτου». — Ταΐς  πρεσβείαις  της  Θεοτόκου». —  «Είπατε 
τω  θεω  ως  φοβερά  τά  έργα  σου». — «Ταΐς  πρεσβείαις». 

Άντίφωνον  β'•  «Ό  θεός  οίκτιρήσαι  ήμας  και  εύλογήσαι 
ήμας». — «Σώσον  ήμας  υιέ  θεού  ό  άναστάς». — «Του  γνώναι  έν  τη 
γη  τήν  όδόν  σου  έν  πασι  Ιθνεσι  τό  σωτήριόν  σου».  —  «Σώσον  20 
ήμας». —  «Έξομολογησάσθωσάν  σοι  λαοί,  ό  θεός•  έζομολογησά- 
σθωσάν  σοι  λαοί  πάντες». — «Δόξα  .  .  .  καΐ  νυν». — «Ό  μονο- 
γενής υιός  και  λόγος». 

Άντίφωνον  γ'•    «Άναστητω    6  θεός    καΐ    διασκορπισθήτωσαν 
οι  έχθροι  αυτού». — «Χριστός  άνέσυη  έκ  νεκρών». —  «Ώς  εκλείπει    25 
καπνός,    έκλιπέτωσαν•    ως  τήκεται  κηρός  άπό»:  —  «Χριστός  ανέ- 
στη». —  «Ούτως    άπολουνται    οι  αμαρτωλοί  άπό  προσώπου».  — 
ΕΙσοδικόν.  —  «Έν  έκκλησίαις  ευλογείτε  τόν  θεόν». 

Άντι  του  τρισάγιου,   «"Οσοι  εις  Χριστόν  έβαπτίσθητε».  Προ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  254  — 

κείμενον,  ήχος  πλάγιος  δ'•  «Αυτή  ή  ήμερα,  τ)ν  έποίησεν  ό  Κύ- 
ριος* άγαλλιασώμεθα  καΐ  εύφρανθώμεν».  Στίχος•  «Έξομολογεΐσθε 
τω  Κυρία),  δτι  αγαθός  >. — Ό  απόστολος-  Πράξεων  των  άπ(οστό- 
λων  το  ανάγνωσμα*   α',    1-8)•    «Τόν  μεν  πρώτον    λόγον  έποιησά- 

5  μην».  Τέλος•  «χα ι  §ως  έσχατου  της  γης».  Απόστολος  της  με- 
γάλης Κυριαχης  της  Άναλήψ^^^'  *ϊ^°^^  ταύτα  ειπών,  βλεπόντων 
αυτών  έττηρθη».  —  Τέλος*  «σαββάτου  έχον  όδόν».  -Αλληλούια- 
ήχος  πλάγιος  δ'*  «Συ  Κύριε,  άναστάς  οιχτειρήσεις  ήμας:  την 
Σιών    8τι    καιρός    του    οίκτειρησαι    αυτήν».    Κοινωνικόν    «Σώμα 

10  Χρίστου  μεταλάβετε,  ττηγής  αθανάτου».  *Αλλο*  «Απαγγείλατε 
τω  Πέτρφ  συν  τοΐς  λοιποΤς  άποστόλοις,  ότι  ανέστη  έκ  νεκρών  6 
Κύριος».  Εύαγγέλιον  κατά  Ίωάννην  (α',  1-17)*  «Έν  άρχη  ήν 
ό  Αόγος».  Τέλος*  «και  ή  αλήθεια  διά  Ίησου  Χρίστου  έγένετο». 
["Επεται    σημείωμα    γεγραμμένον    άραβικοΤς    γράμμασι*    μετά  δε 

15  τούτο  υπάρχει  σελίς  όλόγραφος  άραβιστί,  και  μετ'  αυτήν  τό 
133-ον  φύλλον  του  κωδικός,  δθεν  άρχεται  τό  παλαιόν  κείμε- 
νον,  8  έστιν  ή  προμνησθεΐσα  (σ.  200)  μετάφρασις  λόγου  του 
Χρυσοστόμου]. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


II. 

ΕΓΓΡΑΦΟΝ  ΠΕΡΙ 

ΤΟΓ  ΕΝ  ΙΕΡΟΣΟΛΪΜΟΙΣ  ΜΟΚΪΔΡΪΟΪ  ΤΟΥ  ΑΓΙΟΥ  ΕΥΘΥΜΙΟΥ, 
συνταχθέν  ετει   1344-ω^ 


'Ιβον  χα  ι  δμοιον  της  διαί^ήχης  Γερ3σί(Λθυ  μονάχου    περί  του  άγίοο  Ευθυμίου  του  5 

ένδον  χειμένου    της    αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ,    διαταττόμενον  τούτο  το  μοναστή- 
ριον,  μετενβχθέν  εχ  τίνος  παλαιού    πρωτοτύπου.  Έν  ετει  ,ςωνξ'. 

Κατά  τόν  μέγαν  Βασίλειον  δρος  φιλοσοφίας  ή  τοΰ  θανάτου 
μελέτη  καθέστηκεν  τινές  δέ  τούτου  καταφρονήσαντες  καΐ  καφου 
υπερθέμενοι,  ουκ  έγνωσαν  το  τούτου  αωρον  κάντευθεν  έλ-  10 
θών  εξαίφνης  ό  κλέπτης  αυτούς  άφήρπασε  και  άδιατάκτως  τα 
εαυτών  καταλελοίπασι.  Τούτου  τό  δδολον  και  αυτός  φοβηθείς, 
έπεί  καΐ  ό  στάχυς  προς  θερισμόν  έστιν,  έτι  σώας  έχων  τάς  φρέ- 
νας  και  έρρωμένας,  ουκ  εκ  τίνος  ανάγκης  ή  βίας  κατεπειγόμενος, 
άλλ'  εκουσίως  και  οΙκειοθελώς  ηθέλησα  τα  κατ  έμέ  πάντα  δια-  15 
τυπώσασθαι.  Και  έν  πρώτοις  μεν  άφίημι  τοις  κραταιοΤς  και 
άγίοις  ημών  βασιλευσι  τήν  ήμετέραν  εύχήν,  ώς  εύχέτης  αυτών, 
άλλα  δη  και  τφ  παναγιωτάτω  μου  δεσπότη  και  πατριάρχη,  ωσαύ- 
τως καΐ  πασι  χριστιανοΐς,  τήν  έν  Χριστώ  άγάτυην  τε  καΐ  συγχώ- 
ρησιν  έπειτα  διατίθεμαι  καΐ  τά  κατ'  έμέ   ούτως.  20 

*  Τό  εγγραφον  τοοτο  χεϊται  έν  ιοίω  χώδ^x(  της  έν  'Ιεροβολύμοις  ίερας  Συνόδου, 
περιέχοντι  πράξεις  περί  της  έπισχοπής  του  Σίνα  όρους*  σώζονται  δέ  χαΐ  δύο  έτερα 
αντίγραφα,  τό  μεν  έν  τω  4Ι1-ω  χώδιχι  του  έν  Κ/πόλει  μετοχίου,  περιλαμβάνοντι  χεί- 
μενα  πολλά  περί  μοναστηριών,  τό  δ*  έν  χειρογράφω  βφλίω  της  έν  Χάλχτ)  θεολογιχής 
Σχολής  (σ.  375)*  περί  δέ  τής  χρονολογίας  του  εγγράφου,  ην  έγώ  διώρΐ^ωσα,  βλέπε  ση- 
μείωσιν  ιδίαν  έν  τοις  *Αναλέχτοις,  τ.  Ι,  σ.  245. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  256  — 

Έγώ  θβοδ  βϋδοκοδντος,  δι'  οΤς  ο?δε  τρόποις,  έλθών  εις  τον 
έν  Ίβροσολυμοις  αγιον  τόπον,  χατώκησα  είς  τό  έντ(Χϋθα  μονόδριον 
τοδ  μεγάλοα  Ευθυμίοα,  της  δεσποίνης  εκείνης  της  Τραπεζουντος 
κυρίας  "Άννης    της    πορφυρογεννήτοα,    μετά    το5    έν  ιερομόναχους 

δ  εκείνου  κυρου  Παμβω,  καΐ  του  έν  μοναχοΤς  κυρου  Σωφρονίου  εκεί- 
νου του  Τραπεζουντίου,  καΐ  διήγον  μετ'  εκείνων  μέχρι  τελβυτης 
αυτών.  Ώς  δε  τό  κοινόν  άπέδωκαν  χρέος  καΐ  ένατυελείφθην  αυτός 
μόνος,  πόσα  έκοπίασα  καΐ  έκακοπάθησα  εις  τό  τοιούτον  μονύδριον, 
8τι  παντελώς  ευρον    αυτό    έζαλειμμένον    και  απορον,  όρα  6  θεός 

10  τούτο.  Τοίνυν  μετά  του  ελέους  του  θεού,  του  ημετέρου  κόπου 
και  της  συνδρομής  των  χριστιανών,  έξηγόρασα  τελείως  τούτο — 
δέδωκε  γάρ  χάριν  άναρρυσίας  καΐ  ό  προ  έμοΰ  Σωφρόνιος  έκεΤνος 
ό  Τραπεζούντιος  δσπρα  διακόσια — και  ανήγειρα  και  ωκοδόμησα 
τούτο  ως  όραται  σήμερον.  Έπει  γοδν  ευρίσκονται  μετ'  έμοδ  ό  έν 

1δ  ίερομονάχοις  αγαπητός  μου  υιός  κύριος  Βλάσιος,  ό  Κύριλλος,  6 
Γεννάδιος  και  ό  Θεόδουλος,  άφίημι  τους  τοιούτους  κ>νηρονόμους 
και  διαδόχους  μου•  άναγκαΐον  δε  δν  εΤναί  τίνα  επάνω  τών  τριών 
τούτων  δηλονότι,  τάττω  τόν  ίερομόναχον  Βλάσιον  ως  προεστώτα 
και  ήγούμενον  αυτών,     απονεμόντων    τών    £λλων  πασαν  υπακοήν 

20  και  εύπείί^ειαν,  ως  εις  έμέ  αυτόν.  "Έπειτα  επειδή  πάντες  όφείλο- 
μεν  τό  κοινόν  χρέος,  μετά  τήν  τοότοο  παρέλευσιν  άφίημι  πά)αν 
είναι  ως  προεστώτα  τόν  άγαττητόν  μου  υίόν  Κυριλλον  μετά  πα- 
ρέλευσιν  τούτου  τόν  Γεννάδιον,  εΤτα  και  τόν  θεόδουλον  εχειν  δε 
προς  αλλήλους  άγάπην,  είρήνην  καθαράν  καΐ  όμόνοιαν,  μίαν  βουλήν, 

25  εν  θέλημα,  μηδενός  ϊγοΊΤος  δδειαν^  ή  του  προεστώτος  ή  άλλου 
τινός,  έκβαλεΐν  δτερον,  πάρεξ  έγκαιρου  αφορμής  και  ευλό- 
γου προφάσεως,  ήτοι  προξένου  δντος  σκανδάλου  και  οχλήσεως — 
8τι  τόν  μή  ειρηνεύοντα  και  άνενοχλήτως  διάγοντα  και  αυτός  έν- 
διαθήκως    έκβάλλομαι, — όμονοουντας    δε    και    ειρηνεύοντας,  τό  εν 

30  λόγω  είναι  τους  τεσσάρας,  σωζόμενης  μόνον  της  τοδ  προεστώτος 
προτιμήσεως.  Ωσαύτως  λέγω,  ϊνα  μηδέν  έχη  τις  τών  τοιούτων 
άδειαν  άκουμβίζειν  τό  τοιοδτον  μονύδριον  προς  τίνα  άλλου  γένους, 
εΐ  μή  μόνον  προς  Τραπεζούντιον,  γονικόν  βν,   ως  ανωτέρω  δεδή- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  257  — 

λωται,  της  Τραπεζουντίας  εκείνης  δεσπο'>^ς  χυράς  *Αννης,  σω- 
ζόμενου του  μνημόσυνου  του  χατά  χαιρόν  πατρεαρχεύοντος  του 
θρόνου  τών  Ιεροσολύμων.  Έπίτροπον  δε  άφίημι  εις  τό  μονύ- 
δριον  καΐ τους  αγαπητούς  μου  υιούς,  τόν  κατά  και- 
ρόν ήγουμενεύοντα  της  σεβάσμιας  μονής  τών  Ιβήρων,  της  έπο-  5 
νομαζομένης  του  τιμίου  και  ζωοποιού  Σταύρου. 

Ταύτα  διατίθεμαι  περί  τών  έμών.  και  ό  βουλη&είς  άνατρέψαι 
τό  τοιούτον  ένδιαθηκώον  διάταγμα,  νά  εχη  τάς  αράς  τών  τριακο- 
σίων δέκα  και  οκτώ  θεοφ(ίρων  πατέρων  τών  εν  Νικαία.  Τούτου 
χάριν  έγένετο  ή  παρούσα  ένδιαθήκως  διατύπωσις  και  διάταξις,  10 
και  εδόθη  τοις  διαληφθεΤσιν  άγαπητοϊς  μου  υίοΐς  δι'  άσφάλειαν 
και  [βεβαίωσιν]  αυτών. 

Έν  μηνι  νοεμβρίου  ιη',   ινδικτιώνος   ιβ^» . 

ψ  Ό  δούλος  του  αγίου  και  κραταιού    αύθέντου  και  βασιλέως,    15 
ό  και  άποκρισάριος,   παρών  έπΙ    τϊ)  διαθήκη    ταύτη  και  στηρίζας 
και   βεβαιώσας  αυτήν  υπογράφω  Ιωάννης  Δούκας  Τρίχας  ό  λογο- 
θέτης τών  οικιακών. 

•|•  Ό  δούλος  του  κραταιού  καΐ  άγιου  ημών  αύθεντός  καΐ  βα- 
σιλέως  Γεώργιος  Δούκας  Μανιάτης  6  Κουρτίκας.  20 

ψ  Αρσένιος  ελέω  θεού  πατριάρχης  Ιεροσολύμων. 

ψ  Ό  ταπεινός  μητροπολίτης  Βασάν  Γερμανός. 

•|•  Ό  ταπεινός  αμαρτωλός  Ματος  Γάζης  καΐ  ύπέρτιμος. 

•|•  Ό  ταπεινός  επίσκοπος  Βηθλεέμ  Ηλίας. 


17 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


III. 

ΑΝΑΘΗΜΑ  ΦΙΑΙΠΠΟΤ  ΦΑΑΤΡΟΤ 

του    Κυιτρίοϋ 
ε?ς  τόν  έν  Ίεροσολυμοις  ναόν  της  αγίας  Αναστάσεως  ετει  1523. 

(Οοά.    8λΙ)1).   496,  £.  2  -  3). 

'Αρχή  συν  θεώ  χώνδιχας  του  άγιου   χαΐ  ζωο5ό'/ου  Τάφου. 

Έν  ετει  ^ζνβ'  ινοιχτκώνος  β',  μην  Δεκέμβριος  χδ'    (1543),    Γερμένου  πατριοφχεύ- 
ο\τος  εν  τ-^  αγία  πόλιν  Ιερουσαλήμ,  γράφεται    το    χώνδ([χον)  αυτό  εις  άνάμνησιν  πάν- 
των τών  ευσεβών  χαι  ορθοδόξων  χριστιανών. 
5  Οΰτη  ή  διατύπωσις  του  μαχαρ(ιστ)ου  Φλίππου    Φλάτρου    υπάρχει  έχ  της  περίφη- 

μου Κύπρος  ίιά  το  χωρίον  ονόματι  Ταλά,  δπερ  άφιέρωσεν  δια  ψυχιχήν  σωτηρίαν  εις 
τόν  αγιον  χαι  ζωοδόχον  Τάφον  του  χορίου  ημών  'ΙησοΟ  Χριστοΰ'  χαι  ουτο  τό  πραστίον 
υπάρχει  άναμέσον  Παμφουπόλεως  ονόματι  χαι  του  μοναστηρίου  Έγχ).είστρας,  ήγουν 
άνωι^εν  χωρίον  ή  Τάλα  με  τ*  όνομα,  χαι  διά  το^ΐτο  γράφομεν  χαι  την  διάταξιν  αυτήν 
10  του  ποτέ  μαχαρ(ιστ)οϋ,  του  άνωθεν  Φιλίππου  Φλάτρου  εις  τόν  χώνδιχαν  αυτόν  χαι 
οΰτως  λέγει  αΰτη  ή  διαθήχη•  θανόντος  υπέγραψε  6  αυτός  Φίλιππος. — Έχ  πόλεως 
Λευχωσίας. 

Ή  χόπία  της    διάταξης. 

Έν  Ονόματι  το5  Κυρίου*  αμήν.  Τήν  σήμερον  τη  ε'  μαΓου 
15  μηνός,  τήν  ένχρονίαν  του  Χρίστου  ,αφκγ',  ημέρα  γ'.  έμπρο- 
σθεν έμου  του  πούπλικου  νοταρίου  καΐ  μαρτύρων  τών  κάτωθεν 
υπογεγραμμένων,  τών  έπΙ  τούτω  Ιδικώς  χληθέντων  καΙ  παρα- 
κληθεντων,  6  τρισεντιμότατος  καΐ  ευγενής  δρχων  ό  μησέρ  Φίλιπ- 
πος Φλάτρος,  υιός  του  μακαρίτου  μησέρ  Αογίζου  Φλάτρου,  κει- 
20   τόμενος  έν  τζ  κλίνη  αύτου,   ασθενής  τω   σώματι,  έχοντα  [δίο]  τόν 

δ'     ^ 

1  χόνδιχας.  —  2  ένέτη.  —  3  πόλην  ||  χώνδιχον]  χον  αύτώ.  —  5  Οΰτοι  ή  διάτύπω- 
αις  II  περιφύμ(ου). — 6  χύπρος  βίο. — 7  οΰτω.  —  8  παυμφουπόλεως  ||  μοναστιρίου  έγχλή- 
στρας'  ήγουν. — 9  δνομα  ||  γράφωμεν.  — 10  χόνδιχαν. — 11  διαθείχη  ||  ύπέγραψαι. — 16  χάτο- 
θεν.— 17  τών]  του.— 18  τρεισεντιμώτατος  χαι  ευγενείς.— 20  χειτόμενος  έν  τη  χλήν(τ^). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  259  — 

νουν  άθόλωτον  και  τάς  φρένας  αυτού  σώας  καΐ  τήν    γλώτταν  λα- 
λούσαν, φοβούμενος  το  του  θεού  αωρον  μυστήριον,    μήπως   έςα(- 
φνους  άρπάση    αυτόν  καΐ  ευρέθη    αδιάθετος    καΐ  ζημιωθήσεται  ή 
ψυχή  συν  τω  σώματι"   λοιπόν  καΐ  ούτος  ό  έντιμος  δρχων  ηθέλησε 
του  διατάςαι  τα  εαυτού  αγαθά,  δ  ό  θεός  έδωρήσατο,  ουκ  εκ  τίνος     5 
βίας  ή  ετέρας  τινός    ραδιουργίας,    άλλ'    έξ    οίχείας  αυτοθελήσεως 
και  προαιρέσεως  έςεΐπεν  οϋτως'  Άνακράζω  και  στζακίζω  και  αθετώ 
δως  του  νυν  πασαν    δλλην    μου    διαθήκην  μυστικήν  τήν  έποίησα 
τήν  ένχρονια(ν)  του  Χρίστου  ,αφις',  τ^  ιθ'  φεβρουαρι'ου  μηνός.  Βού- 
λομαι  μετά  τόν  παρόντα  νοτάριον  γραμμένη,    θέλω  και  αυτή  να    Ιϋ 
εναι  νοΰλα  και  ούδέ(ν),  και  πάσα(ν)  δλλην  διαθήκην  και  κωδίκελλον 
τήν  έποίησα  εως  του  νυν,   να  εναι  δλα  άπόλογα,   ως  λόγον  νουλα 
και  ανωφελούς•   και  ή   αυτή    μου    διαθήκη    τήν    ποιώ    τήν  αυτήν 
ώραν,   θέλω  να  εναι  στερεωμένη•  και    τούτο  εναι  τό  ύστερον   μου 
θέλημα•    και  μετά  τήν  άποβίωσίν    μου    μή  ποιόντα(ς)  μου  δλλην    ΐδ 
διαθήκην,   ή   αυτή  θέλω    να    εναι  στερεωμένη   και  άςα!|όμενη  και 
βεβαία  και  άπαρασάλευτη  εν  παντι  τόπω  και  κριτηρίω,  εις  έκκλη- 
σιαστκκόν  και  πολιτικόν.   Πρώτον  πάντοτε  ποιόντα(ς)    ό  επουράνιος 
θεός  τό  αγιον  αύτου  θέλημα  είς  έμέ,   και    δώσω    τό  άνθρώπινον 
χρέος,  τήν  έμήν  ψυχήν  παραδίδω  εις  τήν  άνείκαστον  αύτοΰ  έλεη-    20 
μοσύνην.  Τό  χωρίον   μου,  τήν  Τάλα,  είς  τήν  ένορίαν  της  Πάνμφου, 
καθώς  και  είς  τό  αυτό  χωρίον  εχω  πογέριν,  πουλήσω  το  χαρίσω 
το,  καθώς  εχω    τό    προβλίτζιν    του•    λοιπόν    μετά  τήν  άποβίωσίν 
μου  θέλω  νά  τό  εχη  ό  υιός  μου     ό     Αογίζος•   καΐ  μή   εχοντα(ς) 
ό  αυτός    μου  υιός  ό  Λογίζος  γνήσι(ον)    παιδ(ίον),   μετά  τήν  άπο-    25 
βίωσίν  του  νά  κατιβαίνη  μοναυτα    τό    αυτό    χωρίον,   ή  Τάλα,   εις 

Η 

1  φραίνα;  ||  γλώταν.  —  2    τον    του    θ.  3ορον  μ,ηστηοΝ    {α.    έξ'  εφνους.  —  3    άρ, 

πάσι,  —  δ    ούχ'    έχτοινός.  —  6  βείας,  ή  ά.  ή  ||  έςηκείας.  —  7  ές'  εϊττεν  ||  άθετο.— 8  διά- 

δ  ^         ^         π'    γ' 

θειχην,  μοστηχην.  -  11  εναι  Ι|  διά^είχην  ||  χοχελώ.  —  12    εναι    δλ>.α  ά— λο,   ό;. —13   άνο- 

φελούς  ||  διάθείχη  τήν  ττιώ. —  14  εναι  τό  εΐατερον. — 17  βαιβέχ  ||  χριτιρίω. — 18  πάντω  7 

πιόντα.  —  19  δόσσω. — 20  (τήχαστον.— 21   7:αν|Λφοΐ). — 22  αύτώ  ||  εχω  πογέρην,  πουλύσσω 


τ 
το  χαρησω  χαθώ;  εχο  τό  προβλήτζην. — 26  μ-οναΰτα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  260  — 

τά  Ιεροσόλυμα,  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον  του  χορίου  ημών  Ίησου 
Χρίσου  χαΐ  θεού  ημών,  εΙς  τόν  δρδινον  τών  Τωμαίων,  να  ζοδιά- 
ζωνται  τά  εισοδήματα  του  αύτου  χωρίου  εις  δόξαν  του  πανάγα- 
θου θεού  ημών  με  τά  άνωθεν  πληρώματα*  ποΐός  μου  υιός,  ό 
5  Λογίζος,  νά  τόν  εχη  την  Τάλα  μέ  δλες  της  τές  ίουριδιστζίους 
χαι  άπαρτινάδες — χωρίον,  νερά,  νομές  και  ωραία  πλατεία  —  ως 
καθώς  τό  είχα  και  καθώς  το  έκράτουν,  μέ  πασον  δικαίωμα* 
ό  ποίος  υιός  μου,  6  Φλόριος,  ομοίως  καΐ  ό  άνωθεν  μου  υιός  ό 
Δογίζος,  νά  μήν  έχουν     ποτέ    πογέριν    ουδι    λιπερτάδαν    καμμίαν 

10  άφορμήν  ή  νά  πουλήσουν  ή  νά  χαρίσουν  ή.  νά  φυτιάσουν,  ή  εις 
καμμίαν  λόγον  νά  δώσουν  άπό  τά  αυτά  'ποστατικά  ή  δλα  ή  μερ- 
τικόν,  τους  σκλάβους  μου,  τόν  Δούκα  του  Μαστί  άπό  την  Βάσα^^, 
τόν  ποΤον  εχω  αγορά  άπό  τόν  μακαριώτατον  τόν  μισέρ  Τζουάν 
Δεραμοραίαν  εις  την  έξουσίαν  μου,  καθώς    μέ  τό  προβλίτζιν  της 

15  αγοράς  του  '^αίνετι.  Τόν  κόπελόν  μου,  τόν  εχω  εις  τό  σπίτι  μου 
ώνοματισμένον  Καρτζαρά,  τόν  ποίον  έκραζάνσι  δνομα  ϊδιον  Φί- 
λητπον  Τζόρζι  Νικόλαον  Βρεμένου  άπό  τήν  Στεφάν(ην),  θέλω 
διχώς  καμμίαν  διαφοράν  νά  τυηγένη  ελεύθερος,  παντολέύθερος, 
τέκνα  τέκνων  αύτου,    ως    έκ  φύσεως  γεγεννημένος  ελεύθερος•  καΐ 

20  διατί  εναι  άπό  τό  φέουδόν  μου,  θέλω  δτι  νά  δοθη  καΐ  νά  μπα;• 
νη  εΙς  τόν  τόπον  του  δνας  άλλος  μου  σκλάβος  ονόματι  Φλουρης, 
υιός  του  Δούκα  του  Μαστί*  τόν  τζοΧοί  Δούκαν  έχω  άγοράν,  κα- 
θώς προείρηκα,  άπό  τόν  μακαρίτην  τόν  μησέρ  Τζουάν  Δελαμω- 
ραίαν.  Ακόμη  ό  υιός  μου    6    Φλόριος    θέλω    δτι  νά  εχη  άπό  τά 

25    παιδία  του  Δούκα,  του  αύτου    μου    σκλάβου  του  προγεγραμμένου, 


2  ναξω διάζονται.  —  4  πίος.  —   5  με  δλλαις  της    τοις.  —  6    νομαΐς.  —  7  μεπά- 

σον  810. — 8  όπιως.  —  9  πογέρην  ουδιλιζερ  δάν  •Μί\ιΊα^.  —  10  πουλύσβουν  ||  ΐναφφυτηά- 
σουν.— 11  ποστατοιχά,  ή  δλλα  ή.— 12  τουστιλάβοος  ||  τουμαστι.— 13  πίον  βχο  άγωρα. — 
14  προβλίτζην.  —  15  άγωράς  τ(ου)•  φένετι  ||  Ιχο.  —  16  όνοματιομένον  ||  πίον  ||  Ιχρα- 
ξάνσοι.  —  18  διχώς  :=  δίχως,  δίχα  ||  τΜίμίαν  διάφοραν  ναπηγένει  ||  ποιντολεύθερος  δίο.  - 
20  δια  τη  έναι  ||  ναδωθεΐ  χαι  ναριπε(νη).  —  27  δοΰχατοομαατί,  τόν  πίον  δοοχαν  έχο. — 
23  πρωειριχα  ||  μυσερτζουάν. — 25  του  αυτόν  μου  ||  πρωγεγραμμένου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  261  — 

τοδ  Δούχα  Μαστί,  Ιναν  χοπέλ(Ε)  χαΐ  μίαν  κο7υέλ(αν)  νά  τοδ  δου- 
λβόγοϋν  καλά  καΐ  δίκαια  καΐ  6?ς  τοός  ορισμούς  του. 

Έγράφη  έν  μηνι  καΐ  έν  χρονία  δνωθεν,  ίνμπροσθεν  τους 
κάτω  μαρτύρων:  καΐ 

•{•  ό  Νικ((5)λ(αος)  Μύβρο,  πούπλικος  νοτάριος  δνωθεν  γράψας 
κάτωθεν  μαρτϋρώ(ν)  υπέγραψα. 


1  ^οχαφιαφτί,  έναν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


IV. 

ΓΕΡΜΑΝΟΪ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ  ΙΕΡΟΣΟΑΪΜΩΝ 

έγχύχλιος  όπερ  του  παναγίου  Τάφου   (ετει   1569),  έκ  του  πρωιο 

τύπου  άντιγραφεΐσα  ^. 


ΙΟ 


ΝΙ 


ΧΟ 


ΚΑ 


-|•  Γερμανός  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερο- 
σολύμων. 

Οί    άπανταγου    δντες    πανιερώτατοΐ    μητροπολΐται    καΐ    ύπέρ- 
τιμοι,   χαΐ  θεοφιλέστατοι    επίσκοποι,  οί    έν    άγίω    πνεύματι     άγα- 

δ  ττητοί  αδελφοί  και  συλλειτουργοί  της  ημών  μετριότητος,  και  εντι- 
μότατοι και  ευλαβέστατοι  κληρικοί  τε  και  ίερεΤς  και  δσοι  του 
ιερού  καταλόγου  δντες,  τιμιώτατοι  και  ευγενέστατοι  άρχοντες  και 
άπαντες  οί  ευσεβείς  χριστιανοί,  όσιώτατοι  καΐ  χρησιμώτατοι  κα- 
θηγούμενοι,   Ιερομόναχοί  τε  καΐ  μονάχοι    και  άπας  ό  του  Κυρίου 

10  χριστώνυμος  λαός,  υ'ιοι  κατά  πνεύμα  της  ημών  ματριότητος,  χά- 
ρις έλεος  είρήνη  και  ευλογία  εϊη  ύμΐν  άπασι  παρά  θεού  παντο- 
κράτορος  καΐ  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου  καΐ  παρά  του  πανα- 
γίου αύτου  και  ζωοδόχου  Τάφου  και  παρά  της  ημών  μετριότητος 
εύχήν  καΐ  εύλογίαν,    υγείαν  και    σωτηρίαν,    ρώσιν    ψυχής    τε  και 

15  σώματος,  νίκην  κατ  εχθρών  ορατών  τε  καΐ  αοράτων,  παν  άλλο 
τι  δν  αγαθόν  καΐ  σωτήριον  έπεύχεται  ή  έμή  μετριότης  (εις)  πάν- 
τας  υμάς,  και  ίκετεύομεν    τον    σωτήρα  Χριστόν    και    θεόν  ημών 

1  Κείται  δε  τοΌτο    έν  τοις  άρχείοις    του    έν  "Ίεροσολύμιοις    πατριαρχείου,    φύ>λον 
δν  έχ  μεμβράνης  εν,  μήχους  μεν  0,595,  πλάτους   δε  0,45. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  263  — 

δια  της  χάριτος  τε  χαΐ  βοηθείας  του  θείου  χαΐ  ζωοδόχου  αυτού 
Τάφου  σκέπειν  και  φυλάττειν  ύμας  εις  ετών  πολλών  περιόδους 
έν  υγεία  και  χαρά  και  άτρωτους  και  αβλαβείς  άπό  παντός  εναν- 
τίου παραπτώματος. 

Γινώσκετε  ουν,  ευλαβέστατοι  και  όρθοδοξότατοι  χριστιανοί,  τάς     δ 
άμετρους  και  άνυπομονήτους    κακώσεις    καΐ   τους    πειρασμούς    χαΐ 
κινδύνους  και  αμέτρητους  έζόδους  και  δσα    πάσχομεν    και  ύποφέ- 
ρομεν  την  καθήν    ήμέραν  καΐ    ώραν    ύπό  τών    της   αγίας  εκκλη- 
σίας εχθρών,   τών  έξωθεν    κρατούντων  ήμας,  και  ουδέ  μίαν  ανα- 
κωχή ν  ή  συμπάθειαν  εύρίσκομεν    ποθέν,  άλλα  και  αυτόν  τόν  άρ-    10 
τον  μετά  δακρύων  πολλών  καΐ  οιμωγής    έσθίομεν  πολλάκις — Κύ- 
ριος οΐδε — χαΐ  ούκ  εχομεν    που  άλλαχόθι    έκφυγεΓν,   εΐ    μη  προς 
ύμας  τους  ευσεβείς    και  ελεήμονας    και    φιλόθεους    καΐ  χριστομι- 
μήτους    και    εύεργέτας*   8τι  ουδέ  εις  αυτόν  τόν  θεΤον    και    Ιερώ- 
τατον  ναόν  τόν  θεοβάδιστον  δυνάμεθα  είσελθεΤν,  ει  μή  μετά  πολ-    15 
λών  κόπων  και  εξόδων  χλεβασμένοι  καΐ  υβρισμένοι*    πολλάκις  και 
τυπτομένους  δλκουσιν  ήμας  ακοντας  έξωθεν.  Και  τίς  μή  θρηνήση 
ορών  τοιαύτα  και  τα  τοιαύτα;  Κύριος  γινώσκει,  δτι,  εί  δυνατόν  υπήρ- 
χε, και  τα  Ιμάτια  ημών  έξέδυναν,  ει  μή  θεός  βοηθός  ήμΤν  (ούκ  ήν). 

Ένεκεν  τούτων    πέμπω    τόν  ήμέτερον    έν    ίερομονάχοις    και    20 
όσιώτατον  παπα  κυρ  Μακάριον  και  πνευματικόν,  καΐ  τόν  έν  μοναχοΐς 
κυρ  θεοδόσιον,  ως  πιστά  τέκνα  ημών  και  έξάρχους  και  δούλους  του 
Αγίου  Τάφου,  προς  τήν  ύμετέραν  άγάπην  και  βοήθειαν  καΐ  έλεη- 


μοσύνην  ημών   και   άνοικοδομήν  του  αγίου  και  θεοβαδίστου  ναου|. 


Δεξιωθήτε  ουν  αυτούς  ασμένως  άπαντες   ως  τό  ήμέτερον  πρόσω-    25 
πον,   8τι  ή  τιμή  της  εικόνος,  ώς  φησιν,  έπι  τό  πρωτότυπον  έπανά- 
γεται  και  εξ  αύτου  εις  θεόν  συνδράμετε  δέ  αυτούς  καΐ  βοηθήσατε 


ώς   ημετέρους  και  καθολικούς  έξάρχους  της  ημών  μετριότητος  και 


επιτρόπους    του  αγίου    και  ζ,ωο^όχου   Τάφου  καΐ  ελεήσατε,  ίνα  έλε- 
ηθήτε    κατά    του  προφήτου  [δίο],  δτι    "  ελεον  θέλω  καΐ    ού  θυ-    30 

4  παραπτόματος.  —  5  γινώσχ,ετοι.  —  6  χαχόσεις.  —  8  χαθήν  βίο. — 10  άναχοχήν.  — 

ω 
11  ήμογης. — 16  χλεβασμένοί  ΒΙΟ. — 17  ελκοσιν. — 18  όρων.— 22  πιστά]  |χιστά. — 24    λέ- 
ξεις διαγεγραμμένοι. — 2δ  δεξιωθεΐτε.— 28  λέξεις   διαγεγραμ|χέναι. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  264  — 

σίαν",  χαΐ  άπόδοτε,  ϊνα  άνταποδώση  Κύριος  το  άνταπόδομα  υμών 
έν  [τω  παρόντι  χαΐ  έν  τω]  μελλοντί  αίώνι.  Οδ[τ]ω  τήν  ήμέραν 
έλεεΤ  καΐ  δανείζει  ό    δίχαιος  χαΐ  το  σιτέρμα    αύτου    εις    εύλογίαν 

Ιτυαι",  ϊνα  χαΐ  το  "  δεύτε"  χαι  τά  έξης.  Διό  έλε[ήσατε  ήμδς 

δ    —   —    —  —  —  —  αοίϊ]    τόν    θεοβά:διστ[ον    ναόν    αύτοΰ"     έν 

τούτω  γάρ  τω]  οϊχω  χαι  θειω  ναω  έσταυρώ&η,  έν  αύτω  ετάφη 
χαι  έν  αύτω  έ[χ  νεχρών  ανέστη.  Ενταύθα  έβαπτ]ι'σ[θη],  χατέβη  ό 
[Κύριος  ημών  χαι  περιεπά]τησεν,  ή  έν  Βηθλεέμ  γεννησις,  ή  έν 
τω  Ιορδάνη  βάτττισις,  ή  έν  τω  [θαβωρι'ω  δρει  μετα]μ(5ρφωσις,  [ή 

10  έν  Βηθανία  τ]οΰ  Λαζάρου  Ιγερσις  καΐ  ή  έν  τω  δρει  των  Έλαιών, 
ή  άνάληψις.  Ενταύθα  χαΐ  ή  έπιφοίτησις  τοδ  αγίου  πνεύματος, 
ενταύθα  ή  μέλλουσα  γενέσθαι  χρίσις  δικαίων  καΐ  αδίκων,  κατά 
τό  άψευδές  και  θείον  λόγιον,  δτι  **  έπι  οΤκον  Δαυίδ  φόβος  μέγας". 
Άπόδοτε  ουν  καΐ  βοηθήσατε  καΐ  ελεήσατε  ήμδς,  !να  έστε  εύλο- 

15  γημένοι  παρά  θεού  παντοκράτορος,  έχετε  δε  και  έκ  θεού  τόν 
ούράνιον  μισθόν  καΐ  έζ  ημών  τό  διηνεκές  μνημόσυνον,  βϊ  τι  δν 
όδηγηθήτε  έκ  θεού,  ό  μεν  πολύ,  ό  δε  ολίγον,  έκαστος  κατά  τήν 
ιδίΛν  αί>του  προαίρεσίν  τε  και  δύναμιν,  ίνα  και  ήμεΤς  λάβωμβν 
τινά  βοήθειαν  καΐ  άναψυχήν  τών  πολλών  και  άμετρων  ημών  πει- 

20  ρασμών  και  ό  θείος  και  θεοβάδιστος  ναός.  Ναι  ούτως  ποιήσατε 
παρακαλώ  καΐ  ικετεύω  τήν  ύμετέραν  άγάπην,  τέκνα  έν  Χριστώ 
αγαπητά,  ίίμα  ή  βοήθεια  και  τό  άπειρον  Ιλεος  του  θεού  και  ή 
χάρις  καΐ  σωτηρία  του  θεοβαδίατου  καΐ  ζωοδόχου  Τάφου  καΐ  ή 
ευχή    και    ευλογία    της    ημών    μετριότητος    έσται    μετά    πάντων 

25    υμών   αμήν. 

Του  έπακισχιλιοστου  εβδομηκοστού    ογδόου    έτους,    ίνδικτιώνος 
δεκάτης  τρίτης,  σετττεβρίω  μην(ι)  πρώτη, 

-|•  Γερμανός  ελέω  θεοΰ  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερο- 
σολύμων. 


1  άντοπόδωμα.  — 3  δανίζβί. — 11   έπιφίτησις. — 14  βοη^σεται  ||  εσται. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ν. 

ΠΡΑΞΙΣ  ΤΟΠΙΚΗΣ  ΣϊΝΟΔΟϊ 

διά  τό  χο(ν6β(ον  των  Σιναϊτων,  ά&ροισ&βίσης   έν  ΚαΓρω 
βτβι  1557-<ρ,  ιτροβδρβύοντος,  ώς  βοιχβ,  τοδ  πατριάρχου 

ΓΕΡΜΑΝΟΪ  ΙΕΡΟΣΟΛΪΜΩΝ. 


Τό  Ισον  χαΐ  δμοιον  του  σονοδίχου  δια  το  χοίνόβιον    των  Σινοϊτών  ^ 

•|•  Έπβιδή  Ιγωγε  Γερμανός,    ελέω  θβου  πατριάρχης  'ίεροσο- 
λύμ<ι>ν,  όχηχοα  τα  εις  τό  αγιον  μοναστήριον  του  θεο^διστου  δροος 
Σινδ    γενόμενα  σκάνδαλα  παρά  του  τότε  έπισκοπεύοντος  κδρ  Μα- 
καρίου,   καΐ    ού  μόνον    τά    παρ'  αύτου,    άλλα  καΐ  των  συν  αυτω,     δ 
εϊτε  ιερομόναχων    καΐ   μοναχών,  έπροακαλεσάμην  τον  πατριάρχην 
της  μεγάλης  θεουπόλεως  Αντιοχείας,  ώς  άδελφόν  καΐ  συλλειτουρ- 
γόν  της  ημών  μετριότητος,  κδρ  Ιωακείμ,   δς  καΐ  έλθών  είς  Ιερο- 
σόλυμα κάκεΐ  κοινή  ν  βουλήν  πεποιήκαμεν  μετά  του  θεοφιλέστατου 
επισκόπου    κυρ    Γερμανού,    καΐ  έκατέβημεν    εις    Αίγυπτο^•  κάκεΐ    10 
πάλιν    ένωθέντες    με  τόν  άγιώτατον  πάπαν  καΐ  πατριάρχην  Αλε- 
ξανδρείας καΐ  πάσης  Αιγύπτου  κυρ  Ιωακείμ,  ήλθομεν  εις  τό  των 
Σιναϊτών  μετόχιον   δθεν  και  εύρόντες  αυτούς,   τους  τε  ιερομόνα- 
χους   καΐ   μοναχούς,  ώς  πρόβατα  μη  έχοντα  ποιμένα,  έπεσκεψά- 
μεθα    αυτούς  ώς  θέμις  καΐ  οία  οφείλεται  τυγχάνοντες,  κατά  τόν    15 
θεσπέσιον    Παυλον,  χρέος  ευτελές  έχοντες  ττερί  πάντων  κηδεσθαι 

^  Έχ  του  συνοδίχοΰ  χώδιχο;  του  έν  ΊεροΦολύμοις  πατριαρχείου,  έν  ω  τά  περί 
τή;  έπισχοπής  του  Σίνα  χεΐται  πατριαρχιχά  γράμ(Αατα*  ό  δέ  χώδιξ  ο^τος  επιγράφεται 
ώδε*  αΣυ)^ογν]    διαφόρων    εγγράφων    χαΐ  χώδηζ  των  ιερών  ύπομ.νη(Λάτων»,  σελ.  1-2. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  266  — 

των  τη  εκκλησία  επερχομένων  καΐ  τελουμένων  άθέσμων.  Ένθεν 
τό  έφικτόν  της  δυνάμεως  ημών,  ώς  οΤόν  τε  ήν,  έπ'  αυτούς  γνω- 
ρίσαντες  εις  τό  διαλύσασθαι  ήμας  παν  εΓ  τι  σκανδαλώδες  πολιτευό- 
μενον  εθισμα,  ατε  άπαρέσκον  θεω  και  άνθρώποις,  καΐ  κανονικά 
5  πως  άνατρέψαι  και  διαστεΤλαι  καΐ  προς  είρηναίαν  κατάστασιν  καΐ 
εύαρμοστιαν  ρυθμήσασθαι  αυτούς.  Ταύτης  της  υποθέσεως  ένεκεν, 
κατά  την  κάτωθεν  γεγραμμένην  ήμέραν  έσυνήχθημεν  κατ'  άμφοΤν 
έπΙ  τό  αυτό  8  τε  άγιώτατος  '/υρ  Ιωακείμ  Αλεξανδρείας  και  ό 
έτερος  κυρ  Ιωακείμ  Αντιοχείας  συν  τη  ημών  μετριότητι  και  τω 

10  διαληφθέ^/τι  επισκοπώ  κυρ  Γερμανώ  τω  έκ  της  του  αγίου  Σάββα 
λαύρας,  αμα  τε  τοις  όσιωτάτοις  ίερομονάχοις  και  μοναχοΐς  του 
ρηθέντος  μετοχίου  του  αγίου  δρους  Σι^^α,  συμπαρατυγχάνοντος  και 
του  αυτών  επισκόπου  κυρ  Μακαρίου^  κοινήν  βουλήν  ποιησάμενοι 
άπαντες  άνατρέψαμεν  τό  αυτών  αγιον  μοναστήριον  άπό  ιδιορρύθμου 

1δ  εις  κοινοβιακήν  κατάστασιν,  καθώς  και  πάλαι  ποτέ  ύττηρχε,  ώστε 
να  διάγουν  εύστάθμως  και  εύρύθμως,  ώς  και  τά  έξης  τών  ορθο- 
δόξων κοινόβια•  καΐ  εις  αυτό  τούτο  έκαταστήσαμεν  και  γέροντας 
κατά  την  τάξιν,  τόν  αριθμόν  ιβ',  καΐ  οικονόμους  εσωθεν  της  αγίας 
μονής    καΐ    έξωθεν    εις  τά  μετόχια.   Διό  και  όφείλουσιν  ου  μόνον 

20  αυτοί,  άλλα  και  οΊ  μετ'  αοτοος  εν  Χριστώ  αδελφοί,  ύπηρετεΓν 
όμογνωμόνως  και  διοικεΤν  άπαντα  τά  του  μοναστηρίου  κινητά  και 
ακίνητα  πράγματα  μετά  φόβου  θεού  και  γνησιότητος*  τόν  δε  έπί- 
σκοπον  κυρ .  Μακάριον,  έξόριστον  δντα,  έποιήσαμεν  εις  αυτόν  εύ- 
γνωμοσύνην  και  Ιλεος,  ώς  παρακληθέντες  παρά  πάντων  τών  άδελ- 

25  φών,  και  άπεφήναμεν  δπως  εύρίσκηται  εντός  του  αγίου  μοναστη- 
ρίου• διό  δή  και  αυτός  ύπεσχέθη,  ώς  και  εις  την  τούτου  χειρο- 
τονίαν,  έκ  δευτέρου,  δπως  ενι  εσω  του  μοναστηρίου  μετά  τους 
Ζδίους  γέροντας,  πλην  νά  μην  εχη  έξουσίαν  κρατεΐν  τι  πράγμα  της 
μονής,  μόνον  νά  κοινοβιακή  ώς  και  τους  λοιπούς,  πάρεξ  την  βούλ- 

30  λαν  και  δταν  κάμνει  χρεία  νά  χειροτονη  κατά  τήν  όμολόγίαν  του 
Ιερείς  καΐ  διακόνους.  Λοιπόν  άπό  τήν  σήμερον  θέλομεν  καΐ  όρί- 
ζομεν  δπαντες  οι  έν  τξ  συνόδω  συναθροισθέντες,  έχοντες  καΐ  τήν 
ιδίαν  βουλήν  του  αυτού  επισκόπου  κυρ  Μακαρίου,  δτι  νά  έπισκο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  267  — 

πβύη  το  ρηθέν  δγιον  φρονπστήριον,  ώς  καΐ  το  πρότερον,  διά  τίνα 
σόστασιν  χαΐ  χαταρτισμόν  των  έκεΐσε  αδελφών.  Ει  δε  καΐ  συγ- 
χύσεις αύθις  εξεγείρει,  ώς  και  προτού,  κδν  αυτός  κδν  οι  μετ' 
αυτόν  διάδοχοι  επίσκοποι,  μετά  του  νυν  Αλεξανδρείας  πατριάρχου 
κυρ  Ιωακείμ,  η  των  μετ'  αυτόν  διαδόχων  πατριαρχών,  εις  συγ-  5 
χύσεις  καΐ  πάρταις  μετά  του  αυτού  πατριάρχου,  καΐ  άπαξαπλώς 
κδν  επίσκοπος  κδν  ηγούμενος,  ή  ιερομόναχος  ή  γέροντας,  ή  τις 
άλλος  τών  αδελφών  μικρός  ί^  μέγας,  εστωσαν  είς  βάρος  άλυτου 
αφορισμού  καΐ  μετά  θάνατον  τυμπανιαΤοι•  έχέτωσαν  έξουσίαν  οι 
γέροντες  νά  εγκαλούν  αυτόν  προς  ήμας•  εί  δέ  τύχη  δτερός  τις  έζ  10 
αυτών,  έκ  τους  γέροντας,  σκανδαλοποιός,  έχέτωσαν  6μου  έξουσίαν 
8  τε  επίσκοπος  καΐ  οι  λοίποί  γέροντες  στερίσκειν  αυτόν  της  αξίας 
καΐ  έτερον  άντ'  αυτού  θέτειν.  ^Ετί  δέ  όρίζομεν,  ίνα  έσονται  έν- 
θάδε,  έν  τη  Αιγύπτω,  μετά  καΐ  άλλους  αδελφούς  τρεις  γέροντες 
πάντοτε•  καΐ  οι  μεν  δύο  νά  κρατουσι  κλειδία,  6  δέ  άλλος  τήν  15 
βούλλαν,  μη  υπάρχοντος  ενταύθα  δηλονότι  του  άρχ^επισκόπου,  και 
νά  θεωρούν  τήν  οίανοΰν  εΐσοδον  καΐ  έξοδον  του  μοναστηρίου  ώς 
πιστοί  οίκοκυροί,  μετά  φόβου  θεού,  άνεπιβουλεύτως.  Εϊδομεν  δέ 
καΐ  τά  ει  τι  άρα  σκεύη  του  μετοχίου,  δ  καΐ  παρεδώκαμεν  εις 
τάς  αυτών  χείρας  εγγράφως•  καΐ  εξ  αυτών  τών  τριών  γερόντων  20 
μηδείς  έχέτω  άδειαν  τινά  ποιησαί  τι  άνευ  βουλεύσεως  του  επι- 
σκόπου, ωσαύτως  μήτε  6  επίσκοπος  δίχα  τών  γερόντων  καΐ  τήν 
έξοδον  όπου  νά  ποιη  ό  οικονόμος  του  μζτογίοο  της  Αίγύτττου  μετά 
τών  λοιπών  γερόντων,  νά  ήμπορη  νά  δίδη  λογαριασμόν  κατά  τρεις 
μήνας  του  επισκόπου  και  τών  έξης  γερόντων  τά  αυτά  ποιήτωσαν  25 
'λάί  οι  έν  τω  μοναστηρίω  ευρισκόμενοι  γέροντες. 

Ει  δέ  τις  ήθελεν  άντιρρήσας  τά  άνωθεν  παρ'  ημών  θεσμοθετη- 
θέντα,  ή  επίσκοπος  ή  Ιερομόναχος  ή  μοναχός  άπό  τών  εντός  του 
μοναστηρίου  καΐ  τών  έκτος,  τήν  παρά  θεού  ένδικον  άγανάκτησιν  καΐ 
όργήν  λάβοιτο,  τήν  τε  άράν  τών  τιη'  θεοφόρων  πατέρων  τών  έν  30 
Νικαία  κληρώσαιτο  καΐ  έπΙ  τω  τών  ημών  μετριοτήτων  άφορισμώ 
άλύτω  καθυποβληθήσεται,  οία  άπειθής  καΐ  παραβάτης  αποστολικών 
καΐ  πατρικών  δρων    και  τάξεως.    Τούτου    χάριν    ύπεγράψαμεν  οί- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  268  — 

κείαΐζ  χερσίν  εΙς  ένσφράγισμα  ασφαλείας  καΐ  της  αληθείας  βε- 
Ι^αίωσιν,  μεθ'  ημών  δέ  καΐ  οι  κάτωθεν  γεγραμμενοι,  οϊτινες  ώς 
ύπείκοντες  τοΐς  θείοις  δροις  αυθαιρέτως  τά  εαυτών  ονόματα,  ίίτε 
υποσχόμενοι  καΐ  όρεγόμενοι,  διεχάραξαν*  ό  δέ  γε  επίσκοπος  του 
δ  αγίου  μοναστηρίου  χειροτονεϊσθαι  παρά  του  τών  Ιεροσολύμων 
πατριάρχου,  ώς  επέχοντα  την  τούτου  έπαρχίαν  πατροπαραδότως. 

Του  ^ζξε'    έτους,    ίνδικτιώνος     ιε',    έν    μηνΐ     ίουνίω     ιε',     εις 
Αΐγυπτον. 

-{-  Ιωακείμ  έλέφ  θεού  πάπας  καΐ  πατριάρχης    της  μεγάλης 
10   πόλεως  Αλεξανδρείας  και  κριτής  της  οικουμένης. 

-{-  Ιωακείμ  ελέω  θεού  πατριάχης    της  μεγάλης    θεουπόλεως 
Αντιοχείας. 

•|•  Γερμανός  ελέω  θεοΰ    πατριάρχης    της    αγίας  πόλεως  Ιε- 
ρουσαλήμ. 
15  -{-  Γερμανός  επίσκοπος,  ευρισκόμενος  είς  τόν   δγιον  Σάββαν. 

-{-  Ευγένιος  επίσκοπος  δρους  Σίνα. 

Αρσένιος  ιερομόναχος. 

Πατάπιος  ιερομόναχος. 

Μανασσής  ιερομόναχος. 
20  Μεθόδιος  ιερομόναχος. 

Βαρνάβας  (εροδιάκων. 

Ιωσήφ   ίεροδιάκων. 

Μελέτιος  ί3ροδιάκων. 

Έφραιμ  Σύρος  μοναχός. 
25  Κυπριανός  μοναχός. 

Ιερεμίας  μοναχός. 

Θεόφιλος  μοναχός. 

Γερμανός  μοναχός. 

Λεόντιος  μοναχός. 
30  Γεράσιμος  μοναχός. 

Αθανάσιος   μοναχός. 

Μακάριος  μοναχός. 

Μανασσής  μοναχός. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  269  — 


Μακάριος  μονάχος. 

Θεοδόσιος  μοναχός. 

Αθανάσιος  Σύρος  μοναχός. 

Νεόφυτος  μοναχός. 

Μαχάριος  μοναχός.  ^ 

Γρηγόριος  μοναχός. 

Σωφρόνιος  μοναχός. 

Κωνστάντιος  μοναχός. 

Νικόδημος  μοναχός. 

Ιωακείμ  μοναχός.  ,^ 

Έφραίμ   μοναχός. 

Γρηγόριος  μοναχός. 

Μωυσης  μοναχός. 

Μακάριος  Τώσος  μοναχός. 

Και  δτεροι  πλείστοι.  -- 


•ΨνΗ*^ — 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ν. 

ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ  ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ 

ΓΡΑΜΜΑ  ΠΡΟΣ  ΤΟΓΣ  ΣΙΝΑΪΤΑΣ. 


Ίσον  χαΐ  δμοιον  του  εν  τη   Ίερουσαλή}Λ  γεναμ-ένου  γρά|Χ(ΐ.ατος  περί  της  ά&φώβεως 

του  χΰρ  Ααυρεντίοα,  &ιαλα{Λβ2νον  ετκ  χαι  περί  της  καταστάσεως  του  (χοναστηρίου, 

περί  τε  του  χοίνοβίου  χαι  περί  του  (λή  είναι  διχοστασίας  χαι  πάρτας  *. 

Σωφρόνιος  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ και  πάσης  Παλαιστίνης. 

-|•  Οι  εν  τω  άγίω  και  θεοβαδι'στω  δρει  Σίνα  ευρισκόμενοι 
ιερομόναχοι  καΐ  γέροντες  της  συνάζεως  καΐ  πάντες  οι  εν  τη  Ταϊθώ 
δ  και  Αιγύπτω  και  έν  πασι  τοις  μετοχίοις  του  αγίου  μοναστηρίου 
ευρισκόμενοι  μοναχοί,  χάρις  υμΐν  και  ε?ρήνη  και  έλεος  άπό  θεού 
παντοκράτορος  καΐ  άπό  του  αγίου  και  ζωοδόχου  Τάφου,  καΐ  παρά 
της  ημών  μετριότητος  ευχή  και  ευλογία  και  συγχώρησις.  Κυρίω 
τω  θεώ  δεόμε&α  του  σκέπειν  και  διαφυλάττειν  υμάς  ψυχή  τε 
10  και  σώματι  εις  σύστασιν  καΐ  ώφέλειαν  του  αγίου  μοναστηρίου  και 
εις  ημών  άγαλλίασιν. 

Γνωστόν  ουν  έστω  υμΐν  άπασιν,   έν  άγίω  πνεύματι    τέκνα  έν 

Κυρίω  της  ημών  μετριότητος,   δπως    ήλθε    προς  ήμας   μετά  κας 

έτερων  αδελφών  **,    έχων    και    τίμια    γράμματα    παρά  των  πα- 

15    ναγιωτάτων  πατριαρχών  και  οικουμενικών,   του    τε  μακαρίτου  κυρ 

Ιερεμίου  και  του  νυν  κυρ  Ματθαίου,   αδελφών  και  συλλειτουργών 

*  «Συ>λογή  διαφόρων  εγγράφων»  χτλ.,  σ.  6.  "Ετερα  του  πατριάρχου  τούτου  γράμ- 
ματα δρα  έν  τοις  έςής  βιβλίοις:  [Παύλου  Νεοχλέους],  Το  χανονιχον  δίχαιον  του  πα- 
τριαρχιχοΰ  θρόνου  των  Ιεροσολύμων  έπΙ  της  άρχιεπισχοπής  Σινά,  έπιμαρτυρούμενον 
ύπο  επισήμων  έχχλησιαστιχών  εγγράφων.  Έν  Κωνσταντινουπόλει  1868,  σ.  11.  Ά.  Π. 
Κεραμέως,  Ιυμ^ολαι  εις  την  ίστορίαν  τη;  νεο£>Ληνιχής  φΛολογίας.  Έν  Κωνσταντι- 
νουπόλει 1886,  σ.  70.   Έ/λην.  Φιλολογ.  Σύ>νλογο;  ΙΖ',  σ.  70. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  271  — 

ημών  ομοίως  και  παρά  του  μαχαριωτάτου  πάπα  καΐ  πατριάρχου 
Αλεξανδρείας  κυρου  Μελετίου,  αδελφού  και  συλλείτουργου  ημών, 
ομοίως  και  παρ'  υμών  έτερα  γράμματα*  άπερ  γράμματα  τών  πα- 
ναγιωτάτων  οικουμενικών  πατριαρχών  γράφουσι  καΐ  συγχωροίίν  και 
αθωώνουν  τόν  έπίσκοπον  υμών  κυρ  Λαυρέντιον  εις  τα  εγκλήματα,  6 
απερ  εγκαλεί  αυτόν  ό  μακαριώτατος  κυρ  Μελέτιος,  την  υπό  τών 
δύο  χειροτονίαν-  τα  δε  αυτού  γράμματα  και  τα  υμέτερα  γράφουσι 
προς  ήμας,  ϊνα  έξετάσωμεν  περί  της  αύτης  υποθέσεως  τόν  έπί- 
σκοπον υμών,  8ν  και  έξετάσαμεν.  Εϊδομεν  και  έρευ^^ησαμεν  τους 
θείους  και  ιερούς  νόμους•  αμα  μετά  του  παναγιωτάτου  πατριάρ-  10 
χου  Αντιοχείας  κυρου  Ιωακείμ,  παρόντος  και  αυτού  έν  Ιερου- 
σαλήμ μετά  καΐ  έτερων  αρχιερέων,  αδελφών  και  συλλειτουργών 
ημών,  του  τε  κλήρου  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ,  συνοδικώς 
έζετάσαμεν  και  ειδομεν  ακριβώς  άπαντα  τά  κατ  αύτου  λαληθέντα 
και  ουδέν  ευρομεν  έγκλημα  τό  κωλύον  αύτου  τήν  άρχιερωσύνην.  15 
ΕΙς  τοΰτο  και  ήμεΤς  αυτόν  έσυγχωρήσαμεν  και  άθωώσαμεν  και 
έλειτουργήσαμεν  όμου  άπαντες.  Τοιγαρουν  γνωστόν  έστω  ύμΓν 
άπασι  τοις  μοναχοΐς,  δτι  6  θεοφιλέστατος  αρχιεπίσκοπος  υμών 
κυρ  Λαυρέντιος  υπάρχει  άξιος  και  νόμιμος  άρχιερεύς,  και  νά 
ενεργή  άνεμποδίστως  και  άνενδοιάστως  τά  της  άρχιερωσυνης  άπαντα  20 
παρ'  ούδενός  έμποδιζόμενος  εις  βάρος  αργίας  καΐ  άλυτου  αφορι- 
σμού• καΐ  οί  χειροτονηθέντες  και  αύτοι  υπ'  αύτου  ομοίως  εστωσαν 
ευλογημένοι  καΐ  συγκεχωρημένοι,  και  νά  ενεργούν  και  αύτοι  τά 
της  ίερωσυνης  άνεμποδίστως  άπαντα.  Τούτου  ένεκεν  ιδού  γράφο- 
μεν  και  παρακαλοδμεν  τήν  ύμετέραν  άγάπην,  τέκνα  έν  Χριστώ  25 
ά^απτμα  της  ημών  μετριότητος,  νά  ήσ8ε  εις  όμόνοιαν  ειρήνην 
και  άδελφικήν  ενότητα  τήν  εις  αλλήλους,  πειθόμενοι  δλη  ψυχή 
και  καρδία  τόν  άρχηγόν  και  προεστώτα  υμών  και  τών  αγίων  πα- 
τέρων τοις  νομικοΐς  παραγγέλμασιν,  άπερ  ήμεΐς  έν  άγίω  ττ^εύματι 
ένωθέντες  έπιστώσαμεν  και  έπεσφραγίσαμεν.  Έτι  δέ,  πατέρες,  30 
μηδόλως  εστωσαν  έν  ύμΤν  διχοστασίαι  και  πάρται,  ϊνα  μή  έπΙ  τό 
του  αφορισμού  κατάκριμα  έμπέσηται,  άλλα  τήν  φιλικήν  όμόνοιαν 
και  άδελφικήν    ένωσιν    8ση  δύναμις    άσπάζησθε,    τό    δε    κοινόβιον 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  272  — 

ούτω  προσεχτέον  εσται,  ώς  δνωθεν  παρελάσατε  συνοδικώς  χαΐ 
θεληματιχώς  δπαντες  έστέρξατε,  δια  το  της  άρας  έπιχίνδανον  οι 
δέ  πρόκριτοι  του  αγίου  μοναστηρίου,  ίερομόναχοί  τε  χαΐ  γέροντες 
της  συνάξεως,  μετά  πάσης  προθυμίας  χαι  ενώσεως  πνευματιχης 
5  τά  τάο  μοναστηρίου  συμφέροντα  δικαίω  τρόπω  έχζητήτωσαν  μετά 
της  βουλής  του  αρχιεπισκόπου  υμών,  και  πάντα  δσα  δν  ποιήτε, 
μετά  βουλής  του  αρχιεπισκόπου  υμών,  και  πάντα  δσα  δν 
ποιήτε,  μετά  ειρήνης  εστωσαν  και  έάν  συμβή  τι  αναμεταξύ 
υμών,    τών    πλειόνων  ή  ψήφος  κρατείτω.    Ούτως    ουν    ποιήσατε, 

10  ώς  γράφομεν  άνωθεν  ή  δέ  του  θεού  χάρις  και  τό  άπειρον  αυτού 
έλεος  εσται  μετά  πάντων  υμών  αμήν.  Έρρωσθε  έν  Χριστώ. 
Έτους  ^ζρζ',   ίνδικτιώνος  ιβ'  (1599). 

•|•  Σωφρόνιος  ελέω  θεού  πατριάρχης  τής  αγίας    πόλεως  Ιε- 
ρουσαλήμ. 

15  •|•  Ταπεινός  μητροπολίτης  Γερμανός  Καισαρείας  τής  Φιλίτυπου. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


VI. 

ΝΕΚΤΑΡΙΟϊ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟϊ  ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ 

ΠΡΑΞΕΙΣ. 


(1661-1667). 

1. 

Ψήφος  του   {ΐαχαρκωτάτου  πατριάρχου  Ίεροσολύ;χων  Νεχτορίου  '. 

Επειδή  δεά  τό  μεταστήναι  των  τηδε  τόν  έν  μαχαρ^α  τζ  μνή- 
μτ(]  ποτέ  πατριάρχην  Ιεροσολύμων  κύριον  ΠαΓσιον  καΐ  του  πατρι- 
αρχιχοδ  καΐ  αποστολικού  θρόνου   (χύτου  οδτως  απροστάτευτου  ένα- 
πολειφθέντος,  δέον  δν  ϊνα    μή    ευρίσκεσθαι    τόν    θρόνον  αυτόν  έν     δ 
στερήσει  ρησίου  ποιμένος,  συνεκροτήθη  σύνοδος  έν  τη  του  Χρί- 
στου μεγάλη  εκκλησία  κατά  τόν    οίκουμενικόν    πατριαρχικόν  θρύ- 
νον,  παρόντος  του  οικουμενικού    παναγιωτάτου    πατριάρχου    κυρίου 
κυρίου  Παρθενίου  και  των  έκλαμπροτάτων    χαι  ευσεβέστατων  αύ- 
θεντών,  του  τε  κυρίου    κυρίου    Ιωάννου    Βασιλείου  βοεβόνδα  και    10 
του  κυρίου  κυρίου    Ιωάννου    Γεωργίου    Γκίκα    βοεβόνδα,  και  των 
πανιερωτάτων  μητροπολιτών,  των  τε  υποκειμένων  τω  οικουμενικω 
θρόνω    και   των  παρευρεθέντων    υποκειμένων    τω    θρόνω  έχείνω, 
μετά  καΐ  των   ιερομόναχων    καΐ   ηγουμένων    και    όφφικιαλίων  του 
θρόνου  εκείνου,  καΐ  των  τιμιωτάτων  και  λογιωτάτων  κληρικών  της    1 5 
μεγάλης  εκκλησίας  καΐ  τών  ευγενέστατων  και  χρησιμωτάτων  αρχόντων 

'  'Εχ  του  411-ου  χώδιχος  της  έν  ΚωνσταντΓνουπόλει  Ίεροσολυμιιτιχής  βιβλιοθήκης, 
σ.  41.  Το  αυτό  Ιγγραφον  έχει  7^α\  ή  νο[ΐ.ιχή  συναγωγή  Δοσιθέου.  Κ.  Σάθα,  Μεσ.  Βι- 
βλιοθ.  III,  σ.  595.  Περί  δε  του  πατριάρχου  Νεχταρίου  δρα  τήν  άξιόλογον  διατριβήν 
Κυρίλλου  του  Άθαναβιάδου  (Σωτήρ'  |χηνιαΐον  ττεριοδιχόν  σύγγρα(ΐ.(χα  συντασσόμενον  υπ 6 
διαφόρων  λογίων.  Έν  Αθήναις,  τ.  XIII,  1890,  τεύχος  γ',  ε',  ζ). 

18 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  274  — 

της  πολιτείας  χαι  άλλων  χρησίμων  χριστιανών  χαι  επιτρόπων  του 
θρόνου  έχείνοϋ,  έπΙ  έκλογη  προσώπου  αξίου  καΐ  αρμοδίου,  χειρο- 
τονηθηναι  δηλονότι  και  άποκατασταθηναι  γνήσιον  και  κανονικόν  πα- 
τριάρχην  του  θρόνου  εκείνου  Ιεροσολύμων.   Και  δη  πολλών  προ- 

δ  σώπων  παρά  πολλών  προβληί^έντων  ως  άζίων,  ως  έδόκει  έκάστω, 
και  σκέψεως  ακριβούς  και  έρεύνης  γενομένης,  τέλος  συμφωνώ 
γνώμτο  καΐ  διάνοια  ήρμοσμένη  καΐ  ψήφω  δεδοκιμασμένΊ(]  εγνωσται 
παρά  πάντων  και  κέκριται  άξιος  και  αρμόδιος  του  άναδέξασθαι  την 
ποιμαντικήν  ράβδον  του  αποστολικού    θρόνου  Ιεροσολύμων  ό  πα- 

10  νοσιώτατος  και  λογιώτατος  διδάσκαλος  κύριος  Νεκτάριος  και  υπο- 
ψήφιος της  αρχιεπισκοπής  του  Σιναίου  δρους. 

"Οθεν  την  παρά  πάντων  υπογραφεΤσαν  και  βεβαιωθεΤσαν  (ψήφον), 
επί  τω  χειροτονηθηναι  δηλονότι  τον  διαληθφέντα  ύποψήφιον  αυτόν 
κύριον  Νεκτάριον  πατριάρχην  γνήσιον  καΐ  κανονικόν  του  αποστολικού 

15  πατριαρχικού  θρόνου  Ιεροσολύμων,  έδοξεν,  έπι  τω  μη  βουληθήναί 
τινας  κατ'  ιδίαν  θέλησιν  την  μεν  κοινήν  ταύτην  ψήφον  και  κα- 
νονικήν  άποβάλλειν,  άντιτάξαι  δέ  τίνα  άλλον,  προστεθήναι  και  τάδε 
τ-η  κανονική  ψήφω,  ϊνα  δστις  τών  πάντων,  ή  αρχιερέων  και  ιερο- 
μόναχων, ή  λαϊκών  αρχόντων  ή  αρχομένων,  τών  παρόντων  ή  και 

20  τών  απόντων,  βουληθη  ως  αντάρτης  και  αποφράς  φρονήσαι  καΐ 
πράξαι  τάναντία  τγ|  θεοττνευστω  ταύτη  και  κοινή  ψήφω  οπωσδήποτε, 
ή  διά  λόγων  ή  δια  χρημάτων,  ή  δυναστείας,  προς  τω  είναι  άφωρισμέ- 
νον  άπό  της  αγίας  καΐ  ομοουσίου  και  ζωοποιού  και  αδιαιρέτου  και 
άσυγχύτου  τριάδος,  του  ενός  τ-ζ  φύσει  μόνου   θεού,  και  κατηραμέ- 

25  νον  και  άσυγχώρητον  και  άλυτον  μετά  θάνατον  και  ταΐς  πατρικαΐς 
και  συνοδικαΐς  άραΐς  και  τω  αιωνίω  άνα&έματι  ύπόδικον,  και  παι- 
δεύεσ&αι  εις  τόν  Τδιον  αοτου  βα&μόν  έκκλησιαστικώς,  καΐ  ει  δεή- 
σει, και  έξωτερικώς,  καθώς  δόξει  και  τοις  ύπογεγραμμένοις  τη 
παρούση  ψήφω.   Διό  εις  δήλωσιν  έγράφη  και  παρά  πάντων  ύπε- 

30  γράφη  και  τω  ίερώ  κατεστρώθη  κώδικι  της  του  Χρίστου  μεγάλης 
εκκλησίας  ή  παρούσα  συνοδική  κανονική  ψήφος.  Έν  ετει  ,αχξα' 
(1661),   Ιανουαρίου  κε'. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  275 


(Παρθενίου  Κω-νβταντινοοπόλβως  συν(Λίχόν)  γράμ.(ΐ.3  ειδησεως  περί  της  /^ειροτον'ιας 
του  Τεροσολύμων  χΰρ  Νεχταρίου  ^ 

Ίερώτατοι  μητροπολΐται,  οι  υποκείμενοι  τφ  Ιερωτάτω  θρ6νφ 
των  Ιεροσολύμων,  έν  άγίω  πνεύματι  αγαπητοί  αδελφοί  και  συλ- 
λειτουργοί, εντιμότατοι  κληρικοί,  άρχιμανδρΐται  και  δλλοί  όσιώ-  5 
τατοι  Ιερομόναχοι  και  μοναχοί  της  συνοδίας  άπάσης  των  πατέρων, 
χρησιμώτατοι  άρχοντες  καΐ  προσκυνηταΐ  του  αγίου  καΐ  ζωοδόχου 
Τάφου,  καΐ  ίπας  6  του  Κυρίου  χριστώνυμος  λαός,  τέκνα  έν  Κυ- 
ρίω  αγαπητά  της  ήμων  μετριότητος,  χάρις  εΐη  υμΐν  δπασιν  και 
ειρήνη  και  Ιλεος  άπό  θεού  παντοκράτορος  καΐ  κυρίου  ημών  10 
Ίησου  Χρίστου,   ευχή   δε  και  εοΚο^ία  και  συγχώρησις  παρ'  ήμων. 

Γνωστόν  υμΐν  έστω,  δτι  μετά  τό  έκδημήσαι  προς  Κύριον  τον 
μακαριώτατον  πατριάρχην  Ιεροσολύμων  κυρ  ΓίαΓσιον,  παρεγένοντο 
ήμΤν  οϊ  τε  πατέρες  του  θρόνου  αύτοΰ,  οΐ  ενταύθα  παρευρεθέντες, 
και  οι  τιμιώτατοι  άρχοντες  της  πολιτείας  καΐ  επίτροποι  καΐ  κη-  ΐ5 
δεμόνες  του  άγιου  καΐ  ζωοδόχου  Τάφου,  και  "ήτήσαντο  σκέψιν  προ- 
βήναι  συνοδικήν  εις  έκλογήν  και  εΰρεσιν  αξίου  καΐ  τιμίου  προσώ- 
που του  άναλαβεΤν  τήν  πατριαρχικήν  ίεραρχίαν  της  αποστολικής 
ταύτης  καθέδρας,  δπως  μή  μείνη  έπΙ  πολύ  έστερημένη  του  ιδίου 
προστάτου  καΐ  τηνάλλως  φέρωνται  τά  κατ'  αυτήν  εκκλησιαστικά  20 
τε  πράγματα  και  δσ'  άλλα  παρομαρτεΤν  εϊω&ε  κα&'  έκάστην  αύτώ 
τω  θρόνω,  εκ  των  διαφόρων  του  καιρού  περιστάσεων  οικονομίας 
εσκεμμένης  δεόμενά  καΐ  νουνεχούς  προνοίας  και  κυ^3ερνήσεως•  ων 
τήν  αίτίαν  προσηκάμενοι,  ού  μόνον  ζχ>λοΐ(θΊ  ουσαν  και  νόμιμον, 
άλλα  και  πολλή  ν  τήν  ανάγκην  προβάλλουσα  ν,  σύνοδον  ύπερτελή  25 
περί  τούτου  συγκροτη&ήναι  παρεκελεύσαμεν  και  δμιλος  συνήλθε 
καΐ  συνεκαθέσθη  παρ'  ήμΓν,  6  θείος  και  ιερός  της  κα&'  ήμας  του 
Χρίστου  μεγάλης  εκκλησίας  σύλλογος  των  έν  Κωνσταντινουπόλει 
δηλαδή  τανΰν  ενδημούντων   Ιερωτάτων  αρχιερέων  και     ύπερτίμων.^ 

*  Κωδ.  411,  σ.  42,  της  αυτής  Ίεροσολϋίχιτικής  βιβλιοθήκης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  276  — 

των  έν  άγίω  τυνεύματι  αγαπητών  ημών  αδελφών  καΐ  συλλειτουρ- 
γών, ευσεβέστατων  και  έκλαμπροτάτων  αυθεντών  και  τιμιωτάτων 
κληρικών,  ευγενέστατων  αρχόντων  της  πολιτείας  και  λοιπών  χρη- 
σίμων και  εγκρίτων  προσώπων,  παρόντων  και  πάντων  των  πατέ- 
5  ρων  του  αύτου  %ρ6Ίοο.  ΚαΙ  θεόν  άρχηγέτην  και  όδηγόν  καΐ  τε- 
λειωτήν  του  θείου  αοτοι^  έργου  προστησάμενοι,  παρ'  ου  πάσα  δό- 
σις  αγαθή  χαΐ  πδν  δώρημα  τέλειον,  ως  εξ  άειζώου  πηγής  τοΤς 
άξίοις  έπιδαψιλευεται,  καΐ  αυτώ  μόνω  τω  τά  πάντα  σχεδόν  απταί- 
στως και  άλανθάστως   γινώσκοντι    πριν  καΐ  γενέσεως    αυτών  τους 

10  τής  ψυχής  και  του  σώματος  οφθαλμούς  άνατείναντες,  καΐ  δεηθέν- 
τες  τόν  άξιον  του  θρόνου  αύτου  γνωρίσαι  ήμΓν,  ήρξαντο  τη  αύτου 
οδηγία  εκλέγειν  καΐ  όνομαστί  προβάλλειν  ούκ  ολίγους  των  τε  αρ- 
χιερατικών προσώπων  και  των  έν  τάξει  ιερομόναχων  τελούντων, 
χρησίμων  και  ενάρετων  ανδρών,  μέχρις  ου  τήν  έκλογήν  περιέστη- 

15  σαν  έπΙ  τόν  λογιώτατον  και  σοφώτατον  διδάσκαλον  έν  Ιερομονά- 
χοις  και  πνευματικοΐς  κυρ  Νεκτάριον,  τόν  έν  τω  μοναστηρίω  του 
θεοβαδίστου  δρους  Σίνα  τήν  κατά  θεον  άγωγήν  και  ένάρετον  πο- 
λιτείαν  διάγοντα,  ως  άνδρα  κεκοσμημένον  ψυχή  καΐ  σώματι  καΐ 
φυσικοΐς  προτερήμασιν  ένδόξοις  καΐ  άρεταΐς  έπισήμοις  προσωκειω- 

20  μένον  και  λόγου  καΐ  παιδείας  τρόφιμον  καΐ  διδασκαλίας  και  γνώ- 
σεως θείας  φωτι  καταστρατττόμενον,  καΐ  ίκανόν  καΐ  άξιώτατον  τής 
ποιμαντικής  προστασίας  καΐ  πατριαρχικής  αξίας.  "Ωστε  ένηχη- 
θέντος  τέως  του  σεμνού  ονόματος  αύτου  μέσον  του  πλήθους,  ού- 
ρανόθεν  εδοξε  πασι  κατενεχθήναι  τήν  ψήφον  και  θείας  έπιτυνοίας 

25  είναι  τήν  πρόσκλησιν,  και  όμοφώνω  φωνή  πάντες,  ώς  έξ  ένος  στό- 
ματος, το  "καλός  καΐ  άξιος"  καΐ  έπ'  έγκωμίοις  έριώμια  προσετί- 
θεντο,  τάς  του  ανδρός  αξιόλογους  άρετάς  καΐ  τά  κατά  θεόν  προτε- 
ρήματα χαρμοσυνω  φωνή  καΐ  γλώσση  κατεξαγγέλλοντες,  και  κοινώς 
έγένετο    6    άνήρ    τοΤς    πασι    φαιδρόν    περιλάλημα    και    αίδέσιμον 

30   άκουσμα    καΐ    σύμψηφα    σχεδόν  Ισχε  τοις  έπι  γής  τά   ουράνια. 
ΕΤτ'  έπι  τούτοις  ημετέρα  πατριαρχική  προτροττή  τών  κανονι- 
κών αύτου  έν  τω  Ιερώ    κώδικι  τής  καθ'    ήμας    του    Χρίστου  με- 
γάλης    εκκλησίας     ψήφων    καταστρωθεισών,    πεφρόντισται   και    τά 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  277  — 

προς  τελείαν  εκπλήρωσαν  της  χειροτονίας  αύτου  γενέσθαι  χατά 
τόπον,  αυτόθι,  παρά  τω  χαθολιχω  θρόνω  των  Ιεροσολύμων.  Και 
δή  κρίναντες  έσχεμμένη  συμβουλή  και  (ίκριβείας  λόγω  έζελεξάμεθα 
είζ  τούτο  ίκανόν  καΐ  δξιον  και  δόκιμον  όπουργόν,  τον  ιδρώτατον 
μητροπολίτη  ν  Φιλιτυπουπόλεως,  ύπέρτιμον  καΐ  εξαρχον  πάσης  θρ^-  5 
κης  Δρογοβιτίας,  τόν  έν  άγίω  ττνεύματι  άγαπητόν  άδελφόν  ημών 
και  συλλειτουργόν  της  ήμων  μετριότητος  κδρ  Γαβριήλ,  ούχ  ώς 
εγκριτον  μόνον  της  αρχιερατικής  όμηγόρεως^  άλλα  και  συνετόν 
ές  τα  μάλιστα  καΐ  κράτει  λογισμών  και  αξία  φρονήσεως  υπερέ- 
χοντα καΐ  πεπαιδευμένον  έν  πδσι  καΐ  πεΐραν  ίκανώς  είληφότα  ίο 
πραγμάτων  και  πέμπομεν  έπίτροπον  ήμέτερον  τα  τί|ς  χειροτο- 
νίας έκτελεσαι  ώς  έκ  προσώπου  ημετέρου,  καΐ  δια  της  θείας  και 
ίερας  κανονικής  υποτυπώσεως  είς  τόν  πατριαρχικόν  και  άποστολι- 
κόν  αυτόν  θρόνον  προβιβάσαι  τόν  υποψήφιον  κυρ  Νεκτάριον,  θεοΰ 
συνεργία  και  χάριτι.  15 

"Οθεν  καΐ  γράφοντες  έντελλόμεθα  ύμΐν  συνοδική  καΐ  κοινή 
παρακελεύσει,  ϊνα  άποδεξάμενοι  αυτόν  καΐ  γνόντες  εζαρχον  πα- 
τριαρχικόν καΐ  ήμέτερον  έπίτροπον  καΐ  κατά  πάντα  πατριαρχικόν 
έπιφέροντα  πρόσωπον  και  πάντα  τά  τε  λεγόμενα  καΐ  πραττόμενα 
υπό  της  αότου  ίερότητος  ώς  ϊδια  έργα  χαΐ  λόγους  είναι  της  ημών  20 
μετριότητος  αναντιρρήτως  και  αναμφιβόλως^  έπιδείξητε  τη  αύτου 
ίερότητι  πασαν  ύπεροχήν  τιμής  χαΐ  αξίας  καΐ  ευλαβείας  καΐ  ευπει- 
θείας  και  δεξιώσεως  και  φιλοτιμίας  και  περιποιήσεως  έν  άγάπιο  και 
στοργή  τη  άρμοζουση,  ώς  τόν  ήμέτερον  πατριαρχικόν  τόπον  επέ- 
χοντα και  άδειαν  συνοδικήν  είληφότα  τήν  έκκλησιαστικήν  ταύτην  25 
υπουργίαν  καΐ  πατριαρχικήν  χειροτονίαν  έν  εϊδει  της  ημετέρας 
πατριαρχικής  αξίας  έκτελεσαι  ώς  έκ  προσώπου  ημών,  ϊνα  και  ή 
του  θεού  χάρις  καΐ  τό  άπειρον  έλεος  εϊη  μετά  πάντων  υμών 
,αχξα'  (1661). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  278^ 


(Πράξις    τών  εν  'Ιβροσολύμοις  Άγιοταφιτών    βπι   τη  παραδοχή  της  εν  Κωνστοντινου- 
πόλει  γενο^λένης  8χ>νογης  του  πατριάρχου  Νεχταρίου). 

^0(χξα      Ιτει  τψ  σωτηριφ,  χατά    μήνα  άπρίλιον  ^. 

5  Ν6μω    φύσεως    τών  τηοε    μεταστάντος  του  μαχαριωτάτοο  και 

άοιδίμοϋ  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  χορού  Παϊσίου  καΐ  γνησίου 
προστάτου  χηρεύοντος  ήδη  του  άγιωτάτου  και  αποστολικού  τούτου 
θρόνου,  φροντίς  ουκ  όλίγη  γέγονε  τω  παναγιωτάτω  καΐ  λογιω- 
τάτω  οίκουμενικω  πατριάρχη  κυρίω  κυρι'ω  Παρθενίω  και  τών  ένδο- 

10  ζοτάτων  και  έκλαμπροτάτων  αύθεντών  κυρίου  κυρίου  Ιωάννου 
Βασιλείου  βοεβόνδα  και  :ίορίοο  κυρίου  Ιωάννου  Γγίκα  βοε^όνδα, 
τη  Κωνσταντίνου  τό  γε  νυν  έχον  έπιδημούντων,  και  πάσης  της 
ίερας  καΐ  αγίας  συνόδου  της  έν  Κωνσταντινουπόλει,  του  τε  κλή- 
ρου παντός    καΐ  λοιπών  έκεΓσε  τιμιωτάτων  αρχόντων  και  έπιτρό- 

15  πων  του  αγίου  καΐ  ζωοδόχου  Τάφου,  περί  του  ταχίστην  γνήσιον 
άποκαταστησαι  πατριάρχην  έν  τούτω  τω  παναγιωτάτω  και  άπο- 
στολικώ  θρόνω,  ?να  μή  ώσπερ  πλοΐον  δίχα  του  πηδαλιουχουντος 
τηνάλλως  φέρηται  τα  τούτου  πράγματα,  πολλών  δντων  έχθρων 
του    κάλου    καΐ    της  αληθείας    καΐ  έπιτηρούντων  καιρού  τυχόντες 

20  νεωτερισμόν  τίνα  έπινοησαί  τε  και  διαπράξασθαι.  ΚαΙ  δη  συνόδου 
ύπερτελους  ίερας  και  αγίας  συγκροτηθείσης  έν  Κωνσταντίνου  πό- 
λει,  συνεδριαζόντων  τω  παναγιωτάτω  και  οίκουμενικω  πατριάρχη 
τών  είρημένων  ενδοξότατων  αύθεντών  και  τών  παρευρεθέντων 
πανιερωτάτων  και  λογιωτάτων  μητροπολιτών  και  τών  λοιπών  χλη- 

25  ρικών  και  αρχόντων  απάντων,  πολλών  τε  προσώπων  εις  μέσον 
άχθέντων  καΐ  από  πάντων  εκλογής  γενομένης  εκρίθη  ίξιος  της 
επιστασίας  και  διοικήσεως  ταύτης  6  σοφώτατος  ίίγιος  διδάσκαλος 
κύριος    Νεκτάριος,    υποψήφιος    τότε    τελών  της  άγιωτάτης  άρχιε- 

*  Έχ  του  πρωτοτύπου  του  έν  τω  συνοδ(χω  β(|3λίω  του  έν  Ίεροσολύμοις  Πατριαρ- 
χείου (σ.  37),  δπερ  έπιγέγραπται  «Συλλογή  διαφόρων  έγγραφων»  χτλ.  Έγένετο  δε  ή 
πραξις  τ-ή  6  άπριλίου,  χατά  τό  άντίγραφον  τό  έν  τω  411-ω  χώδιχι  της  έν  Κωνσταν- 
τινουπόλει βιβλιο^ήχης,  σ.  44. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


~  279  — 

πεσκοτρης  του  αγίου  χαΐ  θεο^αδίστου  ορούς  Σινδ•  χαΐ  μή  παρόντος 
έν  Κωνσταντίνου  πόλεε,   αλλά    τοΓς  της  Αίγότττοϋ  μέρεσι  τάς  δια- 
τρφάς  ποιούμενου,   τάς  απάντων  ψήφους  άδεκάστως  ώς  άπό  μιας 
εϊληφε    γνώμης,    είσχεχόμικε  δε  προς  ήμας  τους  εκείθεν  ψήφους 
συνοδικώς  ενυπόγραφους  ό  πανιερωτατος  καΐ  λογιώτατος  Φιλίππου     5 
πόλεως  κύριος  κύριος  Γαβριήλ,  εξαρχός  τε  ών  της  έχεΤσε  συνόδου 
καΐ    πατριαρχικός    λεγατος,  και  έπ'  αύτω  τούτφ  αποσταλείς  χάπι 
τ^  χειροτονία  συμπράξασθαι.  "Ο&εν  και  ημείς  οΐ  την  έν  Ίεροσο- 
λύμοις    άγίαν    συγκροτουντες    σύνοδον    (γνησίας  και  οικείας  ούσης 
ήμΐν  της  τοιαύτης  σκέψεως)  αρχιερείς  άρχιμανδρΓται  ήγούμενοί  τε    10 
καΐ  πρωτοσύγκελλοι,   Ιερείς  τε  και  μονάζοντες,    έν  τω  περιωνύμω 
και  σεβασμίω  και  θείω  ναω  της  αγίας  του  Χρίστου  Αναστάσεως, 
του  Ζωηφόρου    Τάφου,    συναθροισθέντες    μετά    του  προειρημένου 
πανιερωτάτου  μητροπολίτου  χαΐ  πατριαρχικοί}  λεγάτου  κυρίου  κυ- 
ρίου Γαβριήλ,    τη  πρεπούση  και  άρμοζούση  εκείνη  δικαία  ψήφω    15 
κατά  πάντα  επόμενοι,   εύλόγω  τε  και  δικαία  ουση,   συμψηφίζομεν 
τούτον    τον  ειρημένον    σοφώτατον    και  αίδεσιμώτατον  δγιον  διδά- 
σκαλον  κύριον  κύριον  Νεκτάριον,  άρτι  έπιδημήσύτ^τα  τη  αγία  ταύτη 
γη,    ώς  άνδρα    τίμιον  και   ευλαβή,   σοφία  άρετη  και  πράςει  κεκο-   ' 
σμημένον,    και    δεχόμεθα    αυτόν    ώς  γνησιον  ημών  και  καθολικόν    20 
ποιμένα,   υποσχόμενοι  αύτω  πασαν  έν  Χριστώ  ύπακοήν  και  εύπεί- 
θειαν.    "Οθεν    και    κατεστρώθησαν    έν  τω  ενταύθα    πατριαρχικώ 
κώδικι    οί  γενηθέντες    ούτοι    ψήφοι,    ενυπόγραφοι    παρά  της  ενός 
εκάστου  ημών  χειρός. 

Ί"  Ό  ελάχιστος  άρχιερεύς  Γαβριήλ  Φιλιππουπόλεως  καΐ  έζαρ-    25 
χος  πατριαρχικός. 

-[-  Ό  ταπεινός  μητροπολίτης  Βηθλεέμ  Νεόφυτος. 

•)•  Ό  ταπεινός  μητροπολίτης  Ναζαρέτ  Αντώνιος. 

^  Ταπινός  μητρόπόλήτης  Πέτρας  Δωρδθεος. 

φ  Ό  αρχιμανδρίτης,  τον  Ιεροσολύμων  Ίωάσαφ  ιερομόναχος.    30 

•)•  Χριστόφορος  Ιερομόναχος  και  πρωτοσύγκελλος  Ιεροσολύμων. 

26  Των  υπογραφών  τά  ονόματα  ΐίαρεθέμ-ην  έν  τφ  χειμένω  χατά  τό  προ>τότϋπον. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  280  — 

■{-  Γαβριήλ•   ίβρομόναχος.  ^|^  \^^9^^        /^^ 

Πρόχωρος  ιερομόναχος.  ^^ι^^'^^^]  ^) 

Διονύσιος   ιερομόναχος. 

Ί"  Ό  έν  ίερομονάχοις  Τιμόθεος, 
δ  Ί"  ό  Μακάριος  ιερομόναχος. 

•)•  Ναθαναήλ  ιερομόναχος. 

Ίωαννιχίοϋ  ιερομόναχου. 

Καλληνίκος  ιερωμοναχος 

•)•  Παχώμίος  ίερομόν^ζχος. 
10  Χριατώδοδλος  ήρωμοναχος. 

ελάχιστος  ίεροδιακων  Δανιήλ. 

Νεόφιτος  ιερομόναχος. 

Εύσέβιος  ιερομόναχος. 

(Αοτόγραφον). 

15  Έχειροτονήθηχα  πατριάρχης  Ιεροσολύμων  κατά  τό  ,αχζα®^  έτος 

το  σωτήριον  έβδόμην  άγοντος  μηνός  άπριλλίου,  της  αγίας  εκκλη- 
σίας έορτην  τελούσης  τήν  των  βαΐων. 

Ί"  Νεκτάριος    ελέω    θεο5  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιε- 
ρουσαλήμ. 


20     (Έπιχυρωσις    αρχαιοτέρων    άποφάβ«<ι>ν  περί  της  οφειλομένης  δίδοβθαι  τη  νύμφη  παρά 
του  νυμφίου    προγαμιαίας    δωρεάς,    ΐνα   τό  χρατήσαν  εχ  παλαιού  περί  ταότην  εθος  εν 
Παλαιστίνη  χΰρος  εχη  χαΐ  εΙς  τον   έξης  χρόνον.  1667)  '. 

Προκαθημένης    της  ημετέρας  μετριότητος,  συνεδριαζόντων  και 

των  πανιερωτάτων  μητροπολιτών  των  έν  Χριστώ  αγαπητών  ημών 

25    αδελφών  καΐ  συλλειτουργών,  καΐ  πρωτοσυγκέλλων  καΐ  πνευματικών 

και κληρικών^    άνήνεγκον    ήμΐν  οι  πρώτοι    των  χριστιανών 

περί  τών  προγαμίων  δωρεών  τών  διδομένων  παρά  του  νυμφίου 
τη  νύμφη  εΙς  τους  γάμους,  δτι  κατά  μικρόν  αύξανόμεναι  προήλθον 
εις  μέγα(ν)  αριθμόν,  και  ταύτα  διωρισμένου  δντος  του  πράγματος 

^  «Σο>λβγή  διαφόρων  εγγράφων»  χτλ.  σ.  61. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  281  — 

παρά  των  πρό  ημών  πατριαρχών  μή  περαιτέρω  τών  πεντήκοντα 
γροσιών  προβαίνειν  διό  και  έζήτησαν  ?να  πάλιν  αποκατασταθώ 
εις  τόν  πρότερον  εκείνον  αριθμόν  τών  πεντήκοντα  γροσιών.  "Οθεν 
ή  μετριότης  ημών  φροντίζουσα  άει  τό  άζήμιον  τών  υπό  τήν  ήμε- 
τέραν  πατριαρχίαν  ευρισκομένων  χριστιανών,  και  στοχαζομένη  τό  5 
δίκαιον  έν  πασιν,  ύπείκουσα  τ^  δεήσει  τών  αναφερόντων  προς 
ημάς  τό  πράγμα,  δίκαια  αιτού^/των  και  ευλόγα,  και  διά  τούτο 
αποφαίνεται  συνοδικώς  μετά  της  περί  αυτήν  ίερας  τών  αρχιερέων 
συνόδου,  ?να  άνανεωθη  και  επικράτηση  αύθις  ό  πρότερον  γενόμε- 
νος διορισμός  παρά  τών  πρό  ημών  πατριαρχών,  του  τε  άοιδίμου  10 
κυρ  Παϊσίου  και  του  άοιδίμου  κυρ  θεοφάνους,  ϊνα  δηλαδή  άπαν- 
τες οι  υπό  τόν  πατριαρχικόν  τούτον  θρόνον  ευρισκόμενοι  ορθόδοξοι 
χριστιανοί  εν  τε  ταΐς  μητροπόλεσι  και  άρχιεπιτ/οπαΐς  και  ταΤς 
ήμετέραις  έξαρχίαις  μηδέν  πλέον  διδόναι  τών  πεντήκοντα  γροσίων, 
ή  λαμβάνειν,  έν  ταϊς  προγαμίαις  δωρεαΤς•  ό  δε  τολμήσας  άθετή-  15 
σαι  τάς  συνοδικάς  αποφάσεις  ταύτας,  ή  διδόναι  πλέον  τών  πεν- 
τήκοντα γροσίων  ή  λαμβά^^ειν,  έπιτιμηθήσεται  έκκλησιαστικώς  τε 
Λαι  κανονικώς,  ως  παραβάτης  της  συνοδικής  αποφάσεως  καΐ  ως 
άθετών  τό  δίκαιον  και  ό  ιερεύς  ό  εύλογήσας  και  στεφανώσας  τό 
τοιούτον  άνδρόγυνον  έπιτιμηθήσεται  τη  αργία,  καταφρονών  δε  και  20 
της  αργίας  υποπεσεΐται  τη  τελεία  καθαιρέσει.  Εδόθη  έν  τη  αγία 
πόλει  Ιερουσαλήμ  τό  ,αχςζ®^  έτος  της  σωτηρίας,  κατά  μήνα  ίαν- 
νουάριον  ίνδικτιώνος  ε'. 

φ  Ό  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  πατριάρχης  Νεκτάριος. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


--282  — 


Μαρτυριχόν    Νεχταρίοο    πατριάρχου  Ιεροσολύμων  περί  τοΰ  άγίοο  λειψάνοο  του  εν 
τ-^  μονή    έπιλεγομέν1^    της  Παναγίας    τής  Μεγάλης•    είναι    δε  ιδιόγραφον    του  άοι^ίμιου 
έχείνου,    χαΐ    ^ιά    τό  άσφαλέστερον  άντεγράφη  χαι  ώ^ε*  το  δε  χαθ'  αυτό  χεΐται  εν  τφ 
5     ιδίφ  χιβωτίφ  του  άγιου  λειψάνου*  ,αωχβ',  Ιουλίου  ιδ'. 

^Ισον    άπαράλ>.αχτον  ^ 

Νεκτάριος  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ χαΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 

•)•  Ή  μειριότης    ημών    δια   του  παρόντος  βεβαιωτικού  γράμ- 

10  ματος  προσεπιμαρτυρεΐ  τουτί  τό  τίμιον  καΐ  ιερόν  λείψανον  εΤναι 
χείρα  της  αγίας  μάρτυρος  Ίουλίττης,  έκ  πολλού  του  χρόνου  άφιε- 
ρωμένον  ως  Ιερόν  και  σεβάσμιον  κειμήλιον  τη  μονή  των  μονα- 
ζουσών  της  υπεραγίας  Θεοτόκου  και  Όδηγητρίας,  της  ένδον  της 
αγίας    πόλεως    Ιερουσαλήμ.  "Οστις  ουν  θελήσει  άφελεΐν  καΐ  άλ- 

15  λοτριώσαι  τούτο  της  είρημένης  μονής  της  υπεραγίας  Θεοτόκου, 
έστω  υπό  έπιτιμίω  α?ωνίου  άρας  και  ή  μερί  ς  αύτου  μετά  των 
ιερόσυλων  άλλ'  ϊνα  μένη  ενταύθα  άδιάσπαστον  εις  αίωνα  τόν 
οίπαντα,  εις  δόζαν  πατρός  οίου  καΐ  αγίου  πνεύματος  και  της  αγίας 
μεγαλομάρτυρος    Ίουλίττης    έν  τω  προσκυνεΐσθαι    καΐ  άσπάζεσθαι 

20  παρά  πάντων  των  χριστιανών.  Λείπουσι  δε  έζ  αύτης  της  χειρός 
δάκτυλοι  τρεΤς,  ό  άντίχειρ,  6  λιχανός  και  ό  μέσος,  σωζόμενης 
της  παλάμης  και  τών  δύο  μεγάλων  δάκτυλων  καΐ  του  πήχεως 
δλου  άχρι  του  άγκώνος,  συμπεφυκυίας  δλης  της  χειρός  μετά  του 
δέρματος.   Σεσημείωται  δέ  ούτω  κατά  μέρος,  ϊνα  μηδείς  του  λοιπού 

25  τολμήση  άφελεΤν  κδν  γουν  μικρόν  μερίδιον  έζ  αυτής  της  ίερας 
χειρός  και  πεσεΐται  υπό  τω  άνωθεν  έπιτιμίω•  δνεκεν  γαρ  τούτου 
έγράφη  και  τό  παρόν  και  έναπετέθη  τη  ίερα  τούτου  θήκη  εις 
μαρτύριον  και  άσφάλειαν.  Κατά  τό  ,αχξζ'  (1667-ον)  έτος  σωτή- 
ριον,  κατά  μήνα   σεπτέμβριον. 

30  ψ  Ό  Ιεροσολύμων  πατριάρχης  Νεκτάριος. 

•)•  Βηθλεέμ  Νεόφυτος. 

*  Έχ  του  αντιγράφου  του  εν  τω  χώδιχι  λειτουργιών  χαΐ  πρωτοσυγχέλλων  του  Πα- 
ναγίου Τάφου,  φ.  59^.  Κείται  δέ  ό  χώ^ιξ  οοτος  έν  τοις  αρχείοις  του  έν  Ίεροσολύμοις 
Πατριαρχείου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  283  — 
6. 

Όρια  επαρχιών    του  Ίεροσολομιτιτιοΰ  πατριαρχικού  θρόνου  ', 

Κατά  τό  ,αχξζ°''  (1667)  έτος  της  σωτηρίας,  κατά  μήνα  δε- 
χέμβρεον.  —  Τήν  σήμερον  έρευνήσαντες  καΐ  έξετάσαντες  άχρφώς 
άπό  τε  του  τακτιχοδ  χώδικος  του  παλαιού  χαΐ  άπό  των  Ιερέων  5 
των  ευρισκομένων  εν  ταΐς  έπαρχίαις  ταύταις,  Ναζαρέτ,  Πτολε- 
μαίδι  και  Καισαρεία,  διορίζονται  τά  δρια  της  έπισκοττης  Ναζαρέτ 
κατά  σχοίνου  διάμετρον,  άπό  μεν  της  αυτής  Ναζαρέτ  δως  του 
μεγάλου  χειμάρρου  του  ανά  μέσον  αυτής  τής  Ναζαρέτ  και  τής 
Πτολεμαίδος,  άπό  δε  του  μεγάλου  χειμάρρου  δως  του  ποδός  του  ίο 
βουνού  του  θαβωρίου  όρους  του  στρεφομένου  προς  δυσμάς,  άπό 
δέ  του  ποδός  του  βουνού  τούτου  έτερα  διάμετρος  δως  τής  Να- 
ζαρέτ, και  αποκλείεται  πάσα  ή  επαρχία  ως  έν  σχήματι  τριγώνου. 
Τά  δε  σωζόμενα  χωρία,  έν  οίς  ευρίσκονται  μέχρι  τούδε  χριστια- 
νοί, είσΐ  ταύτα,  δηλαδή  τά  χωρία  ταύτης  τής  επισκοπής.  Σαφού-  1δ 
ρη,  'Ρένη,  Σεφαάμερ,  Απειλή  ν,  Τάμρα,  Σαχνίαι,  'Δρεμπιέ,  Μου- 
γάρ,  Χατίν,  Σέρτη,  Έλ-Μιγγ^αηντήλ,  Ένταμοΰν,  Σιάμπ,  Αουμπίε. 
Σέγγερε,  Τουράν,   Κεφαρκιναν,  Κεφαρμάντα,  Έλ-Μεσιάδ. 

Τά  δέ  υποκείμενα  χωρία  τή  μητροπόλει  Πτολεμαίδι  εισΐ 
ταΰτα•  Μάκρη,  Μπαρουα,  Μεγγιτελκουρουν,  Έλμπάνε,  Νόφχ,  Κά-  20 
πρα,  Έράμε,  Μπέητ-γγίν,  Γγέρμακ,  Έλ-Μπουκαηα,  Καφάρ-Σού- 
μαηρ,  Σαχμονέτα,  Ταρσίχα,  Γι^ανουχ,  Γγέρκα,  Γγ^ουνες,  Άμπου- 
σιναν,  Καφαργ^ασηφ,  Κονηκάτ,  "Αμκα,  Έλμάζραα,  Σουμερίε, 
Ζήμπ,  Έλμπάσα,  Χουρφέση,  Σάσα,  "Αλμα,  Γδάρουν,  Καρσίφα, 
Άήτα,  Σάφετ.  25 

Τά  του  Καισαρείας  όσα  ήλθον  είς  μνήμην.  Χάηφα,  Τουσι- 
μία,  Άλτήρε,  Ταρτουρα,  Άηνγαζάλ,  Ουμελζεηνάδ,  "Όσφια,  Σιέχ- 
Μπουρέκη,    Έλ-Γουμπέηε,    Ουμιλφάχμη,    Ταήνικ,  Τομάνη,  Γγι- 


*  Έχ  του  πρωτοτύπου  του  έν  τή  «Συλλογή  ξιιφόρων  εγγράφων»  κτλ.  σ.  59.  Τά 
τοπικά  ονόματα  παρατίθενται  ώδε  κατά  τήν  έν  τφ  πρωτοτυπώ  γραφήν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  284  — 

νήν,  Καμπάτη,  Ούμιλμπο6τ|χοϋ,  Νοδρες,  Νάγουρα,  Άντούρ,  Ναίν- 
Τάμρα,  Κάφρα,  Έλφούλη,  Άφούλη,  Ντέηρ,  Ζαρβήν,  Άχλήτ, 
Έλ-Τάημπε. 

Τά  της  Σεβάστειας.  Σεβάστεια,  Μουστιγγιμττήν,  Μπέητ-Μηρήν, 
5   Γγέμπα,  Μεθαλοδν,  Τάμε,  Μπουρχα,  Άνάτυτα,  Νακούρα,  Γγινησία. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


VII. 

ΔΟΣΙΘΕΟϊ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ  ΙΕΡΟΣΟΑΥΜΩΝ 

ΠΡΑΞΕΙΣ  χαΐ  ΓΡΑΜΜΑΤΑ. 


1669-1706. 


(Φροντις  περί  τοδ  παρβίτηαιν  δόντος  πατριάρχου  Νεχταρ(οο)  '. 

Τήν  δικαίοσόνην  διανεμετιχήν  έχάατω  του  κατ'  άξίαν  οΤδεν 
6  λόγος.  Επειδή  λοιπόν  καΐ  ό  μαχαριώτατος  καΐ  τω  δντι  σοφώ- 
τατος  καΐ  άγιώτατος  πατήρ  ημών,  ό  δούς  ήμΐν  όμματα  κατά  θεόν 
καΐ  φως  εν  τω  κόσμω — ό  γαρ  πατριάρχης  κύριος  Νεκτάριος  πιε- 
ζόμενος άπό  τάς  συνεχείς  και  αλλεπάλληλους  και  αφόρητους  5 
άσ&ενείας,  δμα  δε  και  άπό  του  γήρους  αδυνατών  καί  τήν  ήσυχίαν 
ώσπερ  τινά  λιμένα  πάντων  τών  εναντίων  έκλέζας,  παρητήσατο 
τόν  άποστολικόν  θρόνον  τών  Ιεροσολύμων  τη  τε  συνόδω  τη  έν 
Κωνσταντινουπόλει,  έπεί  καΐ  Ιτυχεν  αποδήμων,  και  τη  Αδελφό- 
τητι  τών  πατέρων  τών  Άγιοταφιτών  και  τη  κοινότητι  πάση  τών  ίο 
χριστιανών  αρχόντων  καΐ  λοιπών,  άφ'  ών  τη  χάριτι  του  Ίησου 
Χρίστου  του  θεού  ημών  ψήφω  κανονική  έπΙ  τόν  θρόνον 
προε^ιβάσ&ημεν,  δίκαιον  έφάνη  καΐ  ευλογον,  ?να  κατά  τό  δυ- 
νατόν ήμΐν  (τήν  γάρ  κατά  τό  πρέπον  άνάπαυσιν  μόνος  ό 
θεός  δωη  έν  τη  άνω  Ιερουσαλήμ)  Ιχη  τήν  άνάπαυσιν  αύτου  ι  δ 
διά  τους  μυρίους  κόπους  όπου  εις  σύστασιν  της  αγίας  εκκλησίας 
πεποίηκεν  —  δσον  τό  κατ'  αυτόν  τήν  γήν  καΐ  τήν  θάλασσαν  άνα- 
δραμών  και  υγιής    ων    πρότερον,  8τε    προεβλήθη   τόν  θρόνον,  έν 

^  «Συλλογή  διαφόρων  εγγράφων  χαι  χώδηζ  τών  ιερών  υπομνημάτων»,  β.  54. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  286  — 

τ^  διακονία  της  έχχλησίας  χατεδαπάνησε  μεν  τήν  ύγείαν,  έχτή- 
σατο  δέ  τάς  άσ&ενείας  χαΐ  αδυναμίας  του  σώματος,  δίδομεν  τοίνυν 
εις  άνάπαυσιν  της  αύτοδ  μακαριότητος  το  ένδον  της  Ιερουσαλήμ 
μοναστήριον  του  Αρχαγγέλου    με    ει   τι  4ρα  εισόδημα  έχει,  δσον 

5  και  δν  εΤναι,  Γνα  υπάγη  να  ευρίσκεται  έχει,  οπόταν  βουληθ^,  ως 
ίδιος  οικοκύρης,  καΐ  τινάς  με  κανένα  τρόπον  μηδέποτε  να  εχη 
να  του  ζήτηση  λογαριασμόν,  μήτε  εισοδήματος,  μήτε  περισσεύ- 
ματος, αλλά  ει  τι  και  δν  έρχεται,  καν  τε  άπό  εκκλησίας,  καν 
τε  άπό  τους  προσκυνητάς,  καν  τε  άπό  έλαίας  ή  άμπέλιον  ή  χωρά- 

10  φιον  του  Αρχαγγέλου,  να  εΤναι  εδικά  του  καΐ  είς  τήν  έζουσίαν 
του.  Έπειτα  οι  προσκυνηται  να  ύπαγένουν  κατά  τήν  άρχαίαν  συ- 
νήθειαν  προθύμως,  κατά  τήν  προσκυνησιν  της  αγίας  Βηθλεέμ  και 
του  αγίου  Ήλιου,  εις  τόν  Άρχάγγελον  νά  γίνεται  εύσεβώς  και  άπα- 
θώς  τό  συνήθειον  καΐ    δχι  κατά  τίνα    περίστασιν  νά  άθετήται  το 

15  προς  τόν  Άρχάγγελον  έλεος,  ως  δήθεν  ή  μακαριότης  του  λαμ• 
|3άν8ΐ  τό  παρ'  αυτών  έλεος. 

Προς  τούτοις  οί  εις  τόν  Άρχάγγελον  καλόγηροι,  δσοι  εύρί- 
σκουνται  δηλονότι  έκεΐσε,  νά  είναι  με  τό  θέλημα  του  καΐ  ους  δν 
θελήση  μοναχός  του*  ει  δέ  καΐ  κατά  τυχην  είναι  στενοχώρια  τό- 

20  που  διά  πλήθους  άδελφότητος,  χώρε•;  χο5  θελήματος  του  τινάς 
έχει  νά  μή  στέλλεται*  και  δν  τύχη  εις  τό  μοναστήριον  αυτό 
(δπερ  μή  γένοιτο)  φονικόν  ή  αδικία  όπωσοΰν  παρά  τίνος  των 
έςουσιαστών  ή  άλλων  τινών,  τό  ΠατριαρχεΤον  νά  αποκρίνεται  άχρι 
καιι  όβολου,  και  ή  μακαριότης  του  νά  εΤναι  ανενόχλητος  τό  παράπαν. 

25  Κατά  τήν  συνήθειαν  τό  δ  τι  ψάρι  άπ'  Αιγύπτου,  ή  μαγειρέ- 

ματα ή  άλλο  τι  έδίδετον  και  δίδεται  άπό  τό  Πατριαρχεΐον  εις  τόν 
Άρχάγγελον,  νά  δίδεται  πλουσιώτατα,  και  απλώς  εΙπεΓν  νά  εχη 
τήν  έλευθερία^>  τό  μοναστήριον  απλώς,  ώστε  έν  τω  Κοινώ  νά  μή 
εΤναι  καμμία  βοήθεια  παντάπασιν  άπό  τό  μοναστήριον  αυτό,   άλλα 

30  μάλιστα  με  μεγάλην  εύλάβειαν  καΐ  άγάτυην  νά  εχη  τήν  κυβέρνη- 
σίν  του  και  νά  είναι  κοινός  καΐ  πνευματικός  πατήρ,  είς  καύχημα 
καΐ  τιμήν  του  άγιωτάτου  καΐ  αποστολικού  θρόνου,  παραινών  καΐ 
διορθών  τήν  Αδελφότητα  ώς  άριστος   ιατρός. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


287  — 


'^Ι 


'Άν  δέ  τις  ποτέ  φανη  έναντίος  βίς  τά  άνωθεν  δικαίως  γεγραμ- 
μένα  καΐ  δεδομένα,  κίν  τε  μικρός  εϊη,  κίν  τε  μέγας,  ό  τοιούτος 
ως  δδικος  καΐ  θεόν  μή  φοβούμενος  και  ως  εΙπεΐν  σκληροτράχη- 
λος και  λιθοκίρδιος,  έπεί  πατρικήν  και  σεβασμίαν  πολιάν  ουκ 
αιδείται,  έστω  υπόδικος  άλυτω  καΐ  αίωνίω  άφορισμω  και  έστερη- 
μένος  της  δόξης  του  θεού  ε?ς  αίωνα  τον  ίίπαντα.  1669  κατά 
μήνα  άπρίλιον. 


*Ισον  του  συνο^ιχου  γράμματος,  δι'  ου  ό  μ^χαριώτατος  σοφώτατός  τε  χα\  άγιώτα- 
τος  δεσπότης  ημών  χαι  πατριάρχης  της    αγίας  πόλεως  Ίερο(5σαλήμ,  κύριος  χύριος         10 
Δοσίθεος,  άπεκατέστησεν  εΙς  τον  πατριαρχιχόν    χαι  άποστολιχον  αύτοΰ  θρόνον  σύ- 
ναξιν  έγχρίτων    αδελφών,    ήτοι  άριστοχρατεία*ν  *. 

Ίερώτατε  αρχιεπίσκοπε  Αύδδης  κύριε  Νεόφυτε  και  ύττέρτιμε, 
εν  άγίω  πνευματι  άγατυητέ  αδελφέ  και  συλλειτουργέ  της  ημών 
μετριότητος,  και  όσιώτατοι  άγιοι  γέροντες  κυρ  Λαυρέντιε,  κυρ  15 
Φιλόθεε,  κυρ  Γεράσιμε,  καΐ  όσιώτατε  άγιε  πνευματικέ  παπα  κυρ 
Σέργιε,  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά  της  ημών  μετριότητος,  χάρις 
ειρήνη  και  έλεος  εϊη  υμΤν  από  θεού  και  παρ'  ημών  ευχή  ευλογία 
και  συγχώρησις. 

Ήμεΐς  εις  το  σπήτι  αυτό  τό  εύλογημένον  εΓ  τι  έδυνήθημεν  20 
μέ  τό  έλεος  του  θεού,  έδουλεύσαμεν  και  έκυβερνήσαμεν,  και  εις 
οίκοδομάς  καΐ  εις  χρέη  καΐ  κατά  τών  αιρετικών  και  εναντία  τών 
κρατούντων  καΐ  ήθε'λαμεν  κάμει  φ<όμα  και  άλλα  πολλά,  αν  δέν 
μας  εμπόδιζαν  ή  κακαις  κυβέρνησαις  τών  επιτρόπων.  Διά  τούτο 
έβάλαμεν  τόν  Πτολεμαίδος  μέ  σύναςιν,  τάχα  νά  κυβερνήσουν  καλ-  25 
λίτερα  οι  πολλοί,  κα^  μέ  τό  νά  φατριάζουν  και  νά  στασιάζουν 
αναμεταξύ  τους,  έκαμαν  πολλά  και  άλλα  κακά  και  τήν  ζημίαν 
όπου  έγινε  διά  τους  Ποιμένας;  ύστερον  έβάλαμεν  τόν  δγιον 
Αύδδης  μαζη  σας,  όπου  είστε  παιδία  μας  καΐ  φίλοι  μας  και  αδελ- 
φοί μας,  θαρρουντες  πώς  νά  κυβερνήσητε  καλλίτερα,  καΐ  ή  άγιω-    30 

*  Έξ  ιδιαιτέρου  χώδιχος  εύρισχομένου  έν  τώ    Πατριαρχείω    τών  Ιεροσολύμων  χαι 
περ(έχοντος  έγγραφα  του  πατριάρχου  Δοσιθέου  (σ.  31-34). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  288  - 

σύνη  σας  τώρα  έχαταλάβαμ^ν  άπό  την  διχόνο^αν,  όπου  ειπαριεν  να 
πάρη  το  κλειδί  ό  γέρων  Φιλόθεος,  πώς  δεν  τρέχετε  κατά  θεόν. 
Διά  τούτο  έγνωρίσαμεν  εδλογον  καΐ  κάμνομεν  τήν  διόρθωσιν  του- 
την  συν  θεω  άγίω,  καΐ  δποιος  άπό  του  νυν  παραστρατήσει,  θέλει 
5  έχει  τήν  έντροτυήν  καΐ  τήν  άμαρτίαν  καΐ  εΙς  τήν  ψυχήν  του  και 
εις  τήν  ζωήν  του,  και  παρά  θεω  καΐ  παρά  άνθρώποις.  Λοιπόν 
άποφαινόμεθα   έν  άγίω  ττ^εύματι 

Πρώτον    να  κάμετε  δνα  σεντούκι    με  πέντε  κλειδιά,  και  νά 
είναι  μέσα  τά  άσπρα  της  εκκλησίας    και  ή  βούλλα  του  μοναστη- 

10  ρίου,  καΐ  νά  είναι  επίτροπος  ό  άγιος  Λύδδης,  καθώς  καΐ  ήτον, 
και  γέροντες  της  συνάζεως  τρεΤς,  ό  Ααβρέντιος  ό  Φιλόθεος  και  ό 
Γεράσιμος  και  ό  παπά  Σέργιος  και  της  συνάζεως  μέλος  και  γραμ- 
ματικός- και  νά  Ιχετε  οί  πέντε  άπό  §να  κλειδί  του  σεντουκίου,  νά 
ανοίγετε  δλοι  μαζή,   δταν  κάμνει  χρεία  καΐ  νά  σφαλήτε  μαζή. 

15  Δεύτερον    νά    εΤστε    ειρηνικοί    όμονοιασμένοι  καΐ  ισόψυχοι, 

δσον  εις  τήν  ύπηρεσίαν  και  τό  συμφέρον  του  Κοινού,  όπου  νά  μή 
εΓνε  αναμεταξύ  καμμία  επιβουλή,  ώστε  νά  φρονη  ό  ένας  ''  δς  γένη 
ζημία  εις  εκείνον,  διά  νά  ευγη  άπό  τήν  έπιτροπικήν  δς  γένη  ζημία 
εΙς  εκείνον  ^^  ευγη  άπό  τήν  τιμήν  του  "•  άλλα  δλοι  νά  συντρέχετε, 

20    με  πασαν  '  προθυμίαν  και  έπιμέλειαν  διά  τό  συμφέρον  του  Κοινού. 

Τρίτον   τινάς  άπό  υμάς,    δταν    εΤναι  χρεία  και  πρέπον  νά 

ένεργηση  ή  νά  συντυχη,    νά    μή    λέγη  με  πάθος  ή   με  άμέλειαν 

"εγώ  επίτροπος  δεν  εΤμαι,  έγώ  δεν  ορίζω"•  αλλά  τούτο,  δν  είναι 

διά  οικονομίαν  και  κυβέρνησιν,  δεν  βλάπτει*  άμή  αν  είναι  διά  πά- 

25  θος  ή  άμέλειαν  ή  πείσμα,  τινάς  νά  μή  τό  λέγη,  μήτε  νά  τό 
κάμνη,  μόνον  όλοψύχως  καΐ  με  ταπείνωσιν  και  μακροθυμίαν  νά 
λέγη  καΐ  νά  ένεργη  τό  καλόν  του  Κοινού. 

Τέταρτον  δταν  γένη  συναξις,  νά  μή  σιωπάτε  κατά  πάθος 
καΐ  νά  λέγετε  ύστερον    "έκεΓνος  τό  είπεν,   εκείνος  πταίει,   έκεΓνος 

30  τό  εκαμεν,  έγώ  δεν  ττταίω,  δεν  έσυντυχα,  εϊδησιν  δεν  έχω"• 
αλλά  με  καθαράν  συνείδησιν  και  με  κατά  θεόν  ζήλον  νά  συντυ- 
χαίνετε  εις  τήν  σύναζιν  καθένας  έκεΓνο  όπου  έγνωρίζει  χωρίς 
πάθος,  χωρίς  πείσμα,    χωρίς    φωναΓς•    καΐ    άν  δεν  συμφωνήσητβ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  289  — 

μέ  δνα  πρώτον,  νά  γένη  χβκ  δευτέρα  χαΐ  τρίτη  σκέψις,  8ως  όποδ 
να  συμφωνήσετε,  χάι  νά  μή  θέλη  καθένας  νοι  γένη  6  λόγος  του^ 
άλλα  δποιος  ειπεί  το  χαλλίτερον,  νά  είστε  εις  εκείνο  ευχαριστη- 
μένοι, οτι  <1>σάν  συντυχαίνετε  εις  την  συναζιν  κατά  θεόν  και 
όμοφωνεΐτβ  κατά  τό  θέλημα  του  Κυρίου  και  γίνονται  δλα  καλά  5 
και  ει  τι  ακολουθήσει,  τό  Ιξεύρομεν  άπο  τόν  θεόν  καΐ  ήμεθα 
χαΐ  ημείς  ?]συχοι. 

Πέμπτον    Ααβρέντιος,    Γεράσιμος,    Φιλόθεος-    περιπατείτε 
άπ'  εζ<ι>  και  δπου  κάθεστε,  καν  τε  εις  ττ)ν  πόρταν,  κάν  τε  άλλου, 
κδν  τε  του  πασχδ  άνθρωπος  Ιλθη,  καν  τε  του  κατή,  κάν  τε  σ^έ-    10 
χης,  κάν  τε  άλλος  άνθρωπος  ορθόδοξος  ή  αιρετικός,  ή  καΐ  αδελ- 
φός, δν  ερώτηση  ή  γυρευση  τίποτα,  νά  μή  λέγουσιν  ''έγώ  θέλω 
και  άγαπω  νά  σου  δώσω,  άμή  ό  δεΐνας  δεν  άφίνει-  εγώ  θέλω  νά 
σου    δώσω,    άμή  φοβούμαι  άπό  τόν  δείνα*  έγώ  δεν  ορίζω,  μόνον 
ορίζει    ό  δεΐνας  καΐ  ό  δεΐνας".    'Αλλά  δποιος  γυρευσει  και  είπεΕ   15 
τίποτα    άναγκαΐον    εκείνου  όπου  το  γυρευσει,  ή  νά  το  είτυη  ή  νά 
το  συμπεράνη,  8τι  και  άν  είναι  με  λόγον  καλόν,  ή  αν  είναι  άναγ- 
καΐον και  ευλογον,  "μετά  χαράς*  νά  το  είπουμεν  του  επιτρόπου"• 
και  ετζη  νά  είναι  και  οί  τρεις  γέροντες  δνας  σύνδεσμος,  μία  ψυχή, 
μία  αγάπη  καΐ  ομόνοια,  και  εις  τήν  πόρτα^;  καΐ  μέσα  και  εζω  καΐ    20 
δπου    κάθονται  καΐ  περπατούν,  νά  πνέουν  καΐ  νά  φρονούν  άγάττην 
εΐρήνην  καΐ  δικαιοσύνην. 

"Εκτον  δταν  ανοίγουν  ή  φυλαΐς,  είτε  Φράγγοι  εΓτε  Αρμένιοι, 
καΐ  κάμνουν  λιτανείαις,  Λαβρέντιος,  Γεράσιμος,  Φιλόθεος,  παπα- 
Σέργιος,  νά  εύρίσκωνται  μέσα  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον  είτε  τό  "Δγιον  25 
Κουβουχλιον  και  εις  τά  λοιπά  προσκυνήματα,  νά  προσέχουν  νά 
μή  γίνεται  καμμία  καινοτομία,  κανένα  σχάνδαλον  και  καμμία 
φορά  άν  κάμνη  χρεία,  νά  πέρνουσι  καΐ  άλλους  άπό  τους  άρχι- 
μανδρίτας^  άπό  τους  τυνευματικούς  και  άπό  τους  γέροντας,  χαΐ 
μάλιστα  &  Κάλλιστος  άπό  λόγου  του  ποτέ  νά  μή  λείπη•  δταν  30 
υπάγουν  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον  και  δταν  ανοίγουν  άπό  ταΐς  φυλαΤς 
και  υπάγουν  μέσα  οί  προεστοί  των,  οχι  εις  ημέρας  επισήμους, 
άλλα  τάχα  διά  προσκύνημα,  πάλιν  δνα-δύο  γέροντες  νά  μή  λείπουν. 

19 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  290  — 

Έβδομο  ν  τά  δσπρα  της  Άγιας  Πόρτας  και  του  Ιορ- 
δανού νά  τά  μαζώνη  πάλιν  ό  χδρ  Δαβρέντιος,  χαθώς  τά  έμά- 
ζωνε    πάντοτε. 

"Ογδοον  παραδραγουμάνον  νά  βάλλετε  ή  τον  Κύριλλον,  τόν 
δ  όποιον  στέλλομεν  τώρα  και  θαρρουμεν  νά  φανη  εύάρεστος  εις 
αυτό  τό  δικόνημα*  ή  αν  δεν  φανη  αύτος  ευάρεστος,  βάλετε  δποιον 
θέλετε.  Με  τούτα  8λα,  δταν  άνοίγη  ή  Αγία  Πόρτα,  επειδή  και 
άπό  τους  τρεις  κανένας  δραγουμάνος  δεν  θέλει  νά  είναι  διωρισμέ- 
νος,  άπό    τους  τρεις  νά  μή  λείπη  ό  ένας,  και  ταΐς  περισσότεραις 

10  φοραΤς  νά  ευρίσκεται  έκεΐ  μάλιστα  ό  γέρων  Ααβρε'ντιος.  ΚαΙ  πάλιν 
διά  τήν  αυτήν  αίτίαν  δπου  δεν  θέλει  νά  εΤναι  τινάς  διωρισμένος 
δραγουμάνος,  δταν  εΤναι  τίποτα  δουλεία  άπορριζιμία,  νά  στέλνουν 
τον  παραδραγουμάνον  άμή  εΙς  ταΐς  χρείαις  καΐ  κυβέρνησαις  του 
όσττητίου  καΐ  εις  ταΐς  πόρταις  καΐ  φυλαΐς  και  φίλους  νά  περπατούν 

15  μαζη  οι  δυο,  ό  κυρ  Γεράσιμος  και  ό  κυρ  Φιλόθεος•  καΐ  δταν  λείττη 
ό  δνας,  νά  ύπαγένη  6  άλλος*  άμή  τούτο  όπου  νά  είναι  πότε  ό 
Ινας  πότε  ό  άλλος,  δν  εΤναι  τίποτα  άρρωστία•  νά  μή  το  δώση 
ό  θεός•  άμή  δταν  εΤναι  καλά,  δλον  μαζή  νά  εΤναι.  Έτι  δν  εΤναι 
τινάς  άπό  τους  αδελφούς  ή  άρχιερευς  ή   ιερομόναχος   ή   διάκονος 

20  ή  καλόγηρος  ή  νέος  ή  γέρων  ή  καινούριος  ή  παλαιός,  μακάρι  δν 
εΤναι  και  άπό  τους  αδελφούς  της  συνάξεως,  δν  σφάλη  τίποτα  μετά 
πρώτην  και  δευτέραν  νουθεσίαν,  δν  είναι  άπό  τήν  σύναξιν  ό  δνας, 
νά  τόν  νουθετούν  ο.ί  τέσσαρες•  και  δν  εΓναι  δλλος,  νά  τόν  νου- 
θετη  ό  επίτροπος  με  τήν  σύναζιν,   χωρίς  πάθος,  χωρίς  βλασφη- 

25  ν^ίοίΐς,  χωρίς  πείσματα  καΐ  φιλονεικίαις,  άλλα  καθώς  νουθετεί  ό 
θείος  απόστολος,  με  πραότητα,  με  μακροθυμίαν,  με  άγάπην  δν 
και  το  πταίσιμον  εΓναι  πολύ,  νά  μή  αποβλέπουν  εις  τό  πταίσι- 
μον,  άλλ'  εις  τήν  διόρθωσιν.  Ει  δε  και  δεν  διορθωθη  ό  αδελφός 
εκείνος,  ή   δνας  είναι  ή  και  περισσότεροι,  νά  έλέγχωνται  έπΙ  συ- 

30  νόδου•  και  δν  δεν  διορθωθη,  δν  εΤναι  τό  ττταίσιμόν  του  νά  παι- 
δευθη,  νά  παιδεύεται  προς  σωφρονισμόν  των  δλλων  και  δν  εΤναι 
διά  νά  γέντ]  αναφορά  εις  του  λόγου  μας,  νά  αναφέρεται  χωρίς 
άναβολήν  φανερά. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  291  — 

Έ  ν  να  τον  τό  σεντούκι  δν  εχη  χαμμίαν  φοράν  τίποτα,  άπό 
τοί)ς  πέντε  και  5λλος  να  μή^ό  ίζεύρη,  οδτε  μεγάλος  οδτε  μικρός. 
Τά  8σα  γράφομεν  καΐ  είναι  μαστικά,  νά  μη  τα  λέγη  κανένας  άπό 
τοός  αδελφούς  της  συνάζεως  ή  φίλοο  του  ή  αδελφού  τοα,  ή  ύτυη- 
ρέτοϋ  του,  ή  εις  Τοΰρκον  ή  εις  αίρετικόν,  μήτε  μέ  λόγον  μήτε  5 
με  έργον,  μήτε  μέ  σχήμα,  αλλά  νά  μένωσΐ  πάντα  μυστικά  και 
άνεκφώνητα'  και  εκείνο  όπου  γράφομεν  διά  ταΐς  υποθέσεις  του 
μοναστηρίου,  νά  ταΐς  κοινολογατε  συχνά,  διά  νά  οικονομήτε  καλώς 
καΐ  άληθινώς•  νά  είστε,  κατά  τον  θείον  άπόστολον,  προεστωτες 
πρεσβύτεροι  διπλής  τιμής  άξιουμενοι,  και  της  παρούσης  και  τής  10 
μελλούσης.  ΚαΙ  δταν  καμμία  ύπόθεσις  έχει  δυσκολίαν,  νά  κράζετε 
καΐ  μερικούς  άπό  τους  άλλους  αδελφούς,  εγκρίτους  καΐ  μυστικούς, 
νά  συμβουλεύεσθε•  μόνον  νά  στοχάζεσθε  νά  μή  συντυχαίνουν 
κατά  πάθος,  άλλα  κατά  θεόν,  επειδή  έκεΤ  όπου  είναι  κατά  θεόν 
σύναξις,  έκεΐ  είναι  ό  ίδιος  θεός.  ΐδ 

Τούτα  είναι,  πατέρες  άγιοι,  όπου  ή  φιλονεικία  όπου  εγινεν 
αύτου  είς  υμάς  μας  έμαθε  νά  τά  θελήσωμεν  και  νά  τά  άγαττήσω- 
μεν,  καΐ  μάλιστα  τά  θαρρουμεν  του  πνεύματος  του  αγίου  λόγια• 
καΐ  ιδού  όπου  τά  γράφομεν  δχι  ως  προσταγ2αΐς,  άλλ'  ως  άπόφασαις 
θεοΰ'  και  σας  προστάζομεν  και  σας  παρακαλουμεν  νά  τά  φυλά-  20 
γετε  καΐ  νά  τά  ένεργήτε,  και  φυλάττοντές  τα  έως  όπου  σύν  θεώ 
άγίω  νά  σας  άπολαύσωμεν.  Νά  είστε  ευλογημένοι  καΐ  συγχωρη- 
μένοι παρά  θεού  κυρίου  παντοκράτορος  καΐ  ύμεΤς  και  οΕ  γονεΤς 
υμών,  και  εΙς  τήν  έκκλησίαν  θέλετε  φανεί  εύάρεστοι  και  ό  μισθός 
υμών  εσται  πολύς  έν  ούρανοΐς,  καΐ  ημείς  πλέον  δεν  θέλομεν  σας  25 
έχει  άλλως,  παρά  φίλους  και  αδελφούς•  εΐ  δε  και  τινάς,  ει  και 
πολλοί  άπό  λόγου  σας  δεν  θέλει  τά  καταδεχθή,  ή  θέλει  τά  με- 
τρήσει παράξενα,  ή  θέλει  τά  μυκτηρίσει,  ή  δεν  θέλει  τά  υπακούσει, 
ή  δλως  διόλου  θέλει  φανή  έναντίος  και  εις  δνα  άπό  τά  εννέα 
κεφάλαια,  καΐ  δεν  σταθή  καΐ  δεν  φανή  πρόθυμος  εις  τά  γραφό-  3Θ 
μένα  καΐ  πιστός  εις  τό  σπήτι  του  θεού  και  όμόψυχος  μέ  τους 
αδελφούς,  ό  τοιούτος,  ώς  έχων  σύνοικον  έν  έαυτώ  τον  Διάβολον 
καΐ    ών    καΐ    φαινόμενος»  εχθρός   και  επίβουλος  και  προδότης  και 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  292  — 

επιζήμιος  τοα  οίχοα  το5  θεοδ  χαΐ  άνοπόταχτος  εις  τάν  προεστόν 
χαί  έπίβοολος  χαι  φθονερός  χαΐ  αΙΜχν^ου  αίτιος  εΙς  το(>ς  αδελ- 
φούς, ο  τοιούτος  εστα»  όσαγχώρητος  χαι  άφοιρισμένος  παρά  πατρός 
χαΐ  υίο5  χα^  αγίου  πνεύματος,  το5  ένος  τη  φύσει  μόνοο  Θεοδ, 
5  χαΐ  εν  τψ  νδν  αίΰνι  χαΐ  έν  τω  μέλλοντι^  χαι  δλυτος  μετά  θάνατον 
χαΐ  τυμπανιαΐος  χαι  υπόδιχος  τω  αΐωνίω  άναθέματι. 

Πατέρες  άγιοι,  είτυητε  χαι  ή  άγιωσύνη  σας,  ''5ν  χαΐ  6  πα- 
τριάρχης εις  τ6  σπητ(  ζ'ξ  χαΐ  χυβερν^  πειαματιχά,  ανάθεμα  έστ^". 
Πατέρες,    τι  χαχόν    σας    έχάμαμεν;  οι  αδελφοί  του  "Αγίου  Τάφου 

10  χινδυνεύουν  είς  τόν  χόσμον  χαΐ  ταλαιπωρούνται  χαΙ  την  άγιωσύ- 
νην  σας  έβάλαμεν  οίχοχυρους  χαι  είς  τά  χελλία  σας*  τί  χαχον 
σας  έχάμαμεν,  χαι  δταν  έλθη  άπ'  αυτοΰ  γράμμα,  μας  χάμνετε  χαι 
άρρωστουμεν;  Ό  χέσμος  έχάλασε  χαι  τα  έζοδά  μας  δέν  εύγάνο- 
μεν  τί  χαχόν  εϊδετε  από  τόν  "Αγιον  Τάφον  χαΐ  με  ταΤς   διχόνοιαις 

16  σας  χινδυνεύετε  νά  τόν  βάλλετε  είς  τό  πρώτον  χρέος;  Τώρα 
έχεΤνα  τά  περασμένα  διά  άγάπην  θεού  έσυγχωρέθησαν  χαι  ίδητε 
νά  λέγεται  —  νά  ζητε  —  νά  ένεργήτε,  ώς  γράφομεν  έδίο•  χαΐ  βσοι 
δέν  θελήσουν,  άλλα  γράμματα  πλέον  δεν  γράφονται,  παρά  η  ημείς 
άναχωρίζομεν    του  Αγίου  Τάφου,    ί)    αύτοΙ   χληρονομήσουσι    τήν 

20  μοΐραν  του  προδότου  Ιούδα*  συνεργουντες  δε  χαΐ  ζώντες,  χαθως 
έδώ  διορίζονται,  μαχάριοι  χαι  έν  τω  νυν,  μαχαριώτατοι  χαι  έν 
τφ  μέλλοντι  (αίώνι)  χαί  υμεΐς  χαΐ  οι  γονείς  ύμων. 

^αχπγ',  αύγουστου  ιζϊ,  άπό  Κωνσταντινουπόλεως  (1687)• 
-{-  Ό  Ιεροσολύμων  Δοσίθεος    έν  άγίω  πνεύματι  αποφαίνομαι 

25    χαΐ  προστάζω  έζ  αποφάσεως  άλλέως  μή  γενέσθαι. 


3. 

^Ιοον    του  πατριαρχικού  χαι  συνοδικού  γράμριατος  πβρι  τών  ύν  δει  φυλάττειν  τόν  χατά 
χαιρούς  χαΰηγούμενον  του  παντίριου  μοναστηρίου  του  τιμίου    χαι    ζωοποιού  Σταύρου  ^ 

Επειδή  χαΐ  εύδόχησεν  ο  Κύριος  νά  ελθτ]  τό  πάντιμον  μονα- 

30   στήριον    του  τιμίου  Σταύρου    εις  τήν  πρρτέραν  χατάστασιν,  εδοζε 

τ^  ήμετέρ^ί  μετριότητι  χαΐ  τοις  περί  αυτήν  ίερωτάτοις  άρχιερευσι 

'  Έχ  του  αύτοΰ  χήδιχος,  σ.  36-36.  *Από  της  «ελί^ς  37  χέ  χεΐνται  «Του  μαχα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  293  — 

χαΐ  6(Λ•τ*οοις  άρχΐ|ΐαν4ρίταις,  πρωτοσυγκέλλοες  τε  και  ιτν^υ^ατι- 
χοΐς  χαΐ  τοις  γέρ^σιν,  ίνοί  ό  π|»οχ&ιρΐ9θηβ<>μ$Υος  έηΐαβ  %οό)λ^ 
^ος  έχιο  βιαφτ^λάξαι  ταδτα  τΑ  κάτωθεν  κείμενα  κεφάλαια. 

Πρώτον,  ϊνα  μηδεν^  χρήματος  γένηται  κύριος,  ήτοι  έκ 
τΦν  νοικ{«ιν,  έκ  των  προακονητων  κα[  έχ  των  υιυοστατικδν  τοδ  5 
μοναστηρίου  και  έξ  λλλης  οΙασδητσοτοΟν  έλεημοουνης  αυτού,  χλέψαι 
ή  άρπάααι  ή  πλεονεκτησαι  ινολύ  ή  όλ{ρν,  Ι]  χρήματα  ή  «ράγματα 
πολλά  ή  ολίγα*  άλλα  εΤ  τι  2ρα  εισόδημα  ε7ναι,  νά  τό  φανερώνι^ 
εις  τλ  μέσον  καΐ  αυτός  νά  είναι  ιτάντη  και  πάντως  άσφαιτερισιος. 

Δεύτερον,  ίνα    π£σαν  έβοδίαν  τε  καΐ  έζοδίαν  καταγράφειν    10 
έν  κα^ρω   καταντίχω,    προς   φανέρωσιν  της  έαυτου  συνειδήσεοκ 
καΐ  εΐδησιν  του  εισοδήματος  καΐ  έξοδίας  του  μοναστηρίου* 

Τρίτον,   ϊνα  επιμελή θη  του  μαθεΐν  καΐ  καταγράφαι  έν  κα- 
θαρω    χαταστίχω   πάντα   τά  4σπήτια   όπου  εΤναί  εζω  των  μονα- 
στηρίων,    τα  χωράφια,  τους  τόπους,  αμπέλια  χαι  τάς  έλαώχς  του    15 
μοναστηρίου  μετά  των  συνόρων  αυτού,  και  τι'  δίδεται  των  σπαχί- 
δων  χα}  λοιπών  εξωτερικών  διά  τους  τινας  τόπους  του  μοναστηρίου. 

Τέταρτον,  Ινα  είς  τό  μοναστηριον  του  Σταύρου  έν  μηδέ- 
μι^  έορτξ  ή  ίλλη  ήμέρ^  δόνασθαι  κοιμασθαι  γυναίκα,  εΤτε  καλο- 
γραία εΤτε  κοσμική,  μήτε  έμφιλοχωρεΐν  συνεχώς  εις  τό  μονά-  20 
στήριον-  άλλ'  ει  τις  δι'  ευλάβειαν  απέρχεται  έχεΐσε,  μόνον  λει* 
τουργίαν  νά  άκούη,  και  τούτο  ή  εις  τάς  Κυριαχάς  ή  εις  τάς  δε- 
σποτιχάς  ημέρας,  τάς  δ'  Αλλάς  άποσείε^θαι  ταύτας*  τούτο  δει  δε 
έννοεΐσθαι  και  περί  νέων  παιδίων. 

ριωτάτου  σοφωτάτου  τε  χαι  παναγιωτάτου  χορίου  χνρίοο  Δοβιθέου,  ή(Α£τέροο  αυθκντός 
δεσπότοο  τβ  χαι  χηδεμόνος,  έπιστολαι  έχ  πολλών  όλίγαι  προς  τους  χατα  χβιρους  επί- 
τροπους χαι  τοποτηρητάς  του  άποστολιχοδ  βύτοδ  θρόνου,  άρχόμεναι  από  του  ,αχπε' 
(1685)  έτους  της  σωτηρίας  ή{λώνι>.  Έν  μια  δε  τοότον,  γραφείβ^  νάηό  'Ρέγλιβν»  τη 
20  οχτ.  1685  προς  τον  Πτολεμαίδος  Ιωάσαφ  (σ.  88),  λέγει  Δοβίθεος*  «6  παπα  χυρ 
Νεόφυτος  διδότω  γρα{λμ.ατιχήν  τοις  βουλομένοις»,  δ  έστι  διδάαχειν  έλληνιχή»  γρα{λ{λα- 
τιχήν  έν  Ίεροσολύμοίς.  Έν  άλλφ  δε  γράμ(λαΐι  προς  τον  αυτόν  έπίτροπον  *ΙωαΜφ 
(σ.   99),    γραφέντι   έν  Κ«ινβταντΓ»ουπόλε(   τη    23  νοεμβρίου    1685,   διατάττει   τουτο' 

«Τον  παπά  χυρ  Σωφρόνιον  όπου  έβάλατβ  εις  τήν  άγίαν  Βηθλεέμ χαι  ή  άγιω- 

συνη  του  εΙς  τήν  Βηθλεέμ  νά  δ^αβάζη  χαι  μεριχά  παιδία  ψαλτιχά*  ΐαως  νά  έμάνθαναν 
τάς  τρεις  λειτουργίας  χαι  τά  άνα^τάα'.μα». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  294  — 

Πέμπτον,  Ι'να  ερχόμενος  6  ηγούμενος  είς  το  χάστρον,  μηδ' 
δλως  άπέρχεσθαι  είς  μοναστήριον   Ίβέρικον,  άλλ'  ενταύθα  έν  τω 
Πατρεαρχείφ  καΐ  ερχεσθαι  καΐ  θεωρ3Ϊν  τα  χατ'  αότόν  καΐ  μένειν 
έν  τω  μοναστηρίω,  εΤτα  άπέρχεσθαι  έν  τω  μοναστηρίω. 
5  "Ε  Χ  τον,    ϊνα    έχεΐσε    ζη  χοινοβιαχώς  χατά  το  δυνατόν,  χατά 

τήν  τάξιν  των  κατά  τό  παρόν  έγχριτοτέρων  κοινοβίων. 

"Ε  β  δ  ο  μ  ο  ν  και  τελευταΓον,  ϊνα  έν  τοις  άναγχαίοις  πράγμασιν 
ένεργ-ή  χατ'  έρώτησιν  χαΐ  σι>μβθϋλήν  το5  Πατριαρχείου. 

Προσθετέον   και  δγδοον,    ϊνα  έπιμεληται  διορθοδν  τάς    έν  τη 
10   άνάγχτ]  του  μοναστηρίου  συμβεβηκυίας  κακάς  συνηθείας,    είτε  βίς 
χρήματα,   εϊτε  είς  ίλλας  τυεριποιήσείς  των  τε  φελάχιδων  καΐ  λοι- 
πών εξωτερικών,    ότέ    μεν    αυτός,    ότέ    δε  διά  της  δυνάμεως  συν 
θεώ  του  Πατριαρχείου. 

Βουλόμεθα  δέ  συν  θεώ  τά  είρημένα  μένειν  όμετασάλευτα 
1δ  και  άμεταποίητα,  καΐ  έκ  του  ηγουμένου  του  μοναστηρίου  και  εκ 
του  επιτρόπου  καΐ  της  συνάξεως•  δστις  δέ  ταύτα  μετακινησαι  βου- 
ληθείη  έκ  πάντων  αυτών,  ή  άλλως  περί  τούτων  διορίσασθαι  και 
ένεργεΐν  έθελήσει,  ως  φθορεύς  του  κάλου  καΐ  νεωτεριστής  έν  τοΤς 
σεβασμίοις,  άφωρισμενος  εΐη  παρά  πατρός  υίου  και  αγίου  πνευ- 
20  ματος,  του  ενός  τη  φύσει  μόνου  θεού,  καΐ  κατηραμένος  καΐ  άλυ- 
τος μετά  θάνατον,  και  ή  μερίς  αύτου  μετά  του  προδότου  Ιούδα. 
Έν  μηνΐ  άπριλλίω,  τω  ,αχπε*?   ετει  (1685).  μ 

•[•  Ό  Ιεροσολύμων  Δοσίθεος  αποφαινόμενος  έν  άγίω  ττνεύματι. 

•Ι*  Ό  ευτελής  πρώην  Πέτρας. 
25  1"  'Ο  Πτολεμαΐδος  Ίωάσαφ. 

-ι-  Ό  Αύδδης  Νεόφυτος. 

-{•  Ό  Γάζης  Χριστόδουλος. 

•|-  Ό  Φιλαδελφείας  Φώτιος. 

•Ι*  Κατά   τήν  στοργήν    καΐ    ύπογραφήν    των  αρχιερέων  χάγώ 
30    Δανιήλ  ιερομόναχος  αποφαίνομαι. 

•}•  Ό  ελάχιστος  Άκάκιος   ιερομόναχος  υπογράφω  τά  άνωθεν. 

"|-  Δανιήλ  ιερομόναχος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  295  — 


(Γράμ.(χα  προς  τον  άρχιεπ ίσχοπον  Γάζης  Χριστόδουλον  περί  των  εν  Ίεροσολύμοις  χαι 
Κωνστοιντινοοπόλει  των  Λατίνων  ενεργειών  εΙς  άρπογήν  των  προσχονημάτων)  *. 

Δοσιθεος  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  χαΐ  πά-     5 
σης  Παλαιστίνης. 

•}•  θεοφιλέστατε  άρχιεπίσχοπε  Γάζης  χόριε  Χριστόδουλε,  εν 
Χριστώ  τω  θεω  αγαπητέ,  ή  χάρις  του  παναγίου  -πνεύματος  έστω 
μετά  σου. 

Την  ιη'  ίουλίου  γεγραμμένην  έπιστολήν  σου  έλάβομεν  και  χο 
χαίρομεν  δτι  υγιαίνεις.  Ό  αρχιμανδρίτης  δεν  ήζευρομεν  τζοίοος 
μας  Ιστειλε  με  τά  γράμματα  καΐ  άχόμι  δέν  ημπορούν  νά  έλθουν. 
Αοιπόν  άπό  τό  ύμέτερον  γράμμα  έχαταλάβαμεν  τά  έργα  των  Δυ- 
τικών χαΐ  έστείλαμεν  με  τόν  παπα  Δανιήλ  του  ορισμού  των  τό 
Τσον,  καΐ  Ιδέ  και  εκείνα  όπου  Ϊ7ία[ΐ(χ^  εΤναι  εζω  άπό  τήν  βασι-  15 
λικήν  προσταγήν.  Έθαύμασα  δε  πώς  φρονείς  είς  το  προοίμιον 
του  γράμματος  σου.  ΚαΙ  τά  γράμματα  και  τά  γηρατειά  τώρα  εί- 
ναι καιρός  νά  φάνουν;  άκούεις;  τά  πρόσωπα  άλλάσσουν  εις  τήν 
έκχλησίαν,  άμή  ό  τρόπος  της  διοικήσεως  της  θείας  προνο(ρις  εΤ- 
ναι  εΤς  και  ό  αυτός.  "Άλλοι  δν  παραπονου>;ται  διά  τά  πάθη,  Τσως  20 
και  έχουν  πρόφασιν  (καΐ  λέγω  τό  ϊσως,  8τι  δλοι  έχουσιν  οι  χρι- 
στιανοί τό  ιερόν  ευαγγέλιον  καΐ  δέν  πρέπει  νά  ενεργούν  παρά  τόν 
σκοπόν  του)*  άμή  αύτοΙ  εΤστεν  έκεΐ  όπου  επαθεν  χαΐ  έσταυρώθη 
ό  Κύριος  και  επαθον  και  έδιώχθησαν  και  έκαταφρονέθησαν  οί 
απόστολοι  και  δέν  πρέπει  ετζι  εύκολα    νά  παραπονεΐσθε    διά    τά    25 

^  Έχ  του  αυτού  χώδιχος,  σ.  185-186.  Έν  δε  τη  183-η  σελίδι  χεΤτοι  επιγραφή 
τοιαύτη•  «Του  αύτοΰ  μ.αχαριωτάτου  χαι  σοφωτάτου  χαι  άγιωτάτου  πατρός  ήμ.ών  χαι 
δεσπότοο,  πατριάρχου  της  αγίας  Χρίστου  τοΰ  θεοΰ  ήμ.ών  *  Αναστάσεως,  χυρίου  χυρίου 
Δοσιθέου,  έπιστολαι  μ.εριχαι  εξ  απείρων  ^ίγαα  προς  τινας  των  αρχιερέων  ιερομόναχων 
χριστιανών  μουφτίδων  πασ^άδων  χαι  άλλων  άξιωμ,ατιχών  έδνιχών,  χαι  αί  προς  τους 
ευσεβέστατους  αύ&έντας  χαι  χαθολιχούς  χαΐ  αρχιερείς  χαι  τετοπάλισσας  χαι  αύθεντο- 
πούλους  χαι  περιβλέπτους  άρχοντας  της  τε  ανω  χαι  χάτω  Ιβηρίας•  Χ(5ΐΙ  πρώτον  αί 
προς  τόν  άρχιεπ  ίσχοπον  Γάζης»,  ων  τήν  πρώτην  τάξιν  έχει  ή  νυν  ένταΰθα  τυποομ-ένη. 
Περί  δε  τοί)  Χριστοπούλου  δρα  τήν  Ίεροσολομιτιχήν  Βιβλιοθήχην,  τόμον  Ι,  σ.  473. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  296  — 

συμβαίνοντα  πάθη.  Τριαχοσίοας  δέκα  χρόνους  προτήτερα  ήτον  ό 
"Αγιος  Τάφος  ναός  της  Αρτέμιδος  και  περίπου  τά  εξακόσια  πέντε 
έτη  της  σωτηρίας  τόν  εκαυσαν  οι  Πέρσαι,  και  εις  τους  οκτακό- 
σιους δώδεκα  κατέκοψαν  τους  χριστιανούς    της  αγίας    πόλεως  καΐ 

δ  της  Παλαιστίνης  και  τους  λοιπούς  έφυγάδευσαν•  και  είς  έννεακο- 
σίους  εβδομήντα  πέντε  εκαυσαν  τόν  ναόν  του  Αγίου  Τάφου  και 
Ίωάννην  τόν  πατριάρχην  με  τά  λοιπά  προσκυνήματα  μοναστήρια 
καΐ  εκκλησίας  και  είς  τους  χιλίους  ένενηταετυτά  επήγαν  οί  Φράγγοι 
είς  τά  Ιεροσόλυμα  και  έκαμαν  τά  περισσότερα  είς  τά  μοναστήρια 

10  προσκυνήματα  έκκλησίαις  και  χριστιανούς,  και  §ως  χιλίους  τριααοσί- 
ους  οκτώ  έπολεμουσαν  με  τους  "^ Αραβας,  και  πότε  τό  Ινα  μέρος  ένίκα, 
πότε  το  άλλον,  καΐ  εφθάρησαν  πόλεις  και  χωραι  και  έκκλησίαις 
καΐ  μοναστήρια,  κΛί  τά  προσκυνήματα  έκαταπάτησαν  και  τους  χρι- 
στιανούς ήφάνησαν  και  ό  θεός  δλα  τά  έδιώρθωσε,  καΐ  τώρα  έχά- 

15  λασεν  ό  κόσμος,  όπου  ορισμός  της  βασιλείας  ετζι  δά  έγραφε; 
καΐ  ύμεΓς  τί  είναι  αυτό  όπου  κακοπέσετε  Ιτζι  εύκολα  και  θρηνείτε 
και  όδύρεσθε;  μή  να  έκριθήκαμεν  καΐ  μας  ένίκησαν;  μή  να  επήραν 
μετά  την  κρίσιν  άποφάσιστικόν  όρισμόν;  μή  να  οΐ  Τούρκοι  τους 
έπεριποιήθησαν  διά  άγάπην  όπου  τους  έχουν;  Ό  καιρός  τό  έκά- 

20  λεσε  καΐ  έκαμαν  καΐ  αύτοΙ  κυβέρνησιν  άπό  ανάγκην  τους.  ΕΤναι 
χρεία  νά  μή  όλιγοψυχουμεν  και  νά  θρηνουμεν  σάν  μικρά  παιδία* 
μόνον  νά  έχετε  υπομ,ο^^ψ  και  νά  παρακαλήτε  τόν  δεσπότην  Χρΐ- 
στόν  διά  τό  καλλήτερον,  και  εί  μεν  ευδοκήσει  νά  τά  διόρθωση, 
χάρις  αύτώ*   ει  δε  καΐ  τά  αφήσει  Ιτζι,  θεομάχοι  δεν  ήμπορουμεν 

25  νά  γενουμβν,  άλλα  μόνον  θέλομεν  κυβερνηθή,  καθώς  ημπορέσει^ 
άν  καλά  καΐ  έλπίζομεν  εΙς  τό  έλεος  του  νά  διορθωθούν  καλλή- 
τερα  παρά  πρώτα.  "^ Ακουσε:  Άπό  τό  σεφέρι  της  Τάμπας,  όπου 
είναι  τώρα  σωστοί  25  χρόνοι  όπου  ένικήθη  ό  Κιουπρουλόγλης 
εις  τήν  Νεμτζίαν    καΐ    ήλθεν    ό  μεγάλος    έλτζής,    εΙς  την  Πόλιν 

30  δηλονότι,  έχουν  τόσοι  έλτζήδες  όπου  έρχονται  και  γυρεύουν  τά 
προσκυνήματα*  χαΐ  δν  καλά  και  έκριθήκαμεν,  άμή  πάλιν  τά  έγύ- 
ρευαν  και  μδς  ευγαλναν  τόν  χρόνον  άπό  25  καΐ  30  πουγγία• 
τώρα  ήθελε  διορθωθή  νά  λείψουν  τά  σκάνδαλα  τά  καθημερινά  και 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  297  — 

τά  έξοδα  τα  ύπέρογχα    χαί    θέλθ{Α6ν  χοιτάζει    τοΰ    λόγου  μας  να 
ζήαωμεν  χαθώς  ήμπορέσομεν;  Και  λοιπόν  αυτά  δποιος  Ιχει  νουν, 
δεν  τά  συλλογίζεται-  μόνον  ευχάριστα    τόν  θεόν  χαΐ  χάμνει  υπο- 
μον>^ν,  διά  νά  του  δώχη  ό  θεός  τό  Ιλεός  του,  ωσάν  όπου  είναι 
θεός    ελέους.   ΚαΙ  αυτά    τά  μαχζάρια    όπου  έκαμαν   τώρα  (=οί     5 
Δυτικοί),  εΤναι    τό  ουδετίποτα•  μόνον    θαρρείς    τά  χογγέτια   όπου. 
Ιχαμαν    οΐ  Φράγγοι  μέ  τόν    Σαλήχ-πασιάν  χαι  με  τήν  γερουσιαν 
των  υιών  της  απώλειας,  ή  τά  άλλα  χογγέτια   χαΐ  μαχζάρια  όπου 
εχαμαν  πρώτα    χαι  δστερα,    τους    ωφέλησαν    τίποτα;    ή  αυτός  ό 
φράρος  ό  υπερήφανος  έχατώρθωσε  τίττοτα;  Μόνον    ό  χαιρός  εΤναι    10 
όπου  τά  Ιχαμε  αυτά  όλα*   χαΙ  ας  ίδουμεν   εις    έχεΐνα    όπου  υπε- 
σχέθηχαν    οΐ    αντικείμενοι,    τάχα    τά  ενεργούν,    τάχα    γίνουνται; 
Δεν    έβαρεθήχετε    εΙς    τόν    κατήν    χάθε    χρόνον    νά    έξοδιάζετε; 
τώρα  όπου  έγίνηκεν  ετζι,  έλπίζομεν  νά  διορ&ωθουν  χαΐ    νά  έλευ- 
θερωθουμεν  άπό  τά  καθημερινά    συζαλα.    χίοιπόν    τά  δσα  χρειά-    15 
ζονται    κυβέρνησιν   έδώ,  ημείς    εχομεν  αυτών    τήν    εννοιαν    συν 
θεφ•     τά    δε    δσα    χρειάζονται    αύτου,     νά    τά    κάμνετε    είναι 
χρεία,    βχι  μόνον  ό  επίτροπος,  άλλα  καΐ  δλοι  υμεΤς  νά  στέκεσθε 
εΙς  τό  μοναστήρι  ωσάν  καΐ  πρώτα  καΐ  καλλήτερα*  νά  εΤναι  οι  πα- 
τέρες καΐ  τά  μοναστήρια  καΐ  μέσα  και  εζω  περισυμμαζομένοι*  οΐ    20 
χριστιανοί    νά  είναι  εΙς  τήν  έκκλησίαν  τους  με  τιμήν  και  έπιμέ- 
λειαν,  όπου  πρέπει.  Εις  τόν  Αβραάμ  νά  είναι  οι  αύτοι  διδάσκα- 
λοι, νά  διαβάζουν  τά  παιδία  γράμματα  μέ  τήν  αυτήν  έπιμέλειαν, 
καΐ  ή  άρχιερωσυνη  σου  καΐ  ξεχωριστά  γράφε  εις  τάς  χώρας  καΐ 
κάστρη  και  παρηγόρα  τους  χριστιανούς  νά  στέκωνται  εδραίοι.  Διά    25 
έκεΓνο  είς  τό  σπητι  άνατράφης  καΐ  έτιμήθης  —  καΐ  επαινώ  σε  — 
διά  νά  συντρέχης  καΐ  ή  άρχιερωσυνη  σου   εις  τοιαυταις  ώραις  καΐ 
όχι    νά    καρτερης  νά  σέ  γράψωμεν  ήμεΤς*   μόνον  νά  συλλογίζεσαι 
τι  πρέπει    νά  κάμνης    και    νά    τό  ενεργής  μοναχός  σου,  δχι  μέ 
δβρεις  καΐ  λόγια,  όπου  παρακινούν  σκάνδαλα,  αλλά  μέ  λόγον  ευαγ-    30 
γελιχόν.    Τρεις    χρόνους  έπεριπάτησεν  ό  προφήτης  Ησαΐας  ξεπό- 
λυτος,    οί  απόστολοι    έγίνηκαν    θέατρον  άγγέλοις  και  άνθρώποις. 
Αοιπόν  κοπίασον  και  αυτός  άπό  κελλί  εις  κελλί,  είς  τά  μοναστή- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  298  — 

ρια,  εις  ταΐς  έχκλησίαις,  δις  τους  ζένοος,  ε{ς  εντόπιους,  δις  χατζή- 
δες,  χαΐ  παρηγόρα  καθένα,  καθώς  πρέπει*  καΐ  δν  δεν  το  ήζεύρουν 
οί  δνθρωποι,  τό  γνωρίζει  ό  θεός*  καΐ  δν  σε  μέμφουνται  τινές, 
μέμνηαο  τό  '*  ζΐ  άνθρώποις  ήρεσκον,  Χρίστου  δούλος  ουκ  δν  ήμην  "• 

5  κδν  όλιγοψυχουν  οι  χριστιανοί  καΐ  οί  κυβερνήται,  παρηγόρα,  επά- 
λειφε. ΚαΙ  λοιπόν  αγωνίσου  τόν  καλόν  αγώνα  και  θέλει  γνωρισθη 
καΐ  παρά  θεώ  καΐ  παρά  άνθρώποις  ό  κόπος  σου.  ""Αν  ό  παπα 
κυρ  Δανιήλ  εΤναι  ακόμη  αύτου,  νά  διάβαση  τό  γράμμα  του  και 
νά  ένεργησης,    καθώς    γράφομεν    έκεΤ-    και  τό  παρόν  γράμμα  σε 

10  ορκίζω  εις  τόν  θεόν  νά  τό  διάβασης  εΙς  δλους  τους  πατέρας  ομ- 
πρός καΐ  εις  δλα  τά  μοναστήρια,  και  νά  Ιχωμεν  καΐ  γράμμα  σου 
διά  ταΓς  καλαΐς  σου  υγεία ις,  ?να  καΐ  τό  του  θεού  άπειρον  έλεος 
εΐη  μετά  σου.   1690  σειττεμβρίου  10,   άπό  Αδριανού. 


5. 

]^5  (Έγκύχλιος  ελέγχουσα  ψεοδεΤς  αγγελίας  περί  των  προσχυνη(χάτ<ον)  *. 

ΟΊ  απανταχού  ευρισκόμενοι  όρθοδοςότατοι  χριστιανοί,  πανιε- 
ρώτατοι  μητροπολΤται  καΐ  ύπέρτκμοι,  θεοφιλέστατοι  επίσκοποι,  έν 
άγίω  π^;εύματι  αγαπητοί  αδελφοί  καΐ  συλλειτουργοί  της  ημών  με- 
τριότητος•   όσιώτατοι  ιερομόναχοι    καΐ    πνευματικοί,    ευλαβέστατοι 

20  ιερείς,  λογιώτατοι  κληρικοί,  ευγενέστατοι  άρχοντες,  θεοφιλέστατοι 
προσκυνηται  του  Αγίου  Τάφου,  χρησιμώτατοι  πραγματευται  και 
δπαζ  ό  του  Κυρίου  χριστώνυμος  λαός,  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά 
της  ημών  μετριότητος,  χάρις  ειρήνη  και  έλεος  εΤη  υμΤν  απασιν 
άπό  θεού  καΐ  άπό  του  Παναγίου  Τάφου    βοήθεια  καΐ  επίσκεψις, 

25   παρ'  ημών  δε  ευχή  ευλογία  καΐ  συγχώρησις. 

*  Έξ  ΙδΙοο  χώδιχος  υπάρχοντος  έν  τη  βιβλιοθήχτ)  της  έν  Ίεροσολύμοις  πατριαρ 
χιχής  αιθούσης*  συνίσταται  έχ  φύλλων  χάρτου  67*  έπιγραφήν  Βέ  τοιαύτην  έχει•  «^Ισα 
τών  γενομένων  συνο^ιχών  χατά  τών  νεωτερισμών  των  έπισχόπων  του  δρους  Σίνα  άπό 
της  πατριαρχείας  τών  άοιδίμων  πατριαρχών  Ιερεμίου  Κωνσταντινουπόλεως  χαι  Γερμα- 
νού Ιεροσολύμων  χαι  χαθεξης  μέχρι  τών  νυν  άγιωτάτων  χαι  μαχαριωτάτων  πατριαρ- 
χών, Καλλινίχου  Κωνσταντινουπόλεως  χαι  Ιεροσολύμων  χυρίου  Δοσιθέου,  του  θειοτάτου 
αύθεντός  ημών  χαι  δεσπότου».  Τό  νυν  εχδιδόμενον  έγχύχ).ιον  γράμμα  περιέλαβεν  εξ 
σελίδας  τούτου  του  χώδιχος  (φ.  37β•40α). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  299  — 

Τριαχοσίους  δέχα  οκτώ    χρόνους    ήτον    ίπάνω   εΙς  τό  "Αγιον 

Στυήλαιον  τό  δϊδωλον  του  "^Αδωνε,  χαΐ  εις  εξακόσιους  δεκαπέντε 
εκαυσε  τα  προσκυνήματα  ό  περσάρχης  Χοσρόης  καΐ  έκαταρήμαζε 
τα  μοναστήρια  της  ερήμου,  τους  πατέρας  έσφαζε  και  τους  χρι- 
στιανούς άγόραζον  οι  Εβραίοι  και  εσφαττον  και  δν  καλά  και  δ  Μό-  5 
δεστος  έκαμε  κάποιαις  άνακαίνισαις  και  ό  βασιλεύς  Ηράκλειος  εις  τους 
έζακοσίους  εικοσιπέντε  ήφερε  τά  τίμια  ζυλα  εις  την  Ιερουσαλήμ  καΐ 
ανακαίνισε  καΐ  μερικά  των  κατασκαμμένων*  όμή  εις  τόύς  εξακό- 
σιους τριάντα  έτττά  έπήρεν  6  Όμέρης  τήν  Ιερουσαλήμ  καΐ  τους 
αφανισμούς  όπου  έκαμε,  ποι^ός  νά  τους  γράψΐ[);  Τόσον  μόνον  νά  10 
ειπουμεν,  8τι  6  πατριάρχης  Σωφρόνιος  μήν  ήμπορώντας  νά  υπάγη 
εΙς  τήν  Βηθλεέμ  νά  προσκύνηση,  έκαίετον  από  τά  δάκρυα.  Τόσα 
ήσαν  τά  κακά  μεγάλα,  όπου  μετά  τόν  Σωφρόνιον  είκοσι  εννέα 
χρόνους  Ιμεινεν  ό  θρόνος  χωρίς  πατρίάρχην.  Έπι  δε  του  Κο- 
πρωνύμου,  ό  Άβδελας  ό  άρχων  των  Αράβων  έπρόσταξε  σταυρός  15 
νά  μή  φαίνεται  εΙς  τά  Ιεροσόλυμα,  και  τους  καλογήρους  έχα- 
ράτζωσε,  καΐ  τά  σκεύη  του  Αγίου  Τάφου  και  των  λοιπών  προ- 
σκυνημάτων τά  έπήρασιν  οι  Εβραίοι•  καθώς  και  εις  τους  εξα- 
κόσιους όγδοήντα,  είς  τήν  δκτην  οίκουμενικήν  σύνοδον,  τόσον  ήτον 
τά  προσκυνήματα  καταφρονεμένα,  όπου  τόν  πατρίάρχην  θεόδωρον  20 
εΤχασιν  έζωρισμένον  δύο  χιλιάδας  μίλια  μακρά(ν)  άπό  τήν  Ιερου- 
σαλήμ. Έπι  Μιχαήλ  του  Κουροπαλάτου,  ήτοι  είς  τους  οκτακό- 
σιους δέκα,  τόσος  αφανισμός  έγίνηκεν  είς  τά  προσκυνήματα  και 
διωγμός  εΙς  τους  χριστιανούς,  όπου  δλοι  έφυγαν  είς  τήν  Κύπρον 
και  εις  τήν  Κωνσταντινούπολιν,  καθώς  σημειώνουσι  κοινώς  δλοι  2δ 
οι  Ιστορικοί  και  μαρτυρεΤ  καΐ  ό  βίος  Μιχαήλ  του  Συγκέλλου.  Εις 
τους  έννακοσίους  εξήντα,  πατριαρχοΰντος  Χριστοδούλου,  κατέστρε- 
ψαν ο  ι  Σαρακηνοί  καΐ  κατέσφαξαν  τους  Χριστιανούς  της  Ιερου- 
σαλήμ και  τά  προσκυνήματα  κατεπάτησαν.  Και  εις  τους  έννεακο- 
σίους  ό-^ι^οΎΐ^τα  τρεΐς  κατέκαυσαν  τόν  ναόν  του  Αγίου  Τάφου  καΐ  30 
Ίωάννην  τόν  πατρίάρχην  και  δν  καλά  και  άνακαινίσθη,  άμή  οι 
ΈβραΤοι  έγραψαν  εΙς  τόν  σουλτάνον  του  Μπαγδατίου,  8τι  οι  χρι- 
στιανοί έρχονται  πολλοί,  πλήθος    άπειρον    εις    ίστορίαν  του  νέου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  300  — 

ναού,  χαΐ  βούλονται  να  κοριβύσοϋν  χ«1  την  Ίεροασαλή]!.  Όθεν 
εστβιλεν  ό  Άζίζιος  καΐ  τον  έχαταχρέμισε  δεύτερον,  καΐ  δατερον 
Μιχαήλ  ό  Παφλαγών  χαΐ  ό  Μον^αχος  με  πολλούς  χ^πο^ς  τύν 
ανακαίνισαν.  ΕΙς  τους  χιλ&ος  όγδοηντα  επτά  έπήρασιν  ο{  Δατΐνοι 
5  τήν  Ιερουσαλήμ  καΐ  έζέβαλον  άπό  τα  προσκυνήματα  καΐ  μεγάλα 
μ<}ναστήρια  τόν  Ιεροσολύμων  Συμεών  χαΐ  έχάμασι  πατριάρχην 
Φράγκον,  καΐ  ε!ς  τήν  Ναζαρέτ  Καισάρειαν  Σεβάστειαν  Βηθλεέμ 
Έλευθερούπολιν  Πέτραν  %αΙ  Αύδδαν  έχάμασιν  έπισχοπους  Φράγ- 
κους, καΐ  έστάθησαν    τά   τοιαύτα    χρόνους    όγδοηντα  έτττά,  δτε  ό 

10  σουλτάνος  Σαλαδΐνος  πολεμώντας  μέ  τους  Φράγκους  έ(γ)χρέμ(σεν 
έχ  θεμελίων  δλα  τά  περίφημα  χάστρη  της  Ιερουσαλήμ  Παλαι- 
στίνης και  Γαλιλαίας,  και  κατέσκαψβν  καθάπαξ  8λα  τά  μοναστή- 
ρια• και  πέρνοντας  τήν  Ιερουσαλήμ  έγκρέμισεν  τά  προαύλια  του 
^Αγίου  Τάφου  καΐ  ευγαλε  τά  παράθυρα,    καΐ    &ν    Ιλειπεν  ή  έπι- 

15  μέλεια  καΐ  πρεσβεία  του  αύτοκράτορος  Ίσαακίου  του  Αγγέλου,  έχ 
θεμελίων  ήφάνιζε  τους  αγίους  ναούς  του  Αγίου  Τάφου  καΐ  της 
Βηθλεέμ*  ό  δε  υιός  του  Σαραφαντίνης  και  το  τειχόκαστρον  κα- 
τέσκαψεν  της  Ιερουσαλήμ  και  τήν  άφήκεν  ως  κώμην.  Εις  ολίγα 
λόγια,  άπό  χίλιους  σαράντα  επτά   έως    χιλίους  τριακοσίους  οκτώ, 

20  πότε  επερναν  τήν  Ιερουσαλήμ  οι  Φράγκοι  καΐ  έβαλναν  πατριάρ- 
χας  Φράγκους  καΐ  έδιωχναν  τους  "Ρωμαίους,  πότε  πάλιν  τήν 
επερναν  οΐ  ^Αραβες  καΐ  έδιδαν  τήν  έζουσίαν  εις  τους  Τωμαίους. 
ΈπΙ  δέ  Ιωάννου  του  Καντακουζηνού  ήλθαν  είς  τά  Ιεροσόλυμα 
Φράγκοι  καΐ  πολεμούν  τους  πατριάρχας    έως  τήν  σήμερον,  τώρα 

2δ  τριακόσιους  εξήντα  χρόνους,  μέ  διαφόρους  τρόπους  και  πονηρίας 
καΐ  ζημίας•  καΐ  πότε  πολεμούν  αυτοί  μοναχοί  τους,  καΐ  πότε  ση- 
κώνουν τους  Αρμενίους  και  ^Ελλους  αιρετικούς  καΐ  πολεμούν  άντ' 
αύτων.  ΚαΙ  διά  νά  άφήσωμεν  τά  πολλά,  έπΙ  Σωφρονίου,  τώρα 
έκατύν  εΤκοσι  χρόνοι,  έπηρασιν  οι  Φράγκοι  μέ  πονηρίαν  τύ  "Αγιον 

30  Σπηλαιον  καΐ  τύν  μισόν  'Άγιον  Γολγοθαν,  καΐ  έδωκεν  δ  Σωφρόνιος 
δώδεκα  χιλιάδας  φλωρία  καΐ  έπηρέν  τα  οπίσω.  ΚαΙ  Αν  καλά  καΐ  ό 
κυρ  Θεοφάνης  (είς  τους)  χιλίους  έξαχοσίου;  τριάντα  τρείς  (χρό- 
νους) επήρε  μέ  κρίσιν  του  Ντιβανίου    τά  προσκυνήματα  βλα  άπό 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  301  — 

τους  Φράγχοος,  άμή  8?ς  τβας  χιλίοας  ΆοΐΜοΙοος  τριάντα  πέντε 
πάλιν  τά  έπηρααιν  οι  Φράγχοι  χαι  τά  έβάσταζαν  δυο  χρ(}νους  σω- 
στούς- 8{ς  δέ  τους  χιλίοος  έζακοσίοος  τριάντα  επτά  πάλιν  τά  έτπ)- 
ρεν  σον  βεφ  ό  χυρ  Θεοφάνης.  Εις  τοος  χιλίους  έξαχοσίοας  πενήντα 
έζη  έχρέμασαν  μέσα  οι  Άρμένιδες  χανδήλια  χαΐ  τά  ευγαλεν  6  5 
χΰρ  ΠαΓσιος  πάλιν  μετά  μορίων  χέπων  χαΐ  εξόδων.  Τώρα  πά- 
λιν άπό  χιλίοας  έζαχοσίους  έζηντα  δύο,  όπου  Ιχαμαν  άγάπην 
οι  Νέμιτζοι  μέ  τους  Τούρχους,  άρχισαν  ο{  Παπίσται  νά  γυρεύουν 
τά  προσχυνήματα  μέ  έλτζηδες  μέ  άσπρα  χαΐ  μέ  άλλους  τρόπους, 
χαΐ  δέν  ίσχυσαν.  Εις  δέ  τους  χιλίους  έζαχοσίους  εβδομήντα  τεσσά-  10 
ρους  έπήγεν  εις  τήν  Ιερουσαλήμ  έλτζής  Φράντζας,  τάχα  διά 
προσχύνησιν,  καΐ  ρρεύοντας  νά  εξουσιαστή  τον  "Αγιον  Τάφον 
έσχότωσβ  Ιναν  άδελφόν  χαΐ  έσαχάτευσε  τίαΐ  δύο.  "Οθεν  έχρίθη- 
μεν  εΙς  Άδριανούπολιν  χαι  έττήραμεν  όρισμόν  χαΐ  τους  άποβάλα- 
μεν,  χαθώς  χαι  προτίτερα.  "ϊστερον  πάλιν  οι  έλτζήδες  όλωνών  15 
των  Παπιστών  χαΐ  αύτοΙ  οί  Φράγχοι  έπολέμησαν  μέ  διαφόρους 
τρόπους  χαΐ  μάλιστα  μέ  πλήθος  χρημάτων,  άμή  δέν  τους 
ηχούσαν. 

Τώρα  χιλίους  έξαχοσίους  ενενήντα    6    έλτζής    τής    Φράντζας 
ήλθε  χαΐ  τί  εΤπε  χαΐ  τί  ίσχυσε,  οί    φρόνιμοι  τά  καταλαμβάνουν.    20 
Του  εδωχεν  ή  βασιλεία  δμως  όρισμόν    νά  προσκυνούν  πρώτα  χαΐ 
δχι    νά  εξουσιάζουν.  ΔυτοΙ    δμως    επήγαν    εις    τά    προσκυνήματα 
καΐ    έκαμαν    ωσάν  λησται    φονεις    καΐ  κλέπται,    καΐ    ήμεΤς    δμως 
αυτό  τό  κακόν  νά  γένη,  δν  καλά  καΐ  δέν  ήθέλαμεν  νά  τό  άκού- 
σωμεν,  ουδέ  καν  νά  τό  ίδουμεν*  άμή  πώς  έγινεν  εύχαριστήθημεν,    2δ 
δτι  έμπεζερίσαμεν  κάθε  χρόνον  νά  μας  ζητούν  οί   άδικοι  νά  κά- 
μνωμεν  καινούριους  τους  ορισμούς  μας  και  νά  περνούν  άπό  δεκα- 
πέντε καΐ  είκοσι  πουγγιά.  Τους  Φράγκους  έδιωχναν  καΐ  άπό  ήμας 
έγύρευαν  εκατόν  επτά  χιλιάδας  γρόσια  χρέος  ηδραμεν  όπου  έγιναν 
εις    τόν  καιρόν    του    κυρ   Παΐσίου,    χαΐ    τά    εύγάλαμεν   συν  θεώ-    30 
και  τώρα  άπό  τά  σκάνδαλα  τών  κατηραμένων    και  αναθεματισμέ- 
νων  αιρετικών    Λατίνων    κινδυνεύει    νά  γεντ^    τό    πρώτον    χρέος. 
ΚαΙ  τότε    μέν.  ήσαν    χατζήδες    πολλοί,    ή    Βλοχομπογδανίαις    και 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  302  — 

'Ροόμελαις  εις  εόταχίαν•  άμή  τώρα  εΤναι  δλα  τά  εναντία  καΐ 
ήταν  χρεία  σαν  χορυφωθη  το  χρέος,  νά  φύγωμεν  άπ'  έχει  δλοι 
χαΐ  νά  εξουσιάσουν  οι  αιρετικοί  δχι  μόνον  τά  προσκυνήματα,  άμή 
εξ  ολοκλήρου  καΐ  τά  μοναστήρια  μας.  Άμή  τώρα  ή  θέλει  τά 
5  διορθώσει  6  θεός,  όπου  νά  ζήσωμεν  μέ  ειρηνικήν  κατάστασιν, 
ή  θέλομεν  ησυχάσει,  κδν  νά  λείπωμεν  άπό  το  υτυερογκον  χρέος. 
"Οθεν  αυτό  όπου  τινές  χριστιανοί  αυτοΰ,  όπου  φαίνονται  νά  έχουν 
μόρφωσιν  ευσέβειας,  τήν  δέ  δυναμιν  αυτής  αρνούνται,  και  καθώς 
δταν     οΐ    ορθόδοξοι     εΤχαν     τά     προσκυνήματα     έξ     ολοκλήρου, 

10  ευρίσκασιν  αιτίας  άπό  τόν  πατέρα  τους  τον  Διάβολον  καΐ 
έ|3λασφημουσαν  διαφόρως  τά  προσκυνήματα  καΐ  εμπόδιζαν  τήν 
έλεημοσύνην  τών  χριστιανών  νά  δίδεται  εις  τόν  "Αγιον  Τά- 
φον,  καθώς  και  οι  ΈβραΤοι  έβλασφημουσασιν  διαφόρως  τόν 
κύριον  ημών  Ίησουν  Χριστόν  και    εμπόδιζαν  τήν  προς  αυτόν  πί- 

15  στιν — δθεν  ό  θεός  όπου  έλεγεν  εις  τήν  πάλαιαν  Γραφήν  νά  τους 
έχτ[]  τέκνα  του,  τότε  τους  ελεγεν  δτι  "  υμεΐς  έκ  του  πατρός  του 
Διαβόλου  έστέ  " — ,  τώρα  πάλιν  καΐ  αύτοΙ  οι  ψευδοχριστιανοί,  τό- 
σον ιερωμένοι  ανίεροι,  δσον  και  λαϊκοί,  λέγόυσι  ρήματα  καταπον- 
τισμου  και  ευγαλμένα  άπό  τήν  καρδίαν  του  Διαβόλου,  δτι  δηλαδή 

20  ή  βασιλεία  τους  ορθοδόξους  άπέβαλεν  άπό  τά  προσκυνήματα  καΐ 
δτι  οι  Φράγκοι  έξ  ολοκλήρου  τά  έκυρίευσαν  και  άλλα  τοιαύτα* 
οϊτινες  δτι  ψεύδονται  προφανώς  και  έθελοντι  κακουργοδσιν,  εΤναι 
φανερόν.  Πρώτον,  δτι  ή  βασιλεία  τώρα  άν  θελήσωμεν  όρισμόν  νά 
ήμεθα  εις  τά    προσκυνήματα    οίκοκυροί  μετά    τους  Φράγκους,  τόν 

25  δίδει•  άμή  ήμεΐς  δεν  θέλομεν  νά  λειτουργοΰμεν  έκεΐ  όπου  λει- 
τουργούν οί  αιρετικοί  και  νά  κοινωνουμεν  τοΐς  άκοινωνήτοις,  φυ- 
λάττοντες  καθαράν  τήν  όρθοδοξίαν  και  μάλιστα  όπου  έλπίζομεν 
ταχέως  νά  τους  καταστρέψη  και  νά  τους  ταπείνωση  ό  Κύριος* 
δεύτερον,  δτι  ήμεΐς  μέσα  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον  έχομεν  εικοσιτέσ- 

30  σάρα  κανδήλια  και  οι  Φράγκοι  και  οί  Άρμένιδες  και  δλοι  οί  αιρε- 
τικοί εχουσιν  είκοσι*  πώς  εΤμεσθεν  ήμεΓς  Ιξω  του  Άγιου  Τάφου; 
01  Φράγκοι  λειτουργούν  μέσα  είς  τόν  "Δγιον  Τάφον.  ""Αν  θέλω- 
•μεν,  λειτουργοΰμεν  και  ήμεΓς*   καΐ  πώς  ήμεΤς    εϊμεσθεν  βξω  του 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  303  — 

Αγίου  Τάφου;  Τοδ  Άγιου  Γολγοθά  τό  χαθολίχόν  τό  δφηκεν  6 
Κύριος  έλόχληρον  εις  χείρας  μας  και  λειτουργοΰμεν  χωρίς  νά  Ιχτ[] 
τινάς  ίλλος  μετοχήν  άπ'  αυτό•  χαΐ  πώς  μας  επήραν  οι  Φράγχοι  τά 
προσχυνήματα;  Άκόμι  μέσα  εΙς  τον  "Αγιον  Τάφον  ήμεϊς  Ιχομεν 
τό  Καθολιχόν,  τόν  Πρόδρομον,  τήν  Παναγίαν  καΐ  δλλα  τόσα  πα-  5 
ραχλήσια.  ΕΤτα  μέσα  εΙς  τά  ^Ιεροσόλυμα  οι  Τωμαΐοι  έχουν  τρι- 
άντα μοναστήρια  καΐ  εκκλησίας,  και  εξω  χωριστά  άπό  έκεΤνα 
όπου  έχουν  είς  τήν  Άγίαν  Βηθλεέμ,  τήν  λαυραν  του  αγίου  Σάββα 
και  τό  περίφημον  μοναστήριον  του  αγίου  Ήλιου  και  του  Πεζαλα, 
και  τό  μοναστήριον  του  Σταύρου  τό  μέγα  και  πολύ,  τό  όποιον  ΐθ 
εΤναι  καΐ  των  χριστιανών  προσκύνημα,  καΐ  τό  Καθολικόν  της 
Αγίας  Ναζαρέτ,  καΐ  Ιτι  τόσαις  έκκλησίαις  καΐ  κάστρη  καΐ  χώραις 
των  ορθοδόξων  χριστιανών  εΤναι.  Έτι  είς  τήν  Ιερουσαλήμ  δχι 
μόνον  τά  χρέη  χρειάζουνται  κυβέρ^Λ^σιν,  δχι  μόνον  τά  προσκυνή- 
ματα και  τά  μοναστήρια  καΐ  έκκλησίαις  θέλουν  τήν  τιμήν  τους  καΐ  15 
τήν  δόξαν  τους,  κατά  τήν  ένέργειαν  της  καθολικής  εκκλησίας,  δχι 
μόνον  οΐ  ιερείς,  οι  άρχιμανδρΐται,  οι  πρωτοσύγκελλοι  καΐ  οι  λοι- 
ποί πατέρες,  όπου  υτυηρετουν  εις  τά  προσκυνήματα  και  τά  μονα- 
στήρια, οϊτινες  είσΐν  άνθρωποι  του  θεού  ήγιασμένοι,  επειδή  ζώσι 
κατά  Χριστόν  Ίησουν,  χρειάζουνται  τήν  άναγκαίαν  τους  κυβέρ-  20 
νησιν  δχι  μόνον  οι  ίερεΤς,  όπου  είναι  είς  βλον  τόν  άποστολικόν 
θρόνον,  χρειάζουν  βιβλία,  ιερά  (=  άμφια)  και  τά  άλλα  τους  αναγ- 
καία άπό  του  Αγίου  Τάφου  τήν  έλεημοσύνην,  δχι  μόνον  οι  έν 
Ιερουσαλήμ  ορφανοί  και  τττωχοί  καΐ  χήρες  κυβερνώνται  άπό  τήν 
έλεημοσύνην  του  Αγίου  Τάφου,  άλλα  και  φυλακωμένοι  έλευθε-  25 
ρώνουνται  και  δούλοι  άπολυτροΰνται  και  γυμνοί  και  κουρσευμένοι 
περιποιούνται.  Στάμπαις  φτιάνουνται,  βιβλία  τυπόνουνται  και  άλλα 
μεγάλα  καΐ  θαυμαστά  γίνονται  άπό  τήν  έλεημοσύνην  του  Αγίου 
Τάφου.  "Οθεν  και  διά  ταΐς  αίτίαις  τούταις  δεν  εΤναι  ή  ελεημοσύνη 
τοδ  Αγίου  Τάφου  απλώς  ελεημοσύνη,  άλλα  είναι  χρέος,  καθώς  30 
παραγγέλλει  ό  μακάριος  Παύλος  είς  ταΓς  έπιστολάϊς  του,  τόσον  όπου 
άφήκασιν  οι  απόστολοι  τό  κήρυγμα  του  ευαγγελίου  προς  καιρόν 
και  επιμελούνταν    νά  συνάζουν    και  νά  στέλνουν    έλεημοσύνην  είς 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  304  — 

τους  πτωχούς  της  Ίβρουσαλή(ΐ,  χαθώς    φαίνεται    εΙς    τάς  πράξβις 
των  (Ιτγίων  αποστόλων. 

ΚαΙ  λοίτυόν  ώς  έχει  όπου  Ιπρεπεν  οι  όρθ<(δοζθ(  χριστιανοί, 
χαΐ  ο{  μεγάλοι  χαΐ  οί  μιχροί,  νά  συντρέχουν  χαΐ  νά  βοηθούν  χαί 
5  μέ  λόγον  χαΐ  με  Ιργον  χαί  με  πασαν  έπιμέλειαν  νά  δίδεται  πλου- 
σιοπάροχος βοήθεια  χαί  ιχανή  ελεημοσύνη  είς  τόν  "Αγιον  Τάφον, 
τινές  όπου  είναι,  χαθώς  εΤπαμεν  παραπάνω,  τόσον  ιερωμένοι,  δσον 
χαΐ  λαΐχοί,  δντες  ραδιουργοι  χαΐ  μεστοί  πάσης  πονηρίας,  ών  ή 
γλώσσα  λαλε?  είς    τό  ϋψος    όδιχίαν,    ώς  δολία,  χαΐ  τάφος    όνεω- 

10  γμένος  ό  λάρυγζ  αυτών,  ό  νους  αυτών  μεταβεβλημενος  είς  άδό- 
χιμον  νουν,  ή  διάνοια  αυτών  έσχοτισμενη,  τά  χείλη  αυτών  άλαλα^ 
ή  χαρδία  αυτών  χατοιχητήριον  δαιμόνων  χαί  πηγή  πάσης  ανομίας 
αμαρτίας  και  ασεβείας,  ή  δψις  αυτών  δψις  πόρνης,  προδόται  της 
εύσεβείας,  ώς  άλλος    Ιούδας,    εχθροί  τών    σεβασμίων  προσκυνη- 

15  μάτων,  ώς  "Άννας  χαΐ  Καϊάφας.  Διά  της  χρηστολογίας  λεγουσιν 
εις  τους  χριστιανούς  ρήματα  χαταποντισμου,  χαθώς  χαι  ό  δφις 
έλάλησε  τζ  Ευα  με  λόγον  γλυχύν  τήν  συγχοφαντία(ν)  του  παρα- 
δείσου• δθεν  λέγονται  χαΐ  οί  τοιούτοι  γεννήματα  έχιδνών.  Τόν 
προφήτην  Δανιήλ  ηύλαβήθησαν  οί  λέοντες  εις  τήν  Βαβυλώνα,  χαί 

20  οί  τοιούτοι  καταφρονούν  τήν  πατρίδα  τών  αποστόλων  και  προφη- 
τών. Τόν  Ίωναν  άφήκεν  τό  κήτος  άπείρακτον,  και  οί  τοιούτοι 
μελετούν  καταστροφήν  της  πόλεως  της  αγίας.  Τόν  προφήτην  Ήλίαν 
οί  κόρακες  ετρεφον,  και  οί  τοιούτοι  εμποδίζουν  τήν  χυβέρνν]σιν 
τών  τοσούτων  αγίων  προσκυνημάτων  της  τυόλεως,    της  αγίας  Ίε- 

25  ρουσαλήμ,  όπου  εΓπαμεν  παραπάνω.  Τους  τόπους  εκείνους  έτί- 
μησαν  πάντοτε  οί  βασιλείς  καΐ  οί  πατριάρχαι  καΐ  όλος  ό  κόσμος, 
και  οί  τοιούτοι  τους  εξυβρίζουν  καΐ  τους  βλασφημούν,  αν  καλά 
και  μέ  άπάταις,  κατά  τό  ϊδιον  του  Διαβόλου,  όπου  είναι  σκότος 
και  είτα  φαίνεται  φώς,  ?να  έλκυση  τινάς  διά  τό  νομιζόμενον  φώς 

30  εις  τό  άληθινόν  σκότος•  όθβν  καΐ  τέκνα  του  Διαβόλου  είσίν  οί 
τοιούτοι  χαΐ  λέγονται.  ΟύαΙ  αύτοΐς,  κατά  τόν  προφήτην  Ήσαΐαν, 
ότι  λέγουσι  τό  καλόν  κακόν  καΐ  τό  κακόν  καλόν  μάλιστα  οί  τοι- 
ούτοι εΤναι  έπαατάρατοι  και  αναθεματισμένοι•  λέγει  γάρ  ή  Γραφή* 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  305  — 

"  δστις  λέγει  τό  δίχαεον  αδιχον  καΐ  τό  δδιχον  δίχαιον,  έπιχατάρα- 
τός  έστι".  Έχδίνοις  δε  τοΤς  όρθοδόξοις  όπου  συντρέχουν  χαΐ  βοη- 
θούν τόν  Ζωοδόχον  Τάφον  εις  τό  χαταδύναμιν  χαΐ  λόγω  χαΐ  εργφ, 
ως  ευλόγα  χαΐ  δγια  χαΐ  δίχαια  πράττοντας  και  ζηλωτάς  δντας  της 
αγίας  χαι  ορθοδόξου  πίστεως,  δωη  ό  Κύριος  έλεος  έν  τω  παρόντι 
αΐώνι,  έν  δε  τω  μέλλοντι  άξιώση  αυτούς  της  δνω  Ιερουσαλήμ 
μετά  των  πρωτοτόκων  των  απογεγραμμένων  έν  ούρανοΐς*  ή  δέ 
χάρις  του  κυρίου  ημών  Ίησου   Χρίστου  έστω  μεθ'  υμών  (1690). 


6. 

('Ρώσσος  ιερομόναχος  αναγορευθείς  έπιτίμως  άρχιριανορίτης  τοΰ  Γολγοθά)  ^. 

Ή  μετριότης  ημών  πασι  τοΤς  έντυγχάνουσι  τω  παρόντι  αυτής    10 
πατριαρχικω  γράμματι    ένδόζοις    ίερωμένοις    και  λαΐκοΐς,  δρχουσί 
τε  καΐ  άρχομένοις,  δήλον    ποιεί,  8τι  έλθόντα    ενταύθα  έν  Άδρι- 
ανουπόλει,  μετά  του    ενδοξότατου    και    μεγαλοπρεπέστατου    μεγά- 
λου πρέσβεως  της  μόνης  ορθοδόξου  και  θειοτάτης    αυτοκρατορίας 
κυρίου    κνέζη    Δημητρίου    Μιχαηλοβίτζη    Γαλίτζινου,    τον    όσιώ-    15 
τατον  και  αίδεσιμώτατον  ίερομόναχον  και  π^^ευματικόν  παπαν  κυρ 
Σίλβεστρον  τόν  έπικαλουμενον — [βίο] — καΐ    ίδουσα  αυτόν  ειδήμονα 
δντα  όπωσουν  των  ιερών  βιβλίων^   όρθοδοξότατον  και  έν  τοις  έχ- 
κλησιαστικοϊς  πράγμασι    πρακτικώτατον    και    εύλαβέστατον,  ήβου- 
λήθη  τιμήν    τίνα    αύτω  δούναι  και  περιποιήσθαι  χαρίσμασί  τισι    20 
πνευματικοΐς.  ϊοιγαρουν  έχοντα    τό  ένδόσιμον  υπό  πολλών  εγκρί- 
των αρχιερέων,  ώστε  άναδέχεσθαι  τους  τών  προσερχόμενων  αύτω 
ορθοδόξων  λογισμούς  και  οίκονομεΤν     έκάστω  τήν  σωτηρίαν,  καθά 
έχει  δκαστος    δυνάμεως    τε    και    προαιρέσεως,    και    μήτε    βαρύν 
εΤναι  τοις  έπιτιμίοις  μήτε  λίαν  άνετον — τό  μεν  γάρ  είς  άπόγνωσιν    25 
φέρει,  τό  δέ  εκλυτον  ποιεί  τόν  προσερχόμενον,  δι'  δ  και  βασιλική 
όδώ  βαδιστέον  κατά  τό  λόγιον    τους    δέ    προς  τό  της  ίερωσυνης 
αξίωμα  έφιεμένους  έλθεΤν  δντως  οφείλει  άνερευναν,  ώστε  μή  λα- 

*  Έχ   του  411-ου    χώοιχος    της  Ίεροσολομιτίχής  εν  Κωναταντινοοπόλει  βίβλιοθή- 
χης,  σβλ.  882. 

20 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  306  — 

θεΐν  εαατόν  βεβήλοις  σχεόεσιν  έμπιστευειν  τα  άγια  χαΐ  έτερων 
χοινωνεΤν  άμαρτίαις — και  Ιτι  δδειαν  χείρειν  μοναχούς  μιχροσχή- 
μους  τε  χαΐ  μεγαλόσχημους,  οπουδήποτε  τούτο  μετ'  ευλα|3ε{ας 
αιτουμένους,  εϊ    τε    δια  παντός  του  εαυτών    ^ίου  προέλοιντο  δη- 

5  λαδή,  εϊ  τε  έν  ταΐς  έσχάταις  αυτών  άναπνοαϊς•  ταύτα  ή  μετριό- 
της  ημών  έπιβεβαιοΐ  αύτώ  χαι  επισφραγίζεται.  Επειδή  δε  οι 
θείοι  κανόνες  διακελεύονται,  ϊνα  οί  δεχόμενοι  τους  λογισμούς  τών 
ανθρώπων  πρεσβύτεροι  περ(  τίνων  δγκον  και  δυσχέρειαν  εχόντων 
αμαρτημάτων  έρωτώσι    περί    της    οικονομίας  αυτών  τους  έπισκό- 

10  πους,  ή  μετριότης  ημών  γνώσιν  εχοντι  και  πράζιν  ίκανήν,  ως 
εϊρηται,  έν  τοις  έχκλησιαστικοΐς  πράγμασι,  και  ταύτην  έδωσεν 
αύτώ  την  έζουσίαν,  ώστε  μόνος  και  δνευ  επισκοπικής  έπικρίσεως 
διακρίνειν  και  οίκονομεΐν  και  περί  τούτων  ϊτι  έδωρήσατο  αύτώ 
βαθμόν  εγκριτον,    ώστε    είναι    και    λέγεσθαι  αύτον  άρχιμανδρίτην 

15  του  σεβασμίου  καΐ  άγιωτάτου  δρους  Γολγοθά,  ούχ  ώστε  να  ζητη 
καΐ  λαμβάνη  έλεημοσύνην  παρά  τών  χριστιανών  περί  του  ζωο- 
ποιού προσκυ^^ίματος  τούτου,  άλλ'  ϊνα  φανερά  ποιη  έν  παντί 
τόπω,  έν  παντι  καιρώ  και  έν  παντι  προσώπω  τάς  έπιβουλάς  τάς 
συκοφαντίας  τάς  αδικίας  καΐ  τά  λοιπά  εϊδη  τών  κακών,  ίττινα  οϊ  τε 

20  εθνικοί  οϊ  τε  αιρετικοί  προξενουσι  εκείνη  τη  αγία  τών  εκκλησιών 
μητρί,  και  ϊνα  κηρύττη  τά  ανδραγαθήματα  και  τάς  πάλεις  και 
νίκας,  δς  ποιουσι  κατά  τών  τοιούτων  οί  έν  τη  αγία  πόλει  Ιερου- 
σαλήμ ενασκούμενοι  όσιώτατοι  πατέρες,  φυλάττοντες  εκείνον  τόν 
άποστολικόν  και  πρώτιστον  θρόνον  και  τάς  ύποκειμένας  αύτώ  έκ- 

25  κλησίας  πάσης  προσβολής  τών  αντικειμένων  και  εχειν  έν  τιμή 
έν  τή  ευαγγελική  διδαχή,  έν  τη  έπιδόσει  και  αύςήσει  τής  ορθο- 
δόξου πίστεως  και  έν  τοΤς  χρηστοΐς  ήθεσι  καΐ  τη  κατά  Χρι- 
στον  ζωή,  ώστε  χαίρειν  τους  άκούοντας  ορθοδόξους  περί  τών 
τελουμένων  τούτων  έν  τη  πόλει    του    μεγάλου    βασιλέως  Χρίστου 

30  καΐ  δοςάζειν  τόν  έπΙ  πάντων  και  έν  τριάδι  θεόν  θαυμαστά  και 
παρ'  ελπίδα  μεγάλα  καΐ  εξαίσια  ποιοΰντα  προς  τιμήν  του  ορθο- 
δόξου γένους*  δξει  δε  ή  άγιωσύνη  αύτου  τους  μισθούς  παρά  του 
Κυρίου  και  τά  έξης  έν  τη  βασιλείοι  αύτου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  307—- 

Εδόθη    έν    Άδριανοοπόλει,    έν    τω    σωτηρί»•)    (Ιτει)    1701, 
μηνΐ  αΰγοόστω. 


7. 

(ϊυμφωνητιχόν    περί  των  έν  Παλαιστίντ(]    σχολείων,    α  σιινέστη  δια  των  άφιερωΟέντων 

χρημάτων   υπό  Γεωργίου  του  Καστριώτου)  *.  5 

Δοσίθεος    ελέω    θεού    πατριάρχης    της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ και  πάσης  Παλαιστίνης. 

Ή  μετριότης  ημών  αποφαίνεται  δια  του  παρόντος  αυτής  πα- 
τριαρχικού γράμματος,  δτι  ό  εντιμότατος  και  ευγενέστατος  δρχων  ίο 
μέγας  κόμισος  του  υψηλοτάτου  αυ&έντου  πάσης  Ουγγρο[3λαχίας 
κυρίου  Ιωάννου  Κωνσταντίνου  Μπασσαράμπα  βοεβόδα,  κύριος 
Γεώργιος  Καστριώτης,  άφιέρωσεν  εις  τόν  "Αγιον  Τάφον  δύο  χι- 
λιάδες και  εξακόσια  πενήντα  άσλανία  γερά  με  συμφωνίαν  τοιαύτην 
δτι  να  δίδη  ό  ** Αγιος  Τάφος  Ιξ  τα  εκατόν  τόν  χρόνον,  ήτοι  εις  ΐ5 
τά  χίλια  άσλανία  έξήκοντα  γρόσια  διάφορα,  τα  όποια  δυο  χιλιά- 
δες καΐ  εξακόσια  πενήντα  άσλανία  κάμνουσι  διάφορον  τόν  χρόνον 
εκατόν  έζήντα  γρόσια•  και  άπ'  αυτά  τά  εκατόν  έζήκοντα  γρόσια 
το  διάφορον  να  δίδωνται  τριάντα  γρόσια  ενός  ψάλτου  εις  τήν 
άγίαν  πόλιν  Ιερουσαλήμ,  δστις  να  εχη  χρέος,  δταν  άνοίγη  6  "Αγιος  20 
Τάφος,  νά  ψάλλτ)  εις  τάς  ακολουθίας,  καΐ  δταν  ή  Αγία  *Ανά- 
στασις  δεν  ανοίγει,  νά  ψάλλη  εις  τόν  "Αγιον  Ίάκωβον  πασαν 
Κυριακήν  και  πασαν  δεσποτικήν  έορτην  καΐ  άκόμι  νά  εχη  χρέος 
νά  δι,αβάζη  νά  μαθαίνη  τους  πατέρας,  ιερομόναχους  ιεροδιακόνους 
και  μοναχούς,  και  κοσμικά  παιδία  των  ορθοδόξων,  δσους  δηλονότι  25 
του  διορίσουν  με  έκλογήν  καΐ  με  προσταγήν  του  Πατριαρχείου,  ήγουν 
6  κατά  καιρούς  μακαριώτατος  πατριάρχης  ή  6  επίτροπος  αύτοΰ, 
τούτους  νά  τους  μανθάνη  τά  αναστάσιμα,  τά  κεκραγάρια,  τά  έω- 
θινά,  τάς  τρεΐς  λειτουργίας,  ένα  πολυέλεον,  Ινα  Πάσα  Πνοή,  μίαν 
δοξολογίαν  μεγάλην  και  δνα  κράτημα  και  τους  κανόνας  και  τά  τρο-    30 

^  «Κώδηζ    διαφόρων    επισήμων    έγγραφων»  (φ.  83-34),  φυλαττόμενος  έν  τοις  άρ- 
χείοις  της  έν  Ίεροσολύμοις  πατριορχιχής  συνόδου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  308  — 

πάρια  όπου  ψάλλοντοιι  εΙς  τήν  Άγίαν  Άνάστασιν  εις  τάς  λιτα- 
νείας- καΐ  δστις  θέλει  νά  μάθτ)  παπαδιχήν  ή  δλλα  κρατήματα, 
τόσον  ιερωμένος,  δσον  και  λαϊκός,  νά  πληρώνη  και  νά  μανθάνη. 
Έτι  νά  δίδωνται  είκοσι  γρόσια  ένος  χριστιανού  ευλαβούς  ε?ς 
5  τήν  Ιερουσαλήμ,  νά  δχαβάζτ]  των  χριστιανών  τά  παιδία  γράμ- 
ματα κοινά,  ρωμαϊκά  και  αράπικα. 

Έτι    νά  δίδωνται    είκοσι    γρόσια    δυο  ιερέων,  όπου  νά  ευρί- 
σκωνται  πάντοτε  εις  τήν  έχκλησίαν  της  Γάζης,  νά  διαβάζουν  των 
χριστιανών  τά  παιδία  γράμματα  ρωμαίικα  και  αράπικα. 
10  Έτι    νά  δίδωνται    είκοσι    γρόσια    του  ιερέως   εΙς  τήν  Τάμα, 

ήτις  καΐ  Ταμαλα  λέγεται,  νά  δτ,αβάζτ)  τών  έκεΐσε  χριστιανών  τά 
παιδία  γράμματα  ^ωμαίϊκα  και  αράπικα. 

Έτι  νά  δίδωνται  είκοσι  γρόσια  τών  ιερέων  εις  τό  Τάϊπιν  νά 
διαβάζουν    τών    χριστιανών    τά    παιδία    γράμματα    ρωμαΓίκα    καΐ 
15   αράπικα. 

Έτι  νά  δίδωνται  είκοσι  γρόσια  εις  του  Πεζαλα  ενός  χρησί- 
μου διδασκάλου  νά  δ^αβάζη  τών  χριστιανών  τά  παιδία  γράμματα 
ρωμαίικα  και  αράπικα. 

Τά  δε  έναπολειφθέντα  τριάντα  γρόσια  νά  δίδωνται  εις  τό  Κο- 
20   ράκι,    ήτοι    εΙς  τήν  άγίαν  μητρόπολιν  Πέτραν  της  Αραβίας,  εϊτε 
δνας  ιερεύς  ευρίσκεται  έκεΐ,   είτε  δύο,  νά  μα&αίνουν  τά  έκεισε  τών 
χριστιανών  παιδία  γράμματα  ρωμαίικα  καΐ  αράπικα. 

Ταύτα  δε  τά  εκατόν  έζήκοντα  γρόσια  νά  έχουν  νά  δίδωνται 
κατ'  έτος  από  τό  εισόδημα  του  Αγίου  Γεωργίου,  μετοχίου  του 
25  *Αγίου  Τάφου  δπου  εΤναι  είς  Κωνσταντινούπολιν,  εις  τό  Νεο- 
χώρι•  τά  όποΐα  μέ  γνώμην  κοινήν  του  έν  Κωνσταντινουπόλει 
φιλοχρίστου  ρουφετίου  τών  εντιμότατων  αρχόντων  γουναράδων 
έπροχειρίσαμεν  τρεΐς  άρχοντας  άπό  αναμεταξύ  τους  νά  εΤναι  επί- 
τροποι τούτου  του  ευλογημένου  έργου•  οι  όποΓοι  νά  εχωσι  νά 
30  λαμβάνωσι  κάθε  χρόνον,  του  αγίου  Γεωργίου,  αυτά  τά  εκατόν 
έςήντα  γρόσια  παρά  του  ηγουμένου  του  διαληφθέντος  έν  τω  Νεο- 
χωρίω  μετοχίου  του  Αγίου  Τάφου,  και  νά  τά  στέλνουν  εις 
τήν  άγίαν   Ιερουσαλήμ,    ή   μέ  πόλιτζαν,  ή  μέ  τινά  ευλαβή  προ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  309  — 

σχϋνητήν,    καθώς  τους  φανη,    καΐ  νά  δίδονται  έχεΤ  εις  τόν  κατά 
καφους    έπίτροπον    του    αποστολικού    θρ<5νοϋ,    και  έκεΤνος  να  τα 
δίδη    και    νά    τά  διοικ'ξ    καθώς  γράφομεν  εις  τό  παρόν  γράμμα* 
να  γράφτ)    δμως    καΐ  άπόκρισιν  εΙς  τους  διαληφθέντας  τρεΐς  εντι- 
μότατους άρχοντας,  8τι  τα  ελαβεν.  ^Αν  δε  ποτέ  ή  εκκλησία  αδτη     δ 
τοϋ  Νεοχωρι'ου  χαλίση,  τα  δσπρα  αυτά,  τά  εκατόν  έζήκοντα  γρό- 
σια,   νά    Ιχη    νά  τά  δίδη  ό  κατά  καιρούς  σκευοφόλαξ  του  Πανα- 
γίου Τάφου•    δταν    δε    κοιμηθη  τινας    έν  Κυρίω    των  τριών  επι- 
τρόπων, οι    κατά    καιρούς    εντιμότατοι    άρχοντες  πρωτομαΓστορες 
και  γέροντες    του  αυτού    ευλογημένου    ρουφετίου  των  γουναράδων    10 
νά  εχωσι  νά  έκλέγωσι  καΐ  νά  προχειρίζωσιν  δτερον  εις  τον  τόπον 
εκείνου.    Όφείλει    δε    ό  κατά    καιρούς    μακαριώτατος  πατριάρχης 
της  αγίας  πόλεως  νά  φροντίζη  νά  τελειου^ηαι  τά  έν  τω  παρόντι 
γράμματι    απαραιτήτως    και    άμετακινητως,    καΐ    άκόμι  οι  διαλη- 
φθέντες  όπου  λαμβάνουσι  τά  δσπρα,  νά  φροντίζη  νά  επιμελούνται    15 
εις  τό  έργον  τους  προθυμως  και  άπαραιτητ<ι>ς,  έχων  πρό  οφθαλ- 
μών τό  φοβερόν  του  θεού  κρητήριον    επειδή  ή  τά  ίσπρα  νά  δί- 
δωνται    σωστά    εΙς    τους  διαληφθέντας  τόπους  δν  άμελήση,  ή  άν 
δεν    φροντίζη    εκείνοι    όπου    πέρνουσι    τά  δσπρα  νά  ένεργώσι   τά 
διορισθέντα    αύτοΤς    μετά    πάσης    προθυμίας,  λόγον  ύφέξει  έν  τώ    20 
αύτω  του  θεού  κριτηρίω    καΐ  μετά  των  μισθωτών,  ου  μετά  τών 
γνησίων  καΐ  καλών  ποιμένων,  καταταγήσεται.  Τό  δε  παρόν  γράμμα 
κατεστρώσαμεν  έν  τφ  εΙς  τήν  άγίαν  Ιερουσαλήμ  ίερώ  κώδικι  του 
αποστολικού   θρόνου•  έδώσαμεν  δε  αυτό  υπογεγραμμένον  τη  ημε- 
τέρα Ιδιοχείρω  υπογραφή  και  έσφραγισμένον  τη  βούλλη  του  άπο-    25 
στολικου    θρόνου.    Έν  ετει  τω  σωτηρίω  ^αψς'  (1706),  μηνι  αύ- 
γούστω.  Έν  Κωνσταντινουπόλει. 


-^{3Ε}-^ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


νπι. 

ΧΡΪΣΑΝΘΟΤ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΪ  ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ 

ΙΙΡΑΞΕΙΪ   χοΐ  ΓΡΑΜΜΑΤΑ. 


(1709  -  1729). 


1. 

(Περί  των  εν  Π<ιλαιστίντ[)  σχολείων)  ^ 

Χρύσανθος  ελέω  θεοΰ  αρχιεπίσκοπος  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ καΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 

Ό  έπΙ  της  όσίας  μνήμης  χαΐ  τωόντι  άοίδιμος  ημών  αοθέντης 
χαΐ    δεσπότης    οδτως    έδιωρίσατο  παρέχεσ&αι  τόν  τόχον  των  ανω 

5  είρημένων  δύο  χιλιάδων  χαι  έζαχοσίων  πεντήκοντα  άσλονίων  (δρα 
σ.  307)•  πλην  έλθόντες  και  ήμεΓς  σωματικως  εν  τω  καθ'  ήμα; 
άποστολιχω  καΐ  πατριαρχικά)  θρόνω,  σκέψει  άκριβεϊ  Ιδίως  τε  και 
μετά  της  περί  ήμας  ίερας  σονάζεως  άναθεωρήσαντες  ταύτην  τήν 
υπόθεσιν,  έπιβεβαιοδμεν,  ϊνα  εχη  τό  κΰρος  άμετακίνητον  και  άμε• 

10  τάπτωτον  εις  αιώνα  τόν  δπαντα,  δηλαδή  παρέχεσ&αι  διά  παντός 
ταΰτα  τά  διορισ&έντα  εκατόν  έζήκοντα  άσλανία  εΙς  τους  διδασκά- 
λους τών  σχολείων,  τοιαύτη  μέντοι  γε  τάξει. 

Εις  δνα  διδάσκαλον,  όπου  να  δχα|3άζΐ[)  τά  παιδία  τών  χριστια- 
νών της  Ιερουσαλήμ  ρωμαϊκά  και  αραβικά  γράμματα,  το  κατ'  έτος 

15  γρόσια  του  τόπου  είκοσι.  Εις  δνα  διδάσκαλον  εις  τόν  Πεζαλα 
γρόσια  είκοσι.  Ε[ς  τήν  Ταμάλαν  τών  ιερέων  γρόσια  εϊκοσι.  ΕΙς 
το  Τάηπι,  διά  νά  εχουσιν  είς  έπίσκεψιν  τους  πέριξ  χριστιανούς, 
γρόσια  είκοσι,  και  του  διδοίσκάλου,  διά  νά  δ^αβάζη  τά  παιδία  του 
ανω&εν  χωρίου,  γρόσια  είκοσι  ττέντε.  Εις  τήν  Ζήφναν  τών  ίερέων 

^   «Κώοηξ  διαφόρων  έπισήριων  εγγράφων»,  φ.  86. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  311  — 

γρόσια  εϊχοσι.  Εις  τό  Κοράχι  γρόσια  τριάκοντα.  Ε?ς  το  Ναμπου- 
λουσι  και  Ταφι'δια,  εις  τους  ίερεΐς  καΐ  τόν  διδάσκαλον,  γρόσια 
είκοσι  πέντε.  Εις  τό  Άμπουτι  των  ιερέων  γρόσια  δεκαπέντε.  Εις 
τήν  Άγίαν  Ναζαρέτ  των  ιερέων  γρόσια  δεκαπέντε.  "Δτινα  πάντα 
συμποσούμενα  γίνονται  τα  δνω  είρημένα  εκατόν  έζήκοντα  άσλανία.     5 

Έξω  δέ  τούτων  έδιώρισεν  ή  μετριότης  ημών,  ϊνα  δίδωνται 
εΙς  δνα  ψάλτην  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ,  από  της  πατριαρ- 
χικής ευαγούς  σακέλλης,  τό  κατ'  έτος  άσλανία  είκοσιπέντβ,  δια 
να  σπουδάζη  ψαλτικά  τους  πατέρας  καΐ  τα  παιδία  των  χριστια- 
νών, κατά  τήν  συμφωνίαν  όπου  εγγράφως  Ιγινε.  Προσέτι  είς  τους  ίο 
ίερεΐς  του  Πεζαλα  ετι  άσλανία  εικοσιπέντε  διά  τήν  έπίσκεψιν  τών 
πέριζ  χριστιανών.  Έτι  έδιώρισε  νά  δίδωνται  τό  κατ'  έτος  είς  τους 
ιερεΤς  της  άγιωτάτης  αρχιεπισκοπής  Γάζης,  διά  νά  δι^αβάζωσι  τά 
παιδία  τών  χριστιανών,  γρόσια  είκοσι,  εις  δέ  τους  χριστιανούς 
της  αυτής  Γάζης  άλλα  τριάκοντα  διά  τά  άβαρίζιά  των.  Προσέτι  15 
ό  ηγούμενος  τής  Αγίας  Βηθλεέμ  νά  παρέχη  τό  κατ'  Ιτος  γρόσια 
είκοσι  εις  §να  διδάσκαλον,  νά  δχαβάζττ]  τών  χριστιανών  τά  παιδία 
ρωμαϊκά  καΐ  αραβικά  γράμματα. 

Ταύτα  ουν  πάντα  [3ρυλόμεθα  δίδοσθαι  τό  κατ'  έτος  ασφαλώς, 
κατά  τόν  σημειωθέντα  τύπον.  "Οθεν  καΐ  εις  άσφάλειαν  έγένετο  ή    20 
παρούσα  τής  ημών  μετριότητος  σημείωσις  και  έπιβεβαίωσις. 

'Εν  τή  καθ'  ήμας  άγιωτάττ)  πατριαρχική  καΐ  άποστολικ-ξ  κα- 
θέδρα, ^αψθ'  (1709),  κατά  μήνα  άπρίλλιον. 

ψ  Ό  Ιεροσολύμων  πατριάρχης   αποφαίνεται. 


2. 

Ίσον  του  πατριαρχιχου  γράιι.(ΐ.ατος  περί  τών  άρΐλάτων  •.  25 

Χρύσανθος  ελέω  θεού  πατριάρχης  τής  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ και  πάσης  Παλαιστίνης. 

ψ  Ίερώτατοι  και  θεοσεβέστατοι  άγιοι  αρχιερείς,  πανοσιώτατε 

*   «Κώδηξ  διαφόρων  έπ(σή{Αων  εγγράφων»,    φ.  42 — 43. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  312  — 

καΐ  λογιώτατε  δγιε  επίτροπε,  όσιώτατοε  δγιοι  άρχψανδρΐται,  πρω- 
τοσύγχελλοι,  γέροντες  και  λοιποί  ποπτέρες,  εν  άγίω  π^;εύματι  αδελ- 
φοί χαι  τέκνα  περιπόθητα  της  ημών  μετριότητος,  ευχόμεθα  πάν- 
τας  ύμας  καΐ  άσπαζόμεθα  εν  άγίω  καΐ  άποστολικω   φιλήματι. 

5  Λέγει  ό  μέγας  Βασίλειος  ''χρή  τον  έπίσκοπον  ειδέναι  ου  μό- 

νον τά  της  ακριβείας,  αλλά  καΐ  τα  της  οικονομίας"*  αρμόζει  δε 
τούτο  το  σοφόν  παράγγελμα  και  ό  κανών  εις  κάθε  προεστό  ν  και 
έκκλησιαστικόν  και  πολιτικόν,  νά  διακρίνη  δηλαδή  κατά  τά  περι- 
στατικά το5  καιροϋ  τήν  κυβερνησιν    των  πραγμάτων.  Γίνεται  φα- 

10  νερόν  τό  λεγόμενον  μέ  παράδειγμα.  Άπαραίτητον  χρέος  εχουσιν 
δλοι  οι  μοναχοί,  οποίου  βαθμού  και  δν  είναι,  καΐ  Ιδιώται  και  ιε- 
ρείς, νά  ένδύωνται  τό  σχημά  των  πλην  καμμίαν  φοράν  ή  ανάγκη 
τοδ  καιρού  εις  τους  δρόμους  καΐ  ε?ς  άλλα  μέρη  τους  αναγκάζει 
νά    τά  εύγάνουσι  και  νά  φέρνουσι    κοσμικά*  τό  όποιον    εΤναι    και 

15  άνεμπόδιστον  και  συγχωρημένον,  μέ  τό  νά  τό  ζητη  άναγκαίως  ή 
χρεία.  Έξω  δμως  άπό  τήν  χρείαν,  άν  δεν  φορουσιν  τό  σχήμα 
των,  δχι  μόνον  εΤναι  απρεπον  και  ατακτον,  άλλα  και  αιτία  σκαν- 
δάλου καΐ  κατακρίσεως•  διότι  κρύπτοντες  τήν  έπαγγελίαν  τους  και 
καταφρονουντες  τήν  τάξιν  τους   άμαρτάνουσι   θανασίμως.  Πάλιν  ή 

20  χρεία  "^οδ  καιρού  αναγκάζει,  8τι  οι  πατέρες  και  μονάχοι  όπου 
περιπατουσιν  εξω  εις  δρόμους  και  ταξίδια,  διά  φύλαξιν  της  ζωής 
των  άπό  τους  κακούς  ανθρώπους  νά  βαστοΰσιν  άρματα*  τό  όποΤον 
τούτο  νά  γίνεται,  εξω  άπό  τήν  χρείαν,  και  μάλιστα  μέσα  εις  τά 
μοναστήρια  και  τά  κελλία  των  ευρισκόμενοι  χωρίς  κανέναν  φόβον. 

25  δεν  είναι  μόνον  έμποδισμένον  άπό  τους  αγίους  πατέρας  και  τάς 
ιεράς  συνόδους,  άλλα  και  άπ'  αυτόν  τόν  δεσπότην  Χριστόν,  δστις 
έπρόσταξε  τους  μαθητάς  του  κα&'  όδόν  απερχόμενοι  νά  μή  βα- 
στώσι  μήτε  ττηραν,  μήτε  μάχαιραν.  Δεν  ήξευρομεν  δμως,  πώς  ή 
τοιαύτη    παράλογος    συνήθεια    έπεκράτησεν    αναμεταξύ    εις    τινάς 

30  αδελφούς,  οί  όποιοι  βαστοΰσιν  άρματα  είς  τά  κελλία  των,  αύτου 
εΙς  τήν  άγίαν  Ιερουσαλήμ  ευρισκόμενοι  και  εντός  τών  μοναστη- 
ρίων,  εΙς  τόπους  δηλαδή  άφοβους  και  ακίνδυνους*  πράγμα  άσε- 
μνον  άτιμον  άνοίκειον  καΐ  πρόξενον  σκανδάλου  και  αμαρτίας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  313  — 

"Ο^εν  εις  διόρ&ωσιν  του  τοιούτου  προφανούς  άτοττήματος  άπο- 
φασιστιχώς  λέγομεν,  δτι  άφ'  οδ  έλ&η  αυτόθι  ή  παρούσα  της 
ή[χών  μετριότητος  χρίσις  καΐ  άπ<ίφασις,  καΐ  δ^αβασθ-ξ  ©^ζ  το  Συ- 
νοδικόν  έπ'  άχροάσει  πάντων  των  αδελφών,  οποίοι  Ιχουσιν  ίρματα 
εις  τά  χελλια  τους,  η  σπαθία,  ή  τουφέκια  μεγάλα  ή  μ^^ρά,  η  5 
πιστόλια,  τ^  μαχαίρια  μεγάλα,  η  στελέτα,  τ)  άλλο  εΤδος  αρμά- 
των, δλα  νά  συναχθώσι  καΐ  να  γραφώσι  του  καθενός  ξεχωριστά 
εις  κατάστιχον  έπειτα  νά  βαλθώσι  νά  στέκωνται  εις  καλήν  φυ- 
λαξιν,  έχει  όπου  φυλάττονται  τά  ρούχα  του  Πατριαρχείου,  ή  εις 
άλλον  τόπον,  δπου  φαν^  ευλογον,  χωρίς  νά  λείψη  ή  νά  χαθη  χα-  ίο 
νένα.  Άλλα  και  οι  αδελφοί  όπου  άρχονται  έξωθεν  από  τά  ταξίδια, 
δηλαδή  ήγουμενεΐα  χαΐ  άλλα  διακονήματα,  και  αυτοί  δλοι,  εύθυς 
όπου  σέβουσιν  εις  το  Πατριαρχεΐον  και  άναπαυθώσιν  εΙς  τά  κελ- 
λία  των,  μίαν  ήμέραν  πρό  της  παραδόσεως  των  και  κάθε  άλλης 
των  υποθέσεως  νά  δίδωσιν  δλα  των  τά  άρματα  με  καθαρόν  κα-  1 5 
τάστιχον,  νά  φυλάττωνται  εΙς  τον  ίδιον  τόπον  όπου  εΤναι  και  τά 
λοικά,  χωρίς  νά  κρατώσι  κανένα  εΙς  το  κελλί  τους,  καΐ  έπειτα, 
δταν  εΤναι  νά  άπέλθουσιν  εις  τά  ταξίδια  και  άλλας  ύττηρεσίας,  νά 
πέρνη  ό  καθένας  τά  εδικά  του•  νά  εΤναι  δε  καΐ  δλα  τά  τουφέκια 
μικρά  και  μεγάλα  άδεια.  Κατά  τόν  δμοιον  τρόπον  νά  φυλάττεται  20 
τούτο  καΐ  εΙς  τά  λοιπά  σεβάσμια  μοναστήρια,  του  Αρχαγγέλου, 
του  Αγίου  Δημητρίου,  του  Προδρόμου  και  του  Αβραάμ. 

Λοιπόν  πάλιν  λέγομεν  δτι,  ως  γράφομεν,  νά  γένη  έξ  αποφά- 
σεως. "^Αν  δμως  τινές,  ή  φανώσιν  ενάντιοι  εΙς  ταύτην  τήν  ευλογον 
εντιμον  καΐ  όφειλομενην  δικαίαν  κρίσιν  και  άπόφασιν,  αμέσως  ή  25 
εμμέσως,  και  δποιος  τους  συμβοηθήση  και  τους  δικαίωση,  οποίου 
βαθμού  εϊησαν  και  καταστάσεως,  ως  σκανδαλοποιοί,  ως  άτακτοι, 
ως  μή  γινώσκοντες  τήν  έπαγγελίαν  αυτών,  ως  αυθάδεις,  ως  πο- 
νηροί, ως  ολέθριοι  καΐ  νοουντες  και  πράττοντες,  άφωρισμένοι 
εϊησαν  παρά  θεού  κυρίου  παντοκράτορος,  και  ασυγχώρητοι  και  30 
έν  τω  νυν  αίώνι  καΐ  έν  τω  μέλλοντι,  καΐ  ή  μερίς  αυτών  μετά 
του  προδότου  Ιούδα-  και  μετά  τήν  έξομολόγησιν  αυτών  και  συγ- 
χώρησιν  παρά  τών  πνευματικών    αυτών    πατέρων  αύθις  Ιστωσαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  314  — 

ασυγχώρητοι.  Άλλα  και  δσοι  τυνευματιχοι  πατέρες  τους  συγχωρή- 
σουσι,  χάχεΓνοι  εατωσαν  ασυγχώρητοι  και  άναθεματισ[ΐένοΐ'  ομοίως 
καΐ  δσοι  συναναστρέφονται  τους  τοιούτους  και  δλως  συνομιλουσι  μετ' 
αυτών  ή  συνευχονται,  ή  δεν  τους  αποστρέφονται  ως  ολέθριους, 

Τ6  παρόν  μετά  την  άνάγνωσιν  εις  τό  Συνοδικον  έπ'  άκροάσει 
πάντων,  νά  τεθ•^  έν  τω  ίερω  κώδικι. 

Έν  Γχασίω  ^αψιδ',   μηνί  δεκεμβρίω  (1714). 


(Έγχύχλιος  προς  επαρχίας  έν  Παλαιστίντ(],    διελέγχουσα    χαι  καταχρίνουσα  βιβλίον 
10  άραβιστι  συγγραφέν  υπό  του  λατίνου  μητροπολίτου  ΣιΒώνος)  ^ 

Χρύσαν&ος  ελέω  θεοΰ  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ και  πάσης  Παλαιστίνης. 

ψ  Ευλαβέστατοι    ιερείς,    τιμιώτατοι    άρχοντες,   χρησιμώτατοι 
γέροντες    και  προεστοί  και  λοιποί  ορθόδοξοι  χριστιανοί  μικροί  τε 

15  και  μεγάλοι,  νέοι  και  γέροντες,  άνδρες  τε  και  γυναίκες,  οι  ευρι- 
σκόμενοι ε?ς  τάς  άγιωτάτας  επαρχίας  Πτολεμαΐδος  και  Ναζαρέτ,  και 
προσέτι  εΙς  τάς  κωμοπόλεις  Καισαρείας  της  Παλαιστίνης,  ήτοι 
εις  τό  Χάιφα,  καΐ  απλώς  εις  δλα  τά  χωρία  τών  ειρημένων  τού- 
των τριών  επαρχιών  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά  της  ημών   μετριό- 

20  τητος,  χάρις  ειρήνη  και  έλεος  εΐη  υμΐν  απασι  παρά  θεού  πα- 
τρός και  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου  και  άπό  του  αγίου  και 
ζωοδόχου  Τάφου  βοήθεια,  αγιασμός  καΐ  επίσκεψις,  παρ'  ημών  δε 
ευχή  ευλογία  και  συγχώρησις. 

Του  παρό^^τος    τό    αίτιον    εΤναι    προς    τήν    υμετέραν  άγάπην 

25  πρώτον  μεν  χάριν  ευχής  και  ευλογίας  και  δτι  παρακαλουμεν  Κυ- 
ριον  τον  θεόν  ϊνα  σας  διαφυλάττη  έν  υγεία  ευτυχία  και  ειρηνική 
καταστάσει  εις  ετών  πολλών  περιόδους,  μετά  και  πά^ηων  τών 
λοιπών  καταθυμίων  νά  σας  περισκέπη  και  νά  σας  περιφρουρη  άπό 
παντός  κάκου,  φυλάττοντάς  σας  αβλαβείς  άπό  πάσης  αντικείμενης 

30   περιστάσεως  και  οδηγώντας  σας  εις  παν  έργον  αγαθόν  και  σωτή- 

*  ((Κώξηζ  διαφόρων  έπ(9ή{Αων  εγγράφων»,  φ.  44—47, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  315  ~ 

ρ^ον,  εύδοχώντας    εις    8λα    σας  τά    έπιχεφήμοττα  καΐ  ευλογώντας 
σας  όμου  μετά  των  ευλογημένων    σας    οϊχων   χαΐ  τέκνων  εις  γε- 
νεάς γενεών   χα  ι  δεύτερον    δτι,  δ  ν  χαλά    καΐ    άπηλθε  προς  Κό- 
ριον  πρό  πολλών  χρόνων  ό  μακαρίτης  Πτολεμαΐδος    κ5ρ  Ίωάσαφ 
χαι  κατά  τό  κανονιχόν  δίκαιον  ήτον  χρέος  νά  προβφάσωμεν  άλλον     5 
αρχιερέα  χωρίς    άναβολήν    καιρού,    διά    νά  καρποδσθε  εύχης  και 
ευλογίας    αρχιερατικής,    άναβάλαμεν    δμως    τον    καιρόν,    έχοντες 
σκοπόν  νά  Ιλθωμεν  μόνοι  μας  εις  τόν    άγιώτατον    ημών  άποστο- 
λικόν  θρόνον  καΐ    νά  ένεργήσωμεν    προβίβασιν    άλλου    άρχιερέως. 
Πλην  επειδή  και  έμποδίσθημεν  άπό  τά  διάφορα    περιστατικά  του    10 
καιρού,    καΐ    βλέποντες    πώς    γίνεται    αργοπορία,    έγράψαμεν    τξ 
ίερα  και  αγία  συνόδω  εις  την  άγίαν  πόλιν    Ιερουσαλήμ  νά  έκλέ- 
ζωσι  πρόσωπον  άξιον    και   νά  τον    άποκαταστήσωσι  μητροπολίτη  ν 
ταύτης  της  άγιωτάτης    μητροπόλεως    ΠτολεμαΓδος•  το    όποιον  και 
έγινε.  ΚαΙ  εκλεζαν    διά    πνεύματος    αγίου  τον  νυν  ίερώτατον  μη-    15 
τροπολίτην  κυρ  Νεόφυτον,  τόν  έν  άγίω  πνευματι  άγαττητόν  άδελ- 
φόν  και  συλλειτουργόν    της    ημών    μετριότητος,  ανθρωπον    τίμιον 
ευλαβή    πεπαιδευμένον  εΙς  τά  εκκλησιαστικά,  άνατροφήν  του  αγίου  • 
καΐ  ζωοδόχου  Τάφου  καΐ  έκ  νεαρας  αύτου  ηλικίας  εις  τήν  μονα- 
δικήν  καΐ  κοινοβιακήν  ζωήν  ήσκημένον'  τόν  όποιον,  ως  μας  έση-    20 
μείωσεν    ό    πανοσιώτατος    και    λογιώτατος    άγιος    επίτροπος,  τόν 
έπεμψαν  αυτόθι  εις  τήν  έπαρχίαν  του  διά  νά  άγιάση  πάντας  ύμας. 
θέλετε  δε  τόν  γινώσκει  άπαντες  πνευματικόν  υμών  πατέρα  και  ποιμένα 
καΐ  όδηγόν  εις  τόν  λόγον  της  αληθείας•   δθεν  και  νά  τόν  εύλαβήσθε, 
^Α  τόν  ύποτάσσεσθε,    νά    φέρνετε    προς    αυτόν  πασαν  εύπείθειαν    25 
καΐ  ύπακοήν,  και    νά    τόν    έχετε    ώς  πατέροι  υμών  -πνευματικόν 
διότι  και  ή  ιερότης  του  θέλει  άγρυττνεΤ  υπέρ  υμών,  ώς  μέλλων  άπο- 
δουναι  λόγον  έν  τω  φοβερώ  βήματι  του  δεσπότου  Χρίστου  υπέρ  τών 
ψυχών  υμών.  'Όστις,  δν  καλά  /ατά  τό  όφειλόμενον  χρέος  αύτου, 
είμεθα  βέβαιοι  δτι  θέλει  σπουδάζει    επιμελώς    διά  τήν  ώφέλειαν    30 
του  λογικού  αύτου  ποιμνίου•  πλην  γράφομεν    και   ήμεΤς  τ-ξ   ίερό- 
τητί  *του,   δτι  κατά  τό  δυνατόν  νά  μέριμνα  εις  τό  νά  ευρίσκωνται 
οι  ΙερεΤς  της  επαρχίας  αύτου  με  καλήν    κατάστασιν,    με  εύταξίαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  316  — 

ιεροπρεπή  καΐ  με  τα  λοιπά  καθήχοντα  εις  τήν  έκχληαίαν  τοδ 
Χρίστου•  προσέτι  νά  φροντίζη  τά  παιδία  των  χριστιανών  νά  μαν- 
θάνωσι  καλά  ήθη,  νά  σπουδάζωσι  γράμ(Αατα,  νά  διδάσκωνται  εΙς 
το  νά  ήζεύρωσι  τά  σε(3άσμια  δόγματα  της  άμωμήτοο  ημών  πί- 
5  στεως,  νά  συντρέχωσιν  εις  την  έκκλησίαν  καΐ  έλπίζομεν  εΙς  τόν 
άγιον  Θε6ν,  δτι  μετά  μεγίστης  φροντίδος  θέλει  κάμει  έπιμέλειαν 
εΙς  δλα  ταοτα. 

ΉμεΓς  εΐχαμεν  τυνευματικήν    χαράν    πώς    ή  υμετέρα  αγάπη, 
πάντες  δηλαδή    οι    αυτόθι    ευρισκόμενοι  ορθόδοξοι  χριστιανοί,  νά 

10  βαστάτε  πάντοτε  τήν  άγίαν  καΐ  όρθόδοζον  πίστιν  ημών  καθαράν 
άνόθευτον  καΐ  άκέραιον  και  νά  τήν  διαφυλάττετε  άπαραχάρακτον, 
καθώς  τήν  έλά|3ετε  παρά  τών  γονέων  καΐ  προγόνων  υμών  ή  οποία 
έκατέβηκε  και  Ιφθασεν  άπο  τόν  καιρόν  αύτου  του  δεσπότου  Χρίστου 
καΐ  τών    ιερών    αύτου    μαθητών    καί    άλληλοδιαδόχως  παρά  τών 

15  διδασκάλων  καΐ  πατέρων  της  αγίας  μας  εκκλησίας.  Τώρα  δμως 
ήκούσαμεν  με  μεγάλην  μας  λύτυην  και  ίμετρον  άθυμίαν,  πώς  ό 
πατήρ  του  ψεύδους  και  σπορεύς  τών  ζιζανίων  Διάβολος  ετάραζε 
μερικούς  έζ  υμών,  επειδή  έσπειρε  και  εΙς  τάς  άκοάς  σας  κάποιας 
ψευδοδιδασκαλίας  και  άπάτας  και  διόλου  νενοθευμένα  καΐ  αλλότρια 

20  δόγματα  της  άμωμήτου  ημών  πίστεως*  τών  οποίων  εισηγητής 
έγινε,  καθώς  έβεβαιώθημεν,  ό  νυν  λεγόμενος  μητροπολίτης  Σιδώ- 
νος,  6  όποιος  προ  πολλών  χρόνων  διαστρέφωντας  τους  άστηρίκτους 
χριστιανούς  όπου  ευρίσκονται  εις  τήν  έπαρχίαν  του,  τώρα  με  τό 
νά  ευρη  καιρόν,  επειδή    ελειψεν    άπ'    αύτου    άρχιερεύς,  ηθέλησε 

25  να  έζαπλώση  και  περισσότερον  τά  αιρετικά  αύτου  δόγματα,  καΐ 
με  κάποια  βιβλία  αραβικά  όπου,  ώς  ήκούσαμεν,  έστειλεν  αύτου 
καΐ  διά  μέσον  τινός  ανεψιού  αύτου  λατινόφρονος  •  τό  όποιον  δεν 
κάμνουσι  κατά  ζήλον  ή  τάχα  άπό  μάθησιν,  δτι  είναι  και  εΙς  τά 
ήθη  άσεμνοι  και  απαίδευτοι  καΐ  αγράμματοι  και  εΙς  τά  έκκλησια- 

30  στικά  και  εΙς  τήν  ίεράν  θεολογίαν  καΐ  εΙς  Ιζω  σοφίαν,  αλλά  μό- 
νον τρέφοντες  φρόνημα  έωσφορικόν  εν  έαυτοΐς,  τήν  ύπερηφάνειαν 
καΐ  μή  δυνάμενοι  νά  ακόλουθη  με  άλλας  άρετάς  καΐ  προτερήματα 
τό  δτιμον  αυτών  δνομα,  τάχα  διά  νά  έπαινεθώσιν  εΙς  τόν  κόσμον 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  317  — 

ώς  σοφοί  χαΐ  γροίμ(x^xτ(σι^.ένο^,  φέρονται  κατά  της  έχχληαίας  του 
Χριστο!5,  καΐ  το  περισσότερον,  δια  νά  άπολαμ^άνωσι  τίποτα  κέρδη 
άπό  την  Τώμην  καΐ  τους  κόλακας  ταύτης,  ώς  αισχροκερδείς  και 
θεόν  μ,ηδόλως  φοβούμενοι. 

Έμά&ομεν  λοιπόν,  δτι  ήλθαν  και    τοιαύτα    βιβλιάρια  τοδ  ρη-      5 
θέντος  Σιδώνος,  τά  όποια  δν    καλά  καΐ  δεν  ήξεύρομεν  τι'  περιέ- 
χουσι  ρητώς,  πλην,  ώς  ύπολαμβάνομεν,  είναι    περιμαζώματα  καΐ 
σοναθροίσματα  άπ'  εδώ  και  έκεΐ  εκείνων  τών  φλυαριών  όπου  συ- 
νεθίζοασι  νά  λέγωσιν  οΐ  λατινόφρονες  πολλάκις  και  πολυτρόπως-  έκ 
τών  οποίων  είναι  τά  κύρια  και  καθολικά,    δτι  ό  πάπας  είναι  κε-    10 
φαλή  της  εκκλησίας,  δτι  οι   πατριάρχαι  της  ανατολικής  εκκλησίας 
εΤναι  ψευδοπατριάρχαι  καΐ  τουρκοπατριάρχαι,  δτι  πρέπει  νά  γίνε- 
ται κατάλοσις  τών  Ιχθύων    την    μεγάλην    τεσσαρακοστήν  και  εις 
τάς  Τετράδας  και  Παρασκευάς  δλοα  του  χρόνου,  δτι  ή  νηστεία  τών 
αγίων  αποστόλων  δεν  πρέπει  νά  φυλάττεται,  ή  κάν  τό  όλιγώτερον    15 
ολίγας  ημέρας  και  δχι  τόσας*  δτι  οι  βαθμοί  εις  τους  γάμους  είναι 
περιττοί,   δτι  δποιος  γυρίσει    εΙς    τά    δόγματα  των,  κδν  εχη  καΐ 
μεγάλας  αμαρτίας,   ευθύς  του  γίνεται  άφεσις,  και  άλλας   τοιαύτας 
φλυαρίας,  όπου  δεν  είναι  καιρός  νά  τάς  γράφωμεν,  μήτε  ύπό&εσις 
γραφής  νά  τά  άριθμουμεν.    "Οθεν    λέγομεν  έν  συντόμω,  πώς  τά    20 
τοιαύτα  άθεα  και  λόγια  και  Ζό-^ματα    τά    είπαν,  τά  έδίδαζαν,  τά 
έγραψαν    άλλοι    πολλοί    προ    πολλών    χρόνων  και  ελαβον  καΐ  τάς 
αποκρίσεις.    Και  τώρα  αυτός  ό  ρηθείς  Σιδώνος  κΛί  οι  δμοιοί  του 
άλλο  δέν  λέγουσι  παρά  μόνον  αυτά  τά  αρχαία    και  ϊδια,  διά  νά 
φανώσι    καΐ    νά  άκουσθώσιν,    ώς    εϊπομεν,    πώς  εΤναι    σοφοί  και    25 
γραμματισμένοι.  Δεύτερον,  δτι  πάντοτε  ή  αλήθεια  καΐ  έστάθη  και 
ευρίσκεται  και  είναι  εις  τήν  άνατολικήν  έκκλησίαν,  ή  οποία  έχουσα 
και  όρατήν  και  νοητην  κεφαλήν  αυτήν  τήν  αύτοαλήθειαν,  τόν  κύ- 
ριον  ημών  Ίησουν  Χριστόν,   είναι  στύλος  και  έδραίωμα  της  αλη- 
θείας* και  ωσάν  όπου  εις  τά  άμφιβαλλόμε^/α    έχει  κριτήν  καΐ  δι-    30 
δάσκαλον  τάς  αγίας  οίκουμενικάς  συνόδους,  εΙς  τάς  οποίας  έδόθηκε 
παρ'  αύτου  του    πνεύματος  του    αγίου    τό    δψευστον    και    άλάθα- 
στον,  πάντοτε  όρθοτομεΐ  τόν  λόγον  της  αληθείας,  χωρίς  νά  πεση 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  318  — 

εις  σφάλμα  χαι  αϊρεσιν.  Οι  δε  παπίσται  άφ'  οδ  5φησαν  να  έχουν 
εν  τη  εκκλησία  τόν  Χριστόν  κεφαλήν  και  άντεισήγαγον  τόν  πά- 
παν,  καΐ  άφ'  ου  έαήκωσαν  άπό  τάς  οίκουμενικάς  συνόδους  τήν 
κρίσιν  και  τήν  άπόφασιν  της  αληθείας  και  τήν  Ιδιοποιήθησαν  εις 

δ  του  λόγου•  των  [χέ  δκραν  άναίδειαν  και  έσχάτην  Ιεροσυλίαν,  έκτοτε 
[χήτε  Χριστόν  γινώσκουσι,  μήτε  άλήθειαν  δθεν  έμετηλλαξαν  και 
τό  άρχαΓον  σέβας  αυτών  και  τα  ήθη  της  καθολικής  εκκλησίας. 
"Ωστε  φανερά  και  αναίσχυντα  λέγουσι,  πώς  δχι  ό  Χριστός,  άλλ' 
6  πάπας  εΤναι  κεφαλή  της  εκκλησίας,  καΐ  δτι  εις  αυτόν  στέκει  ή 

10  αλήθεια  και  ή  άπόφασις  τών  δογμάτων  και  διά  τούτο  έπαραχώ- 
ρησεν  ό  θεός  να  πέσωσιν  εις  άκραν  βλασφημίαν  καΐ  αϊρεσιν,  πι- 
στευοντες  δτι  τό  πνεύμα  το  άγιον  εκπορεύεται  καΐ  έκ  του  υίου• 
το  όποιον  το  έπρόσθεσαν  και  εις  τό  άγιον  σύμβολον,  και  εΤναι 
αναθεματισμένοι  άπό  δλας  τάς  οίκουμενικάς    συνόδους,    διότι  άνα- 

15    θεματίζουν  εκείνους  όπου  κάμνουν  προσθήκην. 

"Οθεν  οι  άγιώτατοι  πατριάρχαι  της  ανατολικής  εκκλησίας  δεν 
είναι  ψευδοπατριάρχαι,  αλλά  αληθινοί,  ευσεβείς,  ορθόδοξοι,  επειδή 
και  φυλάττουσιν  άμώμητον  και  άκέραιον  τήν  πίστιν  του  Χρίστου, 
τά    ευαγγελικά    δόγματα    και    τάς    αποφάσεις    τών    αγίων    οίκου - 

20  μενικών  συνόδων  και  τών  αγίων  πατέρων  οι  δε  επίσκοποι  της 
Τώμης,  ώς  παραχαράκται  της  αληθείας,  ώς  εναντία  και  φρο- 
νουντες  και  διδάσκοντες  άπ'  έκεΐνα  όπου  ή  καθολική '  εκκλησία 
κοινώς  άπεφάσισεν,  εΤναι  ψευδοπάπαι  ψευδοπατριάρχαι  και  ψευ- 
δοεπίσκοποι    και  (σαφέστερα    ειπείν    φανερά)    έναντίοι    του    Χρι- 

25  στοΰ'  διότι,  ώς  ό  άγιος  Γρηγόριος  πάπας  Τώμης  ό  Διά- 
λογος λέγει,  καΐ  ακολούθως  συμφώνως  πάντες  οΊ  άγιοι  πα- 
τέρες βοούν,  δτι  δποιος  επίσκοπος  ειττζ  πώς  έχει  έξουσίαν  εις 
δλην  τήν  καθολικήν  έκκλησίαν,  ή  είναι  ό  ϊδιος  Αντίχριστος,  ή 
ό  πρόδρομος  του  Αντίχριστου.   Ό  δε  πάπας  λέγει  δτι  εΤναι  μο- 

30  νάρχης  εις  τήν  καθόλου  έκκλησίαν  και  έχει  πασαν  έξουσίαν  έπ' 
αυτής  και  ανώτερος  τών  οικουμενικών  συνόδων  καΐ  ή  τοιαύταις 
νέαις  των  διδαχαΐς  είναι  λόγια  του  πατρός  των,  του  Διαβόλου,  και 
δχι  του  Χρίστου.  "Οθεν  καΐ  δσοι    τους  ακολουθούν    και    πιστεύ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  319  — 

ουσιν  εΙς  τά  τοιαύτα  των  καινοφανή  δόγματα,  δεν  είναι  εκ  της 
μάνδρας  του  Χριατοδ,  άλλ'  έκ  της  εναντίας  μερίδος.  Με  τό  να 
εΤναι  λοιπόν  τοιούτοι  οι  παπίσται,  άνατρέπουσι  και  την  νηστείαν 
της  μεγάλης  τεσσαρακοστής  καΐ  της  Τετράδος  και  Παρασκευής  εΙς 
διωρισμένους  καιρούς•  εις  τάς  οποίας  ημέρας  να  νηστεύουσιν  είναι  5 
πρόσταγμα  αποστολικών,  καΐ  μάλιστα  κατά  την  μεγάλην  τεσσαρα- 
κοστήν  απλώς  εις  8λας  τάς  ημέρας  προστάζουσι  νά  γίνεται  νη- 
στεία και  ξηροφαγία,  έκτος  μόνον  Σαββάτου  καΐ  Κυριακής,  αν 
καλά  και  τούτο  τό  ανάτρεψαν  οί  παπίσται,  επειδή  και  νηστεύουσι 
παν  Σάββατον  καΐ  εΤναι  αναθεματισμένοι  έκ  της  καθόλου  έκκλη-  10 
σίας,  ή  οποία  νομοθετεί  δτι,  δποιος  νηστεύει  τά  Σάββατα,  εζω 
μόνον  άπό  ένα,  δηλονότι  τό  Μέγα,  νά  εΤναι  αναθεματισμένος. 
Αναθεματισμένοι  λοιπόν  εΤναι  οι  παπίσται,  όπου  νηστεύουσι  τό 
Σάββατον  και  καταλύουσιν  απλώς  πασαν  Τετράδην  και  Παρασκευήν. 

Ή  αγία  του  Χρίστου  εκκλησία  ωρισεν  ό  γάμος  τών  χριατια-    15 
νών  εις  πόσους   βαθμούς  νά  γίνεται,    και  νά  είναι  αμετάθετοι  και 
άκαινοτόμητοι•    οί  δέ    παπίσται    έκαινοτόμησαν    νά    πέρνουσι  την 
πρώτην  του  έζαδέλφην  δποιος  θέλει,  και  δύο   αδελφοί  δύο  άδελ- 
φάς-    και  ό  πάπας    πολλάκις  συγχωρεί,    τάχα  διά    οικονομίαν,  νά 
πέρνωσι  τινές  και  τήν  νύμφην  τους  εις  γυναΐκαν.   Ή  αγία  έκκλη-    20 
σία  συνοδικώς  βοα:  δττοιος  είπη  πώς  ή  τετραγαμία  είναι  συγχωρη- 
μένη, είναι  αναθεματισμένος*  οί  δέ  παπίσται  συγχωρούν  και  τετρα- 
γαμίαν  και  πενταγαμίαν.  Ή  αγία  εκκλησία  εμποδίζει  τήν  πορνείαν, 
ό  δέ  πάπας  μέσα  εις  τήν  Τώμην  συγχωρεί  τήν  πορνείαν  και  έχει 
φανερά  τόσα  πορνοστάσια    και  πέρνει  άπ'  αύτάς  διά  νά  δίδη  τό-    25 
σας  χιλιάδας  φλωρία.  Οί  άγιοι  απόστολοι  και  αϊ  οικουμενικαΐ  σύ- 
νοδοι ορίζουν,  δτι  οΐ  ιερείς    νά  έχωσι    τάς    γυναικάς    των    6  δέ 
πάπας  εκείνους  όπου  θέλουν  νά  γένουν  Ιερείς    τους  χωρίζει    άπό 
τάς  γυναικάς  των  και  έπειτα  έκ  του  ί^α^ηίοο    άφίνει    νά  ιερουρ- 
γουν    εκείνους    όπου  έχουν    φανεράς    παλλακάς,    και    τό  δή  χείρι-    30 
στον,   εις  τόσην  πεισμονήν  και  άπόνοιαν  έκατήντησαν,  όπου  ό  πά- 
πας και  οι  παπίσται  συγχωρούν  εΙς  τήν  Αεχίαν    τους  ιερεΐς  τών 
ορθοδόξων,   ως  μοναχοί  μας  τό  έπιστώθημεν  δντες  έκεΐ,  νά  δευ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  320  — 

τερουπαντρεύωνται,  μόνον  να  γίνωνται  παπίσταΐ'  χαΐ  το  δή  τρια- 
χείριστον  χαΐ  αναιδές,  όπου  οι  δγιοι  πατέρες  κοινώς  καΐ  συνοδι- 
κώς  όρίζουσιν,  δτι  μοναχός  νά  μή  δύναται  να  γένη  λαϊκός,  ή  δε 
έν  Χαλκηδόνι  αγία  και  οικουμενική  σύνοδος  ορίζει  οι  μοναχοί 
5  γινόμενοι  λαϊκοί  νά  άνα&εματίζωνται*  ό  δε  πάπας  πολλάκις  συγ- 
χωρεί τους  μοναχούς  νά  γίνωνται  λαϊκοί,  καΐ  μάλιστα  να  ύπαν- 
δρεύωνται•  και  ακολούθως  διδάσκουσιν  εναντία  των  κανόνων  των 
νόμων  καΐ  των  συνόδων,  δτι  δποιος  γυρίσει  εις  τα  δόγματα  των, 
συγχωρούνται    ευθύς  δλα    του    τα  αμαρτήματα,    φανερόνοντες  με 

10  τούτο  πώς  άλλαζαν  τήν  άρχαίαν  πίστιν  αυτών,  ή  οποία  τά  τοιαύτα 
δεν  παραδέχεται,  και  έκαμαν  νέαν  καΐ  άντιχριστιανίκην. 

Ή  αγία  εκκλησία  του  Χρίστου  διδάσκει,  δτι  ή  μετάνοια  είναι 
μυστήριον  καΐ  έχει  μέρη  τήν  έζομολόγησιν  τήν  συντριβήν  και  τήν 
ίκανοποίησιν,    τουτέστι    νά  κάμωσι  καρπούς  άξίους  της  μετανοίας 

15  έν  τ-ζ  παρούση  ζωη•  οι  δέ  παπίσται,  άν  καλά  και  ταύτα  τά 
διδάσκουσι  μέ  τον  λόγον,  πλην  με  το  έργον  τά  αρνούνται,  διότι 
ύποθέτουσι  πουργατόριον,  εις  τύ  όποιον  λέγουσιν  δτι  διά  χρονικών 
ποινών,  ήτοι  τιμωριών,  εΙς  τόσον  καιρόν  συγχωρούνται  και  έλευ- 
θερόνονται  έκ  της  τοιαύτης  τιμωρίας,    άκολούθημα  του  Ώριγένους 

20  και  δόξα  τών  Ελλήνων  καΐ  το  δή  χείριστον,  δτι  ό  Κύριος  δίδει 
τψ  έξουσίαν  τών  επισκόπων  εις  τό  νά  συγχωρώσί  τά  αμαρτή- 
ματα έν  τξ  γ^,  ό  δέ  πάπας  τήν  έζάπλωσε  καΐ  εις  τόν  "^δην, 
επειδή  καΐ  διορίζει  τόσον  κανόνα  διά  νά  ευγουν  αΐ  ψυχές  άπό  τό 
πουργατόριον  εΙς  τόσας  ημέρας.  Ό  Χριστός  έσήκωσε  τόν  σταυρόν 

25  έπΙ  τών  ώμων  αύτου  και  εΤναι  καύχημα  πάντων  τών  χριστιανών, 
ό  δέ  πάπας  βάνει  τόν  σταυρόν  επάνω  εις  τήν  κουντούραν  του, 
κάμνωντας  έργον  άνάξιον  χριστιανικής  επαγγελίας.  01  δγιοι  από- 
στολοι, αΐ  οίκουμενικαΐ  σύνοδοι  καΐ  απλώς  δλοι  οί  θεΤοι  πατέρες 
διορίζουσιν,    δτι    νά    γίνεται    τό  μυστήριον    του  βαπτίσματος    εις 

30  τρεις  αναδύσεις  και  καταδύσεις*  οι  δέ  παπίσται  μόνον  κάμνουσι 
ραντισμόν  ε?ς  τήν  κεφαλήν,  ή  είς  άλλο  μέρος  του  βατυτιζομένου 
άνθρωπου,  και  ακολουθεί  δτι  νά  μή  εχωσι  τέλειον  βάπτισμα. 
Οί  άγιοι  απόστολοι  και  ρητώς  ό  ευαγγελιστής  Ιωάννης  λέγει  εις 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  321  — 

.ψ  έπιστολήν  του  χαΐ  πάσα  ή  καθολική  εκκλησία  ορίζει,  πώς 
δεν  εΤναι  τινάς  άνθρωπος  όπο5  να  μη  άμαρτάνη  οπωσδήποτε*  ά 
δε  πάπας  μετά  των  οπαδών  και  κολάκων  αύτοδ  λέγει  πώς  εΤναι 
άναμάρτητος•  έπειτα  αισχυνόμενοι  εις  το  φανερόν  ψευδός,  διότι 
|3λέπουσι  μοναχοί  των  πόσα  σφάλματα  κάμνουσιν  οι  άναμάρτητοι  5 
πάπιδες,  λέγοασιν  πώς  δεν  σφάλλει  καθό  πάπας,  αλλά  καθό  άν- 
θρωπος: πράγμα  καταγέλαστον,  διότι  δχι  μόνον  κάθε  επίσκοπος 
ιερεύς  και  απλώς  κάθε  χριστιανός  δεν  σφάλλοασιν  ως  τοιούτοι^ 
δηλαδή  ως  επίσκοποι  ιερείς  και  χριστιανοί,  άλλα  κατά  τον 'Αρι- 
στοτελην  μήτε  αυτός  ό  άνθρωπος  δεν  σφάλλει  ως  άνθρωπος,  ίο 
"Ωστε  οντες  καταγέλαστοι  και  είς  τούτο  οι  πάπαι,  ως  πάπαι  σφάλ- 
λουσι,  και  ώς  άνθρωποι  άμαρτάνοντες  καταδικάζονται  με  τόν  δι- 
δάσκαλον  του  ψεύδους  είς  το  πυρ  το  άσβεστον.  Ό  κύριος  ημών 
Ίησους  Χριστός  καΐ  καθεξής  οι  άγιοι  απόστολοι  και  αί  οίκουμε- 
νικαΐ  συνοδοί  και  δλη  ή  καθολική  του  Χρίστου  εκκλησία  έπαρά-  15 
δωκε  νά  γίνεται  ή  αναίμακτος  θυσία  με  άρτον,  ήγουν  ψωμί  άνε- 
|3ατόν,  καΐ  νά  μεταλαμβάνωσιν  τόσον  οί  ιερείς,  δσον  και  κοσμικοί 
καΐ  απλώς  δλοι  οί  χριστια^^οΐ  εις  δύο  είδη,  καΐ  αύτοι  ίερουργουν  με 
άζυμα  και  μεταλαμ^ϊάνουσι  τους  χριστιανούς  μόνον  είς  ένα    είδος. 

Αυτά    λοιπόν    και    τά  δμοια    νομίζομεν    νά   περιέχη  αυτό  τό    20 
άθεον  βιβλίον  του  Σιδώνος,   επειδή  και  άλλα  υψηλότερα  μήτε  έχει 
δύναμιν  τό  άγράμματον  αυτό  άνθρωπάριον  νά  έννοήση  καΐ  νά  εί- 
π-^,   μήτε  είναι  οικεία  νά  λέγωνται  προς  ους  γράφει.   Ει  τι  δμως 
καΐ  αν  λέγη,   επειδή  είναι   μεμιγμένα   με  άπάτην  και  ψεύδη,   δλα 
εΤναι    αποτρόπαια,    δλα    αιρετικά,    δλα  βλάσφημα  και  δλα  άθεα.    25 
"Οθεν  παρακαλουμεν  πάντας  ύμας  ώς  τέκνα  ττ^ευματικά  της  ημών 
μετριότητος,  επειδή  καΐ  λόγος  εΤναι  του  ττ^εύματος  του  αγίου,  δτι 
εν  ϊσω  είσι  μισητά  καΐ  ό  άσεβης  και  ή  ασέβεια  αυτού,  τόν  ρη- 
θέντα    αυτόν    Σιδώνος  καΐ  τόν  παπολάτριν  άνεψιόν  αύτου  και  άλ- 
λους   τοιούτους    ομοίους    νά    τους  γινώσκετε  ψεύστας  απατεώνας    30 
αιρετικούς  άνοσίους  άθέσμους,  λατρευτάς  της  κοιλίας  αυτών,  εχθρούς 
της    καθολικής    πίστεως,    άλλοτρίους    τών    ορθοδόξων     δογμάτων, 
παραβάτας    τών  πατρικών    παραδόσεων,    και    νά   αποφεύγετε,  νά 

21 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  322  — 

άποστρέφεαθβ,  νά  άπομακρύνβσ&ε  χ«1  άπ'  αυτούς  χαι  άπο  τήν 
σο^^ομιλίαν  χαΐ  τήν  διδασχαλίαν  χαί  αοναη^αστροφήν  χαά  οηιτ&ν  οαΐ 
των  βιβλίων  των^  ως  άπο  δφεων  ααη  αχορπίων. 

Κοίί    δή    έν  άγιω    άποφαινέ]Αεθκ   πνεόμαπι,    δτκ  βαοΐ  έχ  τον 

δ  ορθοδόξων  χριστιαη^ων  ότυου  ήζεύρσοσκ  γράμματα,  ή  δι^αβαζουσ^ 
τά  βιβλία  αυτά,  ή  τά  χαταχρατωσιν  ε{ς  τα  σττήτιά  των,  ή  «όρί- 
αχοντές  τα  χαΐ  ήμπορωντες  νά  τα  χαύσωσι,  δεν  τα  χαίοοσι>^,  ή 
δλως  έπαινο^ντες  χαΐ  α&τά  χατ  τους  γράφοντας  χαί  δκαυθεντεόων- 
τάς  τα,  χάν  τε  έτπσχοποι  είναι  οΐ  τοιούτοι,  ίερεϋ;  ίεροδιάχον»  χαΐ 

10  άπλως  χληριχοι.  τΛ^  τε  χοσμιχοί  δρχοντες  ή  άρχήιενοΕ,  μεγάλοι 
ή  μϊχρβί,  άνδρες  ή  γυναίχες,  ώς  χοΓνωνουντες  χαΐ  οδτοι  τοις 
άχοινωνήτοις,  ως  ιτροδύται  της  ορθοδοξίας,  ως  παραβάται  των 
πατριχων  παραδόσεων,  ώς  άπειθεις  της  έχχλησίας,  ως  βλάσφημοι, 
ως  μισόχριστοι,    ώς  άντίθεοι,    άφωρισμένοι   ειησαν  ποφά  πατρός 

15  υίο5  χαί  άγιου  πνεύματος,  της  πανάγιας  χαΐ  ομοουσίου  χαΐ  ζωο- 
ποιού χαΐ  άδιαφέτου  τριάδος^  του  ένος  χαι  μόνου  τξ  φύσει  Θεού, 
χΑΙ  χατηραμένοι  χαι  ασυγχώρητοι  χαι  άλυτοι  μετά  θάνατον  χαΐ 
τυμπανιαϊοι.  Αι  πέτραι  τά  ξύλα  καΐ  δ  σίδηρος  λυθήσονται,  αυτοί 
δε  ουδαμώς*    χληρονομήσειοτν  τήν  λέπραν  του  Γιεζή  χαι  τήν  άγ- 

20  χόνην  του  Ιούδα*  σχισθείη  ή  γη  χαι  χατατπίοι  αυτούς,  ώς  τόν 
Δαθάν  χαΐ  Άβειρών*  ύπόδιχοι  είησαν  τω  αίωνίω  άναθέματι*  τά 
χτήματα  χαι  οι  χόποι  αύτων  εΐτ^σαν  ε!ς  έξολόθρευσιν  χαι  άφανι- 
σμόν*  οι  οΓχοι  αυτών  χαταλειφθείησαν  Ιρημοι,  αϊ  ρνααιες  αύτων 
χήραι    χαι  τά  τέχνα  αύτων  ορφανά,  ζητοΰντα  δρτον  έξαλειφθείη 

35  τό  βνομα  αυτών  έν  γενεά  μια  χαΐ  τ4  μνημόσυνον  αυτών  μετ'  ή- 
χου* άγγελος  Κυρίου  χαταδιώξοι  αύτοος  έν  διστ(ίμω  ρομφαάκ  χαι 
προχοπήν  ου  μή  Τδοιεν,  έχοντες  χαΐ  τάς  αράς  των  άγιων  τριαοω- 
σίων  δέχα  χαΐ  όχτώ  θεοφόρων  πατέρων  των  έν  Νιχαία  χαι  των 
λοιτυων  αγίων  συνόδων  χαι  της  ημών  μετριοτητος. 

30  Άλλα    χα^    ϋαοι    έχ  των  ορθοδόξων    χριστιανών    ή  εξομολο- 

γούνται είς  φραγγοπατερας,  ή  πηγαίνουσι  ττρός  αυτούς,  ή  είς  τάς 
έχχλησίας  αυτών,  ή  δια  χάριν  τάχα  εύλαβείας,  ή  είς  μέθεξιν 
τινός  μυστηρίου,  ή  διδαχής  χαί  διδασχαλίας,  ή  λάβωσιν  έξ  αύτων 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  •323  — 

βόλογίον  ή  άΐ(ΐαομό%^  ή  δλως  τους  δέχονται  εΙς  τα  σπψιά  των 
ώς  τυνευματικοϋς  καΐ  ίερβΤς,  καΙ  ούτοι  πάντες,  όποιοι  δν  ώσι, 
άνδρες  ή  γυναίκες,  νέοι  η  γέροντες,  εκκλησιαστικοί  ή  κοσμικοί, 
εΐησαν  άφοφιαμένοι  παρά  βεου  κυρίου  παντοκράταρος  καΐ  της 
μερίδος  του  προδότου  Ιούδα  κα^  των  σταυρωσάντων  τον  Κύριον^  5 
και  άνα&εματισμένοι  εν  τε  τω  παρόντι  αΐώνι  καΐ  εν  τφ  μέλλοντι, 
καΐ  υπόδικοι  ταϊς  ανωτέρω  άραϊς.  Άλλα  καΐ  δσοι  έκ  των  ημετέ- 
ρων ττνευματικων  καί  ιερέων  λέγουσιν,  βτι  δεν  εΤναι  καμμία  αμαρ- 
τία να  εχωσιν  οι  χριστιανοί  οι  ^θόδοξοι  πνευματικήν  συνάφειαν 
με  τους  λατινόφρονας,  κδν  τε  εις  συνοικέσια,  καν  τε  είς  άλλα  ιο 
μυστήρια  της  αγίας  μας  καθολικής  ανατολικής  εκκλησίας,  φανεροί 
δντες  εστωσαν  ου  μό'/ον  άργοΙ  πάσης  ιερατικής  ενεργείας  καΐ  χά- 
ριτος, άλλα  και  καθιορημένοι  καΐ  ώς  ανίεροι  λογιζόμενοι*  έν  τω 
κρυπτίδ  δε  μέ^^ντες,  άφωρισμενοι  ιδίως  καΐ  ούτοι  εΤησαν  παρά 
του  άγιου  θεού  και  κατηραμένόι  και  ασυγχώρητοι.  1δ 

Άπό  Μολδοβλαχίας  ,αψιδ'^   μηνι  δεκεμβρίω  (1714). 


(ΠβρΙ  των  άφιερω^έντων    όζο  Γεωργίου  Κάστοριώτού  πραγμ-άτων  εΙς  τον  "Αγιον 
Τάφον,  δίά  την  δυτροφήν  δάο  διδασχάλων  της  έν  Καβτορία  βχολής)  *. 

Χρύσανθος  ελέω  θεοΰ  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  *Ιερόυ- 
σαλήμ  κάΙ  πάσης  Παλαιστίνης.  20 

Ή  μετριότης  ημών  διαλαμβάνει  διά  του  παρόντος  αυτής  πα- 
τριαρχικού   γράμματος,    δτι  θέλωντας  ό  τιμιώτάτος    και  λογιώτα- 

*  Κώδ.  4ΐ1  της  'ϊεροάολυμιτιχής  έν  Κώάτύτντινοϋ-όλει  β!β>.ιο^|Χης,  σ.  21.  Πέρι 
δέ  της  έν  Καστοριά  σχολής  άνάγνωθι  την  Έχχλησιαστιχήν  Άλήθβιαν  (τ.  Γ,  1880, 
σ.  175-176,  205-207,  270),  ένθα  χατεχωρίσθη  γράμμ(χτα  Ζωσιμά,  άρχιεησχόπου 
της  Ίουστιανής  *Αχριδών,  χαι  Γεωργίου  τοΟ  Καστριώτοϋ  (170β),  τα  την  σύστασιν 
έχείνης  ίστορ'οΰντα.  "Ορα  δε  χαι  Ματθαίου  Πάρανίχά  σχεδίασμα  περί  τής  έν  τώ  έλλη- 
ληνιχφ  έθνει  χαταστάσεως  των  γραι^^"-^*^^^  ^'^^  αλώσεως  Κωνσταντινουπόλεως  μ-έχρι 
των  άρχων  της  ένεστώσης  έχατονταετηρίδος.  Έν  Κωνσταντινουπόλβι  1867,  σ.  53-54. 
Άναλώμασι  δε  Γεωργίου  του  Καστριώτοϋ  τύποις  εξεδόθη  (1703)  δογμ-ατιχή  διδασχαλία, 
ίυγγεγρα|ΐρΐ8νη  πάρα  ϊέβαστου  τοΟ  Κυμινήτου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  324  — 

τος  δρχων  κυρ  Γεώργιος  Καστοριώτης,  πρώην  μέγας  χόμισος  της 
έχλαμπροτάτης  ηγεμονίας  Ούγκροβλαχίας,  ό  καΐ  κατά  πνεύμα 
Οίος  αύτης  αγαπητός,  να  άποκαταστηση  ίεράν  σχολήν  εις  τήν  φι- 
λόχριστον  πολιτείαν  Καστοριάς,  τήν  πατρίδα  αύτου,  εις  το  να 
5  μανθάνωσι  κοινά  γράμματα  άμισθΐ  δσοι  θέλουσι  νά  προστρέχο)- 
σιν  εις  αυτήν,  διανουμενος  τρόποος  πολλούς  και  διαφόρους  εις 
πα^^τοτινήν  διαμονήν  καΐ  στερέωσ^^  του  τοιούτου  θείου  έργου,  και 
μή  άναπαυόμενος  εις  ουδέν  έΕ  ων  έσυλλογίσθη,  τέλος  έδεήθη  της 
ημών  μετριότητος,  ϊνα  προοτηλώση  τινά  αναθήματα  εΙς  τόν  δγιον 

10  και  ζωοδόχον  Τάφον,  και  έκ  της  επικαρπίας  αυτών  παρέχων- 
ται  οι  κατ'  έτος  μισθοί  δύο  διδασκάλων  της  σχολής  ταύτης.  "Οθεν 
ή  μετριότης  ημών  άφορώσα  εις  τήν  θεάρεστον  αύτοΰ  γνώμην 
καΐ  μάλιστα  κατά  χρέος  της  επαγγελίας  αύτης  φροντίζουσα  διά 
τήν  ώφέλειαν  και  έπίδοσιν  της  μαθήσεως  τών  νέων  έν  τοις  Ιεροΐς 

1Γ)  γράμμασιν,  συγκατανεύσασα  εις  τον  σκοπόν  και  τήν  αϊτησιν  αύτου, 
έδέξατο  τάς  αφιερώσεις  ταύτας  τρόπω  τοιούτω.  "Ινα  δηλαδή  ό 
πανάγιος  και  ζωοδόχος  Τάφος  δεσπόζη  αιωνίως  τάς  γεγονυίας 
ταύτας  αφιερώσεις  παρά  της  αύτου  έντιμότητος  εις  αιώνα  τον 
άπαντα,   αϊτινες    δηλουνται    έν    τω  άφιερωτικώ  αύτου    γράμματι* 

20  ό  δ'  αύτος  "Αγιος  Τάφος  οφείλει  παρέχειν  κατ'  έτος  γρόσια  τον 
αριθμόν  έκατοπενήντα  κατά  τήν  τρέχουσαν  μονέδα  είς  μισθόν 
τών  διδασκάλων  τά  όποΤα  αυτά  έκατοπενήντα  γρόσια  ή  μετριό- 
της  ημών  διορίζει  νά  τά  δίδη  ό  κατά  καιρόν  όσιώτατος  καθηγού- 
μενος  του  έν  Κωνστα^/τινουπόλει  μετοχείου  του  παναγίου  και  ζωο- 

2δ  δόχου  Τάφου,  έπ'  ονόματι  τιμωμένου  τοί5  αγίου  μεγαλομάρτυρος 
Γεωργίου  του  τροπαιοφόρου,  εντός  του  Φαναρίου  κειμένου,  λαμ- 
^άνωντας  αυτά  έκ  της  συναγόμενης  κατ'  έτος  ελεημοσύνης  εις  τά 
κουτεια  του  Αγίου  Τάφου,  εις  χείρας  τών  εντιμότατων  επιτρόπων 
του  κουτείου  του  φιλοχρίστου    ρουφετίου  τών  γουναράδων  τών  έν 

30  Κωνσταντινουπόλει  ευρισκομένων,  κατά  τά  τέλη  του  σεταεμβρίου 
μηνός  καθ'  δκαστον  έτος,  γινομένης  ταύτης  της  αρχής  καΐ  της 
οφειλής  έκ  μέρους  του  Αγίου  Τάφου  είς  τήν  σχολήν  κατά  τήν 
πρώτην  του  όκτω|3ρίου  μηνός  έν  ετει  τω  σωτηρίω  χιλιοστώ  έτττα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  32δ  — 

κοσεοστώ  δεκάτω  πέμπτω-  ή  έντΐ|χότης  αυτών  δε,  δηλαδή  οι  επί- 
τροποι, νά  έχωσε  χρέος  άπαραίτητον  ^>ά  τά  ζητήσωσι  και  να  τα 
λαμβάνουσιν  εις  τον  διωρισμέ^^ον  καιρόν  παρά  του  όαιωτάτου  καθ- 
ηγουμένου  του  μετοχείου  καΐ  νά  τά  πέμπωσιν  ασφαλώς  εις  χεί- 
ρας τών  ευρισκομένων  θεοφιλέστατων  επιτρόπων  της  έν  Καστοριά  γ> 
σχολής  μετά  της  προσηκούσης  σπουδής  και  επιμελείας.  Πόσα  δε 
να  λαμβάνη  6  πρώτος  δάσκαλος  και  πόσα  ό  δεύτερος,  δηλουνται 
έν  τω  άφιερωτικώ  γράμμΛτι  του  θεμελιωτου  της  σχολής  ταύτης, 
δηλαδή  του  ρηθέντος  άρχοντος  κυρ  Γεωργίου  Καστριώτη'  δπερ 
έττεμψαμεν  τω  πανιερωτάτω  μητροπολίτη  Καστοριάς  κυρ  Διονυ-  10 
σίω,  τω  έν  άγίω  πνεύματι  άγαττητω  ημών  άδελφώ  και  συλλει- 
τουργώ, καΐ  τω  έκεΓσε  ίερω  κλήρω  και  τοις  έντιμοτάτοις  άρχου- 
σιν  εις  βεβαίωσιν  και  άσφάλειαν. 

Τούτων  ουν  ούτω  διορισθέντων  και  άποφασισθέντων  παρά  της 
ημών  μετριότητος,     έχέτωσαν    τό    κύρος  και  τήν  μονιμότητα  βε-    15 
βαίαν  και  άμετάθετον.   "Οστις   δε  φα^>η  ποτέ  έναντίος,  ή   έκ  τών 
μεθ'  ήμας  άγιωτάτων  πατριαρχών  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ, 
ή  άλλος  τις  έκ  μέρους  του  Αγίου  Τάφου,  μικρός  ή  μέγας,  οποιασ- 
δήποτε   τάξεως  ή    βαθμού,    ή    άλλο    πρόσωπον  έκκλησιαστικόν  ή 
κοσμικόν,   οι  τοιούτοι  ως  άδικοι  και  ώς  θεον  μηδόλως  φοβούμενοι,    20 
μηδέ  κρίσιν  και  άνταπόδοσιν    εις    νουν    θέμενοι,   ώς  έναντίοι  και 
φθορεΐς  του  κοινού  και   ψυχωφελούς    άγαθοΰ  και  έργάται  του  κά- 
κου και  της  αδικίας,   άφωρισμένοι    εϊησαν    παρά  πατρός  υίοΰ  και 
αγίου  τυνευματος,  της  πα^;αγίας  και  ομοουσίου  και  αδιαιρέτου  τριά- 
δος, του  ενός  και  μόνου    τη     φύσει    θεού,    καΐ    κατηραμένοι  και    25 
ασυγχώρητοι  καΐ  άλυτοι  μετά  θάνατον  και  τυμπανιαΤοι.  Αί  πέτραι 
τά  ζύλα  καΐ  ό  σίδηρος  λυθήσονται,  αυτοί  δέ  ουδαμώς,  και  ή  με- 
ρις  αυτών  μετά  του  προδότου    Ιούδα    και  τών  σταυρωσάντων  τόν 
Κύριον  της  δόξης*   υπόδικοι  εϊησαν  τω  αίωνίω  άναθέματι  και  ταΤς 
πατρικαΐς  και  συνοδικαΐς  άραΐς,  και    προκο7Γγ]ν  ου    μη  ιδοιεν  πω-    30 
ποτέ.  "Οθεν  και  εις  άσφάλειαν  καΐ  βεβαίωσιν  εδόθη  και  το  παρόν 
της  ημών  μετριότητος  πατριαρχικόν  γράμμα  εις  χείρας  τών  εντι- 
μότατων επιτρόπων  του  φιλοχρίστου  ρουφετίου  και  της  ρηθείσης 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  326  — 

ταύτης  ίερας  σχολής  των  έν  Κφνσταντινουπόλδΐ  γοοναράδιον.  Έν 
Άδριανουπόλβι  ^αψιβ'  (1715),  έν  μηνΐ  δεχείΑρρίω. 

•Ι*  Ό  'ίδροσολύμων  πατριάρχης  Χρύσανθος  ά7ΰοφαινέ|ΐ£θα^ 


δ. 

(Γρά{Λ(χα  προς  το  σωμ-ατεΐον  ή  ρουφέτιον  των  γουναράδων)  ^ 

δ  Χρύσανθος  ελέω  θεοδ  πατριάρχης  χτλ. 

•Ι*  Εντιμότατοι  καΐ  χρησιμώτατοι  άρχοντες  επίτροποι  του 
ίεροδ  χουτείοΐ)  τρδ  φιλοχρίστου  ρουφετίου  των  γοαναράδων,  τέκνα 
έν  Κυρίω  αγαπητά  της  ημών  μετριότητος,  χάρις  ειρήνη  και  έλεος 
εϊη  ύμΤν  παρά  θεού    καΐ    από    του  αγίου    καΐ  ζωοδόχορ  Τάφου 

10  βοήθεια  αγιασμό;  καΐ  επίσκεψις,  παρ'  ημών  δε  ευχή  ευλογία 
καΐ  συγχώρησις. — Μετά  την  εύχήν  καΐ  εύλογίαν  του  παρόντος  το 
αίτιον  εΤναι  τούτο.  Είς  την  πολιτείαν  της  Καστορίας  κατεστάθη 
θείφ  έλέει  ιερά  σχολή,  είς  το  νά  μανθάνωσι  τών  χριστιανών  τά 
παιδία  γράμματα  κοινά  χωρίς  πληρωμήν    τό  όποΓον  τούτο  θεάν- 

15  θρωπον  έργον  διά  νά  έχη  μονιμότητα  και  άσφάλειαν  παν- 
τοτινήν,  έλαβε  τήν  έπιστασίαν  της  6  Πανάγιος  Τάφος,  με  τοιούτον 
δμως  τρόπον.  "Οτι  ή  υμετέρα  έντιμότης,  τουτέστιν  οι  κατά 
καιρόν  επίτροπος  του  φιλοχρίστου  ρουφετίου  υμών  νά  φροντίζωσι 
νά  λαμβάνωσι  τόν  μισθόν  τών  διδασκάλων,  ήτοι  τά  εκατόν  πεντή- 

20  κοντά  γρόσια,  παρά  του  κατά  καιρόν  όσιωτάτου  ηγουμένου  του 
αυτόθι  ευρισκομένου  μετοχείου  του  Αγίου  Τάφου,  κατά  τόν  καιρόν 
όπου  διορίζομεν  εις  τό  παρόν  ήμέτερον  πατριαρχικόν  γράμμα,  τό 
όποιον  πέμπομεν  νά  ευρίσκεται  παρ'  υμΤν  εις  φύλαξιν,  προς  βεβα/ω- 
σιν  και  διηνεκή  άσφάλειαν  του    γεγονότος.    Παρακαλουμεν  δε  καΐ 

25  τήν  έπιτροπήν  ταύτην  νά  δεχθήτε  ως  έντιμον  και  θεοσεβή,  και 
νά  έχετε  τήν  φροντίδα  νά  λαμβάνετε  τά  έκατονπενήντα  άύτά 
γρόσια  και  νά  τά  πέμπετε  ασφαλώς  καΐ  έν  καιρώ  εις  τους  επι- 
τρόπους τής  σχολής    έν  τη  Καστορία,  και  έχετε  τιμήν  παρά  άν- 

^  Κώδ(ξ  6  αυτός,  σ.  22. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  327  — 

θ(ν^3ΐ»ΐ^ν  χαί  μ^αθόν.  παρ4  του  (ϊγί<ίϋ.  θεοΰ/  βδ  ή  χοφις  χαι  τ.ί> 
δπ.^φΑν.  Ιλ^ς  ^η  μετά  π,άντίίΐ^ν  υμΛν  4ν  βίω  παντί.  Άπο  'Λδ(ίχα- 
νοϋπόλθοϋς-  ,αψιε'^  δζκ$μβρίο.ΐ).  ε'. 

■{^  Ό  Ίδρο.<ϊ3θλύμα>ν  χαΐ  βίιχέτης  υμών. 


6. 

Σιγιλλιώδες  γράμιΐΛ  τοΰ"  μαχαριωτάτου    και  άγιωτάιου    ημών    αΐτθεντός  χαΐ  δίβπο-  5 

του    δια   το  νοοοκβ|«ϊον    τοίϊ    τΐ(«ωτ4τοϋ    άρχοντος    Ιϊιχολάοο  Καρά-Ίωάννη,  βίς 
οποίαν  διοίχησιν  να  ευρίσκεται  *. 

-}•  Τά  χατά  θεΤον  σχοιεόν  τοΓς  εόσεβέσι  φιλβργοόμβίνα  χαλά  τε 
πάντως  εστί  χαΐ  έπαινβτλ  χαΐ  θεόθεν  την  άντιμιαθίαν  τούτοις 
έτημνηστβύεται•  δι^  χαΐ  προ  ττάντιον  τίθειιθαι  τα  ΐΌΐοΆτα  όφείλο-  10 
μεν  ώς  προς  θεβν  αναφερόμενα  καΐ  πασι  τρόποις  έχθειάζειν  χαΐ 
μεγαλάνειν,  συνιστδν  τε  αμα  και  βε[3αιουν  δση  δύναμις•  τών  γαρ 
έπ'  ονόματι  θεού  πραττομένων  ουδέν  ίλλο  τιμαλφέστερον  χαι  σε- 
^3ααμΐ!ώτερον  πέφακεν  8ποϋ  γε  χαΐ  τα  πάντα  διά  παντός,  8σα  περ 
δν.  έν  βί<ΐ)  πράττομβν,  εΙς  δόζαν  θ«ου  ποιεΐν  γραφικώς  διδασκό•  15 
μ&^α.  Ταυχα  τοι  χαί  ή  τιον  ορθοδόξων  ευλάβεια  μετά  (τκουδης 
και  "προθυμίας•  ουκ  έπαύαατο  άπαρχάς  τψ  θςω  προσφέρβιν  κατά 
καιρούς  έκ  τών  έπι»χορηγηθβντων  αύτοϊς  παρά  του.  θ^ου  αγαθών, 
ββώ  τά•  εκ  θεού  πορισάμενοι  χαΙ  μετ'  ευχαριστίας  προσάγοντες 
και  χαλήν  άνταλλαγήν  ώς  αληθώς  τούτο  ηγούμενοι,  δπως  διά  τών  20 
πρόσκαιρων  αοί  ρευστών  τά  δφθαρτα  καΐ  άίδια  μένοντα  προσπο- 
ρίσωνται*  ων  τον  ενθεον  ζηλον  καΐ  ή  του  Χρίστου  εκκλησία  ευ- 
μενώς αποδεχόμενη  γράμμασιν  οΙΒε    κατοχυρουν  τά  θεοφιλή    τού- 

^  «Κώ^ηζ  διαφόρων  έπισήμ-ων  έγγρά(|(ων»,  φ,  64 — 67.  Τεμι.άχη  τίνα  κατ*  έσφαλ- 
μένον  και  άτελέστατον  άπόγραφον  του  σιγιλλίου  τούτοο  βλέττε  έν  τω  πονήμάτι  Ευγενίου 
ιερέως:  Ή  Ζωοδόχος  Πηγή  και  τα  ιερά  αυτής  ζροσαρτή|χατα.  Έν  Αθήναις  [γρ.  Κων- 
στβντινουάόλει]  ,αωΛς',  σ.  13βΊ3β.  Περί  δε  του  Νικολάου  Καραγϊάννη  ορα  Ε.  1ιβ• 
^&ιιά  έλλν2V{)^όν  έπιστολάριον  [Ρ&Γί&  1888],  σ.  174.  Γράφει  και  Δαπόντες:  «οί  Καρα- 
γιάννιδες  ήσαν  ονομαστοί  πραγματεοται  εις  Βενετίαν  και  αυτοί».  Νικόλαος  ό  Καιρι- 
γιάννης  εξελέγη  δις  επιστάτης  της  ελληνικής  έν  Βενετία  κοινότητος  (1727  και  1783). 
"Ορα'  Ίωάννοο  Βελούδου:  Ελλήνων  ορθοδόξων  αποικία  έν  Βενετία^  1872,  σ.  176. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  328  — 

των  έργα  χαΐ  τη  διάδοχη  και  παρατάσει  του  χρόνου  εις  αιώνας 
παρατυεμπειν  αυτά  εις  άνεξάλειπτον  μνήμην  των  έπιγενησομένων 
καΐ  διαιωνίζουσαν  ευκλειαν  των  προκαταρξαμένων.  Επειδή  τοι- 
γαρουν  κίη>  τοις  παρουσι  καιροΓς    έφθασε    συντελεσθήναι    προνοία 

δ  και  ευδοκία  του  φιλαγάθου  ©εοΰ  έν  τω  καθ'  ήμας  άγιωτάτω 
ττατριαρχικω  καΐ  αποστολικά)  θρόνω  έργον  θεοφιλές  ές  τα  μάλι- 
στα και  προς  κοινή  ν  άφορων  του  έν  αύτω  ορθοδόξου  πληρώμα- 
τος ώφέλειαν,  ούχ  ήγησάμεθα  δίκαιον  σιγή  παραδραμεϊν  τήν  αι- 
τίαν  άμα  τε  καΐ  τον  τρόπον  της  εΙς  το  είναι  τούτο  προόδου,    ώς 

10  ιστορίας  και  άφηγήσεως  άξιον.  Ου  μήν  αλλά  καΐ  της  εις  τό  έξης 
διηνεκούς  αύτου  διαμονής  πρόνοιαν  θέσθαι,  δπως  τε  ήρξατο  και 
έπι  τίσι  συνέστη  και  δπως  έχει  συντηρηθήναι  εγγράφως  διο- 
ρίσαι  τε  καΐ  διασαφήσαι  τών  αναγκαιοτάτων  εΤναι  ωήθημεν,  δπως 
μή  τη  του  χρόνου  έξόδω  άμαυρωθη  και  έξίτηλον  γέ^/ηταΐ'  τά  γάρ 

Ιδ  γροίφήί  Ι^'-ή  εύμοιρήσαντα  ραδίως  εϊωθεν  έκπίπτειν  της  μνήμης  του 
άνθρωπου.  Έσχε  δε  ούτως. 

Έν  τάξει  ετι  πρεσβυτέρων  και  αρχιμανδρίτης  του  ε!ρημένου 
άγιωτάτου  καθ'  ήμας  θρόνου  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  κα- 
θεστηκότες,  χάριν   ιστορίας  και  μεθέξεως  όπωσουν  τελεωτέρας  παι- 

20  δείας  και  ε!δήσεως  της  λατινίδος  φωνής  άπάραντες  εις  Εύρώ- 
πην,  και  εις  τάς  κλεινάς  Ένετίας  έπιδεδημηκότες  έξενίσθημεν  φι- 
λοφρόνως  έκεΐσε  παρά  τω  ευγενέστατο)  λογιωτάτω  καΐ  τιμιωτάτω 
άρχοντι  κυρίω  Νικολάω  Καρά-Ίωάννη  μετά  συστατικών  γραμμά- 
των του  έν  μακαρία    τη    λήξει    θεοσεβεστάτου  αύθέντου    Ούγκρο- 

25  βλαχίας  κυρίου  Ιωάννου  Κωνσταντίνου  Μπασαράμπα  βοεβόδα  και 
του  ενδοξότατου  πανευγενεστάτου  άρχοντος  μεγάλου  στολνίκου  της 
ρηθείσης  αύθεντείας  κυρίου  Καντακουζηνού,  φιλία  άκρα  αμφοτέ- 
ρων τη  αύτου  ευγενεία  συνημμένων.  Διατρίψαντες  δε  έκεΐσε  καΐ 
έν   Παταβίω  υπέρ  τά  τρία    έτη,  τη  συνεχεΐ  ομιλία  οδτω  συνανε- 

30  κρατήθημεν  μετά  της  αύτου  τιμιότητος  και  τοσούτον  άλλήλοις 
τον  πόθον  ηύξήσαμεν  διά  τήν  χρηστότητα  τών  αύτου  ηθών,  της 
ψυχής  τήν  εύγένειαν  και — το  μείζον— τήν  προς  θεόν  εύσέβειαν 
και  τήν  τών  ανατολικών  της  εκκλησίας  δογμάτων  άκρίβειαν,  ώστε 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  329  — 

τον  δεσμόν  της  εύνοιας  κάΙ  μετά  την  έχεΐθεν  άποδημίοτ;  ημών 
δρρηκτον  δεαμεΐναι.  "Έδειξε  δ'  ό  μετά  ταύτα  καιρός,  χαθ'  δν  εις 
την  Κωνσταντινούπολιν  έπανελθόντες  καΐ  θείω  έλέει  εις  το  της 
πατριαρχικής  περιωπής  αξίωμα  άναχθέντες  ούδ'  οδτω  της  πριν 
φιλίας  άπέστημεν,  μάλλον  δε  καΐ  έπετείναμεν  αυτήν  λαμπροτέ-  5 
ραις  προσδήχαις  και  έπιδόσεσιν^  ώστε  και  έπίτροπον  χαταστηναι 
την  αύτου  τιμιότητα  του  παναγίου  και  ζωοδόχου  Τάφου,  έπεγνω- 
κότες  τό  του  ζήλου  θερμόν  αύτου  και  διάπυρον  καΐ  της  προς  τον 
"-^γιον  Τάφον  εύλαβείας  άγάμενοι*  δστις  ου  διέλιπε  πώποτε  τήν 
ένουσαν  σπουδήν,  συνδρομήν  τε  και  προθυμίαν,  ήμΐν  τε  καΐ  τω  10 
Παναγίω  Τάφω  κατά  καιρούς  ένδειξάμενος  εν  τε  πολλοίς  άλλοις 
ν,οίΐ  μάλιστα  έν  τοις  τύπω  έκδοδεΐσι  παρ'  ημών  έκεΐσε  βιβλίοις  ^ 
Άλλα  τω  περιόντι  της  έμφυτου  καλοκαγαθίας  και  τω  ζέοντι 
της  περί  τά  θεία  εύλαβείας,  ναΙ  μήν  καΐ  τω  προς  ήμας  διακαεί 
φίλτρα)  κεκινημένος,  άλλως  τε  καΐ  οΤά  τις  φρόνιμος  οικονόμος  τοΤς  15 
ύπάρχουσιν  άγαθοΐς  πρύς  αγαθόν  τι  τέλος  άποχρήσασθαι  βεβου- 
λημένος,  καΐ  δια  του  πρόσκαιρου  πλοότοο  τών  αιωνίων  αγαθών 
τυχεΐν  έφιέμενος,  διενοήθη  προσθεΐναι  τύν  κολοφώνα  τοις  προδιη- 
νυσμένοις  αύτώ'  κάντευθεν  και  εγραψεν  ήμΤν  αυθαιρέτως,  ως  έπι- 
ποθεΤ  καΐ  Ιδίαν  τινά  εισενεγκεΐν  βοήθειαν  τη  αγία  Ιερουσαλήμ,  20 
διά  μνημόσυνον  αύτου  τε  και  τών  γονέων  αύτου,  ζητών  έν  τούτω 
βουλήν  παρ'  ημών.  ΉμεΤς  δε  καίτοι  ένοχλούμενοι  χρέεσι  βαρυ- 
τάτοις  του  Παναγίου  Τάφου  και  διψαλέοι  μάλα  της  άπό  τών  χρη- 
μάτων επικουρίας  τυγχάνοντες,  εμπης  τά  καθ'  εαυτούς  τη  θεία 
άναθέντες  προνοία  και  τήν  τών  νοσούντων  ενδεών  κηδεμονίαν  και  25 
θεραπείαν  άναγκαιοτέραν  κρίναντες  συνεβουλεύσαμεν  τη  αύτου  τι- 
μιότητι  κατασταθήναι,  διά  της  χορηγίας  του  ουπερ  μέλλει  άπο- 
στεΤλαι  ελέους,  νοσοκομεΐον  εντός  τη;  αγίας  πόλεως  "Ιερουσαλήμ, 
θεραπείας  χάριν  και  περιθάλψεως  τών  τε  ασθενών  και  αδυνάτων 
πατέρων  καΐ  τών  έπιδημουντων  προσκυνητών,  νόσω  τυχόν    περί-    ?0 

*  Προ  του  1729-οϋ  ετου;  έξοδόθη  τύποις  Ένετίτ^σι  €Διδαχή  ώφελιιιο;  περί  της 
μετανοίας  χαι  εζομοΚογηοεωςη  (1724)  %α\  «Ιστορία  χαι  περιγραφή  της  Αγίας  Γη; 
χαΐ  της  αγίας  πόλεως  Ίεροοσαλήμ»  (1728). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  330  — 

πιπτ.όντ(ΐ>ν,.  |*έχρι  της  επαναλήψεως  της  ύγβίας  αυτών.  "Ην,  τνψα 
βουλι^..  ημών  περί  Όου  νοσοχομεί^υ^  όμοδ  μετά  της  έζα|»«κίαης 
εις  τον  ίπαρτιαμον  α&τοΰ  ποαότητος  τών  άί<χ9Ε(Μΐ»?^^  γ&νομβνης  ε2ς 
γρόακα  τον  αριθμόν  χ(λι<ί§ες  πέντε,  έγγράφα»ς    διαμηνόααντβς  τφ 

5  ρηθέντι  £ρχο.ντ&  ευρομεν  αυτόν  χαταπεκθη  χαΐ  εύήνιον*  μάλο;^  χαί 
δητα  αναβολής  δτερ.  πέπομφε  τας  πέντε  χιλιάιίας  τών  γροσιών, 
ούτω  φανείς  εΙς  τό  εύεργετεΐν  τφοθ,υι^τατος,  ως  ίππος  ές  ττε- 
οίον  αφεθείς,  το  του  λόγου-  δττα  μετά  τ,ό  πεμφθηναι  διώρισεν  ή 
μετρΕ(5της  ημών  δοθηναι  τω  χοινώ  τομβίφ    του  καθ'  ήμδς  άγιω- 

10  τάτου  πατριαρχικού  θρόνου^  ήτοι  τφ  χοινϋώς  λεγομενφ  ΣεντίΚ)χίω 
της  ίερας  Συνάζεως,  μετά  τόχου  οκυμπεφωνημενου  προς  άοτω  τά 
έχατάν  τ6  χαθ'  έχασχον  έτος•  ίίτινα  ουτωοι  τοχίζόμενα  παρέχουοιν 
έτήοϊΐον  τόκον.  -^ρόσαα  τετρακόσια.  Καί  τό  μεν  νοσο?^ομεΐον  δ]ΐωρί- 
σαμεν  γζν^σθα^  έν  τω  ιερώ  μοναστηρίω,  εντός  της  άγιας  πόλεως 

15  Ιερουσαλήμ,  τω  τιμωμένφ  έπ'  ονόματι  τοΰ.  αγίου;  ένδόΕου  μβγα- 
λομάρτυρος  Γεωργίου*  την  δε  τάζίν  χα*  κατάστοκην^.  καθ'  ί}ν  χρη 
αυτό  διακυβερνηθήναι  και  σφζεσθαι  εις  οιιώνας,  θ^ου  ευδοκοΰντος, 
διασχεψάμενοι  έτυπωσαμεν  ώρισμένοις  τίσι  τυποις  και  κεφαλαίοχς, 
αττα  και  έφ'  ω.  είναι    εύξύνετα    και  ευλητετα•  πασι    τοις    έντυγχά- 

20  νουσι  και  μηδεμίαν  λείπεσθαι  αίτίαν  και  πρόφασιν  τοις  άθβτεϊν 
αυτά  πειρωμενοις,  ως  δήθεν  μή  συνιεΤσι,  δεΤν  εγνωμεν  τη  χύ- 
δην καΐ  καθωμιλημένη  φωνή  έκθέσθαι  ταύτα  έν  τω  παρόντι, 
μικρά  της  των  φιλελλήνων  κατηγορίας  φροντίζοντες  καΐ  της  &ω- 
θεν  ακολουθίας  άναγκαίως  παρεκβόντες. 

25  Πρώτον    νά  ευρίσκεται  πάντοτε  ηγούμενος  εν  αότώ   τψ  νο- 

σοκομεία), με  ένα  ίερομόναχον,  δνα'  κανδηλάπτην  και  δνοι  πορτά- 
ρην  καΐ  ό  μεν  ηγούμενος  νά  λαμβάνη  κατ'  έτος  διά.  την  έν^υ- 
μασίαν  του  γρόσια  είκοσι,  ό  δε  ιερομόναχος  δεκαπέντε,  ό  δε  χαν- 
δηλάπτης  και  ό  πορτάρης.   ό  καθείς,  ανά  γρόσια  δέκα. 

30  Δεύτερον   νά  εΤναι  δύο  μοναχαί  γερόν.τισσαι  εις  ύπηρεσίαν 

των  άρρωστων,  καΐ  νά  λαμβάνη  ή  κάθε  μία  διά  την  ένδυμασίαν 
της  γρόσια  δέκα  τόν  χρόνον. 

Τρίτον    διά    τήν  φωτοχυσίαν  της  έχκλησίας^    ήτοι  διά.  τό 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  331  — 

χηρ.Ι  χαΐ  τό  λοί^ι,  να  πέρνη  ό  ηγούμενος  χατ'  Ιτος  γρόσια  έκα-τόν 
τριάκοντΟί  πέντβ,  δηλονότί.  τά  μεν.  έβδομήκ^ντα  δια  το  λάδι,  τά 
δέ  έξηκονταπέ^/τε  δι^α  τό  κηρί. 

Τέταρτον    διά    χυβέρνησί-ν.  κα,ι    πβρί&αλψιν  των  έν  αύτω 
ε&ρισκομβνων,    ήγοομενοα    δηλαδή    πατέρων    καλογραιών  και  των     5 
ασθενών,  νά  πέρνη  ό  αότός  ηγούμενος  (Σταφύλια  καντάρια  εΤκοσι, 
ήτοι    άολανια    όγδοήκοντα,    και    δια    ζόλα  καΐ  κάρβουνα  άσλανία 
τριάκοντα. 

Πέμπτον    δ(ά    τήν  λοιτϋήν  ζωοτροφίαν  των  αυτών  χα\  διά 
Ιατρικά    και   άλ^α  έξοδα  τών  άρρωστων  να  πέρνη  γρόσια  όγδοη-    10 
κοντά. 

"Εκτον.  Αυτά  λοιπόν  τά  άνω&εν  τετρακόσια  γρόσια  του  τό- 
κου νά  τά  πέρντ^  ό  κατ-ά  καιρόν  ηγούμενος  του  νοσοκομείου  ή  άπό 
τόν  κατά  καιρόν  μακαριώτατον  τςατριάρχην  Ιεροσολύμων  έκεΐ'σε 
ευρισκόμενων,  ή  (5;πόντος  (αύτου)  άπό  τον  εκείνου  έπίτροπον  και  15 
τών  λοιπών  πατέρων  της  ίβρας  συνάζεως,  και  έξ  αυτών  νά  ζεχω- 
ρίζ•^  το  έδι.κόν  του  μβρίδιον  καΐ  νά  δίδη  εις  κάθιε  δνα  της  συ- 
νοδίας  του  και  εις  τάς  καλογραίας  τό  διωρισμένον,  και  ακολούθως 
νά  άγοράζτ^  καΐ  τά  χρειώδη  της  εκκλησίας  και  το'5  νοσοκομείου, 
καθώς  ανωτέρω  ειπομεν.  20 

"Εβδομο ν.  Επειδή  καΐ  οί  ρηθέντες  υπουργοί  του  νοσοκο- 
μείου, ήτοι  ό  ήγούμ»ενος  μετά-  της  συνοδίας  του,  είναι  εκ  τών 
κοινοβιατών  του  Παναγίου  Τάφου,  νά  λαμβάνωσίν  άπαντες  τήν 
καθημερινήν  ζωοτροφίαν  τους  άπό  τό  κοινόβιον  του  άγιωτάτου 
Πατριαρχείου,  καθώς  τήν  πέρνουσι  καΐ  οί  λοιποί  7«χτερες  τών  25 
άλλων  μοναστηριών,  ήτοι  ψ.ωμί  μαγ^ευμα  τυρί  όψάρια  αλμυρά 
καΐ  εϊ  τι  άλλο  προσφάγιον  ευρέθη  εις  τό  κοινόβιον,  κατά  τήν 
ήμέρα^;  και  τόν  καιρόν. 

■"Ογδοον.    Νά    δίδωνται    άκόμι    ε-ις  τους  άρρωστους  άτεο  τό 
Πατριαρχεϊον  στρώματα  αρκετά  προς  κυβέρνησιν  καΐ  σκέτυην  αυτών    30 
τήν  δ,έ  φροντίδα    αυτών    νά    τήν    εχη    ό  κατά    καιρόν  ηγούμενος 
του  νοσοκομείου. 

Ένατο  ν.    Έκ  τών  ευρισκομένων    κατοικιών    έν  τώ  νοσοκο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  332  — 

μείω  νά  είναι  πάντοτε  τρία  ή  τέσσαρα  κελλι'α,  ή  χοινότερον 
ειπείν  οντάδες  δδειοι,  οΕ  πλέον  εξαίρετοι,  κεχαλλωπισμένοι  χαί 
παστριχοί,  χεχλεισμένοι*  χαΐ  δταν  άρρωστήση  τινάς,  ή  χαί  τίνες 
των  προσκυνητών,  νά  τους  βάλλωσιν  εις  αυτούς  τους  οντάδες  χαί 
5  νά  τους  περιποιούνται  χαΐ  νά  τους  υπηρετώσιν  εις  δλας  αυτών 
τάς  χρείας  με  τοιούτον  διορισμόν,  δτι  έχεϊνοι  δτυου  δύνανται  χαι 
εύπορουσιν,  νά  έξοδεύωσιν  ές  ιδίων,  οι  δέ  παντελώς  άποροι  χαΙ 
ενδεείς  νά  κυβερνώνται  άπό  το  Κοινόν,  κα&ώς  και  οι  άσθενεΤς 
πατέρες,  δως  ου  νά  άναλάβωσι  την  ύγείαν  τους,  καΐ  έπειτα  ή  νά 

10  πηγαίνωσιν  εις  τά  ϊδια,  ή,  αν  κατοικώσιν  εις  την  Ιερουσαλήμ., 
νά  έξοδεύωσιν  άπό  λόγου  τους. 

Δέκατον.  Νά  μήν  βάλλωσι  ποτέ  τινά  έκ  τών  Αράβων 
μέσα  εις  τό  νοσοκομεΐον,  τόσον  άπό  εκκλησιαστικούς,  δσον  και 
άπό  κοσμικούς,    διά  νά  μήν   λέγωσι  μετά  ταύτα  οΐ  συγγενείς  του 

15  τυχόν  εν  αύτώ  ές  αυτών  αποθανόντος,  κατά  τήν  μοχθηράν  συνή- 
θειαν  καΐ  κακίαν  όπου  εχουσιν,  δτι  τόν  έφαρμάκευσαν  ή  τόν  έσκό- 
τωσαν  οι  πατέρες,  καΐ  ούτω  προφασιζόμενοι  νά  γυρεύουν  τό  αίμα 
καΐ  τό  φονικόν. 

Και  ούτος  μεν  έστω  6  τύπος    της    καταστάσεως  και    κυβερ- 

20  νήσεως  του  ρηθέντος  νοσοκομείου•  προς  δέ  εύχαρίστησιν  του 
ρη&έντος  άρχοντος  καΐ  κτήτορος  του  νοσοκομείου  νά  έκτελήται 
απαραιτήτως  μνημόσυνον,  προς  έξιλέωσιν  τών  αμαρτημάτων  αύτου 
τε  καΐ  τών  γονέων  και  συγγενών  αύτου,  έν  δλω  τω  χρόνω,  χαθ' 
έκάστην,    έν  εσπέρα    και    πρωί    και  μεσημβρία,  κατά  πάσας  τάς 

25  Ιεράς  τελετάς  και  παρρησίας  καΐ  εντός  του  αγίου  βήματος,  έν  τη 
ίερδ  προθέσει.  Και  αυτός  μεν  ό  άρχων  ως  ζών  νά  μνημονεύεται 
συνή&ως  με  τό  "  Έτι  δεόμεθα  υπέρ  ελέους  ζωής  [και  τά  έξης] 
Νικολάου  καΐ  Ζαμπέτας"•  οί  δέ  άοίδιμοι  γεννήτορες  αύτου  ως 
τε&νεώτες,   με  τό  ^^  Έτι  δεόμε&α  υπέρ  μακάριας  μνήμης  [και  τά 

30  έξης]  τών  κεκοιμημένων  δούλων  του  θεού  Λεονταρή  καΐ  Μπενέ- 
τας  τών  γονέων  αύτου,  και  Πάνου  καΐ  Μπαλάσας  τών  αδελφών  "• 
κατά  δέ  τάς  πανηγυριζομένας  έορτάς  νά  έκφωνήται  προσέτι  παρ- 
ρησία   καΐ  τό  μνημόσυνον    τών  κεκοιμημένων  θείων  αύτου  Πάνου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  333  — 

Μπαλάνου  Ιωάννου  Μιχαήλ  και  Πάνου.  Μετά  δε  τήν  ΐτρός  Κύριον 
έκδημι'αν  καΐ  αύτου  του  ρηθέντος  κυρ  Νικολάου,  του  καΐ  κτήτορος 
του  νοσοκομείου,  να  μνημονεύεται  γ,αΐ  το  τίμιον  αύτου  όνομα  συν 
τοΤς  λοιποΐς,  προταττόμενον  δμως  πάντων  των  άλλων  οίον  "  Έτι 
δεόμεθα  υπέρ  μακάριας  μνήμης  [καΐ  τα  έζής]  των  δούλων  του  δ 
θεού  Νικολάου  και  Λεονταρή  και  Μπενέτας  των  γονέων  αύτου, 
Πάνου  Μπαλάσας  Ζαμπέτας  Πάνου  Μπαλάνου  Ιωάννου  Μιχαήλ 
και  Πάνου".  Και  αυτά  νά  μνημονεύωνται  κατά  τήν  τάξιν  αυτήν 
και  έντο;  του  Παναγίου  Τάφου  και  έν  τη  σεβάσμια  μονή  του  νο- 
σοκομείου, ήτοι  έν  τω  Άγίω  Γεωργίω.  /       10 

Προς  τούτους  διορίζομεν  έτι  νά  εκτελούνται  πέντε  ίεραι  λειτουρ- 
γία ι  κατ'  έτος  διά  τά  ρηθέντα  ονόματα,  των  όποιων  τήν  πρώτην  νά 
έκτελη  ό  κατά  καιρόν  μακαριώτατος  πατριάρχης  Ιεροσολύμων  έκεΓσε 
ευρισκόμενος,  ένδον  του  πανσέτυτου  ναού  της  του  Κυρίου  ημών  Ανα- 
στάσεως, ήτοι  του  Παναγίου  Τάφου,  έν  μια  των  άγιων  Κυριακών  της  ΐδ 
νηστείας  τών  Χριστουγέννων,  παρόντων  και  τών  παρευρισκομένων 
έκεΤσε  θεοφιλών  προσκυ^/ητών  έάν  δε  λείπη  ή  μακαριότης  αύτου,  νά 
τήν  έκτελη  εις  τών  ευρισκομένων  έκεισε  αρχιερέων  ή  δέ  δευτέρα 
νά  έκτελήται  παρά  άρχιερέως  έν  τω  ναώ  του  αγίου  αποστόλου 
Ιακώβου  του  άδελφοθέου,  έν  μια  Κυριακή  ή  έορτη,  μεταςύ  της  20 
Χρίστου  γεννήσεως  και  της  εβδομάδος  της  άποτυρώσεως,  παρόν- 
των καΐ  έν  ταύτη  τών  θεοφιλών  προσκυνητών  ή  δέ  τρίτη  και 
τετάρτη  νά  έκτελήται  έν  τω  ναώ  του  νοσοκομείου,  ή  μεν  κατά 
τήν  έορτήν  του  αγίου  Νικολάου,  ή  δέ  κατά  τήν  έορτήν  του  αγίου 
Γεωργίου,  ή  δέ  πέμπτη,  ή  έν  τω  μοναστηρίω  τών  Αρχαγγέλων,  2δ 
ημέρα  δευτέρα,  ή  έν  τω  ναώ  του  Προδρόμου,  ημέρα  τρίτη,  δτε 
δοΕη  τω  κατά  καιρόν  μακαριωτάτω  πατριάρχη  παρόντι,  ή  τω 
έπιτρόπω  αύτου,  εκείνου  απόντος,  πλην  έκ  καιρώ  όπου  νά  εΤναι 
παρόντες  και  οι  θεοφιλείς  προσκυνηταί.  Τελευταΐον  το  ρηθέν  νο- 
σοκομεΐον  νά  λέγεται  και  νά  ακούεται  πάντοτε  έπ'  ονόματι  του  30 
κτήτορος,  τουτέστι  '' Νοσοκομεΐον  του  ευγενέστατου  άρχο^^τος  κυρίου 
Νικολάου  Καρά-Ίάννη",  καθώς  καΐ  είναι  τη  άληδεία. 

Τούτων  ούν  ούτως  εχόντων,  τυπωθέντων  τε  καΐ  διορισθέ'^/των 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  334  — 

παρ'  ήμων  έπΙ  τοΤς  έκδοθεΐσιν  ανωτέρω  χαΐ  άριθμηθεΐαιν  Ι^χ&ς 
κεφαλβίοις  καΐ  πρβσδίορισμοΤς  περί  τε  του  έχτόχιαμου  τών  χορη- 
γηθέντων ελέους  χάριν  χρημάτων  ύπό  τοδ  διαληφθέντος  άρ- 
χβ^^τος     Νικολάοο     Καρά  -  Ίάννη     χαΐ     της    δαπάνης    χαΐ    δεα- 

δ  νομής  τοδ  γινομένου  ετησίου  τόχου  εις  σό«τ««ν  κ«1  κυβέρνηβιν 
του  θείω  βλέει  ^υγκροτηθέντος  χαι  χατβστάντβς  ήδη  νοβοχομείου 
τούτου  χατά  τους  διορισθέντος  τρόπους  χαί  τύπους,  καΐ  περί  τ&ν 
μνημοσυνών  χΛΐ  ιερών  λειτουργιών  όττέρ  ψυχιχης  σωτηρίας  του 
ρηθέντος  άρχοντος  χβΑ  των  γονέων    καΐ  συγγενω^ί  αυτου^  πρώτον 

10  μ^ν  έπευχόμεθα  τη  έπιχλήσει  του  παναγίου  ττνεύματος  σωζεσθαι 
καΐ  μένειν  το  θεάρεστον  τούτο  και  άξιέπαινόν  πράγμα  τοδ  νοσοκο- 
μείου είς  αιώνας  άνέκλειπτον,  άπαράτρεπτον  τε  κ'αΐ  άμετακίνητον 
συντηρούμενβν  καΐ  διεπήχενον  άνωθεν  υπό  της  πάνσθενεστάτης 
έςοοσίαζ  του  υψίστου,  υφ'  ης  πάντα  περικρατεΐτάι  και  διεξάγεται, 

15  ορατά  καΐ  αόρατα*  εΤτά  έντελλόμεθα  και  εν  άγίω  άποφαινόμεθα 
πνεύματι  πάντας  τους  εν  τω  καθ'  ήμας  άγιωτάτφ  τούτω  θρόνω 
διατελοδντας  ιερωμένους  και  λαϊκούς  σογκροτεΤν  και  συνισταν  και 
συνεφάπτϊεσθαι  σθένει  παντί  και  συναντιλαμβάνεσθαι  όλοψύχως 
έπι    τη    συστάσει    και    διαμονή  χαι    αρίστη  διαγωγή  τοδ  νοσοκο- 

20  μείου  τούτου,  ώστε  διενεργεΤσθαι  και  φυλάττεσθαι  καΐ  εκτελεί• 
σθαι  απαραιτήτως  πάντα  τά  περί  αύτου  εν  τω  παρόντι  τυπωθέντα 
τε  και  διορισθέντα  παρ'  ημών  άνελλιττώς  και  άπαραμειώτως, 
ως  μηδεμίαν  κεραίαν  ούτε  κεφάλαιον  ή  διορισμόν  τίνα  τών  ανω- 
τέρω εκτεθέντων  τολμηθήναί  ποτέ   άθετηθήναι    καΐ    παρασαλέυ- 

2δ  θήναι  παρά  τίνος.  ΚαΙ  ο{  μέν  υπακούοντες  ευπειθώς  τη  ημετέρα 
ταύτη  πατριαρχικ•^  παραγγελία  και  νουθεσία  και  συνεργοί  και 
συμίτράκτορες  φαινόμενοι  του  κατασταθέντος  τούτου  νοσοκομείου, 
ως  φιλόθεοι  καΐ  φιλόχριστοι,  εϊησαν  ευλογημένοι  καΐ  συγκε- 
χωρημένοι    παρά    θεού    κυρίου    παντοκράτορος    έν    τφ  νυν  αιώνι 

30  και  έν  τω  μέλλοντι,  καΐ  έχέτωσαν  τάς  εύχάς  πάντων  τών  αγίων 
καΐ  θεοφόρων  πατέρων  όψέποτε  δέ  τις  τολμήσει  διασεΐσαι  και 
άνατρέψαι  ή  τό  νοσοκομεΐον  αυτό,  ή  την  χορηγουμένην  τών  χρη- 
μάτων ποσότητα  κολλοβώσαι  και  μειώσαι,  ή  τάς  διορισθείσάς  δα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


~  855  — 

πάνας  των  υπηρετούνταν  χ«1  νο9θύντω\  χωλύσακ,  ή  τέ  μνημό- 
αυνον  του  χτήτοροζ,  ή  βλως  τι  άνατρβψαι,  πολύ  ή  όλι'γβν,  βου- 
ληθ-ξ  των  ανωτέρω  διορια&έντων,  6  τοηουτος,  όποιας  τάξβως  δν 
6Ϊη  χαΐ  βαθμοο^  άφωρισμένος  εΤη  παρά  της  αγίας  χαΐ  6μοθοα{ου 
χαι  ζωοποκου  χαί  αδιαιρέτου  τριάδος,  του  ενός  τη  φυοει  μονοο  βεου^  '  5 
χαι  χατηραμένος  χαΐ  ασυγχώρητος  χαΐ  μετά  θάνατον  δλυτος  αιωνίως 
χαΐ  πάσαις  τοις  πατριχαΐς  χαΐ  συνοδιχαϊς  άραΐς  χαί  τφ  αίωνίω  άναθέ- 
ματι  ύπόδιχος.  Χ)θεν  είς  τήν  π^ρΐ  τούτου  Ινδειξιν,  μόνιμόν  τε  χαι 
διηνεκή  τήν  άσφάλειαν,  έγένετο  τώ  παρόν  ήμέτερον  πατριαρχιχόν 
συαταττχόν  του  ρηθέντος  νοσοχομείου  γράμμα,  χαταστρωθέν  χαι  10 
έν  τω  ίερω  χώδιχι  τοδ  χα&'  ήμδς  άγιωτάτου  χαΐ  αποστολικού 
θρόνου,  έν  Ιτει  σωτηρίω  ^αψκθ"^,  μηνΐ  σεπτεμβρίω  (1729). 

-{"  Ό  Πέτρας  τρίτης  Παλαιστίνης  Θεοφάνης. 

"1•  Ό  Θαβωρίου  δρους  Λεόντιος. 

•Ι*  Ό  επίτροπος  του  μακαριωτάτου  Καισάριος  μοναχός.  ι  δ 

•]*  Ό  πρωτοσυγχελλος  του  Αγίου  Τάφου  Βαρνάβας. 

•{•  Ό  του  "Αγίου  Τάφου  πρωτοσύγχ^λλος  Διονύσιος. 

•{■  Ό  πνευματικός  Ιερεμίας. 

*|-  Ό  πρωτοσύγκελλος  Σεραφείμ. 

•{•  Ό  πρωτοσύγχελλος  Νεόφυτος.  20 

•^  Ό  προηγούμενος  χαΐ  ττνευματικός  Χριστόδουλος. 

*|"  Ό  πρώην  Πλαταρέστων  Σωφρόνιος  ιερομόναχος. 

-|-  Ό  σχευοφύλαξ  του  Αγίου  Τάφου  Δαβίδ. 

•{•  Ό  προηγούμενος  Παρθένιος. 

•{■  Ό  δραγουμάνος  Ίγ^^άτιος.  2δ 

-{"  Ό  φύλαξ  του  πατριαρχικού  χελλίου  Γεννάδιος. 


Ίσον  βυνο^ιχου  γράμμιαΐος  ΐτερι  έχΑογής  χαι  χειροτονία;  των  αρχιερέων. 
(Δια^αρτύρησις  των  Άγιοταφιτών   προ;  τον  πατριάρχην  αυτών  Χρόβαν^ον). 

Μαχαριώτατε  σβφώτατε  καΐ  παναγιώτατε  ημέτερε  αύθέντα  καΐ 
δέσποτα,  πάτερ  χαι  πατριάρχα  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  και    30 


ΟΪ9ίίίζθεΙ.ΐ3ν 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  336  - 

πάσης  Παλαιστίνης,  κύριε  χύριε  Χρύσανθε,  την  σην  μακαριότητα 
οουλικώς  προχ/υνοΰμεν  χαΐ  πανευλαβώς  άσπαζόμεθα  την  άγίαν 
αύτης  δεξιάν,  δεόμενοι  κυρίου  του  θεοϋ  ϊνα  διατηρη  και  διαφυ- 
λάτττ]  την  υμετέραν  μεγίστην  μακαριότητα  εν  υγιεία  ευημερία 
5  καΐ  είρηνικ-η  καταστάσει  και  πάστ]  χαρά  και  ευδαιμονία,  εις  ετών 
πολλών  περιόδους. 

-|-  Σε|3άσμια  και  προσκυνητά  γράμματα  της  υμετέρας  μεγί- 
στης μακαριότητος  έλάβομεν  γεγραμμενα  μάχου  κ^3'  άπο  Γίάσιον 
ές  ών  τάς  καλάς    υγείας    μαθόντες    έχάρημεν    και  δόξαν  άνεπέμ- 

10  ψαμεν  τώ  σωτηρι  θεώ  ημών  τώ  διαφυλάττοντι  αυτήν  άνωτέραν 
πάσης  αντικείμενης  δυνάμεως*  ου  και  δεόμε&α  διά  παντός,  ?να 
από  του  νυν  σκέττη  και  διαφυλάττη  αυτήν  υπό  τήν  κραταιάν  αυ- 
τού χείρα,  όποτάττων  υπό  τους  πόδας  αύτης  πά^/τα  έχθρόν  και 
πολέμιον    αμήν.    Γράφει    δε    ήμΐν    ή    υμετέρα  θεοτίμητος  μακα- 

15  ριότης  προς  τοΤς  ά)Λοις  και  τούτο,  δτι  δηλαδή  έχετε  ^/α  προρίι- 
[ϊάσετε  αρχιερείς  άπό  ηγουμένους  της  Βλαχομπογδα^^ίας,  με  τρό- 
πον δτι  πάλιν  να  έπαναστρέφουν  εις  τα  ήγουμενεΤά  των  άλλ' 
έστω  γ^^ωστόν  τη  ημετέρα  δειοτητι,  δτι  τοΰτο  έπροςένησε  σύγχυ- 
σιν  και  ταραχήν  ουκ  όλίγην  αναμεταξύ    εις   δλην  τήν  έν  Χριστώ 

20  ημών  αδελφότητα,  και  θέλει  ακολουθήσει  και  περισσότερον  κα- 
κόν, δν  δέν  γένη  διόρθωσις.  Λοιπόν  παρακαλοϋμεν  τήν  υμετέραν 
μακαριότητα  δλοι  κοινώς  άπαςάπαντες  να  λείψη  τούτο  το  νεωτέ- 
ρισμα  και  κατ'  ούδένα  τρόπον  να  μή  άκολουθήση,  διότι  εΤναι 
ά^/ατροπή  της  τάςεως  ημών  και  ψυχρότης     και     αηδία     εις    πά^^- 

25  τας  τους  αδελφούς,  τόσον  εις  εκείνους  όπου  ευρίσκονται  ενταύθα 
εις  φύλαζιν  του  αγίου  και  αποστολικού  τούτου  θρόνου,  δσον  και 
εις  τους  απερχόμενους  εις  ταζείδια,  επειδή  και  εΤναι  και  κρίνεται 
και  αδικον  και  άνυπόφορον,  εκείνοι  όπου  κοπιάζουσι  νυκτός  και  ημέρας 
να  μένωσι  κατόπιν  τών  ηγουμένων,  οί  όποιοι  οπωσδήποτε  ζώσι  με 

30  είρήνην  καΐ  άνάπαυσιν,  και  μάλιστα  δταν  πάλιν  μετά  τόν  προ^ι- 
^ασμόν  και  τήν  άρχιερατικήν  τιμήν  γυρεύουν  να  έπαναστρέψουν 
εις  ήγουμενεΤα  καΐ  ό'χι  να  κάθωνται  εις  τάς  επαρχίας  αυτών  νά 
ποιμαίνωσι    τό    ποίμνιον    αυτών,  κατά  τήν  συνήθειαν  τών  άρχιε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  337  — 

ρέων.  Γράφοντες  βμως  τούτο  δεν  άποχλείομεν  δτ(  οι  προηγούμε- 
νοι νά  μήν  προβιβάζωνται  τελείως  εις  τήν  άρχιερατιχήν  άξ(αν^ 
δταν  ή  χρεία  τό  χαλέση*  άλλα  ό  σχοπός  μας  εϊναι  τοδτος,  δτι 
νά  μή  ερχωνται  έδω  μέ  τοιούτον  τρόπον  ψηφισμένοι  έπίσχοποι 
χα  ι  πάλιν  μετά  τήν  χειροτονίαν  νά  έπανα(ϊτρέφοϋν  ευθύς  εις  ήγου-  5 
μ^νεΐα,  άλλα  λείποντες  άπό  τά  ήγουμενειά  των  χαΐ  ερχόμενοι 
ενταύθα  χατά  πρόσταξιν  της  υμετέρας  μαχαριότητος,  νά  ζωσι 
χαι  αυτοί  ώς  αδελφοί  μέ  την  Κοινότητα  άδελφιχως*  χαΐ  3ν  ή 
χρεία  χαλέσιρ  νά  γένη  χειροτονία  άρχιερέως,  γινομένων  χοινων 
ψήφων  χατά  τήν  έχχλησιαστιχήν  διατύπωσιν,  δποιον  έχλέζει  τό  10 
ττνευμα  τό  άγιον,  χ4ν  τε  προηγούμενος  εΤναι,  χάν  τε  αρχιμανδρί- 
της, χίν  τε  πρωτοσύγχελλος,  χάν  τε  άλλον  πρόσωπον,  έχεΤνος  νά 
γίνεται,  χαι  Ιπειτα  χειροτονούμενος  ποτέ  νά  μήν  Ιχη  έξουσίαν 
του  άπό  λόγου  του  νά  ζητήση  νά  λείψη  εντεύθεν  καΐ  νά  άπέλθη 
ή  βίς  ήγουμενεΐον,  ή  εις  ταζείδιον,  ή  εις  άλλην  τινά  ύπηρεσίαν,  15 
χατά  τήν  περίληψιν  χαι  άπόφασιν  του  γεγονότος  συνοδιχοδ  τόμου. 

Ταύτην  λοιπόν  τήν  εδλογον  ύπόθεσιν  χαΐ  χοινήν  αϊτησιν  ήμων 
παραχαλουμεν    χαι    αύθις    τήν    ύμετέραν    μεγίστην    μαχαριότητα 
νά  τήν  άποφασίση  διά  προσχυνητου•  αύτης  γράμματος  χαΐ  νά  μας 
τό  έζαποστείλη  εις  τό  νά  τεθη  εις  τόν  ιερόν  χώδιχα,  διά  νά  ση-    20 
χωθη  ή  ψυχρότης  χαΐ  αδημονία    άπό  τους  αδελφούς  χαΐ  νά  λεί- 
ψωσιν  χαι  οΐ  ψιθυρισμοί  χαΐ  νά  ήσυχάσωμεν    οί  πάντες,  χαΐ  θέ- 
λομεν  παραχαλεΐ  τόν  θεόν  υπέρ  της  υμετέρας   μαχαριότητος,  ώς 
φροντίζουσα  διά  τήν  είρηνιχήν  χαΐ  άγαθήν  χατάστασιν   της  Κοι- 
νότητος χαι  του  αγίου   χαΐ  άποστολιχου  αυτής  θρόνου•  ό  δε  χύριος    25 
ημών  Ίησους  Χριστός  διαφυλάττοι   τό  Ινθεον  δψος  τής  υμετέρας 
μεγίστης    μαχαριότητος    πάσης    έτυηρείας    ύπέρτερον,  ης   χαΐ    αί 
θβοπειθεΤς  χαΐ  πανάγίαι  εύχαΐ  εΤησαν  μεθ'  ημών  αμήν. 
^αψιδ'  αύγούστου  χβ?',  έξ  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  (1714). 

-[•  Τής  σης  μαχαριότητος  παραμιχρός  δούλος  Δύδδης  Νεόφυτος,   90 

ψ  Τής  σης  μαχαριότητος  ελάχιστος  δούλος  Γά^ης  Παρθένιος. 

ψ  Ό  Νεαπόλεως  Παρθένιός. 

ψ  Ό  Φιλαδελφείας  Φώτιος. 

22 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  338  — 

ψ  Ό  της  υμετέρας  μεγίστης    μαχαριότητος  δούλος  Νε(5φϋτος 
ιερομόναχος  χαΐ  επίτροπος. 

-}•  Μαχάριος  Ιερομόναχος  και  αρχιμανδρίτης. 

•}•  Αρχιμανδρίτης  Σωφρόνιος  ιερομόναχος. 
5  -}•  Ό  αρχιμανδρίτης  Δαβίδ  ιερομόναχος. 

-}•  Μελέτιος  προηγούμενος. 

•|-  Συμεών  ιερομόναχος  πρωτοσυγχελλος. 

•|-  Ό  προηγούμενος  του  Καλουι  Νεόφυτος  ιερομόναχος. 

•|-  Ευχέτης  της  σης  μαχαριότητος,    ό  μέγας    σχευοφύλαξ  του 
10   Αγίου  Τάφου  Ίώαχειμ  μοναχός. 

-}•  Νεόφυτος  ιερομόναχος  πρωτοσύγχελλος. 

-}•  Κύριλλος  μοναχός*  πρώην  δραγουμάνος. 

-|-  Καισάριος  μονάχος  ^ραγουμάνος,    δούλος    της    σης    μαχα- 
ριότητος. 
15  ψ  Ίωαχειμ  μοναχός^  σχευοφύλαξ  του  πατριαρχικού  χελλίου. 

•|-  Λεόντιος  ιερομόναχος   προηγούμενος• 

-}-  Πανάρετος  ιερομόναχος^  δούλος  της  σης  μαχαριότητος. 

-}•  Γρηγόριος  ιερομόναχος; 

-}•  Νεκτάριος  ιερομόναχος.    -  -       ' 

20  ψ  Καλλίνικος  ιερομόναχος. 

•{•  Δαβίδ  μοναχός,  δούλος  της  σης  μαχαριότητος; 

ψ  Γεράσιμος  ιερομόναχος  καΐ  οικονόμος  της  λαύρας  του  αγίου 
Σάββα. 

-}•  Ιερεμίας  ιερομόναχος. 
26  +  Ιάκωβος  ιερομόναχος. 

ψ  Βαρλαάμ  ιερομόναχος. 

ψ  Βαρνάβας   ιερομόναχος. 

-}•  Ό  καθηγούμενος    της  αγίας   Βηθλεέμ    Μακάριος    μοναχός, 
δούλος  της  σης  μακαριότητος.    •  . 

80  ψ  Ό  καθηγούμενος  του  άγίι^^άββοι  Κύριλλος  μοναχός. 

ψ  Ό  καθηγούμενος  του  τιμίου  Σταύρου   ΕΙαΐσιος  μοναχός. 

"[•  Ό  ηγούμενος  του  προφήτου  Ήλιου  Δανιήλ  μοναχός. 

-[•  Ό  ηγούμενος  του  Αρχαγγέλου  Νεόφυτος  μοναχός•" 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  339  — 

ψ  Ό  ηγούμενος  του  Προδρέμοα  Γαβριήλ  μοναχίς. 
-}•  Ό  ηγούμενος  του  άγιου  Δημητρίου    Ίωαχειμ  μοναχός. 
-}•  Ό  ηγούμενος  του  Αβραάμ  Βενιαμίν  μοναχός, 
ψ  Μελχιαεδέχ  μοναχός,  προηγούμενος  της  Αγίας  Βηθλεέμ. 
ψ  Χρύσανθος  μοναχός  5 

χαΐ  οΐ  λοιποί    έν  Χριστώ    αδελφοί,    δούλοι    της    υμετέρας 
μεγίστης  μαχαριότητος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


IX. 

ΜΕΛΕΤΙΟΥ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΪ   ΙΕΡΟΣΟΛΪΜΩΝ 

ΠΡΑΞΕΙΣ  χοΐ  ΓΡΑΜΜΑΤΑ. 


(1781  — 1784). 


1. 

(Άγγβλία   περί   της  μελλούσης    γβνέσ&αι  χειροτονίας  άρχιεπισχόποο  Σινά,  προ  πολλού 
χρόνου  προκριθέντος  υπό  των  Σιναϊτών)  *. 

Μελέτιος  έλεω  θβου  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσα- 
λήμ και  πάοτης  Παλαιστίνης. 

δ  Όσιώτατοι  ιερομόναχοι  και  γέροντες  της  συνάζεως  καΐ  ή  λοι- 

πή ιερά  αδελφότης  του  αγίου  μοναστηρίου  του  θεοβαδίστου  .δροος 
Σίνα,  πάντες  όμου  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά  της  ημών  μετριό- 
τητος^  χάρις  ειρήνη  και  έλεος  εΤη  υμΐν  απασι  παρά  θεού  καΐ 
άπό  του  αγίου  καΐ  ζωοδόχου  Τάφου   βοήθεια  αγιασμός    καΐ    έπί- 

10  σκεψις,  παρ'  ημών  δε  ευχή  ευλογία  καΐ  συγχώρησις.  Πρό  πολλού 
εΐχετε  πέμψη  άναφοράν  τω  μακαριωτάτω  καΐ  σοφωτάτω  δεσπότη 
τφ  πρό  ημών  άοιδίμω  πατριάρχη  της  αγίας  πόλεως  κυρίφ  Χρυ- 
σάνθω,  εις  τήν  οποίαν  αναφερόντες  τήν  προς  Κύριον  άποδημίαν 
του  αρχιεπισκόπου  υμών  Ίωαννικίου  ^   έδιαλέξατε    είς    προεστώτα 

15    υμών  τον  ενταύθα  ήγουμενεύοντα  κυρ  Νικηφόρον  *.  Έν  τω  μεταζυ 

'  Κώδιξ  411  (σ.  373)  της  Ίεροσολυμιτιχής  εν  Κωνσταντινουπόλει  βιβλιοθήκης. — 
•  Ούτος  έψηφίσθη  τη  20  δχτωβρίου  1721.  —  •  Έψηφίσθη  τφόντι  έν  Ίεροβολύμοις  τή 
21  όχτωβρίου  1731  χαΐ  τη  24  του  αύτου  μηνός  έχειροτονήθη•  παρητήσατο  δε  τήν  άρχ»- 
πισχοπιχήν  εδραν  τοΟ  2(νά  μην  ι  μαρτίφ  ετοος  1747*  ή  δ*  έχλογή  του  παρά  τών  Σιναϊ- 
τών έγένετο  ετει  1729.  Συλλογή  διαφόρων  εγγράφων  χαι  χώδηξ  των  ίερων  υπομνημάτων, 
β.  211  χαι  245. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  341  — 

δε  ήκολούθησε  χαΐ  ή  προγβγονυΐα  πυρκαΐά,  εξ  ης  ττυρποληθέν 
καΐ  τό  μετόχιον  υμών  εγινεν  αΙτία  νά  παραταθ^  Η^ΧΡ^  '^^δ  ^^^^ 
ή  αναβολή  της  χειροτονίας  αυτοΰ.  Τώρα  δε  εύρόντες  την  άνα- 
φοράν  υμών  έν  τοις  γράμμασκ  τοδ  προ  ημών  άοιδίμου  δεσπότοα, 
καΙ  έπαινεσαντες  ύμας  διά  την  φρονιμωτάτην  καΐ  κατά  θεον  έκ-  5 
λογήν,  επειδή  καΐ  έδιαλέξατε  δνδρα  φρονιμώτατον  καΐ  πολιτικώτατον, 
δζιον  πατρικής  προστασίας  καΐ  αρχιερατικής  ποιμαντορι'ας.  Άνε- 
νεγχόντος  δε  καΐ  τοδ  υποψηφίου  κυρ  Νικηφόρου  τήν  συνήθη  συμ- 
φωνίαν  υμών,  ήν  καΐ  έπιβεβαιώσαντες  κατά  τό  εθος  έπέμψαμεν 
μετά  του  υποψηφίου  έν  τη  αγία  πόλει  Ιερουσαλήμ,  δπως  έπιβε-  10 
βαιωθη  και  παρά  της  έκεΐσε  Συνόδου  τών  καθ'  ήμας  ίερωτάτων 
μητροπολιτών  καΐ  ύπερτίμων,  ΤΕπειτα  δε  γράφομεν  νά  δεχθώσι 
καΐ  τήν  άγιωσυνην  του  καΐ  τους  μετ'  αύτοΰ  πατέρας  με  τήν 
προσήκουσαν  περιποίησιν  καΐ  άδελφικήν  άγάπην  και  νά  φροντί- 
σωσι  όπου  νά  χειροτονηθη  λαμπρώς  καΐ  μετά  παρρησίας  καΐ  νά  15 
άπίλθη  ευχαριστημένος  εις  τό  θείον  καΐ  ιερόν  μοναστήριον.  Έν- 
τελλόμεθα  ουν  και  τη  άγιωσύνη  υμών  πρώτον  μεν  νά  έχετε  τήν 
προς  αλλήλους  άγάτυην  διά  νά  έχετε  καΐ  τόν  θεον  έν  υμΐν,  βτι 
ό  θεός  αγάπη  εστίν,  και  ό  μένων  έν  τη  αγάπη,  έν  τώ  θεώ 
μένει•  δεύτερον  νά  προσφέρετε  άπαντες  κοινώς  τήν  προσήκουσαν  20 
εύπείθειαν  α2δώ  καΐ  ευλάβειαν  τφ  άρχιεπισκόπω  υμών,  ώς  κε- 
φαλή άπάσης  της  ίερας  άδελφότητος,  κατά  τήν  άποστολικήν  δια- 
ταγήν  τήν  λέγουσαν  "πείθεσθε  τοΤς  ήγουμένοις  υμών  και  υπεί- 
κετε"•  και  τρίτον,  ωσάν  όπου  εΤναι  άνθρωπος  φρόνιμος  και 
έμπειρος  ου  μόνον  πολιτικής,  άλλα  και  μοναστηριακής  διοικήσεως,  25 
νά  πείθεσθε  όλοι  καΐ  νά  υπακούετε  ώς  εις  πατέρα  και  προεστώτά 
σας,  διά  νά  φυλάττεται  μεταξύ  υμών  καΐ  της  ίερότητός  του  τό 
ε?ρηνικόν  καΐ  άτάραχον,  νά  έχετε  τήν  άναφοράν  υμεΐς  μέν  ώς  τέκνα, 
ή  δέ  ίερότης  του  ώς  πατήρ,  καΐ  ούτω  ποιουντες  θέλετε  εχη 
παρ'  ημών  μέν  άφθονοπαρόχους  τάς  εύχάς  τε  καΐ  ευλογίας,  ε?-  30 
ρήνην  δέ  και  Ιλεος  παρά  του  αγίου  θεού.  Έν  Κωνσταντινου- 
πόλει  ,αψλα'  ίουλίου  (1731). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


^342  — 
. .       ,      .      2. 

(Διάταξις  περί  των  αρχιερέων  του  πατριαρχιχοϋ  θρόνου)  *. 

Μελέτεος  ελέω  θεοδ  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσα- 
λήμ χαΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 

Τά  χαλως  υπό  των  πάλαι  προστατευσάντων  θεσπισθέντα  τε 
δ  χαΐ  διορισθέντα,  άνάγχη  διηνεχη  Ιχειν  την  μονιμότητα  χαΐ  άπα- 
ρασάλευτα  μένειν  τοϊς  μετέπειτα  έσομένοις.  Ένθεν  τοι  χαΐ  βασι- 
λεΤς  τάς  τώ^  προβασιλευσάντων  νεαράς  άναχαινίζουσι  χαΐ  τά  των 
προπατριαρχευσάντων  θεσπίσματα  έπιχυροδσιν  οΐ  τούτων  διάδοχοι, 
χαΐ  χατά  των  δπωσδτ^ποτε  προς  άναίρεσιν  τολμησόντων  έχχλησια• 

10  στιχη  παιδεία  χαι  έπιτιμίοις  καθυποβάλλουσι,  ού  μήν  δε  άλλα 
χαΐ  τά  χατά  χαιρόν  έπισυμβαίνοντα  άτοττήματα  έπιδιορθοδσι  πα- 
τριχ'ξ  χαι  πατριαρχιχη  τξ  συνηθεία  χρώμενοι»  Τούτου  χάριν  χαΐ 
ή  μετριότης  ημών  έπΙ  τον  πατριαρχιχόν  χαι  άποστολικόν  θρόνον  θείω 
έλέει  άναβιβασθείσα,  έπιχυροΓ  χαι  ασφαλίζεται  δσα  ό  πρό  ημών  άοί- 

15  διμος  δεσπότης  εν  έπταχαίδεκα  χεφαλαίοις  έν  τω  παρόντι  χώδιχιχοινη 
γνώμη  χαΐ  των  τότε  αρχιερέων  έθέσπισε  και  άπεφήνατο  ^,  έκτος  μό- 
νου του  δκτου  κεφαλαίου,  του  διαλαμβάνοντος  δτι  δηλαδή  νά  μή  φο- 
ρουσι  σάκκους  (οί  αρχιερείς)  συλλειτουργουντες  μετά  του  μακαριωτά- 
του  πατριάρχου•  δπερ    ή  μετριότης  ημών  πατριαρχική    φιλοτιμίοι 

20  έδωρήσατο'  καΐ  δσους  τολμήσωσι  νά  άναιρέσωσι  τά.έφεζής  κεφάλαια, 
μετά  τών  περί  ημάς  ίερωτάτων  αρχιερέων  άφορισμω  άλύτω.  κα- 
θυποβάλλομεν.  Προς  τούτοις  επειδή  και  ακολουθεί  ακαταστασία  καΐ 

^  «Κώ(ηξ  διαφόρων  επισήμων  εγγράφων»,  φ.  28β. —  '  Λέγει  περί  τών  συνοδι- 
χών  αποφάσεων  του  πατριάρχου  Χρύσανθου,  ών  ή  επιγραφή*  «Διάγνωσις  χρίσις  χαι 
άπόφασις  συνοδιχή  περί  τών  ξιχαιωμάτων,  ατινα  όφείλοοσιν  οί  ύποχείμιενοι  αρχιερείς  τω 
χαθ'  ήΡ'ας  άγιωτάτφ  χαι  άποστολιχίρ  πατριαρχιχώ  θρόνω  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ» [Συλλ.  διαφ.  έπισ.  εγγράφων,  φ.  20-24].  Το  εγγραφον  τοΐήο  τύποις  έξέδωχε 
Κύριλλος  ό  Αθανασιάδης  (Έχχλ.  Αληθείας  τ.  IV,  σ.  148-150),  παραλιπών  εν  τξ 
το6του  τυπώσει  τας  έν  τω  χώδιχι  ύπογραφάς  τών  αρχιερέων  αρχιμανδριτών  πρωτοσυγ- 
χέλλων  χαι  ιερομόναχων  Άγιταφιτών,  οΐτινες  έν  τ*^  συνόδω  παρίσταντο*  συνηθροίσθη 
δε  ή  τάς  είρημένας  αποφάσεις  έπιχυρώσασα  σύνοδος  έν  'Ιεροσολύμοις  μηνι  άπριλίω  έτους 
1709•ου.  "Αρχιερείς  υπέγραψαν  οιδε:  Πτολεμαιδος  Ίωάσαφ,  Γάζης  Παρθένιος,  Φώτιος 
Φιλαδέλφειας. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  343  — 

άτοπία,  8ταν  συλλειτουργουσιν  άρχίερεΐς  ή  έν  τη  μεγάλη  έχχλησ(ο( 
του  Παναγίοα  Τάφοα,  ή  εις  τόν  "Αγιον  Ίάχωβον,  ή  εΙς  τάς  λοι- 
πάς  έχχλησίας,  τα  αυτά  άποφαινόμεθα,  δαα  δηλοποιει  έν  τω  τε- 
τάρτω  χεφαλαίω  ό  προ  ήμων  άοίδιμος  δεσπότης,  δηλαδή  μόνος 
ό  πρώτος  των  άρχκερέων  νά  φορη  μανδίον  χαί  δχι  δλλος*  αυτός  5 
μόνος  νά  βαστ^  πατερίτζαν,  νά  εύλογη  χαΐ  νά  είρηνεύη  ει;  τήν 
λειτουργίαν  έχεΐνος  μόνος  νά  μνημονεύεται  χαΐ  νά  εύφημηται, 
δταν  ή  ιερουργία  γίνεται  εις  τάς  εζω  έχχλησίας-  αυτός  μόνος  νά 
στέχεται  είς  τόν  θρόνον  χαΐ  άπ'  έχεΐνον  μόνον  νά  πέρνουσι  χαιρόν 
οι  ίερεΐς,  οι  δε  λοιποί  αρχιερείς  οί  συλλειτουργουντες  με  αχημα  μό-  ίο 
νον  μετανοίας  νά  λαμβάνουσι  άπό  τόν  πρώτον  χαιρόν*  6  δε  πρώτος 
άρχιερεύς  μόνος  νά  πέρνη  χαιρόν  άπό  τάς  αγίας  είχόνας  χαΙ  νά 
φορη  εξω,  οί  δέ  λοιποί  νά  φορουσι  μέσα   εις  τό  "Αγιον  Βήμα. 

Προς  τούτοις  επειδή  καΐ  ή  έζ  αγνοίας  ή  άλλως  πως  δεν  φυ- 
λάττεται  εις  μεριχούς    ή    παλαιά    συνήθεια,    χαθώς  χαΐ  είς  τους    15 
πρό    ημών  ήχολούθησε  νά    μνημονεύεται  πρώτον  τό  πατριαρχιχόν 
δνομα  χαΐ  μετέπειτα  του  άρχιερέως  εις  τάς  υποχειμένας  τω  άγιω- 
τάτω    τούτω    θρόνω  επαρχίας    παρά    τών    ιερέων,  άποφαινόμεθα 
συνοδιχώς  χατά  τήν  πάλαι  παραχολουθήσασαν  συνήθειαν  χαι  χατά 
τό  έθιμον  του  άγιωτάτου  τούτου  θρόνου  νά  μνημονεύεται  πρώτον    20 
του  χατά  χαιρόν  πατριάρχου  τό  δνομα,  δηλαδή  '*  'ϊπέρ  του  πατρός 
χαι  πατριάρχου  ημών",  έπειτα  του  άρχιερέως  "Υπέρ  του  αρχιε- 
πισκόπου ημών".  ΚαΙ  αυτή  ή  τάζις    νά  άκολουδη  ή  παρόντος  ή 
απόντος  του  άχιερέως,  χαθώς  ακολουθεί  καΐ  ενταύθα  εις  τάς  εκ- 
κλησίας της  αγίας  πόλεως.  "Οστις  δ'  άν  ποτέ  τολμήση  παρασα-    25 
λευσαι  τά  νυν  θεσπισθέντα     καΐ    έπικυρωθέντα,  άφωρισμένος  εϊη 
άπό  θεού  κυρίου  παντοκράτορος    καΐ    της  ιδίας  άρχιερωσύνης  Ικ- 
τττωτος.  Έπι  δε  τούτω    έγένετο    και  τό    παρόν,    ύπογεγραμμένον 
τη  ίδίςι  υπογραφή    τών    ενταύθα    ενδημούντων  ίερωτάτων  αρχιε- 
ρέων,   και    κατεστρώθη    έν    τώδε    τω  Ιερφ  κώδικι.  Έν  τη  αγία    30 
πόλει  ΊερουσοΛήμ: — ^αψλγν: — μηνΐ  [βίο],   1733. 

-}•  Ό  Ιεροσολύμων  πατριάρχης  Μελέτιος  άποφαινόμεθα. 

•{-  Ό  Καισαρείας  Δωρόθεος  ύτυέγραψα. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  344  — 

-|•  Ό  Σχϋθουπόλβως  Δωρόθεος  όπέγραψατ. 

ή-  Ό  Νεαπόλβως  Χριστόφορος  υπέγραψα. 

ή^  Ό  Πέτρας  Θεοφάνης  υπέγραψα. 

-|-  Ό  Δυδης  Λαυρέντιος  υπέγραψα. 

-{-  Ό  Σεβαστείας  Άβράμιος  υπέγραψα. 

-[•  Ό  θαβωρίου  Αεόντιος  υπέγραψα. 


(Άτζόγαοις  περί  των  πραγμάτων  των  εις  ταξίδια  απερχομένων  Άγιοταφίτών)  ^ 

Μελέτιος  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ίερουσα- 

10    λήμ  χαΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 

-}•  Τά  δσα  γίνονται  χαλως  καΐ  άποβλέπουσι  προς  χοινήν  ώφέ- 
λειαν  χαΐ  ψυχιχήν,  εκείνα  πρέπει  άπαρασάλευτα  νά  φυλάττωνται 
χαΐ  χαθεζης  άπό  τους  χατά  χαιρόν  προεστώτας  νά  έπιβεβαιουνται 
χαΐ  νά  άσφαλίζωνται,  διά  νά  εχωσι  τό  κύρος  είς  αιώνα  τόν  δπαντα. 

15  Τούτου  χάριν  καΐ  ή  μετριότης  ημών  θείω  έλέει  προβιβασθεΤσα 
έπι  τόν  άγιώτατον  άποστολικόν  καΐ  πατριαρχικόν  θρόνον  τών  Ιε- 
ροσολύμων, και  έλθών  εν  τη  άγίςι  πόλει  Ιερουσαλήμ,  προς  τοις 
άλλοις  κοινοβιακούς  έθίμοις  ευρον  καΐ  ταυτην  την  επωφελή  χαΐ 
χρησιμωτάτην  συνήθειαν,  δτι  δηλαδή  δπας  απλώς  πάντες  οι  πα- 

20  τ^ρες  εις  δσον  καιρόν  κάθηνται  ε?ς  τό  μοναστήριον,  εχουσι  τά 
ρουχά  τους  τινές  μεν  εις  τό  κελλίον  όπου  κάθονται,  τινές  δε  με- 
ρικά μέν  έχουσιν  εις  τό  κελλίον  τους,  τά  περισσευόμενα  δε  τά 
βάλλουσιν  εΙς  τό  Κοινόν  Σκευοφυλάχιον,  παραδίδοντες  τα  είς  χεΤ- 
ρας  του  κατά  καιρόν  φύλακος.  Αδτη  ή  συνήθεια,  ως  εύλογος  και 

25  καλή,  και  έφυλάττετο  καΐ  φυλάττεται,  επειδή  και  δν  καθ'  υπόθεσιν 
άκολουθήση  θάνατος,  ευρίσκονται  τά  πράγματα  του  αποθανόντος 
διακονητου•  καΐ  λαμβανόμενα  είς  τήν  κοινήν  μητέρα,  δηλαδή  είς 
τήν  Μετά^^οιάν  του,  απολαμβάνει  καΐ  αυτός  παρ'  αυτής  και  τά 
μνημόσυνα    και    τάς  ιερουργίας*    ει  δέ  και  ευρίσκονται  εξω,  άπο- 

^   €Κ(ί>$ηξ  διαφόρων  επισήμων  εγγράφων»,  φ.  48β-49. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  345  — 

θανών  ό  δκαχονητής  έχεΐνος,  τά  χρατβΐ  έχεΐνος  όπου  τά  φαλάττβι, 
χαΐ  μέ  τέτοκον  τρόπον  χαΐ  βίς  τό  αμάρτημα  της  ιεροσυλίας  πιπτεε 
χαΐ  τό  μνημέαυνόν  του  χάνει. 

Διά  τοΟτο  λοιπόν  έντελλόμεθα  χαΐ  προστάττομεν  πάντας  τους 
υποχειμένους  τω  άγιωτάτω  άποστολιχφ  χαΐ  πατριαρχιχω  ήμων  δ 
θρόνω,  χίν  τε  άρχιερεΤς,  χδν  τε  πρωτοσυγχέλλους  ιερομόναχους 
τε  ίεροδιαχόνους  χαΐ  μοναχούς,  ότι  τινάς  πηγένωντας  εις  διχ({νημα, 
ή  μέσα  εΙς  τό  μοναστηριον  χαθήμενος,  εζω  άπό  τό  χελλίον  του 
ή  άπό  τό  Κοινόν  Σχευοφυλάχιον,  ή  ρούχα  ή  άσπρα  ή  άλλο  τι 
είδος  νά  μή  διδη,  ούτε  νά  άφίνΐβ  εις  φυλαξιν,  ούτε  εις  γυναίκια  10 
μοναστήρια,  ούτε  ε^ς  άνδρωα,  οδτε  ^ο>  εις  χοσμιχά  όστυήτια,  έν 
βάρει  άλυτου  αφορισμού  χαΐ  αιωνίου  αναθέματος. 

Επειδή  όμως  χαΐ  ακολουθεί  χάποια  υποψία,  εΤτε  αληθής. 
εϊτε  ψευδής,  δτι  δηλαδή  απερχομένων  των  πατέρων  εις  διχονήματα 
ανοίγονται  ενταύθα  τα  ρουχά  τους  χαΐ  χάνονται,  χαΐ  λοιπόν  είς  βε-  15 
βαίωσιν  και  τελείαν  άποχοττήν  τούτου  του  πράγματος  άποφαινόμεθα 
σ^νοδιχως  μετά  των  περί  ημάς  ιερωτάτων  αρχιερέων  χαΐ  όπερ* 
τίμων,  των  έν  άγίω  πνεύματι  άγαττητών  αδελφών  χαΐ  συλλείτουρ- 
γων, ότι  άνίσως  χαΐ  δεν  ήθελε  βεβαιωθη  μέ  άληθινάς  μαρτυρίας, 
πώς  άτυηλθε  προς  Κύριον  τινάς  τών  διχονητών  αδελφών  χαΐ  πα-  20 
τέρων,  νά  μήν  άποτολμήσωσιν  οί  ενταύθα  φύλαχες  νά  άνοίγωσι 
τα  ^ουχα  τών  αδελφών.  "Οστις  δε  ήθελε  παρέβη  ταύτην  τήν  συ- 
νοδιχήν  άπόφασιν,  χαΐ  ή  οι  απερχόμενοι  πατέρες  ήθελαν  άφίσει 
ρούχα  ή  άσπρα  εξω  άπό  τό  σχευοφυλάχιον,  είς  τά  2ζω  δηλαδή 
μοναστήρια,  ή  εΙς  τά  χοσμιχά  όσπήτια,  ή  οι  φυλάσσοντες  αυτά  25 
ήθελαν  τά  ανοίξει,  ή  χάριν  κλοπής  ή  χατ'  ιδίαν  είς  τό  χελλί, 
χωρίς  νά  τά  φέρουσιν  εις  τήν  Κοινήν  Σύναξιν  μετά  τόν  θάνατον 
του  αδελφού,  πάντες  οι  τοιούτοι  άφωρισμένοι  εστωσαν  παρά  Θεοΰ 
κυρίου  παντοκράτορος  και  άλυτοι  μετά  θάνατον*  αί  πέτραι  ό  σί- 
δηρος λυθησεται  και  αυτοί  ουδαμώς,  και  ή  μερις  αυτών  μετά  του  30 
προδότου  Ιούδα.  Τμεΐς  δέ,  τέκνα  μου  αγαπητά  και  κοινοί  αδελ- 
φοί και  πατέρες,  φυλάξατε  ακριβώς  ταύτην  τήν  καλήν  συνήθειαν, 
διά  νά  έχετε  παρ'  ημών  όχι  τήν  κατάρα,  άλλα  τήν  εύλογίαν  καΐ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  346  — 

τήν-  (ϊρηιμισθιαν  παρά  του  αγίου  θδοδ,  ω  ή  δόξα  εις  απέραντους 
αίώνας•.  αμήν.  Έν  τη  αγία  πόλει  Ιερουσαλήμ: — ^αψλδΨ  (1784)- — 
μηνΐ  μαρτίω. 
. .  -}•  Μελέτιος  ελέω  θεού  χτλ. 
5  Ί"  Ό  Καισαρείας   Δωρόθεος. 

-|-  Ό  Σχυθουπόλεως  Δωρόθεος. 
•{-  Ό  Πτολεμαΐδος  Ίωίίσαφ? 
•{•  Ό  Λυδης  Λαυρέντιος. 
•|-  Ό  Νεαπόλεως  Χριστόφορος. 
10  •|-  Ό  Σεβάστειας  Άβράμιος. 

Ό  θαβωρίου  Λεόντιος. 
•|-  Ό  επίτροπος  του  μαχαριωτάτου  Καισάριος  μοναχός• 

["Επονται  άπογραφαΐ  πρωτοσυγχέλλών  χαι  ηγουμένων  μοναστηριών]. 


4. 

15     (Άπόφασις  περί  των  έχ  Χαλδίας  αποστελλομένων  τω  Παναγίφ  Τάφφ  έλ^ημοσυνών)  *. 

Μελέτιος  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσα- 
λήμ χαι  πάσης  Παλαιστίνης. 

ψ  Ή  προς  τό  εύχερέστερον  άφορώσα  διαγωγή   χαι  διοίχησις 
συνετωτέρα  χαι  επαινετή  παρά  πασι  τυγχάνει*  τό  γάρ  δλλως  πως 

20  γίνεσθαι  ματαιοπονία  χαλεΓται.  Ταύτα  τοιγαρουν  συνέβηχε  χαι 
περί  της  συναγόμενης  ελεημοσύνης  άτυο  της  (ΐιλοχρίστου  επαρ- 
χίας Χαλδίας,  άπό  τε  της  των  χουτίων  ελεημοσύνης  χαι  των  έρ- 
γαστηριαχών  ένοιχίων  χαΐ  της  του  σίτου  λεγομένης  βοηθείας•  δπερ 
διελόντες  ούχ  οΤδ'  δπως  οι  πρό  ημών  άοίδιμοι    πατριάρχαι,    χαι 

25  τά  μέν  των  χουτίων  χαι  τά  ένοίχια  προς  τους  χατά  χαιρόν  άπε- 
στέλλοντο  πατριάρχας,  ή  δε  του  σίτου  βοήθεια  προς  τήν  άγίαν 
πόλιν  Ιερουσαλήμ,  πράγμα  δυσχερές  χαι  τόΐς  έπιστατουσιν  έπί- 
πονον.  Τούτου  χάριν  διορθουσα  ή  μετριότης  ημών  ταύτην  τήν 
ύπόθεσιν  αποφαίνεται  μετά  τών  ττερι  ήμδς  ίερωτάτων  αρχιερέων, 

*  Κώ^ιξ  824  της  έν  Κ/πόλει  'ίεροσολρμιτιχής  βφλιοθήχης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  347  — 

των  έν  άγίω  τϋνεόματε  άγαττητών  αδελφών  χαΐ  συλλειτουργών,  8τι 
δπασα  ή  ελεημοσύνη  της  αύτης  φιλοχρίστοο  επαρχίας  τε  πάσης 
καΐ  πολιτείας,  των  τε  κουτίων  δηλαδή  ένοιχίων  καΐ  της  του  σίτου 
βοτ^είας,  νά  συνάγεται  επιμελώς  άπό  τους  χατά  χαιρόν  τιμιω- 
τάτους  δρχοντας  χαΐ  επιτρόπους  του  Παναγίου  Τάφου•  ή  οποία  δ 
δλη  ηνωμένη,  είδήσει  χαΐ  του  χατά  καιρόν  πανιερωτάτου  αρχιε- 
πισκόπου Χαλδίας  καΐ  των  λοιπών  εγκρίτων  αρχόντων,  νά  πέμπε- 
ται ασφαλώς  κατ'  έτος  είς  την  άγίαν  πόλιν  Ιερουσαλήμ•  ό  δε 
παραδιδους  τήν  έλεημοσυνην  ταύτην  τξ  Ίερα  Συνάξει  νά  ζητη 
γράμμα  άποδεικτικόν  παρά  του  κατά  καιρόν  επιτρόπου,  εις  βε-  10 
βαίωσιν  των  άποστειλάντων  χριστιανών  μηδείς  δε  τολμήσειεν, 
μήτε  των  περιερχομένων  και  πρωτοσυγκέλλων  ημών  χάριν  της 
ελεημοσύνης  του  Παναγίου  Τάφου,  μήτε  τών  μεθ'  ή|χας  πατριαρ- 
χευσόντων,  άπαιτήσαι  τήν  ρη&εΤσαν  τών  κουτίων  έλεημοσυνην  χαΐ 
τών  ένοιχίων  καΐ  τήν  βοήθειαν  του  σίτου  νά  πέμπεται  άλλου  που-  15 
θενά,  παρά  εις  τήν  άγίαν  πόλιν,  κατά  τήν  συνοδικήν  ταύτην  άπό - 
φασιν,  έν  βάρει  άλυτου  αφορισμού  καΐ  αιωνίου  αναθέματος.  ΈπΙ 
δε  τούτω  κατεστρώθη  καΐ  ή  παρούσα  συνοδική  άπόφασις  ενταύθα 
έν  τ^  άγίςί  πόλει  Ιερουσαλήμ  καΐ  νά  φυλάττεται  παντοτινά  άπα- 
ρασάλευτος-  έπέμφθη  δε  τοις  ήμετέροις  έπιτρόποις  διά  νά  ένερ-  20 
γηται  ή  της  ελεημοσύνης  κυβέρνησις,  ως  συνοδικώς  προδεδήλωται. 

Έν  τξ  αγία  πόλει  Ιερουσαλήμ  ^αψλδ^Ρ  άπριλλίου  α'  (1734). 

ψ  Ό  της  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  πατριάρχης  Μελέτιος. 

ψ  Ό  Καισαρείας  Παλαιστίνης   Παρθένιος. 

-}•  Ό  Σκυθουπόλεως  Δωρόθεος.  25 

-}•  Ό  Πέτρας  Θεοφάνης. 

ψ  Ό  Νεαπόλεως  Χριστόδουλος. 

-}•  Ό  Σεβάστειας  ^Αβράμιος. 

-}•  Ό  θαβωρίου  Λεόντιος. 

-}•  Ό  επίτροπος  του   μακαριωτάτου  Καίσαρ ιος.  30 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


χ. 

ΠΑΡΘΕΝΙΟϊ  ΠΑΤΡΙΛΡΧΟΪ  ΙΕΡΟΣΟΑΪΜΩΝ 

ΠΡΑΞΕΙΣ  χα'ι  ΓΡΑΜΜΑΤΑ. 


(1788—1760) 


1. 

(Γρά{ΐμα  προς  βιοφάνην,  μητροπολίτην  Πέτρας)  ^. 

Παρθένκος  ελέω  θβοδ  πατριάρχης  της  άγιας  πόλβως  Ιερου- 
σαλήμ καΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 

ψ  Ίερώτατε  μητροπολΐτα  άγιε  Πέτρας  κύριε  θεέφανες,  όπέρ- 

5  τιμε  καΐ  εξαρχε  Τρίτης  Παλαιστίνης  καΐ  Δεοτέρας  *Αραβίας,  έν 
άγίω  πνεύματι  αγαπητέ  αδελφέ  καΐ  συλλειτουργέ  της  ημών  με- 
τριότητος,  τήν  ιερότητα  σου  άδελφικως  άσπαζόμενοι,  άσμένιος 
προσαγορεύομεν.  'Άν  καλά  καΐ  κοινώς  έγράψαμεν  πάση  τ^  ίερα 
Άδβλφότητι,  πλην  καΐ  Ιδία  δεν  έλείψαμεν  νά  γράψωμεν  τη  ίερό- 

10  τητί  σου  καΐ  νά  της  δώσωμεν  και  ίδια  τήν  εϊδησιν  της  έλέει 
θείω  γεγονυίας  μεταθέσεως  ημών,  επειδή  και  γνωρίζομεν  πόσην 
άγάτυην  εΤχεν  είς  ήμας  και  ημείς  ομοίως  πώς  προς  αυτήν  έφε- 
ρόμεθα  μέ  ευνοιαν  πολλήν  καΐ  άδελφικήν  ενθερμον  άγάπην.  Πλην, 
αδελφέ,  τοοτο  όπου  είμεθα  βέβαιοι  πώς  έχαροποίησε  τήν  Ίερότη- 

15   τά  της,  ημάς    μας  έλυπησε  καθ'  υπερβολήν  και  ή  αίτία  επειδή 

*  Έχ  του  πρωτοτύπου:  «Έπιστολαι  του  άοι^ίριοο  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  χοροΰ 
Παρθενίου,  από  του  1738-1765»•  τεύχος  συν^ε^εμιένον  χαΐ  φολαττόμ-ενον  έν  τω  άρχείω 
του  '^Ιεροσολυμκτιχού  Πατριαρχείου.  Παρθένιος  βέ  ο^τος  ήν  έζ  Αθηνών  χαι  μητροπο- 
λίτης (αχρις  έτους  1737)  Καισαρείας  Παλαιστίνης.  Άναλέχτων  Ι,  σ.  ιδ'  χαΐ  308  χέ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  349  — 

χαΐ  δέν  ήτον  χαιρός  τοιοότων  πραγμάτων,  δια  τε  τήν  άνωμαλίαν 
του  χαιροδ,  δώ  τήν  δαστοχίαν  των  χριστιανών  χαΐ  δώ  τό  βάρος 
του  άναποφ()ρου  χρέους,  όπου  χαΐ  ένταϋθα  εΙς  Βασιλεόουααν  χαΐ 
βίς  τά  αυτόσβ  εδρίοχεται  ^  Μας  παρηγορεί  βμως  ή  τε  έλπίς  της 
θείας  βοηθείας,  διατί  χαι  άλλοτε  εΙς  τοιούτον  βάρος  ήλθε  τό  5 
δγιον  όστϋήτιον  χαΐ  ό  θεός  τό  ήλεοθέρωσε  χαΐ  ή  χοινή  σύμπνοια 
χαΐ  ομόνοια  της  ιζρίς  Άδελφότητος,  ή  όποια  πολλά  μας  χαρο- 
ποιεί- χαΙ  δμποτες  ό  άγιος  θεός  νά  σας  φυλάζη  εΙς  τοδτο,  διατί 
δποϋ  εΤναι  ή  χοινή  αγάπη,  είναι  χαΐ  ό  θεός.  Γράμματα  της  νά 
εχωμεν  συνεχώς,  δηλωτιχά  ττ)ς  άγαθης  της  υγείας,  ϊνα  χαΐ  ή  10 
χάρις  του  αγίου  θεού  εϊη  μετά  της  ίερότητός  σου. 

Άττό    Κωνσταντινουπόλεως,    ^αψλη^Ρ,  φευρουαρίου  χα'. 

Αρχή  όδυνων,  αδελφέ,  χαΐ  εδχου  υπέρ  ημών  πολλά  νά 
γράφωμεν  χαιρόν  δεν  έχομεν*  μόνον  ό  ΠαΓσιος  σας  τά  λέγει, 
διατΙ  τό  χρέος  μας  έχορύφωσε,  χαΐ  ό  θεός  νά  μας  βοηθήση.  15 

ψ  Ό  Ιεροσολύμων  χαΐ  έν  Χριστώ  αδελφός. 


2. 

(Γρά[Αμ,α  δεύτερον  προς  τον  αυτόν)  ^ 

Παρθένιος  έλέφ  θεού  πατριάρχης  της  αγίας  πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ χαΐ  πάσης  Παλαιστίνης.  20 

"[•  Ίερώτατε  χαι  λογιώτατε  μητροπολΐτα  Πέτρας  χύριε  θεό- 
φανες,  υπέρτιμε    χα.Ι    εζαρχε    Τρίτης    Παλαιστίνης    χαι  Δευτέρας 

^  Έν  έτέρφ  γράμμ.ατι  προς  τον  Σεβάστειας  άρχιεπίσχοπον  Άβράμιιον  γραφεί* 
αΐΐλήν,  γέροντα  μου,  με  υπερβολικά  χαι  ανυπόφορα  χρέη,  χαθώς  τά  ήξεύρει  όπου  έπρο- 
ξενήθηοαν  εις  τον  χαΐράν  της  καταδρομής  των  επάρατων  *Αρμεν(ων*  έπειτα  χαι  αί 
άνω(Ααλίαι  του  χαφοο  μας  οτενοχωροΰσι  περισσότερον,  (ιότι  οί  χρεοφειλέται,  £λλοι  μεν 
λαμβάνοοσι  τον  τόχον,  άλλοι  (ε  ζητοΰσι  χαι  τά  χεφάλαια,  χαι  ήμ«ΐς  μόλις  εύγάζομεν 
εΙς  Βασιλευουσαν  τά  καθημερινά  μας  ίξοία'  χαι  πόθεν  έχομεν  νά  άπολογηθώμεν,  (έν 
ήξεόρομεν.  Τά  ταξίδια  μας  χαι  είναι  κλεισμένα  άπό  την  Βλαχομπογδανίαν  και  κανένα 
συμφέρον  δεν  έρχεται,  και  μόνον  6  άγιος  Θεός  νά  γέν^)  ίλεως  δι*  ευχών  της  χαι  νά 
μας  κυβερνήσιο,  όπου  νά  ήμπορέσωμεν  νά  βοηθήσωμεν  και  ήμεΐς  εις  τάς  χρκιας  του 
Παναγίου  Τάφου».  —  •  Έκ  του  πρωτοτύπου,  2  επιστολή. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  350  — 

"Αραβίας,  έν  άγ^ω  πνεύματκ  αγαπητέ  αδελφέ  χαΐ  συλλεκτουργέ 
περιπό&ητε  της  ημών  μετριότητας,  τήν  Ιερότητα  της  άδελφιχώς 
άαπαζόμενοι,  ασμένως  προσαγορεάομεν.  Της  ιερότητας  της  άδέλ* 
φεχήν  επιστολή  ν  δσμενοι  χαΐ  περιχαρείς    έλάβομεν    χαίπερί  της 

5  όγιείας  αυτής  πληροφορηθέντες  υπερβαλλόντως  έχάρημεν  χαΐ  τω 
περιφρουροΰντι  αυτήν  άγίω  θεω  χάριτας  άνεπέμψαμεν  έγνωμεν 
χαΐ  τά  βσα  επομένως  σημειοΤ.  ΚαΙ  βτι  μεν  ύπερήσθη  ή  ίερότης 
αυτής  υπέρ  της  ημετέρας  μεταθέσεως  δέν  Ιχομεν  χαμμίαν  δμφι- 
βολίαν,  έττειδή  χαΐ  τήν  ήζευρομεν    εις    πόσην    ευνοιαν  μας  εΤχεν 

10  δντες  έν  Ίεροσολόμοις,  χαΐ  ημπορεί  αληθινά  μία  τοιαύτη  χαΐ  πα- 
ρόμοια δπλαστος  άγάττη  νά  άπορη  προς  διήγησιν  χαΐ  έχφαντοριχήν 
υπογραφήν  της  προζενηθείσης  χαράς.  Ή  δμοίωσις  βμως  όπου  χάμνει, 
δείχνει  βλον  τό  εναντίον,  επειδή  χαΐ  γράφει  βτι  τόσον  έχάρη, 
ωσάν  νά  ήτον  ή  ίερότης  της  ό  προβιβασθείς,  χαΐ  δν  τόσον  έχά- 

16  ρη,  δεν  έχάρη  τίποτε,  επειδή  χαΐ  ήμεΓς  άφ'  ου  έπροβιβάσθημεν^ 
εζω  άπό  λυπαις^  στενοχωρίαις,  αλλεπάλληλα  χαχά  χαΐ  περιστά- 
σεις διαφορετιχάς,  άλλο  τίποτε  δέν  έγνωρίσαμεν*  χαΐ  άν  τά  τοι- 
αύτα χαΐ  τά  παραπλήσια  προζενουσι  χαράν,  ήμεΐς  δέν  τά  ήζευ- 
ρομεν.  Εύχαριστουμεν  δμως  τη  Ιερότητί  της  χαΐ  τήν  παραχαλου- 

20  μεν  εις  τάς  προς  Θεόν  δεήσεις  της,  χαΐ  έν  έχχλησία  χαΐ  χελλι- 
χώς,  νά  μή  λείπη  χαΐ  ή  υπέρ  ημών  προς  θεόν  πρεσβεία  της, 
επειδή  χαΐ  ή  παρούσα  χατάστασις  εΤναι  αδύνατον  νά  χυβερ- 
νηθη  διά  ανθρωπινής  χειρός,  παρά  μόνον  έχ  της  άνωθεν  ρο- 
τυης   τε  χαΐ    βοηθείας.    Μας    γράφει    ή  ίερότης  της,  8τι  νά  τήν 

2δ  έχωμεν  ζΐς  τήν  προτέραν  εδνοιαν•  χαΐ  είς  τούτο  δέν  πρέπει 
νά  εχη  χαμμίαν  άμφιβολίαν,  παρά  νά  είναι  βεβαιωμένη  ε^ς 
άχραν  πληροφορίαν,  χαΐ  δταν  6  'χαιρός  τό  χαλέση,  χαΐ  μέ  ϊρ- 
γον  θέλει  πληρ.οφορηθή  περισσότερον.  Περί  τών  τριών  χεφαλαίων 
όπου  ή  ίερότης    αυτής    μας   γράφει    διά  τήν  συστασιν    της    σχο- 

30  λής,  αυτά  είναι  πράγματα  όπου  ή  Συνοδός  μέ  τόν  έπίτρόπον  μαζη, 
αν  φάνουν  ευλόγα,  έμτΐορεΐτε  νά  τά  χάμετε,  επειδή  χαί  εΤσθε  πα- 
ρόντες χαΓ  ήζευρετε  τήν  χατάστασιν  τοδ  όσπητίου  χαΐ  τήν  ώφέ- 
λειαν  χαλλιώτερα  άπό  λόγου  μας.  Γράφομεν  δμως    τω  έπιτρόπω 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  351  — 

χαΐ  δς  συμβουλβϋ&η  χαι  δς  κάμη  έκβΤνο  όπου  ήθελε  φανη  πλέον 
ώφέλιμον  χαΐ  συμφέρον  τοδ  αγίου  όστυητίου.  Έλάβαμεν  χαι  δβυ- 
τέραν  της  έπιστολήν  μέ  Ιναν  Άρμένίον  καΐ  έχαταλάβαμεν  καΙ 
ζΐς  έχεΐνο  τά  γραφόμενα..  ΚαΙ  8τι  μεν  ή  κατοικία  του  μοναστη- 
ρίου Αβραάμ  είναι  δύσκολη  είς  την  ιερότητα  της,  και  ήμεϊς  5 
θαυμάζομεν  πως  τόσον  καιρόν  τήν  οττόφερεν  πλην  δεν  ήθελήσα- 
μεν  νά  της  το  γράψωμεν,  άνίσως  και  μονή  της  δεν  μας  το  Ιγρα- 
φε,  θέλοντες  -νά  εΤναι  κατά  πάντα  ευχαριστημένη.  "Οθεν  διά  νά 
πληρώσωμεν  με  κάθε  εύχαρίστησιν  το  ζήτημα  της,  ιδού  όπου 
γράφομεν  δτι  κατά  τό  παρόν  Ιτος  νά  καθήση  ή  ίερότης  αύτης  10 
εις.τό  ΠατριαρχεΓον  με  κάθε  της  τιμήν  καΐ  άνάπαυσιν  νά  συμ* 
βοηθ^  καΐ  τον  έπίτροπον  καΐ  νά  δίέλθη  και  αυτό;  ό  χρόνος  όπου 
νά  λείψωσι  καΐ  τών  υπολοίπων  αδελφών  τα  παράπονα*  Ιπειτα  εις 
τόν  έρχόμενον  θέλομεν  .γράψει  διά  νά  λάβη  καΐ  τήν  τελείαν  πλη- 
ροφορίαν  τοδ  ζητήματος  καΐ  μέ  περισσοτέραν  προσθήκην  άπό  15 
έκεϊνο  όπου  ζητεΐ.  Τά  μοσχοσάπουνα  και  τά  κομποσχοίνια  όπου 
μας  δστειλε,  καΐ  δχι  μόνον  της  ίερότητός  της,  άλλα  καΐ  των 
λοιπών  πατέρων,  εδόθησαν  πεσχέσι  εΙς  τήν  θάλασσαν.  Διά  νά 
μοιράσωμεν  τά  συνήθη  πεσχέσια,  άγοράσαμεν  σαπούνι  και  τά 
έφθνάσαμεν  έδώ.  "Ομως  χάρις  τω  άγίω  θεω  όπου  ήλθον  οι  προ-  20 
σκυνηταί  μας  και  οί  πατέρες  μας  υγιείς,  και  έκεΓνα.  δς  υπάγουν 
είς  τό  καλόν  τους.  Τά  καθ'  ήμας  δυστυχίαι  πολλαί,  άνάγκαι  με- 
γάλαι,  καΐ  ό  δγιος  βεός  νά  γένη  ίλεως•  νά  εχωμεν  καΐ  αύθις 
άδελφικήν  της  έπιστολήν,  δηλωτική  ν  της  ύγιείας  της*  τά  δε  Ιτη 
εϊησαν  θεόθεν  πολλά  τε  καΐ  ευτυχή.  Άπό  Κωνσταντινουπόλεως,  25 
^αψλη*Ρ  αύγούστω  λ'. 

-|-  Ό  Ιεροσολύμων  καΐ  έν  Χριστώ  αδελφός. 
ΤΙέμπομέν    σοι    γλυκύσματα    γαβανά    2,  κουντούραις    ζυγή  1, 
ζιρίχι   1. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  352 


(ΈχΙοοις  α6βίας  εις  χειροτονίαν  αρχιερέων)  ^ 

Παρθένίος  ελέω  θβου  πατριάρχης    τγ)ς  αγίας  πόλεως  Ίερου- 
λήμ  κτλ. 

ψ  Ίερώτατοι  μητροπολΤται  καΐ  αρχιεπίσκοποι  του  καθ'  ήμδς 
5  άγιωτάτοο  πατριαρχικού  καΐ  άποοττολικοδ  θρόνου  των  Ιεροσολύ- 
μων, έν  άγίω  πνεόματι  αγαπητοί  αδελφοί  καΐ  συλλειτουργοί  τ^ς 
ήμων  μετριότητος,  χάρις  εϊη  ύμΤν  και  ειρήνη  καΐ  Ιλεος  παρά 
θεοΰ.  Ό  όσιώτατος  επίτροπος  ημών  άρχανδρίτης  παπδ  κυρ  Ιωακείμ 
άνήγγειλεν  ήμΤν,  8τι  επειδή  έκ  των  αρχιερέων  όπου  αυτόσε  εις  τήν 

10  άγίαν  πόλιν  ο[  μεν  έγηράσατε,  οί  δέ  άπό  τάς  σωματικάς  ασθενείας 
αδυνατείτε  είς  τό  νά  ίερουργήτε  συνεχώς  εις  τάς  παρρησίας  καΐ 
μνημόσυνα  των  προσκυνητών,  και  δή  διά  της  παρούσης  ημετέρας 
πατριαρχικής  εκδόσεως  δίδομεν  £δειαν  τη  ίερότητί  σας  δπως  κα- 
νονικώς ψήφους  ποιησάμενοι    χειροτονήσητε   αρχιερείς  τόν    Μακά- 

15  ριον  Προυσινόν  άρχιεπίσκοπον  Γάζης,  τόν  παπα  Σωφρόνιον  Καρα- 
μανλΐ  άρχιεπίσκοπον  Σεβάστειας,  μετά  τής  κα^;ονικής  παρατηρή- 
σεως, κατά  τό  ?θος  του  άγιωτάτου  αποστολικού  (θρόνου)  τών  Ιε- 
ροσολύμων. ΈπΙ  τούτω  εξεδόθη  ή  παρούσα  πατριαρχική  Ικδοσις 
τη  ίερότητί  σας,  ή  δέ    του    αγίου    θεού  χάρις  εϊη  μετά  πάντων 

20   υμών.  Άπό  Πάλαιαν  Πάτρα^>  ^αψν'  ίαννουαρίου  κ'  (1750). 
ψ  Ό  Ιεροσολύμων  καΐ  έν  Χριστώ   υμών  εύχέτης. 


4. 

(Άπόφασις  περί  τής  μετά  τριχηρίου  χαΐ  διχηρίοο  αρχιερατικής  λειτουργίας)  \ 

Παρθένιος  ελέω    θεού   παριάρχης   τής  αγίας   πόλεως  Ιερου- 
σαλήμ καΐ  πάσης  Παλαιστίνης. 
25  •(•  Ίερώτατοι  αρχιεπίσκοποι  καΐ  μητροπολΐται    του  καθ*  ήμας 

^  «Κώ(ηξ  (ιαφόρον  έπιβήρινν  έγγραφων»,  φ.  87.  —  '  «Κώ^ηξ  διαφόρων  επισήμων 
εγγράφων»,  φ•  80. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  353  — 

άποστολίχοδ  χαΐ  πατρεαρχίχοϋ  θρόνου,  έν  άγίω  πνεύματι  άγαττη- 
τοί  αδελφοί  καΐ  συλλειτουργοί  της  ημών  μετρεότητος,  όσιώτατε 
χαΐ  αιδεσιμώτατε  δγιε  μέγα  σχευοφύλαζ  χυρ  Σωφρόνιε,  ή  χάρις 
του  παναγίου  ττνεύματος  εΐη  μεθ'  υμών.  Κοινόν  γράμμα  της  υμε- 
τέρας άδελφότητος  έλάβομεν,  έζ  ου  μαθόντες  τήν  έφετωτάτην  5 
ύγε(αν  υμών  υπερβαλλόντως  έχάρημεν.  Έγνωμεν  χαί  τά  δσα  επο- 
μένως σημειοΐτε  ήμΤν  ερωτώντες  περί  της  σημασίας  του  τρικη- 
ρίου  τε  χαΐ  δικηρίου,  περί  του  οποίου  άποχρινόμεθα^  δτι  ή  χαθ' 
ήμας  ίεροτελεστική  μυσταγωγία  έχει  μεν  χατ'  αρχάς  τήν  έξήγη- 
σιν  της  ηνωμένης  τε  χαΐ  διαχεχρυμμένης  θεολογίας  χαί  της  έπ'  10 
έσχατων  τών  χρόνων  διά  τήν  ήμετέραν  σωτηρίαν  ένσάρκου  οικονο- 
μίας• και  μετά  τήν  έξήγησιν  έχει  τάς  τελειωτικάς  εύχάς  του 
μυστηριώδους  σώματος  καΐ  αϊματος  κατά  τούτον  τον  λόγον  το 
μεν  τρικήριον  τό  τε  ένιαΐον  καΐ  τρισσόν  της  θεότητος  σημαίνει, 
τό  δε  δικήριον  τάς  δύο  φύσεις  έν  ένι  άτόμω,  της  θεότητος  δη-  ΐδ 
λαδή  και  άνθρωπότητος•  καΐ  άνάγνωτε  περί  τούτου  τον  μακάριον 
Συμεών  θεσσαλονίκης  εΙς  τήν  έξήγησιν  της  ίερας  λειτουργίας. 
Έν  τω  καθ'  ήμας  δε  άγιωτάτω  θρόνω  έκ  παλαιού  συνήθεια  επε- 
κράτησε μετά  του  τρικηρίου  και  σταυρού  εύλογεΐν  τους  άρχιερεΓς• 
τό  όποιον  βέβαια  δεν  συμφωνεί  κατά  πάντα  με  τήν  εκκλησία στι-  20 
'κήν  παράδοσιν,  επειδή  καΐ  ό  σταυρός  σημαίνει  τό  πάθος,  τό  όποιον 
εΤναι  Τδιον  της  άνιίρωπότητος  καΐ  δχι  της  θεότητος.  Δικήριον 
σημαίνει,  ώς  εϊπομεν,  τάς  δύο  φύσεις  του  θεανθρώπου  Λόγου 
έν  ένι  άτόμω  θεωρουμένας*  ώστε  ή  εκκλησιαστική  ακρίβεια  μετά 
τριχηρίου  καΐ  δικηρίου  σφραγίζειν  τους  αρχιερείς  βούλεται,  ου  μήν  25 
δέ  μετά  σταυρού.  Τούτο  πολλάκις  τό  εϊπομεν  παρόντων  τών  αδελ- 
φών, δν  καλά  καΐ  δεν  έπροφθάσαμεν  νά  τό  καταστρώσωμεν  δντες 
αύτου  είς  τόν  ιερόν  κώδικα.  "Οτι  δέ  τό  άπεφασίσαμεν  είναι  φα- 
νερόν,  επειδή  καΐ  δσαις  φοραΐς  έλειτούργησεν  ό  συνάδελφος  ημών 
άγιος  Καισαρείας,  έλειτούργησε  μετά  τρικηρίου  καΐ  δικηρίου.  30 
Τουντευθεν  λοιπόν  άποφαινόμεθα,  δτι  δστις  τών  ιερωτάτων  αρ- 
χιερέων δι'  αδείας  του  ημετέρου  επιτρόπου  ίερουργεΐ,  κάν  τε  εν- 
τός του  Αγίου  Τάφου,  κίν  τε  έκτος  τών  εκκλησιών  του  ημετέρου 

23 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  354  — 

θρόνου,  να  εύλογη  μετά  τριχηρίοϋ  καΐ  διχηρίου,  ώς  χανονιχως 
διατετυτυωμένον  παρά  των  αγίων  πάτερων  της  αγίας  μας  έχχλη- 
σίας.  ΚαΙ  εις  ενδειξιν  ταύτης  της  ακριβείας  νά  χαταστρωθη  και 
αϋτη  μας  ή  επιστολή  έν  τω  ιερω  χώδιχι  ταύτης  της  αγίας  χαΐ 
δ  αποστολικής  εκκλησίας  το5  καθ'  ήμας  άγιωτάτου  καΐ  πατριαρχι- 
κού θρόνου.  Ευχεσθε  υπέρ  ημών,  αδελφοί  και  πατέρες*  ή  δε 
χάρις  του  αγίου  θεού  εϊη  μετά  πάντων  υμών.  Έξ  Ίότυτυης,  ^αψνε' 
μαΓου  κα'  (1755). 

Ί"  Ό  Ιεροσολύμων  και  έν  Χριστώ  αδελφός  και  εύχέτης. 


5. 

10       Κεφά>.αια  άποφανΗέντα  έπι  παρουσία  του  τε  παναγιωτάτου   οιχου|Λεν(χου  πατριάρχου, 
του  |Λαχαριωτάτου  πατριάρχου  Ί£ροσολυμ.ων  χαΐ  των  έγχρίτων  αρχόντων  χαΐ  επιτρό- 
πων των  ρουφετίων,  νά  ύπογραφώσιν    υπό    του  σχευοφύλαχος  χαΐ  νά  εγγραφώσιν  εΙς 
τον  χώδιχα,  χαΐ  ε'ις  *τό  εξής  οποίος  γίνεται    σχευοφύλαξ  νά  υπογράφεται  *. 

Α'^.  Ό  νυν  και  οι  κατά  καιρόν  σκευφύλακες  νά  ύποτάσσων- 
15  ται  κατά  πάντα  εις  τάς  προσταγάς  του  μακαριωτάτου  και  του  επι- 
τρόπου αύτου  και  της  ίερας  Συνόδου  της  Ιεροσολύμων  εκκλησίας. 

Β-^ .  Εντεύθεν  νά  μήν  γράφωσι  γράμματα,  ούτε  νά  στέλ- 
λωσιν  πεσχέσια  οι  σκευοφύλακες  έ^/ταυθα  εις  Κωνσταντινούπολιν. 
μήτε  εις  τους  χριστιανούς,  μήτε  εις  τους  Τούρκους•  και  δν  καθ' 
20  ύπόθεσιν  είναι  ανάγκη  νά  στέλλωσιν  οι  σκευοφύλακες  πεσχέσια 
και  γράμματα,  νά  τά  στέλλωσι  τω  μακαριωτάτω  και  ή  μακάριο- 
της  αύτου  νά  εΤναι  ανάγκη  νά  τά  μοιράζη. 

ρ-ον  ^ί^  μή>;  άνακατώνωνται  οΕ  σκευοφύλακες  εις  διορισμούς 
ήγουμενείων  ή  ταξειδίων  ή  τοιούτων  ύτυηρεσιών,  προβάλλοντες 
25  εκείνους  όπου  αύτοι  θέλουσι,  κΛι  εξω  από  τά  διηκονήματά  του 
περισσότερον  νά  μήν  ανακατώνεται. 

Δ'^^'.  Νά  μήν  εχωσιν  άδειαν  νά  κάμνουν  συναναστροφαΐς 
ή  ληψοδοσίας  με  εντοπίους  Τούρκους  ή  χριστιανούς,  παρά  δν  εΤναι 

*   αΚώδηξ  01  άφορων  επισήμων  εγγράφων»,  φ.  84^. 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  355  — 

άνάγχη,   νά  τό  αναφέρουν    τω    έπιτρόπω    χαΐ   τοΐς    έγχρίτοες    της 
Συνόδου  καΐ  νά  γίνεται  ή  διόρθωσις. 

Ε"°^.   Εΐ  τις  ελεημοσύνη  δίδοται  τοΐς  πτωχοΐς  έκ  μέρους  του 
σχευοφύλαχος,    επειδή    εΤναι    άπό    έλεημοσύνην    των   χριστιανών, 
νά  δοθ'5  παρρησία    ξεχωριστά    εις    τό    Συνοδιχόν  χαι  6  επίτροπος     5 
και  οΐ  συνοδικοί  πατέρες    νά    την    διαμοιράζουν    εις  τά  αναγκαία 
των  πτωχών. 

ς-ον^  Νά  καταγραφώσι  πάντα  τά  άγια  σκεύη  και  πάντα  τά 
κινητά  αφιερώματα  τών  χριστιανών  εις  κατάστιχον  καθαρόν  και 
νά  φυλαχθη  εις  τό  Συνοδικόν  του  Πατριαρχείου  ασφαλώς•  και  8σα  10 
έρχονται  κατά  καιρόν  άμανέτια  και  αφιερώματα,  νά  τά  φανερώνη 
δλα  εις  τό  Συνοδικόν  και  άνίσως  εΤναι  πράγματα  όπου  νά  στέ- 
κωνται,  και  αυτά  νά  γράφωνται  εις  τό  κατάστιχον  με  δΤδησιν 
μόνον  τών  εγκρίτων  αδελφών  τά  δ'  επίλοιπα  νά  τά  φανέρωση  καΐ 
έκεινα  είς  τό  Συνοδικόν  και  νά  γίνεται  εκείνο  όπου  αποφασίζει  ή  ΐδ 
Σύνοδος. 

Ζ'^^.   "Οσην    έλεημοσύνην  συνάζει  ό  κατά  καιρόν  σκευοφυλαζ 
κρυφίως  καΐ  φανερώς,  ή  άπό  τους  προσκυνητάς    ή  άπό  άμανέτια 
όπου  τόν  στέλλουσιν    οι    ευσεβείς    χριστιανοί  λόγω  ελεημοσύνης, 
έπι  λεπτού  εν  καθαρά  •  συνειδήσει  νά  την  φανέρωση  δλην  και  νά    20 
την  παραδώση  εΙς  τό  Κοινόν. 

β-ον     Τά  όσα    αναγκαία  έξοδα  γίνονται  μέσα  είς    τον  "Αγιον 
Τάφον  παρά  του  σκευοφύλακος,   δηλαδή    λάδι    κηρι  σιτάρι  και  τά 
λοιπά  της  ζωοτροφίας  και  τά  τοιαύτα,  δλα  νά  λογαριασθούν  παρ- 
ρησία, καθώς  λογαριάζονται  καί  τά  ί^ο^α  του  επιτρόπου  του  Πα-    25 
τριαρχείου  και  τών  λοιπών  μοναστηριών  είς   τό  Συνοδικόν. 

θ"°^.  *Αν  ποτέ  καλή  ή  χρεία  νά  άγοράση  ό  σκευοφύλαξ  ή 
όσττήτιον  ή  κήπον  ή  άλλο  τι  άναγκαϊον  πράγμα,  νά  εΤναι  με  τήν 
εϊδησιν  και  τήν  συναίνεσιν  του  τε  κατά  καιρόν  επιτρόπου  καΐ  της 
Συνόδου.  30 

Ι"^^.  Ή  συνοδία  του  σκευοφυλακος  είς  κάθε  διηκόνημα  ή  είς 
ύττηρεσίαν,  >/ά  διορίζεται  άπό  τόν  έπίτροπον  συνοδικώς.  καθώς 
και  εις  τά  λοιπά  διηκονήματα  κατά  τό  σύνηθες*  και  δταν  άτακτη 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  356  — 

τινας  εξ  αυτών,  νά  άλλαχθη  ή  νά  παιδευθ-ξ  χατά  τήν  άταξίαν 
του  από  τον  έπίτροπον  αυνοδίχως,  Χ^Ρ^^  ^^  άντιτείνη  εις  αυτά 
δ  (τχευοφύλαζ. 


Οί  συλλεχθέντες  δροι  χαΐ  βεβαιωθέντες. χατά  το  ,αψξε'  (1765), 
.':  εν  μηνι  μαίω  εν  Ίερουσαλήμι  *. 

Ό  πατριάρχης  Ιεροσολύμων  Παρθένιος  έπιβεβαίοΐ. 
"Ωσπερ  άπό  των   φθορέων  ποιμένων  φεύγειν  υπό  των  θεοτυνευ- 
στων  αποστόλων  διετάγημεν,  οδτω  τοις  άγαθοΓς  ήγόυμένοις  πείθεσθαι 
καΐ  ύπείχειν  όφείλομεν,  οίοι  ήσαν  οί  άοίίψοί    πατριάρχαι  τα  εΙς 

10  ψυχικήν  σωτηρίαν  καΐ  δσα  προς  ώφέλειαν  του  ίερου  μοναστηρίου 
καΐ  εύταξί'αν  του  μοναδικού  επαγγέλματος  άφορώσι  συμβουλεύον- 
τες χαΐ  έν  κεφαλαίοις  γραφικώς  κώδιζιν  ίεροΤς  ταμιεύοντες*  έζ  ών 
τινά  των  αναγκαιοτάτων  επιμελώς  και  ήμεΤς  συλλέζαντες  κατε- 
στρώσαμεν  έν  τω  παρόντί,   ατινα    καΐ    άποδεχέμεθα  και  συνηγο- 

15    ρεΐν  και  δεφεντεύειν  καΐ  άπαρασάλευτα  φυλάττειν  ύποσχόμεθα. 

Α'.  Προς  τη  όρθοδόζω  πίστει  φυλάττειν  όφείλομεν  και  τά 
χριστιανικά  ήθη  και  τήν  άπαιτουμένην  τω  μοναδικω  σχήματι  σε- 
μνότητα, ει'ρηνεύοντες  δσον  δυνατόν  μετά  πάντων  και  σώζοντες 
άκραν  εύπείθειαν  τω  προεστώτι  τά  κατά  θεόν  συμβουλεύοντα 

20  Β'.  Μηδέν  άπολείπεσθαι  της  εκκλησιαστικής  άκολου&ίας,  δνευ 

του  δραγουμάνου  και  ει  τίνος  άλλου  έμποδισ&έντος  υπό  υπηρεσίας 
του  ιδίου  διηκονήματος•  τόν  δε  άνευ  ευλόγου  αίτιας  μή  παρευρε- 
θέντα  είς  τήν  άνάγνωσιν  του  Ψαλτήρος  άποστερουμεν  του  κατ' 
έκείνην    τήν  ήμέραν    διδομένου    οίνου  τε    καΐ    όψωνίου  καΐ  λήψιν 

25  άρτου  αύτω  μόνου  άφίεμεν,  ή  τάς  μετανοίας  έν  τη  τραπέζη  τη 
κοινή  κατά  τε  τό  άρχαΐον  εθος  ποιεΐν  κανονίζομεν  έν  δε  ταΐς 
προσευχαΐς  μή  άτακτεΐν,  άλλα  μετ'  εύλαβείας  καΐ  προσοχής  καΐ 
σιωπής  άπό  των  ευκαίρων  λόγων  τήν  στάσιν  ποιεΐσ&αι  διορίζομεν. 

*   «Κώ^ηξ  διαφόρων  επισήμων  εγγράφων»,  φ.  99  χέ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  357  — 

Γ'.  Τους  δε  εν  έχχλησίαί  άναγι^ώσκοντας  συν  εύλαβείοτ  χαΐ 
φόβω  θεού  προμεμελετηχότας  χαΐ  από  σφαλμάτων  χαί  χασμω- 
διών  προσέχοντας  τήν  άνάγνωσιν  ποιεΐσθαι  βουλόμεθα. 

Δ'.  ΚρεοφαγεΤν  μηδενΐ  έφείται  6γία(νοντΓ  έάν  δε  τις  δι'  άσθέ- 
νεεαν  αδείας  έλαχε  παρά  τοδ  πνευματιχοδ  αυτού  της  χρεοφαγίας,  5 
ό  τοιούτος  μηδέποτε  κοσμικοΐς  συνεσ&ιέτω,  ουδέν  εΙς  κοινήν  έυκο- 
λιαν  χρεοφαγείτω  κατά  τό  ''ή  μη  ποίει  τό  κακόν,  η  μόνος  ποίει"• 
ωσαύτως  καΐ  οι  χρώμενοι  τω  διά  στόματος  καττνω  εν  τοις  ιδίοις 
κελλίοις  μόνον  τοοτο  ποιείτωσαν  κα  ι  μή  έπ'  δψεσιν  ανθρώπων  διά 
τό  ίτακτον.  10 

Ε'.  Μηδένα  της  κοινοβίου  τραπέζης  άπολείψεσθαι  άνευ  ευλό- 
γου αιτίας  έν  ταΐς  έορταΓς  καΐ  Κυριακαΐς,  ϊνα  μή  ανατροπή  γέ- 
νηται  της  κοινοβιακής  ευταξίας  διά  τήν  κοιλίαν. 

ς'.  Το  έλέγχειν  και  διορθοδν  του  προεστώτος  μόνου  έξαίρετον 
ϊδιον  υτϋάρχει,  καΐ  ει  τις  έχει  τι  κατά  αδελφού,  τούτο  χρή  ίγειν  15 
τω  προεστώτι  και  παρ'  αύτοΰ  ζητεΐν  τήν  διόρθωσιν  δστις  δε 
κατεζανίσταται  έτερου  αύθαδως,  ή  υβρίσει,  ή  τω  χεΐρε  τολμηρώς 
κινήσει,  ό  τοιούτος  οϊου  δν  τύχη  βαθμού  καΐ  τάξεως,  παιδευέσθω 
επιτιμήσει  διωγμού,  8  μεν  εΙς  τά  πόρρω  των  εξω  μοναστηρίων, 
δ  δέ  είς  τά  πλησιέστερον,  και  δ  μεν  πολυκαιρία,  δ  δε  όλιγοκαιρία,  20 
κατά  τήν  του  εγκλήματος  ποσότητα. 

Ζ'.  Μηδένα  των  προεστώτων  δεφεντεύειν  τόν  άτακτουντα, 
ως  οΙχζΧοΊ  τάχα  ή  τζιράκι  του•  καταφέρεσθαι  δέ  μάλλον  οφείλει 
των  άτακτων,  ϊνα  μή  δόξη  συγκοινωνός  και  συνήγορος  της  ατα- 
ξίας• 6  δέ  σκανδάλων  πρόξενος  έπικατάρατος.  25 

Η'.  Μηδένα  τολμαν  άπέρχεσθαι  εΙς  τά  των  μοναζουσών  κατα- 
γώγια άνευ  αίτίας  ευλόγου•  ωσαύτως  και  τάς  μονάζουσας  εις  τά 
των  αδελφών  ει  δέ  τις  καΐ  συχνάζειν  τολμήσει,  ή  συνεσθίειν 
ποτέ  φωραθείη,  έκδιωκέσθω  συν  αύτη,  ή  ως  δν  άλλως  δόξη  τοΤς 
προεστώσιν  ίκανοποιείσθω.  30 

θ'.  Μηδένα  των  αδελφών  δέχεσθαι  έν  τω  κελλίω  πρόσωπον 
υποψίας  ή  σκανδάλου  πρόξενον  τοΓς  άλλοις,  ει  μή  που  δι'  ανάγκην 
καΐ  μετ'  αδείας  του  προεστώτος.     . 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  358  — 

Γ.  Δάνεια  ή  συναλλάγματα  ή  ληψοδοσίας  μετ'  Άρά^3ων  μη 
ποιεΐν,  ως  ο{  άοίδίμοι  διετάξαντο  πατρεάρχαΓ  έπιχατάρατος  δε  6 
φατρίας  μετά  τούτων  ποιών,  ή  χατά  τίνος  αδελφού  διεγείρων 
τούτους,  ή  δλως  προς  ζημίαν  του  αγίου  μοναστηρίου  κινούμενος. 

5  ΙΑ'.  Μηδένα    τολμαν    δεφεντεύειν    ε?ς  ιδίας  καλογραίας  άτα- 

κτούσας,  μηδέ  δέχεσ&αι  αύτάς  έν  τοις  ιδίοις  κελλίοις  συχναζού- 
σας,  ει  μη  δΓ  άναγκαίαν  και  ευλογον  αίτίαν,  ούτε  μην  σκανδα- 
λίζεσθαι  μετά  των  αδελφών  δι'  αίτίαν  αυτών  ό  δε  μη  ούτω 
ποιών  έπικατάρατος. 

10  ΙΒ'.  Έν  κελλίω  προσκυνητην  ή  άλλον  κοσμικον  τη  νυκτι  μη 

τολμαν  κατέχειν,  ει  μη  που  ό  δραγουμάνος  έξ  ανάγκης  διά  τίνα 
περιστατικά  χρείας  καλούσης,  και  τούτο  πάλιν  είδήσει  του  προε- 
στώτος•  ομοίως  και  ό  μιρχάτζης'  ό  δε  τοΰτο  παραβηναι  τολμή- 
σων  ίκανοποιείσ&ω. 

15  ΙΓ'.  Πρό  του  γραψίματος  μηδεις  συγκαλείτω  προσκυνητην  εις 

τό  ϊδιον  κελλίον  προς  όμιλίαν,  ει  μη  που  ζητήσειε  τοοτο  6 
προσκυνητής,  καΐ  τότε  πάλιν  γενέσ&ω  ή  ομιλία  αδεία  του  προε- 
στώτος. 

ΙΔ'.  Οί  έχοντες  διηκονήματα  έργαζέσθωσαν  ταύτα  μετά  πά- 

20  σης  προσοχής,  ως  λόγον  ύφέξοντες  θεώ•  οΐ  δε  άργοΙ  μή  τά  στενά 
καΐ  παζάρια  περιερχέσθωσαν,  μη  εις  άργολογίας  ένασχολείσθω- 
σαν  και  μάλιστα  έν  νυκτί*  άλλ'  έργοχειρήτωσαν  τό  κατά  δύνα- 
μιν,  ή  τη  αναγνώσει  τών  θείων  βίβλων  σχολαζέτωσαν  οι  δε 
αγράμματοι  άλλων  άναγινωσκόντων  προσεχέτωσαν    και    μή  κυβέρ- 

25  νησιν  ζητείτωσαν,  άλλα  τήν  βασιλείαν  τών  ουρανών  **  ζητείτε 
γάρ"  φησί  '* πρώτον  τήν  βασιλείαν  του  θεού,  και  ταύτα  πάντα 
προστεδήσεται   υμΐν  ". 

ΙΕ'.  Οί  αγένειοι  μή  συναναστρεφέσ&ωσαν  μετά  τών  τυχόν- 
των άνευ  γνώμης  τών  Ιδίων  γερόντων,  μηδέ  διηκονίαν  δλως  λαμ- 

30  βανέτωσαν  οίνου,  ως  σύνη&ες,  άλλ'  άνατρεφέσ&ωσαν  έν  παιδεία 
Κυρίου  εΙς  γράμματα  και  ψαλτικά  προς  δόξαν  θεού  καΐ  ώφέλειαν 
του  αγίου  μοναστηρίου,  καί  τίνες  εις  αραβικά. 

Ις'.  Εις  τήν  πλάσιν  πάντες  συνερχέσθωσαν,  πλην  τών  άρχιε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  359  - 

ρέων  καΐ  των  συνοδικών,  ως  Ιθος,  καΐ  ει  τις  έζ  ασθενείας  καΐ 
δσοι  είσΐ  χρειώδεις  είς  συμιπλήρωσιν  ψάλματος  καΐ  της  εκκλησια- 
στικής ακολουθίας*  ό  δε  μή  συνελθών,  μή  απόλαυση  των  δρτων 
της  ζύμης  εκείνης. 

ΙΖ'.  Τα  μνημόσυνα  των  θανόντων  αδελφών  παρρησία  γιγνέ-  5 
σθωσαν  μετά  του  "ό  θεός  των  πνευμάτων"  μέχρι  τών  τεσσαρά- 
κοντα  ημερών  καΐ  υπέρ  του  κοιμηθέντος  ποιεΐν  μετανοίας  μεγά- 
λας  ή  μικράς  δώδεκα  δκαστον  τών  αδελφών  τόν  δέ  άδιόρθωτον 
αποθανόντα  μηδενός  τούτων  άξιοΰμεν,  ει  μή  που  τύχη  αιφνι- 
δίως θανών.  10 

ΙΗ'.  Ό  μετά  αρρένων  ή  γυναικών  άσελγαίνειν  φωραθείς, 
οποίας  άν  εϊη  τάξεως,  διωκέσθω  μετά  του  συμφθειρομένου•  ό  δέ 
δεφεντεύων  αυτόν  έπικατάρατος. 

Ιθ'.  Ταΐς  καλογραίαις  διορίζομεν  μή  είσάγειν  προσκυνητάς 
εις  τα  κελλία  αυτών,  μηδέ  φιλεύειν  αύτάς•  αλλά  καΐ  αύται  μή  15 
περιερχέσθωσαν  εις  τά  τών  προσκυνητών  κελλία•  τήν  δέ  παρα- 
βήναι  τολμήσουσαν  παιδευτέον  κατά  τό  δοκούν  τοις  προεστώσι* 
τήν  δέ  μή  άπαγγείλασαν  τό  ελάττωμα  της  καλογραίας  εις  τόν  προε- 
στώτα  ήγουμένην  άποβλητέον. 

Κ'.  Μηδένα  τών  αδελφών  τολμαν  εις  προσκυνητάς  δηλουν  τά    20 
του  μοναστηρίου  κρυπτά,  ή  δημοσιευειν  αδελφών  ελαττώματα,  και 
οί  πνευματικοί  μάλιστα*  ει  δέ  τις  ελεγχόμενος  άπειλεΐ  κατά    της 
πίστεως,  ό  τοιούτος  είς  τό  έζής  μηδενός  ήγείσθω  βαθμού  ή  διη- 
κονήματος. 

Ταύτα  πάντα  ως  ωφέλιμα,    ως  σωτήρια  και    ως  πατροπαρά-    25 
δοτά,  στέργοντες  και  αποδεχόμενοι    και  ήμεΐς    ίδίαις    υπογραφαΤς 
βεβαιουμεν. 

•{•  Ό  Σκυθουπόλεως  Βαρνάβας. 

•{•  Ό  Πέτρας  Κύριλλος. 

•{•  Ό  Ναζαρέτ  Παίσιος.  30 

•{•  Ό  Αύδδης  Ματθαίος. 

•{•  Ό  Σεβάστειας  Ιερεμίας. 

•{•  Ό  θαβωρίου  Ιάκωβος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  360  — 

ψ  Ό  Φιλαδέλφειας  Άνανίας. 
ψ  Ό  επίτροπος  του  μαχαριωτάτοο  Έφραίμ. 
ψ  Ό  αρχιμανδρίτης  Ιωακείμ. 
ψ  Ό  αρχιμανδρίτης   Νεόφυτος. 
•{•  Ό  αρχιμανδρίτης  Συμεών. 
•{•  και  ό  δραγουμάνος  ΆνΟνίας. 

Ταύτα  πεμφθέντα  τω  μακαριωτάτω  εκρίθησαν  ως  είσΐ  καλά, 
και  στερχθέντα  έπεβεβαιώθησαν. 


-^'^-ΰ^- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


XI. 

ΔΙΑΦΟΡΩΝ  ΕΓΓΡΑΦΩΝ  ΣΕΙΡΑ  ΔΕϊΤΕΡΑ. 


1. 


(Ιωάννου  Ναοπάχτοο  γράμμα  προς  λυσιν  δρχοο  γενομένου  παρά  γυνάαός  ύποβχεθείοης 
τφ  Θεφ  παραγενέσθαι  προς  Ιεροσόλυμα)  ^. 

Τη  ευγενέστατη  χυρδ  Θεοδώρα  τη  Μαυροδουχαίνη  χαΐ  έν  Κο-     5 
ριω  τυνεοματίχη  ημών  θυγατρί  προθεμένη  Μρχως,  ώς  εΤπε,  την 
προς  τά  Ιεροσόλυμα  στείλασθαι  χαΐ  τω  ζωοποκω  του  Κυρ(ου  Τά- 
φφ  τήν  μετά  συντριβής    χαΐ  δαχρύων  προσχόνησιν  άφοσιώσασθαι, 
πολλά  έπεγένετο  χαΐ  διάφορα   τά    χωλυματα*   Ιν   χαΐ  πρώτον  χαΐ 
μέγα  ή  έχεΐσε  του  λατινιχου  άνάπλευσις    στόλου    καΐ  το  έντευ&εν    10 
χώλυμα  της  έν  Ίεροσολυμοκς    διαπλωΐσεως,    ή  της   άγ(ας  πόλεως 
Ιερουσαλήμ  του  άγιωτάτου  πατριάρχου  προς  τους  έχεΐσε  απερχό- 
μενους παραγγελία  του  μηδένα  των  άπό  των  ώδε  χριστιανών  πο- 
ρευεσθαι  εις  Ιεροσόλυμα  διά  τήν  τών  Λατίνων  χατά  τών  Σαρα- 
χηνών  έχστρατείαν  χαΐ  ως    μή    τη   χαταβολη  τών  διδομένων  τοΓς    15 
Ίσμαηλίταις  χρημάτων  οι  του  ζωοδόχου    χυριεύοντες  Τάφου  άλά- 
στορες  ούτοι  χαταπλουτίζωνται  ^.  Έπηλθεν  ουν  τη  Μαυροδουχαίνη 

^  Κωδ.  πατρ.  έν  Ίεροσολύμοκς,  αριθ.  276,  φ.  ΘΟ.  Κωδ.  Πετρουπ^εως  άρκ^.  250, 
φ.  68.  Το  γράμμα  πιθανώς  έγράφη  ετει  1216-φ,  δια  τήν  έν  αυτω  παραστ^μειουμένην 
λατινιχήν  έχστρατείαν  εις  άπελευθέρωσιν  της  Ιερουσαλήμ.  —  ^^  Ήν  δε  τότε  πατριάρχης 
Ευθύμιος  ό  Β',  ου  6  τάφος  έστιν  έν  Σίνα*  λέγει  δε  ή  έπΙ  του  τάφου  γραφή  τάδε*  «Ένθάδε 
χεΐται  το  σώμα  του  έν  άγίοις  πατρός  ημών  Ευθυμίου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων:  ,ςψλβ' 
μηνι  δεχεμβρίφ  ιγ'  ίνδ.  δ',  έπΙ  του  όσιωτάτου  πατρός  ημών  Μαχαρίου  άρχιεπισχόπου 
του  αγίου  δρους  Σίνα»  [1228].  Βτοροβ  π^τθπιββΤΒίβ  &ρχΗΗ&ΗχρΗΤ&  Πορφκρΰι 
ΥοπθΗΟκ&ΓΟ  Βΐ  0ΗΗ&Η0Εί&  ΗΟΗ&βΤΗρΕ  Βΐ  1850  Γοχγ.  Έν  Πετρουπόλβι  1856,  σ.  246. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  362  — 

έμπόδιον  Λυτά  τε  ταδτα  χαΐ  διάφορα,  χαΐ  άσχαλλούση  δια  τόν 
δρκον  έδυσώπησεν  ήμδς  τά  άναγεγραμμένα  εμπόδια  λδσαι  ταότη 
τόν  δρχον,  δως  δτου  πάντως  ό  των  δλων  τήν  σωτηρίαν  θέλων 
θεός  χαι  τά  κατ'  αυτήν  σωτήρια,  ως  οίδεν  ή  τούτου  μεγάλη  πρό- 
5    νοια,  διοιχονομήσεται. 


Τό  σημ.είω|Λα  το  γεγονός  έπΙ  τ-^  άπό  του  Κωνσταντινουπόλεως  θρόνου  χαταβάσει 
του  χυρου  Δοσ(θέου    χαι  άποχαταστάσει  του  των  Ιεροσολύμων  θρόνου  *. 

ΜηνΙ  σεπτεβρίω  προκαθημένου  του  κραταιού  καΐ  άγιου  ημών 
βασιλέως  2  εΙς  τό  έν  τη  τοποθεσία  του  Αγίου  Ζαχαρίου  θεόφρού- 

10  ρητον  παλάτιον,  συνεδριάζοντος  τω  ένθέω  κράτει  αύτου  του  πα- 
νευτυχεστάτου  σεβαστοκράτορος  και  περιποθήτου  της  αγίας  αυτού 
βασιλείας  κυρου  Ιωάννου  του  Δούκα,  παρισταμένων  του  περιπο- 
θήτου έζαδέλφου  της  αγίας  αυτού  βασιλείας  του  πρωτοστράτορος 
κυρου    Μανουήλ    του    Καμμύτζη,    του    περιποθήτου  γαμβρού  του 

15  ένθέου  κράτους  αυτοΰ,  του  πρωτοπανσεβαστουπερτάτου  κυρου 
Άνδρονίκου  του  Παλαιολόγου,  του  περιποθήτου  εξαδέλφου  της 
αγίας  αύτου  βασιλείας  κυρου  Μανουήλ  του  Αγγέλου,  του  πανσε- 
βάστου  σεβαστού  κυρου  Ιωάννου  του  Κομ^/ηνου  του  υίου  του  πρω- 
τοστράτορος,   του    πανσεβάστου    σεβαστού    κυρου    Άνδρονίκου    του 

20  Κομνηνού,  του  πανσεβάστου  σεβαστού  κυρου  Αλεξίου  του  Κομνη- 
νού και  πανσεβάστου  σεβαστού  καΐ  χαρτουλαρίου  κυρου  Αλεξίου 
του  Καντοστε(φάνου),  του  πανσεβάστου  σεβαστού  κυρου  Κωνσταν- 
τίνου του  Ταούλ,  του  πανσεβάστου  σεβαστού  κυρου  και  οίκείου 
τω  κράτει  καΐ  άγίω  ημών  αυθέντη  και  βασιλεΐ  και  λογοθέτου  του 

25  δρόμου  κυρου  Δημητρίου  του  Τορνίκη,  τοΰ  μεγαλοϋπερόχου  και 
πανοικειοτάτου  τη  αγία  αυτού  βασιλεία  και  παρακοιμωμένου  κυρου 

^  Κώ^ιξ  πατμιαχός  366  (φ.  842β-344),  ου  τήν  περίγραφήν  δρα  παρά  τω  Σαχελ- 
λίωνι  (Πατμ.  Βιβλ.  σ.  163-166).  —  •  *Ισααχίου  τοΰ  *Αγγέλοο.  Περί  της  πράξεως 
ταύτης  Ιδέ  Νιχήταν  Χωνιάτην  σ.  259*  σημείωσαι  δ*  έν  αύτη,  δτί  τήν  έχθρόνισιν  του 
^ο9ΐ%ίθΌ  χατβσχεύασεν  6  *Ισαάχ(ος  δι*  ολίγων  αρχιερέων  χαΐ  πολυαρίθμων  πατριαρχικών 
οφφιχιαλίων,  οιτινες  ούχ  ειχον  διχαίωμα  γνωματεύσεως  έν  συνόδω. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  363  — 

Γεωργίοα  του  Οίναιώτου,  του  πρωτοβδστιαρίτου  της  αγίας  αυτού  βα- 
σιλείας κυρου  Τωμανου,  τών  οικείων  βεστιαριτών  της  αγίας  αύτου 
βασιλείας,  του  πανσεβάστου  σεβαστού  κυρου  Μανουήλ  του  Τα- 
τίκη,  του  πανσεβάστου  σεβαστού  κυρου  Νικολάου  του  Μαλιάση 
καΐ  έτερων.  5 

Μετακλη&έντες    τήν    σήμερον    εις    το    εν    τη    τοποθεσία  του 
*Αγίου  Ζαχαρίου  θεοφρούρητον  παλάτιον  όρισμω  του  κραταιού  και 
άγιου  ημών  βασιλέως,    παρέστημεν    τω    ένθέω  κρατεί  αύτου•  καΐ 
έπεί  εφθασεν  ένωτισθηναι  ή  θεοπρόβλητος  και  θεοστεφής  άγια  βα- 
σιλεία αύτου,  ως  σκάνδαλα  ένεφύησαν  έν  τω  της  εκκλησίας  πλη-    10 
ρώματι  από  του  φθάσαι  μετατεθήναι    τον    άγιώτατον  πατριάρχην 
κυρόν  Δοσίθεον  άπό    του  θρόνου    τών    Ιεροσολύμων    έπι  τόν  της 
Κωνσταντινουπόλεως,  τόν  περί  τούτου    λόγον    έν  τω   μέσω  προέ- 
θετο.  Και  ήθελε  μεν  ή  αγία  αύτου    βασιλεία   λυθηναι    τα  σκάν- 
δαλα καΐ  είρήνην  βαθειαν    έπιβραβευσαι    τη    άγιωτάτη    του  θεού    15 
μεγάλη  εκκλησία*     δτι  δε  δυσχερές    τούτο  έώρα    καΐ    ού    ^αδίως 
άνυόμενον,  ηύδόκησε  το  Ινθεον  κράτος  αύτου  ένδουναι  τη  τών  πολ- 
λών ένστάσει  καΐ  ποιησαι    οικονομίαν    άρίστην,    δι'  ης  λυθήσεται 
και  τα  σκάνδαλα  και  τό   είρηνικόν  παρρησιάσεται    έπί  τε  τη  θείοι 
λογάδι  τών  ίερωτάτων  αρχιερέων  και  έπΙ  τω  της  εκκλησίας  παντι    20 
πληρώματι.  Συνελθό^;των  τοίνυν  τήν  σήμερον  τών  ενδημούντων  ίερω- 
τάτων αρχιερέων,  τών  θεοφιλέστατων  πατριαρχικών  αρχόντων,  και 
άπό    τών    ευλαβέστατων    ιεροδιακόνων    ούκ    ολίγων    τόν  αριθμόν, 
άπεστομάτισεν  ή  αγία  αύτου    βασιλεία    ταύτα•    ως  ή  μεν    έκ  του 
τών  Ιεροσολύμων  θρόνου    είς    τόν    της    Κωνσταντινουπόλεως  του    2δ 
κυρου  Δοσιθέου  μετάθεσις  ούκ  άνεξετάστως    ούδ'  άνευ  δοκιμασίας" 
συνοδικής  γέγονεν,    άλλα    και    ακριβώς    έζητάσθη  και  έδοκιμάσθη 
καΐ  γνώμη  και  συναινέσει    της    ίερας    πάσης    καΐ    θείας    συνόδου 
ακολούθως     προηγησαμέναις     λοιπαΐς     έκκλησιαστικαϊς    διαφόροις 
πράζεσιν    έκυρώθη   τε  και  έπράχθη,  καΐ  δσον  έκ  της  έπι  τη  μετά-    30 
θέσει  αύτου  συνοδικής  ασφαλέστατης  πράζεως  ούδεΙς  λόγος  ό  με- 
τακίνησα ι  τούτον  του  τής  Κωνσταντινουπόλεως  θρόνου  δυνάμενος. 
"Οτι  δε  ή  αγία  αύτου    βασιλεία    σκανδαλιζομένους    τινάς  όρα  έπι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  364  — 

τω  κατ'  αυτόν  τοιούτω  πράγματι,  καΐ  ουδέ  αυτή  τη  άγίςί  βασιλδίςί 
αύτου,  άλλ'  ουδέ  αύτω  τω  άγιωτάτφ  πατριάρχη  κυρφ  Δοσιθέω 
άνβκτόν  τουτό  έστι  πάντη,  προϊεμένω  χαΐ  ποίοι  πάντων  έξισταμε- 
νω  δνεχα  της  άγιωτάτης  του  θεού  μεγάλης  εκκλησίας,  ζητεΐ  τις 
5  δν  δτερος  οΙκονομίας  τρόπος  έπι  τω  τοιούτω  πατριάρχη  γενήσε- 
ται.  ΚαΙ  έπύθετο  έκαστου  των  παρουσιασάντων  Ιερωτάτων  αρχιε- 
ρέων περί  τούτου  αυτού*  οι  δε  άπεκρίναντο  ταύτα. 

Ό  Καισαρείας  εΤπεν,    ως    οφείλει    ύποστρέψαι  κανονικώς  ε?ς 
τήν  προτέραν  αύτου  έκκλησίαν. — Ό  'Εφέσου  εΤπεν,  ως  "ου  δύνα- 

10  μαι  έναντιωθηναι  τη  προτέρ<3ΐ  μου  συναινέσει,  κατά  τόν  κγ'  κανόνα 
της  έν  Καρ&αγένη  συνόδου". — Ό  Ήρακλείας  εΤπε  στοιχεΐν  τη 
γνώμη  του  'Εφέσου'  ει  δ'  ίσως  τις  αίτίαμά  τι  εισάγει  κατά  του 
άγιωτάτου  πατριάρχου  κυρου  Δοσιθέου,  κανονικώς  τηρηθείτω. — 
Ό  Σάρδεων  τά  αυτά  εΤπεν. — Ό  Χαλκηδόνος  εΤπεν,  δτι  ''έπεΙ  ή 

15  αγία  βασιλεία  αύτου  προμηθουμένη  του  άσκανδαλίστου  της  εκκλη- 
σίας και  του  ένωθηναι  τά  μέλη  και  μέρη  του  Χριστοί5  και  εις 
μίαν  κοινωνίαν  έλθεΓν  έθέλει  λαβεΤν  άφ'  ημών  γνώμην  8  τί  Τϋοτε 
γενήσεται  έπΙ  τω  άγιωτάτω  πατριάρχη  κυρώ  Δοσιθέω,  έκστάντι 
του  θρόνου    της    Κωνσταντινουπόλεως,    λέγω    δτι  βοηθείται  άπό 

20  τών  κανόνων  είς  το  άπελθεΐν  εΙς  τήν  λαχουσαν  αυτόν,  εις  ήν 
έχειροτονήθη  κανονικώς  καΐ  οφείλει  άπ'  εντεύθεν  άποκαταστη- 
ναι". — Ό  Σίδης  εΤπεν,  ου  δύναται  τη  προγεγονυίβι  γνώμη  έπΙ  τη 
μεταθέσει  έναντιωθηναι,  εΐ  μή  πω  τά  κατ'  αυτού  λεγόμενα  αίτιά- 
ματα  έλεγχθώσιν. — Ό  Τυάνων  είπε  τά  αυτά  τω  Σίδης. — Ό  Νεο- 

25  καισαρείας  είπε  τά  αυτά  τω  Χαλκηδόνος.  —  Ό  Ναζιανζού  τά 
αυτά. — Ό  Παροναζίας  '^έξεχόμενος  της  γνώμης  του  Χαλκηδόνος 
λέγω*  οφείλει  άποκαταστηναι  ό  κυρ  Δοσίθεος  εις  ην  έχειροτονήθη 
έκκλησίαν". — Ό  Μεσηνής  εΤπεν  '^έπεί  ευρίσκω  δυο  κανόνας 
διαφερομένους  άλλήλοις,  στοιχώ  τω  φιλανθρωποτέρω  ". — Ό'Άπρω 

30  εΤπεν,  ως  *'έπεΙ  ό  κραταιός  και  άγιος  ημών  βασιλεύς  ως  βυθός 
σοφίας  καΐ  φρονήσεως  σπεύδει  τήν  έκκλησίαν  ένώσαι  και  λυσαι 
το  άναφυέν  σκάνδαλον  καΐ  ήρώτησέ  με  ττερί  του  πατριάρχου  κυρ 
Δοσιθέου,   εί  δεΓ  έκστάντα    του    της    Κωνσταντινουπόλεως  θρόνου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  365  — 

άποχατασταθήναι  βίς  ήν  έχβφοτονήθη  χοινονιχως  έκχλησίαν,  με- 
μνημένος  των  χανένων  των  διοριζομένων  ρητώς  άποχαθίστασθαι 
τους  μετατιθεμένους  ε!ς  τάς  έαυτων  έχχλησ(ας,  λέγω  όφείλειν  αάί 
αυτόν  άποχαταστηναι".— Ό  Άρχαδιουπόλεως  εΤπεν,  ως  **  διαφό- 
ρων δντων  χανόνων  των  τήν  μετάθεσιν  χωλυόντων,  ούχ  Ιχω  έχ  5 
του  προχείρου  άχριβώς  τι  ειπείν  δμως  δ'  ουν  λέγω,  δτι  τό  φι- 
λανθρωπότερον  άγιώτερον,  τό  άποχαταστηναι  δηλονότι  εΙς  ήν  έχει- 
ροτονήθη  έχχλησίαν".  —  Ό  Φρυσάλων  εΤπε  στοιχεΐν  τη  γνώμη 
του  Χαλκηδόνος. — Ό  Ματράχων  τα  αυτά  τω  "Απρω. — Ό  Γαρ- 
διχίου  εΤτυε  στοιχεΐν  τη  γνώμη  του  Μεσηνης. — Ό  Δοπαδίου  εΤπε  10 
στοιχεΤν  τη  γνώμη  του  Χαλχηδόνος. 

Ό  μέγας  οίχονόμος  εΓπε  στοιχεΐν  τη  γνώμη  του  Χαλκηδό- 
νος.— Όχαρτοφύλαξ  είπε*  "καλόν  ήν  μή  έλθεΐν  τό  σκάνδαλον 
έπεί  δέ  του  σκανδάλου  έλθόντος  6  κραταιός  καΐ  άγιος  ημών  βα- 
σιλεύς προμηθούμενος  της  ενώσεως  της  εκκλησίας  έθέλει  λυσαι  ΐδ 
τα  σκάνδαλα  καΐ  βοηθεΓται  ό  άγιώτατος  πατριάρχης  άπό  της  πε- 
ριλήψεως τών  κανόνων  άποκαταστηναι  εις  ην  πρότερον  κανονικώς 
έχειροτονήθη  έκκλησίαν,  λέγω,  ως  οφείλει  τούτο  άπ'  εντεύθεν 
γενέσθαι". — Ό  μέγας  σακελλάριος  εΤπε  στοιχεΐν  τη  γνώμη 
του  χαρτοφύλακος.  — Ό  μέγας  σκευοφυλαξ  εΐπεν,  ως  " ου  προς  20 
ημών  δλως  έστΙ  τό  διδόναι  γνώμην  έπΙ  τοιαΐσδε  μεγάλαις  υποθέσε- 
σιν,  άλλ'  δπεσθαι  τη  συνόδω*  έπεΙ  δέ  συγκαταβάσει  φιλανθρώπω  χρω- 
μένου  του  κρατίστου  καΐ  αγίου  ημών  αύτοκράτορος  έρωτώμαι  καΐ 
αυτός,  λέγω,  ώς  καλόν  μεν  ήν  μή  έμπεσεΐν  οίονδηποτουν  σκάν- 
δαλον έπεΙ  δέ  καΐ  συνέπεσε,  λέγω•  οφείλει  άποκαταστηναι  άπ'  25 
εντεύθεν  εις  ήν  πρότερον  έπεκηρύχθη  άρχιερευς".  —  Ό  σακελ- 
λ  ί  ο  υ  τά  αυτά  τω  χαρτοφύλακι,  ωσαύτως  και  6  π  ρ  ω  τ  έ  κ  δ  ι  κ  ο  ς. — 
Ό  πρωτονοτάριος  εΤπεν,  ώς  " έπεΙ  άπό  άλλης  εκκλησίας  με- 
τατεθείς εις  έτέραν  υπό  τών  θείων  και  ιερών  κανόνων  καταναγ- 
κάζεται υποστρέψαι  εις  ήν  πρότερον  έκκλησίαν  έπεκηρύχθη,  λέγω  30 
8τι  δικαιούται  άπ'  εντεύθεν  εις  τήν  προτέραν  αύτου  έκκλησίαν". — 
Ό  κανστρίσιος  εΤπεν  ^'έπβιδήπερ  έ8  ευλόγου  αίτίας  ή  με- 
τάθεσις  ουκ  Ιχει  τό  βεβηκός,    λέγω    τόν    μή    έκ  σπουδής  αύτου, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  366  — 

άλλ'  έζ  οίχονομιας  βασ(λιχτ}ς  χαΐ  σονοδιχης  έξ  Ιεροσολύμων  ε[ς 
τόν  της  Κωνσταντινουπόλδως  θρόνον  μετατεθέντα,  βοηθεΤσθαι  υπό 
των  χανόνων  άποκαταστηναε  άπ'  εντεύθεν  εις  την  έξ  άρχης  λαχοΰ- 
σαν  αυτόν '\  — Ό  λογοθέτης  εΤπεν  '' έπεί  ό  βασιλεύς  ό  δγιος 
5  φροντίζει  του  άσκανδαλίστου  της  εκκλησίας  και  έρωτα  είδυΓα 
άποκαταστηναι  τόν  άγιώτατον  πατριάρχην,  λέγω  δτι  οφείλει  άπο- 
καταστηναι,  από  των  θείων  καΐ  ιερών  κανόνων  εΙς  τούτο  βοη- 
θούμενος ".  — Ό  ύπομνηματογράφος  εΤπεν  '* έττει  πάντες  λέ- 
γουσιν  όφείλειν  άποκαταστηναι  τόν  άγιώτατον    πατριάρχην    εις  ην 

10  πρότερον  έπεκηρύχθη  έκκλησίαν,  λέγω  και  αυτός  άναγκαΐόν  έστι 
τούτο  γενέσθαι". — Ό  ίερομνήμων  είπε  "και  αυτός  μέμνημαι 
των  θείων  καΐ  ίερών  κανόνων  των  άποκαθιστώντων  εις  τήν  προ- 
τέραν  έκκλησίαν  τόν  εκ  ταύτης  εις  έτέραν  μετατεθέντα*  και  λέγω 
όφείλειν  και  έπι  τω  κυρω  Δοσιθέω    τοοτο  γενέσθαι". — Ό  ραι- 

15  φερενδάριος  εΤπεν  "έπει  έρωτώμαι  γνωματευσαι  περί  τούτου, 
λέγω  δτι  ό  έξ  Ιεροσολύμων  εΙς  τόν  της  Κωνσταντινουπόλεως 
θρόνον  μετατεθείς  βοηθείται  άπό  των  Ιερών  και  θείων  κανόνων 
άποκαταστηναι  πάλιν  εις  τόν  θρόνον  τών  Ιεροσολύμων". — Ό 
έπι  τών  γονάτων  είπε  στοιχεΤν  τη  γνώμη  του  χαρτοφύλακος. — 

20  Ό  έπι  της  ιεράς  καταστάσεως  εΤπε  στοιχεΤν  τη  Τ^ώμη 
τών  αρχιερέων,  τη  έπΙ  τη  άποκαταστάσει  τών  μετατεθέντων  εις 
τάς  προτέρας  αυτών  εκκλησίας.  —  Όα'  άρχων  τών  εκκλη- 
σιών εΤπε•  '*  λέγω  εχειν  βοήθειαν  άπό  τών  κανόνων  τόν  μετατε- 
θέντα  άποκαταστηναι  εις  ί^ν  πρότερον  έχεφοτονήθη  κανονικώς". — 

25  Ό  β'  άρχων  τών  εκκλησιών  τα  αυτά  τω  πρώτω  αρχοντι 
τών  εκκλησιών. — Ό  έπΙ  τών  κρίσεων  εΤπεν,  ως  οφείλει  άπο- 
καταστηναι ό  άγιώτατος  πατριάρχης  είς  την  προτέραν  αύτου  έκ- 
κλησίαν.— Ό  έπι  τών  δεήσεων  εΤπεν  "ημείς  μέν  γνωμοδο- 
τεΤν  ουκ  όφείλομεν*    έπει    δε    ώρίσθημεν    παρά  του  κραταιού  και 

30  αγίου  ημών  βασιλέως  τούτο  ποιήσαι,  λέγω,  ως  οφείλει  άποκατα- 
στηναι εις  ήν  έζ  άρχης  έχειροτονηθη  έκκλησίαν". — Ό  διδά- 
σκαλος του  μακαρίου  αποστόλου  μεμνημένος  λέγοντος  "πάντα 
δοκιμάζοντες  τό  καλόν  κατέχετε",    καΐ  ακριβώς  είδώς  ως  ό  χρα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  367  — 

ταώς  καΐ  άγιος  ημών  βασιλεύς  εις  τήν  περί  του  προκειμένου  ζη- 
τήματος δοχιμασίαν  τό  καλόν  εκλέγεται,  ως  καΐ  θεόσοφος  καΐ 
θεόλεκτος  και  θεόστεπτος,  λέγω,  ως  ουδέν  έστι  τό  κωλύον  άπο- 
καταστηναι  αυτόν  εις  ην  εσχεν  έκκλησίαν. — Ό  α'  δρχων  των 
μοναστηριών  εΤπεν  '^έπει  θεόθεν  έκινήθη  ό  κραταιός  και  5 
ίίγιος  ημών  βασιλεύς  εις  τό  περιελεΐν  τό  συμβάν  εις  τό  της  εκ- 
κλησίας πλήρωμα  σκάνδαλον,  καΐ  έζήτησε  ποία  οφείλει  γενέσθαι 
οικονομία  έπΙ  τω  άγιωτάτω  πατριάρχη  κυρω  Δοσιθέω,  λέγω,  8τι 
οφείλει  άποκαταστήναι  κανονικώς  εις  ήν  πρότερον  έκκλησίαν  κεχει- 
τόνητο". — Ό  γ'  άρχων  τών  εκκλησιών  εΐπεν,  ως  "εΐ  10 
έφεΐται  τοΤς  διακόνοις  γνωμοδοτειν  έπι  τοιαύταις  ύποθέσεσιν,  έπο- 
μαι τ-ξ  γνώμη  του  χαρτοφύλακος. " — Ό  δρχων  τών  περατι- 
κών  μοναστηριών  εΤπεν  δπεσθαι  τη  γνώμη  του  χαρτοφυλα- 
κος. — Ό  β'  άρχων  τών  μοναστηρίων  "ουκ  οφείλω",  είπε, 
"γνωμοδοτειν  έπεί  δε  έρωτώμαι  παρά  του  κραταιού  καΐ  αγίου  15 
ημών  βασιλέως,  λέγω,  δτι  έπεί  διορθουται  ή  έπΙ  τω  πατριάρχη 
κυρω  Δοσιθέω  γεγονυΤα  εξ  Ιεροσολύμων  εις  Κωνσταντινούπολιν 
μετάθεσις,  βοηθείται  από  τών  ιερών  κανόνων  άποκαταστήναι  εις 
ήν  πρότερον  έκκλησίοτ;  κεχειροτόνηται ". 

Τούτων  ούτω  γνωμοδοτηθέντων  παρά  τών  άναγεγραμμένων  20 
ίερωτάτων  αρχιερέων  και  των  θεοφιλέστατων  πατριαρχικών  αρ- 
χόντων, ώρίσθη  παρά  του  κραταιού  και  αγίου  ημών  βασιλέως  ό 
μεγαλεπιφανέστατος  κόμ(ης)  πριμμικ(ή)ρ(ιος)  τών  Βαρδαρειωτών  κυρ 
Ιωάννης  ό  Ταράνης  άπελθεΐν  και  ένωθήναι  τω  πανσεβάστω  σε- 
βαστώ οίκειοτάτω  τω  κράτα ιώ  και  άγίω  ημών  βασιλεΐ,  προκαθη-  25 
μένω  τών  έν  τω  θεοφρουρήτω  παλατίω  τών  Βλαχερνών  φυλασ- 
σόντων  πριμμικηρίων  και  στρατιωτών  κυρω  Άνδρονίκω  τω  Το- 
γερίω,  και  συνάμα  αύτώ  τον  μεν  άγιώτατον  καΐ  οίκουμενικόν  πα- 
τρκίρχην  κυρόν  Δοσίθεον,  ως  άποκαταστάντα  έπι  τω  θρόνω  τών 
Ιεροσολύμων,  έγκαταστησαι  τη  καθέδρα  τών  Στείρου  ^,  οίκονομήσαι    30 

*  Ενταύθα,  φαίνεται,  τήν  εδραν  εΐχον  οί  τών  Ίεροσολυμιων  πατριάρχαι  μετά  τήν 
λατινιχήν  χατάχτησιν  της  αγίας  πόλεως  χαΐ  τήν  άνάχτησΓν  αυτής  υπό  Σαλαδίνου.  *Ην 
δε  τα  Στείροο   τόπος    έν  Βοζαντίφ,    έν  ψ  ναός  υπήρχε    τών   Αρχαγγέλων, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  368  — 


δέ  έχβΐθεν  ύποχωρησαι    τον   άγιώτβτον  πατριάρχην  Ίεροσολΰμων 
χδρ  Μάρχον  τ^ν  Καταφλωρον  ^. 


3. 

Ή  παραίτηβις    του  χορού  Δοσιθέοο  ή  έπ(  τε  τω  θρ6νφ    Κωνσταντινουπόλεως 
χαι  τφ  των  Ιεροσολύμων  γεγονυΤα  ■. 

5  "Οπως  μεν  άρρήτοις  χρίμαοι  καΐ  λόγοίς  θβοδ  εις  τον  άρχιε- 

ρατιχόν  θρόνον  των  Ιεροσολύμων  άνηχθην  παρά  του  χρατίστου  καΐ 
ίσαγγέλοο  μου  αγίου  βασιλέως,  έσύ(7τερον  δέ  αυθκς  μετά  τό  χατα- 
σχεθηναι  την  Ιερουσαλήμ  υπο  των  Άγαρηνών  '  μετετέθην  εΙς  τον 
άρχιερατιχόν  της  Κωνσταντινουπόλεως  θρόνον  χαί  αμφισβητήσεως 

10  περί  τούτου  γενομένης  προς  μικρόν  της  τούτου  προστασίας  έσχό- 
λασα  *,  υπό  κατεξέτασιν  δέ  αύθις    πεσόντος    του  πράγματος  δέον 

*  Νιχ.  Κάλλιστος  (Μί^ρίΐβ  147,  σ.  507).  «Του  δ'  εξ  Αγγέλων  Ίσααχίου  τον 
της  βασιλείας  πρυτανεύοντος  θρόνον,  ό  Ιεροσολύμων  Δοσίθεος  εις  τον  της  Κωνσταν- 
τίνου θρόνον  μετάγεταΐ'  έχεΐσε  δέ  Μάρχος  ό  χατά  Φλώρον  προάγεται».  Καταφλωρον 
έπωνόμαζον  χαι  τον  πολύν  Εύστάθιον  τον  Θεσσαλονίχης,  ως  δείχνυσιν  ή  επιγραφή  λό- 
γου τινός  αύτοΰ  νεωστί  τύποις  εχδοθέντος  υπό  του  πολυμαθεστάτου  "^ν.  Κβ^^βΐ,  Εοηΐ68 
Γβηιιη  1)7ζ&η(ιιΐΑΓαιη.  Ρβίτοροΐί  1892,  τ.  Ι,  σ.  92.— '  Κωδ.  Πάτμου  366,  φ.  844.— 
•  Έτει  1187-φ,  2  όχτωβρίου.  Ή  άνάβασις  ουν  του  ΔοσΛέου  εΙς  τον  πατριαρχιχόν 
θρόνον  των  Ιεροσολύμων  εγένετο  πιθανώς  ετει  118β-ω.  —  *  Πρβλ.  Νιχηφ.  Κάλλιστον 
εν  τη  διηγήσει  περί  των  έπισχόπων  Βυζαντίου  (Μΐ^β  τ.  147,  σ.  464)'  «ΔοσΙθεος 
ό  από  Ιεροσολύμων  ημέρας  θ'  χαι  χατεβιβάσθη  ευθύς  δια  το  μέσον  των  αρχιερέων 
χαι  των  χληριχών  έπι  του  αύτοΰ  'Ισααχίου  χαι  ανάγεται  Λεόντιος  ό  λεγόμενος  θεοτο- 
χίτης»  χτλ.  Ούτος  έπατριάρχησε  μήνας  επτά  χατά  τήν  αυτήν  διήγησιν,  δ  έστι  τοσού- 
τον χρόνον  δσον  χαι  Δοσίθεος  έσχόλαζεν,  ως  αυτός  ομολογεί.  Και  πάλιν  6  Νιχηφόρος 
(Μί^β  147,  σ.  507)  λέγει•  «Είτα  πάλιν  Δοσίθεος  τήν  Κωνσταντίνου  λιπών  εΙς  τόν 
της  Αιλίας  θρόνον  έπάνεισι,  του  χατά  Φλώρον  έχεΐθεν  παρά  πάσαν  δίχην  απελαθέντος* 
ες  ύστερον  δέ  χαι  άμφω  τους  θρόνους  της  τ*  Αιλίας  χαι  Κωνσταντίνου  παρ^τεΐτο 
Δοσίθεος  χαι  χαθ*  αυτόν  γενόμενος  έτελεότα».  Κιχήτας  Χωνιάτης  σ.  260.  «Ούχοί)ν 
επιβάτης  έχχλησίας  αλλότριας  άχούει  Δοσίθεος  χαι  άναλυομένην  εσχε  τήν  δευτέραν 
τιμήν  χαι  τοΟ  θρόνου  χατάγεται'  τήν  δ*  ήτταν  μή  φέρειν  έχων  ό  βασιλεύς  άναμαχό- 
μενος  ην  χαι  παντοίως  σπεύδων  Ισχόειν  τήν  χυρωθεϊσαν  μετάθεσιν,  χαι  μετά  βραχύν 
τίνα  χρόνον  άναλύσας  τά  επιγενόμενα,  αύθις  έστήριξε  τόν  Δοσίθεον,  δτε  χαι  διά  των 
πελεχοφόρων  αύτοΰ  δορυφόρων  χαι  τών  τοΰ  παλατιού  έχχρίτων  προύπεμψεν  αυτόν  εΙς 
το  μέγιστον  τέμενος  (την  Άγίαν  Σοφίαν),  δεδιώς  μή  τό  πλήθος  νεωτερίσειεν•  ην  γάρ 
διά    μίσους    απασιν    ως  φιλόθρονος    6  ^ο^Ί^ζος  χαι  τό  τοΰ  χρατοΰντος  έπι  μή  χαιρίοις 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  369  — 

εδοξε  τοις  εΐζ  την  μεγαλόπόλιν  ένδημουσιν  άρχιερεΰσιν  έπΙ  τόν 
αυτόν  και  αύθις  της  Κωνίπαντινουπόλεως  θρόνον  τηνιχαυτα  άνα- 
|3ι^3α(ΐθηναί  με,  ούδενΐ  των  απάντων  ήγνόηται,  τ&ν  συνενεχθέντων 
κοιντ]  σχέψει  και  γνώμτ]  των  ειρημένων  αρχιερέων  δηλοποιηθέντων 
εγγράφως  καΐ  εις  έττήκοί^ν  τω  της  εκκλησίας  παντι  πληρώματι  5 
προτε&έντων  καΐ  οδτω  δοκιμασθέντο>ν,  άφ'  ου  δη  και  εις  δεΰρο 
καιρού  συνέκόινώνουν  μοι  ούτοι  πάντες  και  της  συν  έμοι  κοινω- 
νίας ουκ  άπέσχίζοντο.  Έπει  δε  νυν  ουκ  ο7δ'  δπως  άλλως  μετα- 
πεσόντος  του  πράγματος  και  ούτοι  ετέρας  γνώμης  γεγόνασι,  καΐ 
δ  πρ(5τερον  καλόν  έδόκει  αύτοΓς  ές  υστεροβουλίας  άκυρουντες  υπο-  10 
(ϊτρέψαι  με  πάλιν  εις  τόν  των  Ιεροσολύμων  θρόνον  κανονικώς — 
ως  φασιν — έγνωμάτευσαν,  κάν  τίνες  έζ  αυτών  τη  κοινή  και  πρότερα 
ψήφω  πάντων  ένέμενον,  και  μέντοι  διαγνώσει  τε  δμα  των 
δηλωθέντων  αρχιερέων  και  κελεύσει  βασιλική  ε[ς  τόν  τών  Ιερο- 
σολύμων άποκατέστην  θρόνον,  ώς  εΐρηται,  ήμεΐς  άρχηθεν  καθ'  15 
εαυτούς  αιρετισάμενοι  ζην  και  την  φιλονεικίαν  Οέλοντες  περιελεΐν 
τών  οίΐτω  με  διαμερισαμένων^  τών  μέν  έπιστηριζόντων  με  κατά 
την  προτέραν  ψήφον  τω  πατριαρχικώ  της  Κωνσταντινουπόλεως 
θρόνω,  τών  δε  έπανακυκλούντων  με  εις  τόν  τών  Ιεροσολύμων 
θρόνον,  και  άλλως  δε  εργοις  αύτοΐς  παραστησαι  βουλόμενοι,  ώς  20 
ουδέ  μιας  δόςης  ή  θρόνου  τινός  άντεποιούμεθα,  νυν  δε  πρότερον 
έαυτοΤς  τε  τό  της  ησυχίας  άγαι)όν  πραγματεύσασθαι  και  αύθις 
ηρετισάμεθα  και  τό  άπερισπάστως  υπερεύχεσδαι  του  θεοστεφους 
και  αγίου  μου  αύτοκράτορος,  και  αύτώ  δε  τω  της  εκκλησίας  πλη- 
ρώματι τό  είρηναϊον  και  άστασίαστον  περιποιήσασθαί'  και  παραι-  2δ 
τουμαι  τοαποτουδε  καθαρώς  και  άπεριέργως  και  αμφότερους  τους 
θρόνους,  τόν  τε  της  Κωνσταντινουπόλεως  δηλαδή  και  τόν  τών 
Ίεροαο}ώ[»,ωΊ,    έπευχόμενος    πρό    πάντων    μέν    τω  κρατίστω  μου 

-ράγριοίσιν  ένστβτίκόν  τε  •χοκ  ςρίλοίυτον  ούτε  έζ^νΕτόν».  Εντεύθεν  δήλον  οτι  ΔοσίΗεος 
έσχόλαζε  πρώην  ων  πατριάρχης  Κ/πόλεως  και  ούχ  Ιεροσολύμων,  ώς  φησι  Νικηφόρος• 
άϊτλώς  δε  μόνον  έχήρευεν  ό  θρόνος  πατριάρχου  βροχυν  χρόνον,  αχρις  ου  οί  διαφερόμενοι 
άρχίερβΤς  έξετάσοίντες  το  πράγμα  κοτ/ονικώς  ώμονόησα*/,  ώς  εμφαίνει  τό  παραιτήσεο^ς 
ανωτέρω  γράμμα*  ο  δέ  λέγει  Νικηφόρος,  οτι  διάδοχος  αυτού  Λεόντιος  έγένετο,  σφάλμα 
φανερόν  έστι  δια  της  διηγήσεως  Νικήτα  του  Χωνιάτοο. 

24 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  370  — 

βασιλεΤ  και  θεοστεφεΤ  ημών  αύτοχράτορι  ταχεΐαν  νι'κην  κατά 
πάντων  των  εναντίων  έχθρων  τοδ  χριστωνύμοο  πληρώματος,  επε^τα 
τοις  ίερωτάτοις  συναδελφοΐς  καΐ  συλλειτουργοΤς  πάντα  τα  εκ  της 
άνωθεν  άρωγης  σωτήρια,  καΐ  παντί  δε  τω  της  εκκλησίας  πλη- 
5  ρώματι,  ναΙ  μήν  αλλά  και  παντι  τω  πολίτεύματι  την  άτάραχον 
και  είρηναίαν  κατάστασιν,  δνευ  των  ίσως  βλασφημησάντων  μη 
εΤναί  με  όρθόδοξον  τούτοις  γάρ  μή  συγχωρήσαι  θεός  μηδ'  έν 
τω  νυν  αιώνι,  μηδ'  έν  τω  μέλλοντι.  Παρακαλουμεν  δε  και  της 
έξ  αυτών  αμνηστίας  τυχεΤν  τών  έφ'  οΤς  ίσως  φορτικοί  τισιν  έλο- 
10  γίσθημεν  και  ευχόμεθα  ίτζρο-^  άνθ'  ημών  άντεισαχθήναι  τούτοις 
ποιμένα,  τον  κοινώς  τοις  πασιν  άρέσοντα*  έπί  τούτω  γάρ  και  τήν 
παρουσαν  εγγραφον  παραίτησιν  έζεθέμεθα,  πιστωσάμενοι  ταυτην 
τη  ημετέρα  υπογραφή  μηνι  σετυτεβρίω  ι',  ημέρα  γ',  Ινδικτιόνος  ι' 
έτους  ,ςψ'(1191). 

Έ  ϋΤΓογραφή. 

15  Δοσίθεος    ελέω  θεού  6  πρώην  αρχιεπίσκοπος  Κωνσταντινου- 

πόλεως,  Νέας   Τώμης. 


Τό  έτερον  σημι.είω|Αα  της  ενώσεως  τών  άττοσχι Μέντων  αρχιερέων  έπι  τω  του  αγίου 
Δοαιθέου  χαταβίβασμιώ  τω  από  του  θρόνου  της  Κωνσταντινουπόλεως  *. 

Μηνι  σεπτεβρίω  ιγ',  ημέρα  γ',  ίνδικτιόνος  ι',  παρου(σιαζο- 
20  μένων)  τών  θεοφιλέστατων  πατριαρχικών  αρχόντων,  του  πρωτο- 
νοτάριου κυρου  Ιωάννου  του  Καματηρου,  του  κανστρισίου  κυρου 
Ιωάννου  του  Χρύσανθου,  του  λογο&έτου  κυρου  Ιωάννου  του  Χω- 
ματηνου,  του  ύπομνηματογράφου  κυρου  Κωνσταντίνου  του  Σπα- 
θαρίου,  του  ίερομνήμονος  κυρου  Στεφάνου  του  Σκουταριώτου,  του 
25  ραιφερενδαρίου  κυρου  Νικολάου  (?)  του  Βαβουσκωμίτου,  κυρου 
Νικολάου  (?)  του  Μανικαιτου,  κυρου  Θεοδώρου  του  Ειρηνικού, 
κυρου  Ευθυμίου  του  Τορνίκη  και  έτερων. 

Του  παναγιωτάτου  ημών  δεσπότου  και  οίκουμεν  ικου  πατριάρ- 

1  Κώδ,  Πατμ..  366,  φ.  344. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-371  — 

χοο  μέλλοντος  την  σήμερον  τω  της  ίερωσύνης  χρίσθηναι  χρί- 
σματ^  ^,  συνήλθον  πάντες  οΐ  ίερώτατοι  αρχιερείς•  και  έπεί  εφθα- 
σεν  αμφιβολία  τις  έμπεσεΤν  έπΙ  ταϊς  έγχειμέναις  γνώμαις  τίον 
ίερωτάτων  αρχιερέων  έν  τω  κατά  την  γ'  του  παρόντος  μηνός 
γεγονότι  σημειώματι  ενώπιον  του  κραταιού  καΐ  αγίου  ημών  βασι-  δ 
λέως,  προκαθημένου  έν  τω  κατά  την  τοποθεσίαν  του  Αγίου  Ζα- 
χαρίου  θεοφρουρήτω  παλατίω^  ήρωτήΟησαν  τήν  σήμερον  ενώπιον 
του  παναγιωτάτου  ημών  δεσπότου  και  οίκουμενικοΰ  πατριάρχου 
καΐ  της  ενδημούσης  των  αρχιερέων  Εερας  όμηγυρεως  8πως  εχουσι 
σήμερον  γνώμης•  καΐ  εΤπον,  ως  *'  άρκεΤ  μεν  ήμΐν  εΙς  παράστασιν  ίο 
του  εΙς  μίαν  όμόνοιαν  πάντας  έλθεΐν  και  όμογνωμοσυνην  το  έρω- 
τηθέντας  παρά  του  κραταιού  καΐ  αγίου  ημών  βασιλέως  περί  του 
μέλλοντος  γενέσθαι  πατριάρχου  παρά  της  αγίας  βασιλείας  αύτου 
γνωμοδοτησαι  ψήφον  ποιησαι  κατά  το  σύνηθες•  έπεΙ  δε  και  σήμερον 
έρωτώμεθα,  λέγομεν  δτι  τξ  χάριτι  του  θεού  πάντες  §ν  έσμεν  και  της  15 
αυτής  καΐ  μιας  έξεχόμεθα  γνώμης,  εύχαριστήσαντες  τω  κραταιω  και 
άγίω  ημών  βασιλεΤ  και  άποδεξάμενοι  τήν  παρά  του  ένθέου  τίράτοος 
αύτου  γενόμένην  προχείρησιν.  Και  ήδη  κατά  τήν  σήμερον  ίερουργου- 
μεν  μετά  του  άγιωτάτου  ημών  δεσπότου  και  οικουμενικού  πατριάρ- 
χου, μή  τίνος  άμ-^ιβολίας  ύπούσης ".  "^Ησαν  δε  και  οι  συνελθόντες  20 
τήν  σήμερον  ίερώτατοι  αρχιερείς  ούτοι*  ό  Καισαρείας,  ό  Εφέσου, 
ό  Ηράκλειας,  ό  Χαλκηδόνος,  ό  Σίδης,  ό  Τυάνων,  ό  Γαγγρών,  ό 
Νεοκαισαρείας,  ό  Ναυπάκτου,  ό  Παροναξίας,  ό  Ναζιανζού,  ό  Με- 
σημβρίας, ό  *Απρω,  6  Ηρακλέους,  ό  Φυρσάλων  και  ό  Γαρδικίου. 
Ταύτα  παρεκβληθέντα  και  συνήθως  πιστωθέντα  έπεδόθη  μηνΐ  και  25 
ινδικτιόνι  τοΐς  προγεγραμμένοις,   έτους  ^ς^ψν  (1191). 


('Γποσχετιχόν    'Ιωαχειμ.    πατριάρχου    Αλεξανδρείας    προ;  τον  Ιεροσολύμων  Γερμανόν 
περί  των  ένοριαχών  αύτου  βιχαίων)  '. 

ΈπεΙ    ό    άγιώτατος    δεσπότης    ό    πατριάρχης     Ιεροσολύμων, 
αγίας  Σιών,  Συρίας,  Αραβίας   πέραν  Ιορδανού,  Κανά  της  Γαλι-    30 

*  Ούτος  έστι  Γεώργιος  ό  ΞιφιλΤνος.  —  •  Κωδ.    πατρ.  'Ιεροσ.    141,  φ.  11-12.  Δο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


— 372  — 

λαίας  χαΐ  πάσης  Παλαιστίνης,  έν  άγιω  πνεύματι  ποθεινότατος 
αδελφός  της  ημών  μετριότητος  χαΐ  συλλειτουργός,  έζήτησε  καΐ 
ύπ'  έμοδ  γράμμα,  δτι  τό  πατριαρχεΐον  των  Ιεροσολύμων  του 
εχειν  καΐ  πάλιν  τά  άπ'  άρχης  δίκαια  και  προνόμια  αύτοδ  καΐ 
δ  πασαν  τήν  ένορία^>  και  έπαρχίαν,  ί)ν  έταζαν  οι  άοίδιμοι  καΐ  θβο- 
φόροι  πατέρες  οι  προ  ημών  και  οι  άοίδιμοι  και  ευσεβέστατοι  βα- 
σιλείς εκείνοι,  Γάζαν  και  τών  μετ'  αύτης,  Σίνα  καΐ  τών  μετ'  αυτού, 
Κοράκι  και  τών  μετ'  αυτού,  Σουπακίου  και  τών  μετ'  αύτου,  του 
μη  ευρεΐν    εΙς    ταύτα    κώλυμα  ή  τυχουσαν    δυναστείαν.    Και  δΓ 

10  άσφάλειαν  πλείονα  της  κατ  αυτόν  εκκλησίας,  ή  μετριότης  ημών 
ωσάν  ίδιον  και  τήν  έκπαλαι  τάςιν  καΐ  άποκατάστασιν  στέργω  και 
έγώ  τά  εκπαλαι  και  άπ'  άρχης  νενομοθετημένα,  δ  διά  τών  ιερών 
και  θείων  κανόνων  οι  θεοφόροι  πατέρες  διακελευουσι  και  οι  φι- 
λευσεβεΐς    νόμοι    τών  φιλοχρίστων  καΐ  άοιδίμων  βασιλέων  θεσπί- 

1δ  ζουσιν  —  άφ'  ου  καιρού  έτάχθη  και  άπεκατεστάθη  πατριαρχβΤον 
είναι  τά  Ιεροσόλυμα  και  τοις  άλλοις  πατριάρχαις  συντάττεσθαι 
και  συναρι&μεΤσ&αι  τόν  Ιεροσολύμων  αρχιερέα  —  (Ι'να)  κατέχτ^  ό 
νυν  πατριάρχης  Ιεροσολύμων  και  πας  6  μετ'  αυτόν  γενησόμενος 
τήν  έπαρχίαν    πασαν    και    ένορίαν  τήν  άπ'  αρχής  ύττοταχθείσαν, 

20  ην  συνείχον  και  οι  πρό  αυτού  άοίδιμοι  πατριάρχαι,  ώς  ύποκει- 
μένην  τη  κατ'  αυτόν  εκκλησία,  και  εχη  άδειαν  χειροτονεΐν  έν 
αυτή  μητροπολίτας  καΐ  αρχιεπισκόπους  άκωλύτως  παντάπασιν  καΐ 
άνεμποδίστως  ώς  γνήσιος  αυτών  πατριάρχης,  μηδενός  έχοντος 
άδειαν  άφελεΐν  άπ'  αυτής  και  άποσπάσαί  τι  μέρος  άττό  της  χαθό- 

25  λου  επαρχίας  καΐ  ενορίας  τών  Ιεροσολύμων  μη  μέταιρβ  γάρ  φησιν 
δριά  αιώνια,  α  εθεντο  οι  πατέρες  σου.  Ει  δέ  τις  εις  τούτο  άπο- 
νοίας  έλκύσαι  τολμήσειεν  και  τοαοότωΊ  χρόνων  θεσμούς  είς  ουδέν 

σι^έου  Ίεροσολόιχων  ίατορία  περί  της  επισκοπής  του  αγίου  ορούς  ^ινα,  βιβλ.  Β\  χβφ. 
α:  «Πάλιν  δέ  τών  Αλεξανδρινών  χαινοτ  ο  μουντών,  ό  'Ιεροαολυμιων  Γερμανός  έπιδημών 
εις  Κωνσταντινούπολιν  έπι  Διονυσίου  του  από  Νιχομηδείας  γενομένου  Κ/πόλεως  το  ίδιον 
ταχτιχόν  προβαλών  *αι  κοινή  τών  τότε  λοιπών  πατριαρχών  του  τε  Κ/πόΧεως  φημι 
και  Γοΰ  *  Αντιοχείας  τά  Ιδια  δρια  βέβαιοι,  δτε  καΐ  ό  *  Αλεξανδρείας  εδωκβ  γράμμα  τοι- 
ούτον, έπιγραφέν  γράμμα  του  Αλεξανδρείας•  αφ*  ου  δηλοΰται  δτι  απλώς  επισκοπή 
υποκείμενη  τώ  Ιεροσολύμων  έστι  το  Σίνα». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  373  — 

λογίζβσθαι  χαΐ  ζητεΤν  άποσπασαι  μέρος  οιονδήποτε  της  χα&όλοί) 
των  Ιεροσολύμων  έχχλησίας  ή  ενορίας,  ή  μετριότης  ημών  τον 
τοοουτον  άφορισμω  φρικώδει  καΐ  βαρυτάτω  υποβάλλει,  κδν  εν 
όποιωδήποτε  καταλόγω  καΐ  τάξει  καί  σχήματι  είναι  ό  τοιούτος. 
Τούτου  χάριν  άπολέλυται  τω  άγιωτάτω  πατριάρχη  Ιεροσολύμων,  5 
αγίας  Σιών,  Συρίας,  Αραβίας  πέραν  Ιορδανού,  Κανά  της  Γαλι- 
λαίας  και  πάσης  Παλαιστίνης,  έν  άγίω  Πνεύματι  πο&εινοτάτω 
άδελφω  της  ήμων  μετριότητος  καΐ  συλλειτουργώ,  καΐ  τη  κατ'  αυ- 
τόν εκκλησία,  καΐ  ή  παροί5σα  γραφή  τής  ημών  μετριότητος  δι' 
ασφάλεια  ν,  κατά  μήνα  αυγουστον  θ',  έπΙ  έτους  ,ζλη',  ίνδικτιώ-  10 
νος  γ'  [1530]. 

(Έβτι  δέ  εις  αυτό  το  γρά{Λ(ΐ.α  ύποχάτωθεν  το  παρόν  9η(Λειωμιένον). 

Στέργω  και  υπογράφω  καΐ  εγώ  ωσάν  κατά  τήν  άρχαίαν  τάξιν 
και  άποκατάστασιν,  ήν  οί  φιλευσεβεΐς  νόμοι  τών  φιλοχρίστων  και    15 
άοιδίμων  βασιλέων  θεσπίζουσι  και  των   ιερών  καΐ  θείων   κανόνων 
οι  θεοφόροι  πατέρες  διαγορεύουσι.   Λοιπόν  δστις  ού  πεί&εται  τήν 
είρηνικήν    εννομον  θείαν  τής  εκκλησίας  τάςιν,   ήν  ό  κύριος  ημών 
Ίησους  Χριστός  τοΤς  μαθηταΤς  παρέδωκεν  αύτου   και  άποστόλοις• 
δστις  ανατρέπει  την  τάξιν  εΙς  άταξίαν  καΐ  πάντα  συγχέει  καΐ  άτα-    20 
ξίαν    ποιεΤ,    ήτις    και    τά    ουράνια    συνέχει    και  τά  επίγεια,  τον 
Έωσφόρον    μιμούμενος    τόν  έκ  του  ουρανού    πεσόντα    καΐ  σκότος 
λεγόμενον  καΐ  γενόμενον,  δστις  μόνος  ού  πείθεται  ουδέ  ίρχεσθαι 
θέλει,  και  διά  τούτο  τη  άτελευτήτω  κολάσει  παρεδόθη,  ούτως  και 
εκείνος  ό  άνθρωπος,  δς  ού  πείθεται  είς  τά  θεσπίσματα  τά  βασι-    25 
λικά  καΐ  δρια  τών  πατέρων,    έστω  γυμνός  παντός  εκκλησιαστικού 
χαρίσματος    καΐ    ίερωσύνης    καΐ  εξω  τής  εκκλησίας  του  Χρίστου, 
και  αύτου  γυμνός  ευρίσκεται  του  χριστιανικού  ονόματος,    ως  μηδέ 
χριστιανός  ό  τοιούτος  λέγεσθαι,  καΐ  έστω  πάλιν  άφορισμω  φρικώδει 
καΐ  βαρϋτάτφ  καθυποβεβλημένος    υπό  τής  ημών  μετριότητος,  κάν    30 
έν  δποιωδήποτε  καταλόγω  καΐ  τάξει  και  σχήματι  εΐη  ό  τοιούτος, 
καΐ  διά  τούτο  υπέγραψα  τό  παρόν  γράμμα  τω  ^ζν'  ετει  ίνδικτιώ- 
νος  ιε'  (1551-1552). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  374  — 


(Κα)λινίκοϋ  β'  Κωνσταντινουπόλίως,  σιγίλλίον  ττερί  μετοχίοο  των  Σίναϊτών 
εν  Άδριανοϋττόλει)  *. 

Και  τούτο  συν  αλλοος  ανέκαθεν  εξεδόθη  προνόμιον,  κανονικόν 
λόγον  επέχον,  τω  καθ'  ήμας  άποστολ^κω  πατριαρχικω  τε  καΐ 
δ  οίκοϋμενικω  θρόνω  ναούς  δηλαδή  καΐ  ιερά  καταγώγια  πανταχό- 
θεν προσαγόμενα  τη  πατριαρχική  άντιλήψει  φιλανθρώπως  αυτών 
άντιλαμβάνεσθαι  και  διά  πατριαρχικής  προνομίας  και  επισκέψεως 
και  σταυροπηγιακής  άςίας  υπό  την  περίθαλψιν  τάττειν  έκεΓνα 
της  πατριαρχικής  περιωπής  και  μεγαλειότητος,  δι'  ης  πολλών  καΐ 

10  διαφόρων  άπαλλαττόμενα  συμτυτωμάτων  εύρίσκουσιν  είρήνην  και 
ανεσιν  ελευθερία  τε  και  ασυδοσία  κατοχυρούμενα  σώζονται  διά 
παντός  άδιάτττωτα•  δπερ  ου  δίέλειπε  διά  παντός  ένεργούμενον 
τοις  κατά  καιρόν  την  προστασίαν  λαχουσι  του  πατριαρχικού  και 
οικουμενικού    τούτου    θρόνου,    προς    άντίληψιν    και    βοήθειαν    των 

1δ    χρηζόντων  τής  τοιαύτης  κηδεμονίας. 

Ένθεν  τοι  και  τανΰν  προσδραμόντες  τη  καθ'  ήμας  του  Χρί- 
στου μεγάλη  εκκλησία  όσιώτατοι  πατέρες,  οι  από  του  ίερου  και 
σε|3ασμίου  όρους  Σίνα,  ήςίωσαν  ήμας  μετά  πολλής  δεήσεως  καΐ 
μεγάλης  παρακλήσεως    δεχθήναι  υπό  τήν  πατριαρχικήν    πρόνοιαν 

20  καΐ  προστασίαν  τό  μετόχιον  αυτών,  δπερ  εχουσιν  εν  τη  πολιτεία 
τής  Άδριανουπόλεως,  και  τήν  έκκλησίαν  αύτου,  τήν  καλουμένην 
του  άγιου  Ιωάννου  του  'Ορφανου,  και  τοις  πατριαρχικοΐς  και 
σταυροπηγιακοΓς  καταγωγίοις  συντάξαι  καΐ  ελευθερίας  και  ασυδο- 
σίας    αυτήν    άςιώσαι    δι'    αιτίας    ευλογοφανείς,   έξ  ων  πιεζόμενοι 

25  "ϊ^ρός  τγ]ν  έκκλησιαστικήν  κατέφυγον  πρόνοιαν,  δπως  διά  τής  σταυ- 
ροπηγιακής δυνάμεως  εχωσι  καλώς  και  άνενοχλήτως  διεξάγεσθαι 
και  φυλάττεσθαι  πάσης  έπηρείας  εκτός•  ήτις  άνενοχλησία  πέφυκε 
φυλάττειν  τά  καλά  καΐ  προς  αυξησιν  και  βελτίωσιν  έπάγειν  τά 
θεώ  και  άνθρώποις  εύάρεστα.     Τούτου    χάριν    τήν  δέησιν  αυτών 

30    μή  παρωσάμενοι,    ως    τήν    ώφέλειαν    και  τό  συμφέρον  ποθουντες 

*  Κώδιξ  πατρ.  Ίεροσ.  276,  φ.  191. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  375  — 

πάντων  των   ίερών  καταγωγίων,   έδεςάμεθα  την  παράκλησίν  αυτών 
φίλαν&ρώπως    καΐ    χατενεύσαμεν    την    εκκλησία^;    ταύτην  και    το 
μετόχιον  αυτό  σταυροπηγιακή  κλήσει  και  δυνάμει  τοΤς   πατριαρχι- 
κοί; καΐ  σταυροπηγιακοί;  καταγωγίοις    συντάξασ&αι    και  τό    έλεύ- 
ί)ερον  και  άσύδοτον    έπιβραβευσαι    αύτω.     Τούτου  χάριν  γράφομεν     δ 
καΐ  άποφαινόμεθα  συνοδικώς  μετά  των  περί  ήμας   ίερωτάτων   αρ- 
χιερέων και  υπερτίμων,   των    έν  άγίω    πνεύματι  αγαπητών    ημών 
αδελφών  και  συλλειτουργών,  Ι'να  ή  διαληφθεΤσα    εκκλησία  —  μεθ' 
ης  και  δλον  το  μετόχιον    τών    Σιναϊτών    πατέρων  —  ήτις  κλησιν 
έσχηκεν,   ως  εϊρηται,   του  άγιου  Ιωάννου,   έπίκεκλημένη  του  Όρ-    10 
φανού,   Ινδον  της  πολιτείας  Άδριανουπόλεως,  ύπάρχη  και  λέγητάι 
άπό  του  νυν  και  εΙς  το  έςης  σταυροπηγιακή  καΐ  πατριαρχική,  μη- 
δενί  τινι  έτέρω  υποκείμενη,   άλλα  μόνω  τω  πατριαρχικώ    καΐ   οί- 
κουμενικώ  θρόνω  και    ύπ'    αύτου    διεξαγόμενη   και   ι^υνομένη,   ως 
και    τά    λοιπά    σταυροπηγιακά,    ελευθέρα    τε    και    αδούλωτος  και    15 
άκαταπάτητος  καΐ  δλως  ασύδοτος,    μηδέν    όφείλουσα  παρέχειν,   ει 
μη   μόνον  τη  καθ'  ήμας  του  Χρίστου  μεγάλη  εκκλησία    καθ'  Ικα- 
στον  έτος     άνά  εν  χρυσουν  φλωρίον    εις    σημεΐον  υποταγής,   κατά 
την     ανέκαθεν    τάςιν     τών      σταυροπηγίων,     μνημονευομένου     έν 
αύτη  του  πατριαρχικού  ονόματος    έν    πάσαις    τοΤς  ίεραΤς  τελεταΐς,    20 
ούδενός  ζγο'^τος  ίδειαν,  ούτε  του  κατά  τόπον  μητροπολίτου,  κατε- 
πεμβαίνειν  του  μζτογίοο  αύτου    και  της   έν  αύτω  εκκλησίας,  πα- 
ρενοχλεΐν  τε  αύτω    καί    καταδυναστεύειν    και  ζητεΐν  λα|3εΐν  δόσιν 
τινά    παρ'  αύτου,    πάντη    ασύδοτου    και    ελευθέρου    καταστά^;τος• 
οι  δε  έν    αύτω    πεμπόμενοι    πατέρες    άπό    του  μοναστηρίου  του    25 
ό'ρους  Σίνα  και  διαιτώμενοι    διάγωσιν  άνενοχλήτως  και  άνεττηρεά- 
στως,  μετ'  ελευθερίας    και    ασυδοσίας,    ειρηνεύοντες    ήσύχως    και 
πολιτευόμενοι    σωφρόνως    καΐ  κοσμίως  και    φυλάττοντες   τά    δρια 
αυτών    μετά    πάσης    της    οφειλομένης  προσοχής,   κατά    την  έπαγ- 
γελίαν  τών  μοναχών,  άττηλλαγμένοι     πάσης     δυναστείας    και    κα-    30 
ταδουλώσεως.  "Ος  δ'  αν  όψέποτε    κινούμενος  έμπαθώς  ή  φιλοτα- 
ράχως  ή  πλεονεκτικώς     ενοχλήσει    τη    εκκλησία  ταύτη,   ήτοι  τω 
μετοχίω  τών  Σιναϊτών  πατέρων,  και   αύτοΐς  τοΤς  έν  αύτω  διαιτω- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  376  — 

μένοις,  και  βουλή δ-ξ  χαταδουλώσαι  αυτούς  ή  άτι^αιτησαι  δόσιν  τινά 
λαβείν  παρ'  αυτών,  ή  διασεΤ^αί  τήν  αταυροπηγιαχήν  ταύτην  φι- 
λοτιμίαν  και  άνατρέψαι  τρΐύτην  και  τάναντια  τών  εν  τω  παρόντι 
γεγραμμένων  διαπράξασ&αι,  οποίας  ών  τάξεως  και  6ποίου  βαθμού 
5  ό  τοιούτος  αφωρισμένος  εϊη  άπο  θεού  και  5(ατηραμένος  και  άλυ- 
τος και  ταΐς  πατρικαΐς  και  συνοδικαΐς  άραΐς  υπόδικος.  "Οδεν  εις 
ενδειξιν  της  του  μετοχίοο  αύτου  σταυροπηγιακής  καταστάσεως 
έπεδό&η  αύτω  και  το  παρόν  πατριαρχικόν  συνοδικόν  εν  ετει 
αχτ^γ-^  (1693). 


10  (Γαβριήλ  γ'  ΚωνσταντινουΓολεως,  συνοδιχόν  σίγίλλιον  ττερι  τών  εν  Παλαιστίνη 

σχολείων   τών  ύπό  Γεωργίου  τοΟ   Καστορ'.ώτου  σοστάντων)  '. 

Γαβριήλ  ελέω   θεού  αρχιεπίσκοπος  ΚωνσταντΓ>ουπόλεως,  Νε'ας 
Τώμης,  και  οικουμενικός  πατριάρχης. 

"Όντως  αποστολικής  ποιμάνσεως  έπάςιον  έργον  καΐ  οικειότατον 

1δ  το  ου  μόνον  διά  λόγου  ευαγγελικής  διδασκαλίας  συνεχώς  διερεθί- 
ζειν  τους  ες  ιδίας  ευγνωμοσύνης  εύήνιον  καΐ  ευπρεπή  τον  τρόπον 
έχοντας  προς  ύπακοήν  τών  θείων  παραινέσεων,  προς  δε  και  ύπα- 
λείφειν  αυτούς  και  διεγείρειν  εις  εντελή  ένέργειαν  τών  αγαθών 
και    ενάρετων    πράξεων,    αλλά    και    τα  αποτελούμενα  θεοφρόνως 

20  ύστερον  παρ'  ευλαβών  ανδρών,  τών  δια  θερμά  νθέντων  ταΤς  τυνευ- 
ματικαις  είσηγήσεσι  τά  τε  όσίως  καρποφορηθέντα,  8σα  έπιρρωνυσεως 
προσδεόμενα  φαίνονται,  συνισταν  όμοΰ  δια  φροντίδος  και  περικρα- 
τύνειν  δση  δυναμις,  μάλιστα  άναγκαίως  τά  μη  εις  μερικήν  και 
ιδίαν,    άλλα    προς  καθόλου  πώς  τίνα  και  κοινήν  λυσιτελουντα  και 

25  άφορώντα  εύεργετικήν  εύποιίαν  καΐ  ώφέλειαν  τά  γάρ  από  αξιω- 
ματικής και  ύπερτελείας  δυνάμεως  υπερασπιζόμενα  τε  και  αντιλαμ- 
βανόμενα, ως  από  στερεμνίου  τινός  τήν  βάσιν  έρειρισμένην  έχοντα, 
εν  μακρά  του  χρόνου  παρατάσει  πάντως  πεί{ώκασι  σωζεσθαι  και 
διηνεκή  πως  κεκτήσθαι  τήν   ιδίαν  διαμονήν  και  τήν  υπαρξιν. 

^  αΚώδηξ   διαφόρων  έττισήριων  εγγράφων»,  φ.  Β4-35. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  377  — 

Επειδή  τοιγαρουν  προσηνέχί^η  ήμΤν  χαΐ  έθεασάμε&α  γράμμα 
πατριαρχικόν  χαΐ  άποφαντικόν  του  μακαριωτάτου  χαΐ  σοφωτάτου 
πατριάρχου  της  άγιας  πόλεως  Ιερουσαλήμ  και  πάσης  Παλαιστίνης 
κυρίου  Δοσιι^έου,  του  έν  άγίφ  πνεύματι  άγαττητου  και  περιποθήτου 
αδελφού  και  συλλείτουργου  της  ημών  μετριότητος,  δπερ  καΐ  έν  5 
τω  ίερω  κώδικι  του  αύτου  πατριαρχικού  και  αποστολικού  θρόνου 
κατεστρώθη  εις  μνήμην  αιώνιον,  διαλαμβάνον  ούτως,  ώς  6  εντι- 
μότατος δρχων  μέγας  κόμισος  άπό  Καστοριάς  κυρ  Γεώργιος,  ό 
ήδη  έν  εύσημω  χρήσει  λυσιτελών  έκεΐσε  περί  τήν  έκλαμπροτάτην 
αύι^εντείαν  της  Ούγγρο^λαχίας,  έμφύτω  αυτού  εύλαβείας  πόθψ  οι-  10 
κοθεν  κεντη&είς  εις  τό  μετά  δικαιοπραξίας  εύαρεστησαι  θεώ,  άτε 
και  υπό  των  θείων  ευαγγελικών  προκατηχημένος  ων  εισηγήσεων 
καΐ  μυστική  έπιπνοίοι  διεγερθεις  του  πνεύματος  ως  εμφρων  οικο- 
νόμος των  ενταύθα  παρερχομένων  και  άςΐέπαινος,  εγνω  διελεϊν 
και  προσενεγκεΐν  τω  Κυρίω  έκ  της  αύτου  περιουσίας  όρθήν  θυ-  ΐδ 
σίας  και  καθαράν  μερίδα,  τον  δίκαιον  *Αβελ  νουνεχώς  |χιμησά• 
μένος,  έφ'  ω  και  αυτός  έν  ήμεροι  επισκοπής  δούλος  δίκαιος  και 
καθαρός  άναφανη  τω  Κυρίω•  καΐ  δή  ές  αύι>αιρέτου  βουλής  αύτου 
και  θελήσεως  έπιμετρήσας  ευμενώς  άφιερώσατο  τω  άγιωτάτω  πα- 
τριαρχικω  θρόνω  τών  Ιεροσολύμων  άσλανία  γερά  δύο  χιλιάδων  20 
και  εξακοσίων  πεντήκοντα  έπΙ  ρητή  προσομιληθείστ(]  συμφωνία 
εις  καταρτισμόν  κοινωφελούς  και  θεαρέστου  έργου  αυξησίν  τίνα 
κατ'  εύσέβειαν  και  προκοττήν  του  έκεΐσε  χριστωνύμου  πληρώμα- 
τος• ήτις  συμφωνία  εκείνη  τοιούτφ  τρόπφ  συνέστη  παγίως  και 
άμετακινήτοις  άπεπεράνθη  δροις,  ώστε  περί  τών  άφιερωθέντων  25 
εκείνων  δύο  χιλιάδων  καΐ  εξακοσίων  πεντήκοντα  άσλανίων  παρέ- 
χειν  τόν  πατριαρχικόν  τών  Ιεροσολύμων  θρόνον  διάφορον  κατ'  έτος 
άνά  εξ  άσλχ>ία  εκάστη  έχατοντάδι,  συμποσούμενα  εις  άσλανία 
εκατόν  έξήκοντα•  διωρίσδηααν  δε  άκρι[3ολογί(5ΐ  σκέψεως  του  δίδο- 
σθαι  ταύτα  από  του  εΙσοδήματος  του  μετοχίου  του  Αγίου  Τάφου,  30 
δηλονότι  της  εκκλησίας  του  *Αγίου  Γεωργίου  του  κειμένου  κατά 
το  Νεοχώριον  τό  εις  τό  Κατάστενον  της  Προποντίδος•  περί  ων 
άσπρων  κοιν^  γνώμτί]  του  φιλοχρίστου  ρουφετίου  τών  γου^Λχράδων 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  378  — 

τρεΤς  έξ  αυτών  άρχοντες  έκλεγέ^^τες  κατεστάθησαν  του  εΤναι  επι- 
τρόπους καΐ  έπιτηρητάς  του  μακάριου  τούτου  έργου,  έπΙ  τω  φρον- 
τίζειν  μετ'  επιμελείας  άοκνου  και  παραλαμβάνειν  κατ'  έτος,  του- 
τέστιν έν  τη  έορτη  του  αγίου  Γεωργίου  τά  εκατόν  έζήκοντα  εκείνα 
δ  γρόσια  παρά  του  κατά  καιρούς  ηγουμένου  του  μετοχίου*  ατινα 
έξαποσιέλλειν  ασφαλώς  και  ακινδύνως  εΙς  χείρας  του  τήν  πατριαρ- 
χικήν  έπιτροπήν  έπιστατουντος  κατά  τον  "Αγιον  Τάφον.  όφείλον- 
τος  κάκείνου  μετά  το  παραλαβεΤν  τά  άσπρα,  ή  διά  πόλιτζας  τινός, 
εϊτε    δι'  άλλου    πιστού    προσώπου     των     απερχομένων     έντευδεν 

10  έκεισε  χάριν  ευλάβειας  και  προσκυνήσεως,  άνταποστέλλειν  προς 
τους  επιτρόπους  αυτούς  άπολογίαν  καθαράν  και  εϊδησιν  περί  της 
λήψεως  τών  άσπρων  εκείνων  και  έγχειρίσεως.  Ει  δε  σύμπτωμα 
τι  δυστυχίας  τω  μετοχίω  αύτω  εκ  τών  του  καιρού  περιστάσεων 
συγκυρήσοι    παρ'  ελπίδα,    δπερ    μη    γένοιτο,  και  τά  εκατόν  έζή- 

15  κοντά  άσλανία  μη  δοθώσιν  έκ  του  εισοδήματος  αύτου  τοΤς  έπι- 
τρόποις,  ως  έκλελοιπότος,  τότε  τον  σκευοφύλακα  του  έκεισε  πα- 
τριαρχικού θρόνου  τών  Ιεροσολύμων  άπολογεΐσ&αι  και  παρέχειν 
τά  εκατόν  ίζτ^ΆΟΊτα  έκεΐνα  άσλανία  προς  τόν  πατριαρχικόν  κατά 
καιρούς  έπίτροπον  έκεΤνος  δε  παραλαβών  ταύτα  εις  χεΤρας  αύτου, 

20  έπι  τοιούτοις  ώρισμένοις  μέρεσι  και  χρείαις  ώφελίμοις  χορηγεΐν 
και  διανέμειν  μετά  ακριβούς  προσοχής  και  δτι  πλείστης  επιμε- 
λείας όμου  και  παρατηρήσεως,  ϊνα  μη  τις  εξ  απροσεξίας  τω  θείω 
έργω  επακολούθηση  υφεσις  καΐ  έλάττωσις.  Όφείλει  ούν  πρώτον 
μεν  διδόναι    έξ   εκείνων    τριάκοντα    γρόσια  ένί  τινι  τών  μουσικών 

25  ψάλτη  μισθόν  κατ'  έ'τος  έπι  τω  αδειν  και  ψάλλειν  τω  Κυρίω 
ένδον  τής  αγίας  πόλεως  Ιερουσαλήμ,  δταν  ήνεωγμενη  ύπάρχη  ή 
πύλη  του  Ζωοδόχου  Τάφου,  δταν  δέ  έστι  κεκλεισμένη  ή  πύ- 
λη, δηλονότι  τής  Αγίας  Αναστάσεως,  ψάλλειν  τότε  έν  τω  ναώ 
του  Αγίου  Ιακώβου    καθ'  έκάστην    Κυριακήν    και  πασαν  έορτήν 

30  δεσποτικήν  τάς  συνήθεις  έκκλησιαστικάς  ακολουθίας•  προσέτι  μα- 
θητεύειν  κατά  χρέος  ό  αυτός  ψάλτης  τους  πατέρας  του  θρόνου 
αύτου,  ιερομόναχους  τε  και  Ιεροδιακόνους  καΐ  μοναχούς,  τά  τε  κο- 
σμικά παιδία  τών  ορθοδόξων  χριστιανών,   ους  δν  διορίσωσιν  αύτω 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  379  — 

μετ'  έχλογης  καΐ  πατριαρχιχής  έπιτάξεως,  κδν  τε  6  κατά  καφούς 
του  θρόνου  μακαρεώτατος  πατριάρχης,  κδν  τε  ό  επίτροπος  αυτού, 
τους  τοιούτους  πάντας  τήν  ασματικήν  διδάσκειν,  τουτέστιν  τα  ανα- 
στάσιμα τα  κεκραγάρια  τας  τρεΤς  λειτουργίας,  ένα  πολυέλεον, 
Πάσα  Πνοή  δν,  μίαν  δοξολογίαν  μεγάλην  και  κράτημα  δνα,  τους  5 
τε  κανόνας  και  τά  τροπάρια  τα  ψαλλόμενα  εν  ταϊς  λιτανείαις  της 
Αγίας  Αναστάσεως•  ό  δέ  βουλόμενος  μαθεΐν  πλείω  τούτων,  την 
παπαδικήν  ή  δτερα  κρατήματα,  είτε  ιερωμένος  ε?τε  λαϊκός  ό  τοι- 
ούτος, εξ  οικείων  πληρούτω  χρημάτων  καΐ  ούτω  μαν&ανέτω. 

"Έτι  δέ  δπως  ό  αυτός  του  θρόνου  επίτροπος  παρέχη  ένΐ  των    10 
ευλαβών    χριστιανών    ?τερα   είκοσι  γρόσια,   εκείνος  δέ  μαθητεύειν 
τά  παιδία  των  έν  τη  αγία  πόλει  Ιερουσαλήμ  χριστιανών  τά  κοινά 
γράμματα  της  τε  ρωμαϊκής  διαλέκτου  και  της  τών  Αράβων  προς 
τούτοις  πληροί  καΐ  άλλα  είκοσι  γρόσια  προς  δύο  ιερείς,  οφείλον- 
τας άεΐ  εχειν  τήν  κατοικίαν  αυτών  διηνεκώς  εις  τήν  έκκλησίαν  της    15 
Γάζης,   ίπ\  τω  μαθητεύειν  κάκείνους    τά  τών  χριστιανών    παιδία 
τά  κοινά  γράμματα  ρωμαϊστί  και  άραβιστί*  ωσαύτως  και  άλλα  είκοσι 
γρόσια  τω  εΙς  τήν  Τάμα  εύρισκομένω  ίερεΓ,  ήτις  και  Ταμάλα  λέ- 
γεται,  έπΙ  τω  μανθάνειν  παρ*  εκείνου  τά  τών  χριστιανών    παιδία 
κάκεΐσε  τά  κοινά  ρωμαϊκά  τε  και  αραβικά  γράμματα*   ομοίως    και    20 
έτερα  γρόσια  είκοσι  προς  τους  ίερεΐς  τους  δντας  εις  τό  Τάϊπιν,  εις  το 
μαθητεύειν  κάκείνους  τά  τών  χριστιανών  παιδία  τόν  αυτόν  τρόπον, 
κοινά  δηλονότι  γράμματα•   ετι  δέ  και  έτερα   είκοσι  γρόσια  δίδοσθαι 
ένΐ  χρησίμω  διδασκάλω   είς  του  Πεζαλα,    έπΙ  τω    μανθάνειν    κά- 
κεΐσε τά  παιδία  τών  χριστιανών  τά    Ιερά  γράμματα,    ρωμαϊκά  τε    2δ 
και  αραβικά•  τά  δέ  έναπολειφθέντα  τριάκοντα  γρόσια    παρέχεσθαι 
προς  τους   ιερείς  τους  ευρισκομένους  εις  τό  Κοράκι,  ήτοι  τή»>  άγιω- 
τάτην  μητρόπολιν  Πέτρας  τής  Αραβίας,  εΤτε  εΤς  εάν  έκεΐσε  ύπάρχη.^ 
εϊτε  καΐ  δύο,  ϊνα   μανθάνωσι   κάκεΐσε  τά  παιδία    τών  χριστιανών 
ρωμαϊκά  και  αραβικά  γράμματα,   έπι  τω  άρχεσθαι  τούντευθεν  διά    30 
της  τών  γραμμάτων  μαθήσεως  προκόπτειν  κατ'  εύσέβειαν  τά  τών 
πιστών  παιδία  και  εις  αυξησιν  βελτιώσεως  προέρχεσθαι. 

Τούτων    ουν    πάντων  ούτω  διορισθέντ(ί)ν  και  τυπωθέντων  έπι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  380  — 

χοονη  ωφελεία  του  έκεΓσε  χριστεανιχοδ  πληρώματος,•  προς  δε  τήν 
ημών  μετροότητα  άς(ώσεα>ς  προβλη&είσης  δνέχα  της  τούτων  διαρ- 
κεστέρας επίμονης  καΐ  συντηρήσεως,  άποδεζάμενοι  ασμένως  την 
αΐτησιν  ταύτην  ως  λίαν  θεοφιλή  καΐ  συμβάλλουσαν  τα  μέγιστα 
5  εις  ψυχικήν  των  πιστών  σωτηρίαν,  γράφομεν  και  άποφαινόμεθα 
καΐ  συνοδικώς  έπιβεβαιουμεν  ταδτα  πάντα  τα  κατά  μέρος  έγχα- 
ραχθέντα  ανωτέρω  γνώμη  κοινή  τών  περί  ήμας  ίερωτάτων  αρχι- 
ερέων καΐ  όπερτίμων,  τών  έν  άγίω  πνεύματι  άγαττητών  ημών 
αδελφών    και    συλλειτουργών,     ι'να    εχωσι    τό  κύρος    άναλλοίωτον 

10  άδιάκοπον  καΐ  άμετάτρετττον  εις  αΙώνα  τον  άπαντα,  όφειλόντων 
κατά  χρέος  τών  τήν  διοίκησιν  αυτών  κατειλημμένων,  του  τε  κατά 
καιρούς  μακαριωτάτου  πατριάρχου  τών  Ιεροσολύμων  και  του  οΐ- 
κείου  επιτρόπου,  φροντίζειν  και  κήδεσθαι  περί  της  διηνεκούς 
έ^>εργείας    και  διαμονής  του  θειοτάτου  τούτου  έργου,  ωσαύτως  καΐ 

1δ  τών  κατά  καιρούς  αρχόντων  πρωτομαγιστόρων  του  ρουφετίου  τών 
γουναράδων  διά  μερίμνης  εχειν  περί  της  επιστασίας  τών  τριών 
επιτρόπων  εκ  του  ρουφετίου  αυτών,  του  μηδέποτε  έκλείπειν  ού- 
δένα  τών  τριών  άλλ'  ει  ποτέ  τις  έζ  εκείνων  εϊτε  παραιτήσεται 
είτε    άποθάνη,    άντικα&ιστάναί  έτερον  καΐ  άνταπληροΰν  τόν  τρια- 

20  δικύν  έκεΐ^^ον  αριθμόν,  ζήλω  τε  ένθέω  και  άόκνω  προ&υμία  και 
επιμέλεια  και  σπουδή  δτι  πλείσττο  παραλαμβάνειν  έκεινα  τά  εκα- 
τόν έξήκοντα  γρόσια  του  διαφόρου  κατ'  έτος  παρά  του  ηγουμένου 
του  ρηδέντος  μετοχίου,  και  έςαποστέλλειν  ασφαλώς  προς  τόν 
έκεισε    πατριαρχικών    έπίτροπον,  κάκεΤνον  διανέμε ιν  ταύτα  έν  οΤς 

2δ  διωρίσ&ησαν  τόποις,  ϊνα  μη  τίνος  έξ  αμελείας  προστριβομένου 
εμποδίου  απρακτον  μείντ(]  το  τοιούτον  θεάρεστον  έργον,  και  τότε 
οι  πρωταίτιοι  της  αργίας  τούτου  και  άπραςίας  μεγάλως  έτασθή- 
σονται  έν  τη  φρεχτη  και  φοβέρα  εκείνη  ημέρα  και  λόγον  ύφέζω- 
σιν  άναπολόγητον  ώς  οικονόμοι  άσυντελεΤς  και  απρόσφοροι.  "Οθεν 

30  εις  ενδειξιν  και  άσφάλειαν  χαΐ  συντήρηαιν  άπαράτρετττον  τών  γε- 
γραμμένων  τούτων  πάντων  άπελύ&η  το  παρόν  ήμέτερον  πατρι- 
αρχικόν  συνοδικάν  και  έπιβεβαιωτήριον  ΐ(ράμμα,  έν  έτει  σωτηρίω 
,αψς'  (1706-<}>),   μηνΐ  ίουλίω  ίνδικτιώνος   ιδ^<». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  381  — 

ψ  Ό  Ηράκλειας  καΙ  Ταιδεστου  ΝεΙίφυτος. 

ψ  Ό  Κυζίκου   Κύρελλος. 

•{•  Ό  Νικομήδειας  Παρθένιος. 

ψ  Ό  Χαλκηδόνος  Κωνστάντιος. 

•}-  Ό   Προύσης  Κύριλλος. 

•}•  Ό  Ικονίου  ^Ανθιμος. 

•{•  Ό  Ιωαννίνων  Κλήμης. 

•|-  Ό  Δρύστρας  Αθανάσιος. 

•}•  Ό  Δέρκων  Νικόδτ^ος. 


8. 

(* Αθανασίου  ε'  Κωνσταντινουπόλεως  σπόφασίς  συνοδιχή  χυροΰσα  παλαιόν  ε8ος  εν  Ουγ-     10 
χροβλαχία    χαι    Μολδοβλαχία    ττερι  του  μνημόσυνου  του  ονόματος  του  πατριάρχου  των 
Ιεροσολύμων  εν  τοις  έχει  '^αοϊς  τοις  άφιερωμένοις  εις  τον  "Αγιον  Τάφον)  *. 

Αθανάσιος    ελέω    βεοδ  αρχιεπίσκοπος  Κωνσταντινουπόλεως, 
Νέας  Τώμης,  χαΐ  οικουμενικός  πατριάρχης. 

Ή  εύκλεής  περικαλλής  τε  και  θεοκόσμητος  της  έκκλησιαστι-    15 
κης  ευταξίας  ευπρέπεια  τή  συνεκτική  και  συντηρητικτ)  δυνάμει  και 
δεσποτεία  των   ιερών  και  θεοπνεύστων  κανόνων  την  εαυτής  εσχη- 
κεν  ϊδρυσιν,    την  τε  διαμονήν  άναντίρρητον  σώζει  και  άμετακίνη-    • 
τον    εις    αιώνα   τόν  άπαντα"  δια  γάρ  τούτο  ή   ιερά  πολιτεία  τών 
του  βήματος,  τών  έπαγγειλαμένων  διάγειν  εν  όσιότητι  και  δίκαιο-    20 
σύνη,   εύθυδρομοΰσα    άεΐ  προς  το  όρ8όν  καΐ  δίκαιον  και  άνεπίλη- 
πτον    τών  οικείων    θεσμών    καΐ    δρων    ούκ  έςίσταται,  άλλα  μένει 
εν  τη  τάξει  αυτής  προκόπτουσα  κατά  μικρόν  ταΤς  προς  το  κρεΐτ- 
τον  υψηλαΤς  άνα|3άσεσιν.    "Οθεν  και  ή  καθ'  ήμας  αγία  και  απο- 
στολική εκκλησία  ένστερνισαμένη  αυτούς  ώσπερ  τινάς  θείους  χρη-    25 
σμούς,  σέβεται  καΐ  τίμα  τών  ιερών  ευαγγελίων  ούκ  ελαττον,  έπεί  ' 
και  κάκεΐνα    πηγαί   τούτων  άτεχνώς  και  ρίζαι  τυγχάνουσιν.  Άλλ' 
ούχ  ήττον    συμπαρυφίστα^παί    πως    χαί  τίνες    σποράδην    παλαιαί 

*  «Κώδηξ  διαφόρων  επισήμων  εγγράφων»,  φ.  37. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  382  — 

συνήδειαε,  μή  άντιχείμεναι  μεν  τοις  ίεροΤς  κανόσι,  πανσόφως  δέ 
καΐ  οιχονομιχώς  υπό  θεοφόρων  ανδρών  εύρεθεΐσαε,  ατε  συντελου- 
σαι  κατά  καφικάς  περιστάσεις  προς  τι  τέλος  αγαθόν,  σύστημα  τε 
και  στερέωμα  παντός  εκκλησιαστικού  πράγματος,  τω  δέ  μακρω 
5  χρόνω  έντετυχυΐαι  και  παρατατικης  ένε|>γείας  και  διατηρήσεως, 
ώνπερ  τάς  αίτιας  ακριβώς  ούκ  έπιστάμεθα  διά  τό  άγραφους  εΤναι• 
μέντοι  γε  έκ  του  άδιακόπως  ένεργεΐσθαι  μέχρι  της  σήμερον  κατά 
τόπους  άρχαΐαί  τίνες  είναι  άριδήλως  άποδεικνυνται,  καθά  που  φαί- 
νεται και  εν  τω  άγιωτάτω  πατριαρχικώ  θρόνω  των  Ιεροσολύμων, 

10  άνωθεν  καΐ  έξ  αρχής  φιλοτιμίας  τινάς  χορηγηθήναι  παρά  τών  πάλαι 
άοιδίμων  πατριαρχών  του  οικουμενικού  τοότοο  θρόνου•  οΤόν  έστι  το  τον 
αυτόν  πατριάρχην  τών  Ιεροσολύμων  διανέμειν  πανταχού  τά  συγχωρο- 
χάρτια  και  τό  περιάγειν  και  περιέρχεσθαι  έν  ελευθερία  και  άκωλύτως 
εις  πασαν  πόλιν  και  χώραν  ελέους  χάριν  και  παντοδαπους  ένεκεν  προ- 

15  μηθείας  και  αντιλήψεως,  τοοτο  μεν  δι'  ενθεον  και  διάπυρον  ζήλον, 
άγάτυην  τε  και  την  εύλάβειαν,  ήν  πάντες  οι  πρό  ημών  κατά 
χρέος  εφερον  προς  τόν  σεβάσμιον  και  θεοδέγμονα  Τάφον,  τόν  υπέρ 
πάντα  θείον  καΐ  προσκυνητόν  τόπον  υπέρτέρόν  τε  καΐ  έΕοχώτατον, 
έν  ω  ό    Κύριος  της  ένσάρκου  οικονομίας  πληρώσας  τό    μυστήριον 

20    την  παγκόσμιον  σωτηρίαν    τών    ανθρώπων    έξειργάσατο•    τοΰτο  δέ 

.  διά  την  έπ'  εσχάτων  εκπτωσιν  του  γένους  ημών  εις  δουλείαν  και 

τό  έναπομεΐναι    τό   ιερόν  έκεΤνο    έδαφος    έν   μέσω  πολλών  άγριων 

και  ανήμερων  αλλόπιστων  εθνών  και  φυλών  και  στερηθέντος  και 

του  πατριαρχικού    τούτου    θρόνου    της    προτέρας  αύτοΰ  ευημερίας 

25    ευρυχωρίας  τε  και  της  άνέσεως,  καΐ  φθάσαντος  εις  κίνδυνον  έπα- 

πειλήσαντα  πα^^τελή    τήν    έρήμωσιν,    διά  τούτο    έκ  θείας  πάντως 

έπιτυνοίας  και  διεγέρσεως    προς    τάς  καρδίας  τών   ευσεβών  εύμοι- 

ρεΤ  ήδη  πατριαρχικών  μοναστηριών  εκκλησιών  τε  μετοχίων,  οΐκτω 

•θεοσεβείας  προσηλωθέντων  εις  άνάκτησιν  και  εύστάθειαν  του  άγιω- 

30  τάτου  τοότοο  θρόνου"  δστις  μάλιστα  τά  πλείω  πλουτεΐ  πέραν  του 
Παραδουνάβου,  έν  τοΤς  όρίοις  τών  θεοφύλακτων  αύθεντειών  και 
ηγεμονιών  Ούγγροβλαχίας  και  Μολδοβλαχίας,  άφιερωθέντα  μέν  κατά 
καιρούς  αύτώ  τω  Ζωοδόχω  Τάφω  υπό  ηγεμόνων  ευλαβών  τιμίων  τε 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  383  — 

αρχόντων  χαΐ  άλλων  πολλών  χριστιανών  της  υποδεεστέρας  τάςεως, 
δεσποζόμενα  δε  χαΐ  διεξαγόμενα  τ-^  πρόνοια  και  εξουσία  των  χατά 
καιρούς  πατριαρχών  τών  Ιεροσολύμων,  έν  οΤς  οι  καθιστάμενοι 
Άγιοταφΐται  ηγούμενοι  χαΐ  δσοι  δλλοι  εκκλησιαστική  ν  αυτών  έπι- 
στασίαν  μετηρχοντο,  και  τοοτο  προς  τούτοις  διετήρουν  κατέχοντες,  5 
ως  άρχαίαν  τινά  έπικρατήσασαν  συνήθειαν,  το  μνημονεύειν  αυ- 
τούς αδιαλείπτως  του  πατριαρχικού  αύτου  ονόματος  έν  ταΤς  ίεραΐς 
τελεταΐς  και  ταΐς  έκτεναΐς  καΐ  λοιπαΐς  2λλαις  έκκλησιαστικαΐς 
άκολουθ^αις,  ούδενός  5λλου  αρχιερατικού  ονόματος  συνεχφωνου• 
μένου,  ϊνα  μή  έν  ταΤς  έκκλησίαις  δικέφαλος  αρχή  συνεισάγηται,  10 
ως  άπαδον  τούτο  τη  εκκλησιαστική  ευταξία. 

Έττει  ουν  και  τανυν  προεβλήθη  ήμΐν  ή  ύπό&εσις  αϋτη  παρά 
του  μακαριωτάτου  καΐ  σοφωτάτου  πατριάρχου  της  αγίας  πόλεως 
Ιερουσαλήμ  καΐ  πάσης  Παλαιστίνης  κυρ  Χρύσανθου,  του  έν  άγίω 
•πνεύματι  αγαπητού  και  περιποθήτου  αδελφού  και  συλλείτουργου  15 
της  ημών  μετριότητος,  έξαιτησαμένου  μετά  παρακλήσεως  του 
διαμένειν  και  διενεργεΤσθαι  αύθις  την  πρό  πολλών  χρόνων  εύρε- 
θεΐσαν  ένεργουμένην  έν  τοις  μέρεσιν  έκείνοις  συνήθειαν  ταυτην 
άκωλύτως.  ως  και  πρότερον,  τοοτοο  χάριν  και  ή  μετριότης  ημών 
τοις  ϊχνεσι  τών  τοοοότω^^  πρό  ημών  αρχαίων  συστοιχουσα  πατριαρ-  20 
χών,  τών  οπωσδήποτε  παρασιωττησάντων  και  κατανευσάντων  έκ- 
φωνεΤσθαι  τήν  άναφοράν  του  πατριαρχικού  αύτου  μόνου  ονόματος 
διά  τήν  προς  τόν  "Αγιον  Τάφον  άγάπην  τε  καΐ  εύλάβειαν,  ως 
προέφημεν,  γράφει  και  αποφαίνεται  γνώμη  κοινή  συνοδική  τών 
περί  αυτήν  ίερωτάτων  μητροπολιτών  καΐ  ύπερτίμων,  τών  έν  άγίω  25 
πνεύματι  άγατυητών  αδελφών  και  συλλειτουργών,  ϊνα  ό  διαληφθεις 
μΑκαριώτατος  καΐ  σοφώτατος  συνάδελφος  ημών  πατριάρχης  τών 
Ιεροσολύμων  κυρ  Χρύσανθος  πάντα  τά  πατριαρχικά  αύτου  μονα- 
στήρια, εκκλησίας  τε  καΐ  τά  μετόχια,  τά  κείμενα  έν  ταΐς  έπαρ- 
χίαις  Ούγγροβλαχίας  τε  και  Μολδοβλαχίας,  εχη  αυτά  ύπό  τήν  30 
δεσποτείαν  αύτου  καΐ  κυριότητα,  διέπων  αυτά  ως  πρότερον,  κα- 
θιστδ  τε  έν  αύτοΓς  και  έξιστα  ηγουμένους  καΐ  έπιστάτας,  δτε  και 
ους  δν  βούληται,    έκφωνουντας  παρρησία  τό    "  Έν  πρώτοις  μνή- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  384  — 

σθητι  Κύριε  τοδ  πατρός  καΐ  πατριάρχου  ημών"  έν  ταΐς  ίεραΐς 
τελεταίς  χαι  ταΤς  λοιπαΐς  έχτεναΐς  καΐ  άκολουθίαις  ταΐς  γινομέ- 
ναις  έν  τοις  πατριαρχιχοΐς  αότοδ  μοναστηρίοις  έκχλησίαις  τε  και 
τοις  μετοχιΌις,  ομοίως  και  πάντων  των  καθ'  έξης  έσομένων  δια* 
δ  δοχων  του  θρόνου  τούτου  των  "Ιεροσολύμων  μέχρι  της  συντέλειας 
του  αιώνος,  μηδενός  έτερου  ονόματος,  ούτε  του  κατά  τόπον  άρ- 
χιερέως,  συνεκφωνουμένου,  ϊνα  μή  παρείσδυσίς  τις  προχωρήστ] 
διαφόρων  ατοπημάτων.  Ούκουν  μηδείς  ποτέ  τολμήστ]  άντιατηναι 
τη  ημετέρα  ταύτη  πατριαρχική  και  συνοδική  άποφάσει  καΐ  πειρα- 
10  θηναι  τρόπον  τινά  διασεΤσαι  παρασκευάσαι  τε  καΐ  καταπαυσαι  το 
μνημόσυνον  του  πατριαρχικού  αύτου  ονόματος,  ως  άνέκα&εν  πα- 
ρασιωπηθεΐσαν  έκεΤσε  συνή&ειαν,  άλλα  μένη  άτρέμας  τους  ιδίους 
οροος  και  τό  άσκανδάλιστον  άσπαζόμενος•  και  γάρ  όποιος  ποτέ 
φωραθη  άντεξαν  ιστάμενος  τοις  γεγραμμένοις  τούτοις,  χωρίς  πάσης 
15  άντιλογίας  ποιναΓς  δειναΤς  καΐ  δριμυτάτας  παιδείαις  υπό  της  εκ- 
κλησίας έτα&ήσεται.  "Όθεν  εις  διηνεκή  άσφάλειαν  απελύθη  τό 
παρόν  ήμέτερον  πατριαρχικόν  συνοδικόν  βε^αιωτήριον  τη  αύτου 
μακαριότητι,  έν  ετει  σωτηρίω  ^αψθ  (1709-ω),  έν  μηνι  δεκεμβρίω 
ινδικτιώνος  γ'. 
20  ^•  Ό  Ήρακλείας  και  Ταιδεστου  Νεόφυτος. 

-{•  Ό  Κυζίκου  Κύριλλος. 

-|-  Ό  Νικομήδειας  Παρθένιος. 

-}-  Ό  Χαλκηδόνος  Κωνστάντιος. 

•}•  Ό  Προύσης  Κύριλλος. 
2δ  ^•  Ό  Δρύστας  Αθανάσιος. 

-[•  Ό  Σίδης  Ιερόθεος. 

^  Ό  Δερκών  Νικόδημος. 

•}•  Ό  Σίφνου  Μακάριος. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  38δ 


9. 


(Ιερεμίου    γ'  Κωνσταντινουπόλεως    άποκήρυξίς    του  λατινόφοονος  Κυρίλλου, 
πατριάρχου  χειροτονη^^έντος  ^Αντιοχείας  άνόμως,  χαι  καταδίχη  των  προς  την 
χειροτονίαν  αύτοΰ  συνεργησάντων)  ^ 

•}•  Ιερεμίας    ελέω   θεού    άρχιεπίσχοπος    Κωνσταντινουπόλεως, 
Νέας  Τώμης,  και  οικουμενικός  πατριάρχης.  5 

^  Ίερώτατοι  μητροπολΐται  και  ύπέρτιμοι  οί  υποκείμενοι  τω 
άγιωτάτω  άποστολικω  πατριαρχικω  θρόνω  της  μεγάλης  θεουτυόλεως 
Αντιοχείας,  έν  άγίω  τυνεύματι  αγαπητοί  συλλειτουργοί,  εντιμότα- 
τοι κληρικοί  του  άγιωτάτου  τοότοο  θρόνου  και  των  υποκειμένων 
αυτω  επαρχιών  τε  καΐ  μητροπόλεων,  και  ευλαβέστατοι  ιερείς  μετά  10 
πώ^των  των  υποκειμένων  αυτοΓς  χωρίων,  χρήσιμοι  άρχοντες  και 
γέροντες  και  λοιποί  πάντες  ευλογημένοι  χριστιανοί,  τέκνα  έν  Κυ- 
ρίω  άγαττητά  της  ημών  μετριότητος,  χάρις  εϊη  υμΤν  καΐ  ειρήνη 
καΐ  έλεος  από  θεού  παντοκράτορας  και  παρ'  ημών  ευχή  ευλογία 
και  συγχώρησις.  15 

Οί  αληθώς  χριστιανοί  το  πρώτον  και  μέγιστον  και  τιμιώτατον 
πράγμα  όπου  εχουσιν,  είναι  ή  ευσεβής  καΐ  άμώμητος  πίστις  της 
ανατολικής  του  Χρίστου  εκκλησίας,  τήν  οποίαν  δσοι  φυλάττου- 
σιν  ακριβώς,  καθώς  έδιδάχθησαν  καΐ  παρέλαβον  άνωθεν  άπ'  αυτού 
του  δεσπότου  Χρίστου  και  τών  αγίων  αύτου  μα&ητών  και  άπο-  20 
στόλων  καΐ  τών  ιερών  πατέρων  της  εκκλησίας,  εκείνοι  εΤναι  και 
λέγονται  τη  άληθεία  χριστιανοί"  ευσεβείς  και  ορθόδοξοι,  και  γί- 
νονται μέτοχοι  της  θείας  δόξης  και  χάριτος,  συναριθμούμενοι  έν 
τη  τάξει  τών  εκλεκτών,  ωσάν  λογικά  πρόβατα  της  ίερας  του 
Χρίστου  μάνδρας•  έξ  εναντίας  δε  δσοι  άθετουσι  καΐ  παραβαί-  25 
νουσι  τά  πατροπαράδοτα  δόγματα  της  ανατολικής  του  Χριστού 
εκκλησίας  και  πίπτουσιν  εΙς  έτεροδόξους  και  κακόφρονας  έννοιας, 
καΐ  άκολουθουσιν  εις  το  ψευδός  καΐ  άπάτην,  τών  οποίων  οδη- 
γός είναι  6  Διάβολος,  ως  πατήρ  του  ψεύδους,  οί  τοιούτοι  δχι  μό- 
νον μακρύνουν  και  χωρίζονται  από  τήν  χάριν  του  Χρίστου,  ό  όποιος    30 

»  Κωδ.  πατρ.  Ίεροσρλ.  124,  φ.  1-2. 

25 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  386  -- 

εΤναί  ή  αύτοαλήθεεα,  χαΐ  γίνονται  οίοΙ  του  σχότους  και  υπεύθυνοι  της 
μελλούσης  αιωνίου  χολάσεως,  άλλα  χαΐ  εν  τω  παρόν  τι  βίω  λαμ- 
βάνουσι  την  μεγίστην  χαΐ  χαλεπωτάτην  παιδείαν  παρά  της  έκ- 
χλησίας•  και  κότττονται    μεν    από    της  εκκλησιαστικής  ολομελείας. 

δ  ως  μέρη  σαπρά  καΐ  ακάθαρτα,  καΐ  διώκονται  άπό  την  συνανα- 
στροφήν  των  λοιπών  ευσεβών  ως  πρόβατα  ψωριώντα,  παιδεύονται 
δε  και  με  αλλάς  σκληράς  παιδείας  προς  σωφρονισμόν  και  υπό- 
δειγμα των  πολλών,  δια  νά  μή  γίνωνται  και  εις  τους  λοιπούς 
ορθοδόξους  πρόσκομμα  και  κακόν  άπωλείας  παράδειγμα.  Ένθεν  δη 

10  τοιγαροΰν  και  6  μακαρίτης  πατριάρχης  Αντιοχείας  κύριος  Αθα- 
νάσιος, ετι  ζών  και  διατρίβων  αυτόθι  εις  Χαλέπιον  έκαμε  διαθη- 
κην  καΐ  παραγγελίαν,  όμου  με  την  γνώμην  και  ψηφον  τών  αρ- 
χιερέων του  θρόνου  τούτου  και  τών  εν  αύτώ  ευσεβών  χριστιανών, 
καθώς  είναι  γνωστόν  είς  δλους  σας,  δτι    νά  γένη  διάδοχος,  μετά 

15  θάνατον  του,  ό  πρωτοσύγκελλός  του  κυρ  Σίλβεστρος,  άφίνοντας 
και  φοβέρας  αράς  εις  εκείνους  όπου  ήθελαν  έναντιωθή  εις  αυτό. 
"Οθεν,  κατά  την  διάταςιν  και  παραγγελίαν  της  εκείνου  μακαριό- 
τητος,  με  την  οποίαν  προύτρέπετο  και  έπαρακίνει  διά  γραμμάτων 
την  τε  ημών    μετριότητα    και    τόν    μακαριώτατον   και    άγιώτατον 

20  πατριάρχην  τών  Ιεροσολύμων  και  περιπόθητον  συνάδελφον  ημών 
κύριον  Χρύσανθον,  καΐ  την  περί  αυτήν  ίεράν  τών  συνάδελφων  ημών 
αγίων  αρχιερέων  αυ^οΖοΊ  του  οικουμενικού  τούτου  θρόνου  της  Κων- 
σταντινουπόλεως, νά  άποκαταστήσωμεν  τόν  κυρ  Σίλβεστρον  πα- 
τριάρχην Αντιοχείας,   έχειροτονήσαμεν    και  ημείς    τόν   αυτόν  κυρ 

25  Σίλβεστρον  πατριάρχην  Αντιοχείας,  γνήσιον  και  νόμιμον  και  κανονι- 
•/όν,  κατά  τόν  τύπον  και  την  τάςιν  της  εκκλησίας.  Ό  δε  εις  τά 
αυτόθι  ευρισκόμενος  κακο-Σεραφείμ,  ανεψιός  του  θανόντος  λατι- 
νόφρονος  και  προκαθηρημένου  κακο-Τύρου,  ευρίσκοντας  εύκαι- 
ρίαν    μετά    την    προς    Κύριον    άποδημίαν     του    είρημένου     πα- 

30  τριάρχου  κυρ  Αθανασίου,  και  θέλοντας  νά  άρπάση  ληστρικώς 
ό  ανίερος  και  ανάξιος  του  πατριαρχικού  θρόνου  της  Αντιοχείας 
καΐ  νά  φθείρη  και  νά  άπολέση  τό  εν  αύτώ  λογικόν  του  Χρίστου 
ποίμνιον  με  τάς  λατινικάς  καινοτομίας  και  αιρέσεις,  ευρίσκει  όργανα 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


~  387  — 

πονηρά  καΐ  όμόφρονα  αύτώ  τον  καχο-Γα^ριήλ-ϊττνι-Φινάν  άπό 
ΤεμλιΌΐ)  κριΐ  τον  κακο-Νεόφυτον  μητροπολίτην  Σαϊδχνάγιας,  οι  6ποΐο^ 
με  ψευδώνυμον  χεφοτονίαν  άπεκατέστησαν  δνα  τρίτον  τάχα  αρχιερέα 
εις  δνομα  μιας  κώμης  εγγύς  Δαμασκού,  Φούρζουλ  ονομαζόμενης,  και 
αύτοι  οΊ  τρεις  έκφωνοδσι  και  όνομάζουσι  τον  κακό -Σεραφείμ  τουχο"^,  5 
μετονομασ&έντα  δολίως  Κύριλλον,  πατριάρχην  Αντιοχείας,  οι 
ανίεροι  τον  άνίερον,  και  Ικαμαν  οι  δυσσεβεΐς  και  ανόητοι  τό  μέγα 
και  ϋψηλόν  της  πατριαρχικής  τιμής  καΐ  άζίας  κωμωδίαν  τινά  και 
παιδιάν  και  γέλωτα,  παίζοντες  οί  ανόητοι  εις  τά  θεία  καΐ  ιερά. 
'Ό&εν  βλέποντες  ημείς  και  6  ηδη  θείω  έλέει  μακαριώτατος  και  10 
άγιώτατος  πατριάρχης  Αντιοχείας  κδρ  Σίλβεστρος,  ό  έν  άγίω  πνεύ- 
ματι  αγαπητός  αδελφός  και  συλλειτουργός  ημών,  ως  γνήσιος  και 
κανονικός  ποιμήν  και  προστάτης  του  θρόνου  τοότοο,  και  ή  περί 
ήμας  τών  αρχιερέων  όμήγυρις,  και  μη  υποφέροντες  την  τοιαύτην 
αύ&άδειαν  του  ρηθέντος  κακο-Κυρίλλου  και  τών  οπαδών  του  καΐ  15 
ακολουθών  αυτοΰ,  σκέψεως  συνοδικής  γενομένης  περί  αυτών, 
πρώτον  μεν  έπροσδράμαμεν  τω  βασιλικώ  κράτει,  και  αυτούς  μέν 
τους  έργάτας  δλους  και  συνεργούς  του  τοιούτου  κάκου  έζητησαμεν 
να  έξορισθώσι  διά  βασιλικού  ορισμού,  έπειτα  δε  έκρίναμεν  ευλο^ο"^ 
και  άπεφηνάμεθα  γ'^ώμτ)  κοινή  συνοδικ-ξ  νά  παιδευθώσιν  οί  τοιούτοι  20 
καΐ  με  έκκλησιαστικήν  παιδείαν,  οί  μέν  του  ιερατικού  τάχα  λογι- 
ζόμενοι καταλόγου  διά  συνοδικής  κα&αιρέσεως,  δσοι  και  όποιοι 
είσιν  οί  τοιούτοι,  οί  δε  της  τών  λαϊκών  τάξεως  άφορισμώ  και 
έζώσει  της  Χρίστου  εκκλησίας,  προς  σωφρονισμόν  και  παράδειγμα 
τών  λοιπών  χριστιανών.  2δ 

"Οθεν  γράφοντες  διά  του  παρόντος  άποφαινόμεθα  συνοδικώς 
μετά  τών  περί  ήμας  ίερωτάτων  αρχιερέων  και  ύπερτίμων,  τών 
έν  άγίω  πνεύαατι  αγαπητών  ημών  αδελφών,  ινα  ό  ρηθεις  πρότε- 
ρον  μέν  κακο-Σεραφείμ,  ύστερον  δε  μετονομασθείς  κακό -Κύριλ- 
λος, όμου  με  εκείνους  όπου  τόν  ώνόμασαν  και  τόν  έψήφισαν  πα-  30 
τριάρχην  Αντιοχείας,  δηλαδή  τόν  κακο-Γαβριήλ-ΐπνι-Φινάν  και 
τόν  κακο-Νεόφυτον  Σαϊδανάγιας  και  τόν  εις  δνομα  Φούρζουλ  χει- 
ροτονηθέντα  ύπ'  αυτών  κακοεπίσκοπον,    ως  ψευδώνυμοι    και  άνίε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  388  — 

ροι,  άοότίΐμοί  τε  χαΐ  άνάςεοι  χαί  φανεροί  αφετικοί  χαΐ  λατινόφρο- 
νες,  ετι  δέ  χαΐ  ό  Χαλεπίου  χαχο- Γεράσιμος — ό  όποιος  χοντά  ε?ς 
τα  άλλα  σφάλματα  χαΐ  χαχοαργήματα  ε?ς  την  λατινόφρονα  αΐρε- 
σκν  χαΐ  άπάτην  του,  δια  τα    όποια    χαι  πρότερον    υπεύθυνος    έγέ- 

5  νετο  παρ'  ήμων  συνοδιχη  χαθαφέσει,  χατεπάτησε  προς  τούτοις 
χαΐ  την  προγεγονυΐα^^  χατ'  αύτου  έκχλησιαστιχήν  ταύτην  παιδείαν 
της  χαθαιρέσεως,  χαΐ  έτόλμησεν  υστέρα  από  τοοτο  να  ενεργή 
άνυποστόλως  τα  της  άρχεερωσύνης,  γενόμενος  φανερως  αποστά- 
της   χαΐ  περιφρονητής  της    μεγάλης    του    Χρίστου    έχχλησίας  χαΐ 

^^  της  ίερας  συνόδου  —  ετι  δέ  χαΐ  οί  όμογνώμονες  χαΐ  όμόφρονες  χαΐ 
συνεργοί  χαΐ  συμ^οηθοί  τούτων  ίερεΐς,  ως  αρχηγοί  χαΐ  πρωταίτιοι 
της  ψυχιχης  απώλειας  των  χριστιανών,  δηλαδή  ό  Χοΰρι  Βόχπε 
ό  άπό  Λύδδης,  ό  Κασίς  Άπτελμεσιχ  από  του  μοναστηρίου  του 
αγίου    Γεωργίου    Τέϊρ-Έχμέϊρε,    ό  Χουρι    Τάτρος    χαϊ    ό  Χουρι 

1δ  Ούτράος  άπό  τά  πέριζ  της  Δαμασχου,  ό  Χουρι  Άπτελμεσιχ  Ζιμ- 
πάλ,  ό  Κασίς  Χάννα  Χουμπίγιε  άπό  Δαμασχου,  δλοι  όμου  οί 
άπηριθμημένοι  χατ'  όνομα  ψευδώνυμοι  αρχιερείς  χαΐ  ίερεΐς,  μετά 
του  ρηθέντος  χαχο- Κυρίλλου  του  τάχα  υπό  αυτών  χαι  πατριάρχου 
χεχειροτο^λϊ]μένου,     χαθηρημένοι     ύπάρχουσι    πάσης    αρχιερατικής 

20  και  ιερατικής  ενεργείας  χαι  τάζεως,  χαι  εχτττωτοι  αρχιερατικού 
και  ιερατικού  καταλόγου  και  απόβλητοι  και  ξένοι  και  γεγυμνωμε- 
νοι  τής  θείας  χάριτος,  μηδεμίαν  άδειαν  έχοντες  άρχιερατικήν  ή 
ίερατικήν  ένδυθήναι  στολήν,  ή  άρχιερατικόν  και  ίερατικόν  έκτελέ- 
σαι  ύπούργημα,   ώς  καθηρημένοι  καΐ  ανίεροι*  και  μηδείς  τολμήση 

2δ  συμφορέσαι  αύτοΐς  ή  συλλειτουργήσαι,  ή  ώς  αρχιερείς  και  ίερεϊς 
τιμήσαι,  ή  τήν  μιαράν  αυτών  χείρα  άσπασθήναι,  ή  εισόδημα  έκ- 
κλησιαστικόν  πολύ  ή  ολίγον  αύτοΐς  δούναι,  ή  συντρέχειν  καΐ 
βοηθεΐν  αύτοΤς  και  ύπερασπίζεσθαι  δλως,  φανερώς  ή  χρυφίως, 
εμμέσως    ή  αμέσως.    Έτι    δέ  και  άπό    της    τάζεως    τών  λαϊκών, 

30  έκ  μέν  τής  Δαμασκού  όστα-Μανσούρ,  έκ  δέ  του  Χαλεπίου  ό  Άπ- 
τάλλα-ϊπνι-Ζάχερ,  ώς  ομόδοξοι  και  συγκοινωνοί  και  συμβοηθοι 
τών  είρημένων  δυσσεβών  αιρετικών,  άφωρισμένοι  εΐησαν  παρά  της 
αγίας    και  ομοουσίου    και    ζωοποιού    καΐ    αδιαιρέτου    τριάδος,  και 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  389  — 

χατηραμένοί  καΐ  ασυγχώρητοι  καΐ  άλυτοι  μετά  ^ά^ατοΊ  αιωνίως. 
ΑΙ  ττέτραι  χαι  ό  σίδηρος  λυθήσονται,  αύτοΙ  δε  ουδαμώς.  Κληρο- 
νομήσειαν  την  λέπραν  του  Γιεζή  και  την  άγχ(ίνην  του  Ίουδα• 
στένοντες  εΐησαν  και  τρέμοντες  έπι  γης,  ως  ό  Καιν,  καΐ  ή  με- 
ρίς  αυτών  μετά  των  θεομάχων  Ιουδαίων  των  σταυρωσάντων  τον  5 
Κύριον  της  δόξης•  ή  οργή  του  θεού  εΐη  έπι  τάς  κεφάλας  αυτών 
καΐ  προκοπήν  ου  μη  ΐδοιεν  πώποτε,  έφ'  οΤς  δουλευουσιν  έφ'  δλην 
την  ζωήν  αυτών  και  υπόδικοι  εΐησαν  πάσαις  ταίς  πατρικαΐς  και 
συνοδικαΤς  άραΐς  και  τω  αΐωνίω  άναθέματι,  και  ένοχοι  του  πυρός 
της  Γεέννης  καΐ  έξω  της  Χρίστου  εκκλησίας  και  της  των  χρι-  ίο 
στιανών  όμηγυρεως,  μη  έκκλησιαζέμενοι  η  άγιαζόμενοι  κΛι  χρι- 
στιανοΤς  συναναστρεφόμενοι,  ή  μετά  θάνατον  θαπτόμενοι,  έν  βα- 
ρεί αργίας  άσυγγνώστου  και  αφορισμού  άλυτου  του  άπό  θεού 
παντοκράτορος.  Οδτω  γενέσθω  έξ  αποφάσεως,  ,αψκδ',  μηνΐ  δε- 
κεμβρίω  [1724].  ^5 


10. 

(Σιλβέβτρου  πατριάρχου  *  Αντιοχείας,  έγχύχλιος  χατα  των  έν  ταΐς  χώραις  ούτου 
περ(ερχο(χένων  *Ιησοϋΐτών)  ^. 

'  Σίλβεστρος  ελέω  θεού  πατριάρχης  της  μεγάλης  θεουπόλεως 
Αντιοχείας  και  πάσης  Ανατολής.  20 

Οι  τω  καθ'  ήμας  άγιωτάτω  πατριαρχικώ  τε  και  άποστολικω  θρό- 
νω  της  Αντιοχείας  υποκείμενοι  ίερώτατοι  και  λογιώτατοι  μητροπολΓ- 
ται,  Μεσοποταμίας  κυρ  Παρ&ένιε,  θεοδοσιουπόλεως  κυρ  Άζαρία  και 
Άκήσκας  κυρ  Καλλίνικε,  έν  άγίω  πνευματι  άγατυητοι  αδελφοί  και 
συλλειτουργοί,  εντιμότατοι  κληρικοί,  ευλαβέστατοι  ιερείς,  χρήσιμοι  2δ 
άρχοντες  και  πραγματευται  έκαστης  επαρχίας,  καΐ  γέροντες  καΐ 
όσταμπασίδες  τών  χωρίων^  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά  καΐ  περι- 
πόθητα,  χάρις  είρήνη  τε  καΐ  έλεος  εΐη  υμΤν  άπασιν  άπό  θεού 
παντοκράτορος    και    κυρίου    ημών    Ίησου  Χρίστου,    παρά  δε  του 

*  Κωδ.  -ατρ.  Ίεροσ.  124,  φ.  8-5. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  390  — 

άγιου  ένδόζου  πανευφήμου  αποστόλου  πρωτοχορυφαιΌυ  Πέτρου  και 
πρώτου  ίεράρχου  του  χαθ'  ήμας  άγιωτάτου  πατριαρχικού  τε  χαΐ 
αποστολικού  θρόνου  της  μεγάλης  θεουπόλεως  Αντιοχείας  βοήθεια, 
αγιασμός    και    επίσκεψις,    και    παρά  της  ημών  μετριότητος  ευχή 

5    ευλογία  και  συγχώρησις. 

Ό  κύριος  ημών  Ίησους  Χρίστος  προγνωρίζοντας  ως  θεός 
τήν  κακίαν  του  Διαβόλου  όπου  'μέλλετο  να  έκχυση  εις  τήν  άγίαν 
έκκλησίαν  μετά  τήν  θείαν  του  άνάληψιν,  προεΐπεν  ήμΐν  "βλέ- 
πετε   μή  τις    πλανήση    υμάς,    8τι    εν  τοις  έσχάτοις    καιροΓς  και 

10  χρόνοις  έγερθήσονται  πολλοί  ψευδόχριστοι  και  ψευδοπροφήται,  και 
πλανήσουσι  πολλούς".  Ό  ουν  Σατανάς  ό  πονηρός  και  δόλιος, 
ό  πατήρ  του  ψεύδους,  έμεταχειρίστηκε  πολλούς  ως  όργανον,  ως 
τους  τυράννους  Διοκλητιανόν  ΜαΕιμιανόν  (λέγομεν)  και  τους  λοι- 
πούς άθεους  είδωλολάτρας,  και  έζήμεσε  δι'  αυτών  πασάν  του  τήν 

15  κακίαν  κατά  τών  χριστιανών,  πάσχοντας  να  έλκυση  πάλιν,  ως 
και  πρότερον,  τό  άνθρώπινον  γένος  εις  άπώλειαν  καΐ  είδωλολα- 
τρείαν,  διά  να  μήν  ισχυση  νά  άνέβη  όθεν  κατήλθε.  Άλλα  μα- 
ταίως έπονηρεύσατο  διά  τούτο,  και  εγείρει  δεύτερον  πόλεμον  άλ- 
λεοτρόπως•  και  ώσπερ  εισήλθε  ποτέ  μέσα  εις  τον  παράδεισον  και 

20  τη  πονηρία  του  έξέωσε  τους  πρωτοπλάστους,  οΰτω  πάλιν  είσήλθεν 
εΙς  τόν  δεύτερον  παράδεισον,  εις  τήν  έκκλησίαν  δηλαδή,  και 
έμβήκεν  εις  τίνων  άνοήτων  καρδίας,  εις  τόν  *Αρειον  δηλαδή,  Νε- 
στόριον,  Μακεδόνιον  και  εΙς  τήν  λοιπήν  μιαράν  αυτών  όμή- 
γυριν,  καθώς  ποτέ  εις  τόν  δφιν,  καΐ  εσπειρεν  εις  αοτοος  ζιζάνια 

25  και  αιρέσεις,  και  έμεθοδεύθη  διά  τών  μιαρών  τούτων  οργάνων 
ό  παμμίαρος  νά  κάμη  τρόπους  και  πανουργίας,  όπου  νά  έξωση 
πάλιν  τό  άνθρώπινον  γένος,  τους  ορθοδόξους  λέγομεν  χριστιανούς, 
άπό  τήν  όρθοδοξίαν  και  ευσέβειαν  και  νά  τους  ρίψη  εις  δλεθρον 
αιρέσεων  και  απωλειών.  Άλλ'  ό  ψυχοσώστης  ημών  κύριος  Ίησους 

30  Χριστός  ου  παρεϊδε  καΐ  αύθις  τό  πλαστουργημα  τών  έαυτοΰ  χει- 
ρών, ούδ'  άφήκε  τήν  ράβδον  τών  αμαρτωλών  έπι  τόν  κλήρον  τών 
δικαίων.  "Ηγειρε  τους  θεοφόρους  ημών  πατέρας,  καΐ  αυτούς  τους 
έκκλίνα^/τας    εις    τάς    παραγγελίας  και  άπασαν  τήν  μιαράν  αυτών 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  391  — 

α?ρ6σιν,  το  γέννημα  και  μηχανούργημα  του  Διαβόλου,  της  εκ- 
κλησίας του  συνοδικώς  άπεσκοράκισαν  και  ώς  αμετανόητους  και 
αλαζόνας  τω  άναθέματι  καθυπέβαλον,  ήμας  δε  έδίδαξαν  πώς  δει 
φρονεΤν  καΐ  πιστεύειν  τά  της  άγιας  ημών  εκκλησίας  δόγματα. 
Ίδών  δε  πάλιν  ό  κακεργάτης  Διάβολος,  δτι  καΐ  πάλιν  αυτή  5 
ή  πονηρία  του  κατ  αύτοΰ  έτράπη,  έτρώ&η  την  καρδίαν  δεινότε- 
ρον,  καί  τίνα  δργανα  έτυηρμένα  και  αλαζονικά  εύρων  και  της 
υπερηφανίας  του  και  της  κακίας  του  δοχεία,  έδιήγειρεν  εις  τους 
παρόντας  καιρούς,  δια  τό  πληθυνθηναι  τήν  άνομίαν,  τους  Φράτο- 
ρας,  ήγουν  Φραγγοπατέρας,  τους  προδρόμους  του  Αντίχριστου,  ία 
οι  όποιοι  λύκοι  άρπαγες  δντες  εισηλθοσαν  με  ένδυμα  προβάτου» 
εις  τους  απλούστερους  χριστιανούς,  θεού  παραχωρήσει  και  συνερ- 
γία του  διδασκάλου  αυτών  μισοκάλου  Δια(3όλου,  και  έδίδαξαν  αυτούς 
οι  ανόσιοι  και  θεοστυγεΐς  νέαν  πίστιν,  η,  βέλτιον  ειπείν,  αϊρεσιν 
χείρονα  τών  προγεγονότων.  *Ω,  και  τί  πονηρίαν  ή  δολεράν  μη-  ΐ5 
χανουργίαν  δεν  μεταχειρίζονται  εις  το  νά  απατούν  τόν  άπλοϊκόν 
λαόν  του  Χρίστου;  Τπερέβαλον  αναμφιβόλως  εις  την  κακίαν  ου 
μόνον  τους  προϋπάρξαντας  αιρετικούς,  άλλα  τολμώμεν  ειπείν  και 
αυτόν  τόν  διδάσκαλόν  τους  Διάβολον.  Και  πρώτον  μέν  διδάσκουν  θεο- 
σέββιαν,  έπειτα  άγάπην  εχειν  προς  αλλήλους,  και  τελευταΐον  άλλους  20 
μέν  δια  χρημάτων,  άλλους  δε  διά  το  άνετον  της  τρυφής  και  της 
λαιμαργίας  δλκουν  εις  την  άπώλειαν.  Και  τί  πρώτον  ή  ύστερον 
νά  ειπουμεν  έργον  της  κακίας  αυτών;  Δεν  θέλει  μας  έξαρκέσει 
άπας  ό  καιρός  νά  περιγράψωμεν  ένα  προς  δνα  τά  μιαρά  και  ά8ε- 
μιτούργητα  αυτών  έργα•  οι  όποΤοι,  ώς  ήκουσαμεν,  έφθασαν  καΐ  25 
δως  εις  ύμας  και  πολλά  έλυττήθημεν.  Διά  τούτο  γράφομεν  πα- 
ραινοΰντες  ύμας  απαντάς,  άρχιερεΓς  τε  και  ιερείς,  άνδρας  τε  και 
γυναίκας,  νά  φεύγετε  άπ'  αυτών  ώς  άπό  προσώπου  δφεως•  διότι 
ού  μόνον  είναι  αιρετικοί,  άλλα  και  ενάντιοι  εΙς  δσα  ό  κύριος 
ημών  Ίησους  Χριστός  καΐ  οί  θεΐοί  του  κότι  ιεροί  απόστολοι  και  30 
θείοι  πατέρες  έδογμάτισαν.  Ό  Χριστός  φωνάζει  μεγαλοφώνως  εις 
τό  θεΐόν  του  και  ιερόν  εύαγγέλιον,  δτι  *"  στενή  και  τεθλιμμένη 
είναι  ή  οδός  ή  άπάγουσα  ήμας  εις  τήν  βασιλείαν  τών  ουρανών"• 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  392  — 

αύτοΙ  χηρύττουν  άνερυ&ριάστως  πλατεΓαν  και  εόρυχωρον,  δίδοντες 
δδειαν  εις  τόν  έΕαπατη&έντα  παρ'  αυτών  λαον  ποιείν  έργα  χεί- 
ριστα των  έθνιχών  καΐ  του  ίερου  ευαγγελίου  άμυήτων.  Ό  Χρι- 
στός (χέ  τό  ιδιόν  του  στόμα  εΤπεν  πώς  το  πνεύμα  το  δγιον  έκ- 
6  πορεύεται  έκ  του  πατρός-  αυτοί,  ως  δήθεν  διορ&ουμενοι  αυτόν, 
έπρόσθεσαν  €καΙ  έκ  του  οίοο'»,  καΐ  ούτω  συγχύζουν  τήν  άγίαν 
άσύγχυτον  τριάδα,  τετράδα  αυτήν  ποιουντες  και  μη  αίσ&ανόμενοι 
οι  δείλαιοι  δτι  κατακρημνίζονται  εις  πολυ&εΐαν  ή,  μάλλον  ειπείν, 
άθεΐαν.   Ό  Χριστός  μας  έπαράδωσε  νά  Ιερουργουμεν  με  ενζυμον 

10  καΙ  τέλειον  δρτον,  αύτοΙ  δέ  ώς  Ιουδαίοι  προσφέρουσιν  δζυμον  χαι 
ατελή.  Ό  Χριστός  μας  έφανέρωσε  δύο  τόπους,  βασιλείαν  αΐώνιον 
χαι  κόλασιν  αυτοί,  ώς  δήθεν  σοφώτεροι  αύτου,  έπρόσθεσαν  καΐ 
τρίτον  τόπον  και  τόν  ώνόμασαν  πουργατόριον.  Τό  στόμα  του 
Χρίστου,    ό  μακάριος    Παύλος,    φωνάζει  8τι  τών  αγίων  αϊ  ψυχαι 

15  δεν  άπέλαβαν  τέλειον  στέφανον  αύτοΙ  έναντιούμενοι  λέγουν  έλα- 
βαν. Ό  αυτός  πάλιν  εΙς  δλας  του  τάς  έπιστολάς  κεφαλήν  της 
εκκλησίας  τόν  Χριστόν  κηρύττει*  αύτοι  άπαρεσκόμενοι  καΐ  τω 
Χριστώ  άνθιστάμενοι,  λέγοντι  "  εδόθη  μοι  πάσα  εξουσία  έν  ούρανώ 
και  έπι  γης",  θέλουσι    νά  κηρύττωσι  τόν  άκέφαλον  αυτών  πάπαν 

20  κεφαλήν  τής  εκκλησίας.  Ό  Χριστός  λέγει  "ουδείς  άναμάρτητος, 
ει  μή  εΓς  ό  θεός'•  αύτοι  θεοποιοΰντες  ώς  άλλοι  έλληνες  και  άνθρω- 
πολάτραι  ποιουσιν  αυτόν  άναμάρτητον.  Και  επειδή  τό  άναμάρ- 
τητον,  ώς  εΐπομεν,  είναι  ίδιον  μόνον  του  θεού,  ό  πάπας  πώς 
δεν    εΤναι    θεός    εΤναι    φανερόν    ού  μόνον    εις  τους  νουνεχείς  χαι 

25  φρόνιμους,  άλλα  χαΐ  εις  εκείνον  όπου  εΤναι  ύστερημένος  άπό  νουν  χαΐ 
διάνοιαν.  Λοιπόν  δεν  τόν  κάμνουν  με  τούτο  άναμάρτητον,  άλλ'  άντί- 
ι)εον.  Ό  Χριστός,  οί  άγιοι  απόστολοι,  οι  θεοφόροι  πατέρες,  μας 
ένομο&έτησαν  τάς  αγίας  νηστείας•  αύτοι  τάς  αναιρούν  καΐ  δίδουν 
άδειαν   εις    τόν  άκολουθήσαντα    αυτούς    λαόν  καταλύειν  κρέας  και 

30  ώά  είς  αύτάς  και  νά  βαπτίζουν  και  νά  ύπανδρεύωνται.  Και  τί 
νά  διηγούμεθα  καΐ  νά  λέγωμεν  κατά  πλάτος  τήν  άθεον  αυτών 
αϊρεσιν  όπου  άφηπλώθη  πανταχού  και  ήκούσθη  ή  κακία  των  εις 
άπασαν  τήν  οίκουμένην;  Φεύγετε  μόνον,   ώς  εϊπομεν,   παρ'  αυτών 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  393  — 

ώς  από  προσώπου  πυρός,  καΙ  ούτε  κδν  χαφετισμου  αυτούς  μή 
άςιοΐτε,  διότι  χατά  τον  μέγαν  Βασίλείον  "ούχ  εστί  λέγειν  αίρετι- 
κοΐς  χαίρειν".  Ή  βλά^η  και  ή  ζημία  δεν  εΤναι  περί  φθαρτών 
και  έπικήρων  πραγμάτων,  άλλα  περί  ψυχής*  καΐ  εάν  τον  κόσμον 
δλον  κερδήσωμεν  και  αυτήν  άπολέσωμεν,  τί  τό  δφελος;  Γρηγο-  5 
ρεΐτε  τοίνυν,  Ι'να  μή  παραδώσητε  εαυτούς  εκουσίως  τω  αίωνίω  πυρί. 

Έτι  σας  παραγγέλλομεν  νά  φυλάγεσθε  άπό  τα  παράνομα  συ- 
νοικέσια και  μετά  των  Αρμενίων  μή  κάμνετε  τελείως  υπαν- 
δρίας,  καθώς  σας  έπρογράψαμεν  διότι  ή  εκκλησία  μας  δεν 
συγχωρά  ουδόλως  μετ'  αυτών  συνοικέσια,  και  τους  παραβαίνοντας  10 
αφορίζει.  Φυλάττετε  άπαρασαλεύτους  καΐ  τάς  αγίας  τεσσάρας  νη- 
στείας• ομοίως  Τετράδα  και  Παρασκευήν,  χωρίς  ψαροφαγίαν  διότι 
εΤναι  δρος  εκκλησιαστικός.  ΚαΙ  τήν  μεν  Τετράδα  νηστεύομεν,  διότι 
εις  αυτήν  εγίνεν  ή  προδοσία  του  Κυρίου  μας  παρά  του  Ιούδα* 
τήν  δε  Παρασκευήν,  δτι  υψώθη  έπι  σταυρού•  και  με  τό  νά  Ιγι-  15 
ναν  ταύτα  πάντα  διά  τήν  σωτηρίαν  ημών,  δέον  έκριναν  οι  άγιοι 
απόστολοι  και  θεοφόροι  πατέρες  νά  νηστευωμεν  εις  αύτάς,  διά 
νά  εχωμεν  πάντοτε  εΙς  μνήμην  τά  δγια  πάθη  του  Χρίστου. 

Οι  επάρατοι   ούτοι  Φραγγοπατέρες  έχώρησαν  και  εις  τον  άγιώ- 
τατόν  μου  θρόνον    άμελεία  τών    προπατριαρχευσάντων    αγίων  πα-    20 
τριαρχών  και  έξέμεσαν  άπαντα  τόν  παπικόν  αυτών  ιόν,  και  πολ- 
λούς τών  απλούστερων  έσυραν  εις  τό  μιαρόν  αυτών  δόγμα.   Ίδόν- 
τες  ημείς  τό  τοιούτον  δεινόν,   άντεστάθημεν  καΐ  άντιστεκόμεθα  εις 
α6τοί}ς  μέχρις  αϊματος,  ους  και  θεία  χάριτι   άπεσκορακίσαμεν  ώς 
λυμεώνας  και  φθορεΤς  του  λογικού  ημών  ποιμνίου,   τό  όποιον  ένε-    25 
πιστεύθημεν    ποιμαίνειν    παρά    του  άρχιποίμενος    Χρίστου.    "Εως 
ου  νά  τους  άποβάλωμεν  δμως  ετρεζαν  πολλά   έξοδα  είς  τους  κρι- 
τάς,    υπέρ    τά    πεντήκοντα    πουγγία,    και    ένεχόμεθα     τανυν    υπό 
χρέος    βαρυτατον.    Και    άναλογισάμενοι    ήμεΤς    τό    τοσούτον  βαρύ 
φορτίον    του  χρέους,  εις    νουν  έβάλαμεν    έξελθεΐν    εΙς  περιήγησιν    30 
του  άγιωτάτου    ημών  θρόνου,  πρώτον    μεν  διά    νά  έπισκεφθώμεν 
τά  πνευματικά    ημών    τέκνα,   ήτοι  τήν  εύγενείαν    σας,   ετι    δε  νά 
εύλογήσωμεν    και    νά    άγιάσωμεν    τους    ευλογημένους  σας    τόπους 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  394  — 

χαΐ  οίκους.  Στοχασθεντες  δε  πάλιν  μετά  την  άποδημίαν  ημών 
μήπως  χαΐ  εδρουν  εύχαφίαν  χαΐ  διασπαράξουν  χαΐ  τους  έναπο- 
λειφθέντας  χριστιανούς,  έμεταμελήθημεν  χαΐ  διά  τοδτο  δέον 
έκρίναμεν  καΐ  έπάναγκες  πέμψαι  προς  υμάς  τόν  εύλαβέστατον 
5  εν  μοναχοΐς  γερο-Άγάπεον,  άνδρα  ένάρετον  και  του  θρόνου  τέ- 
κνον  γνησιώτατον,  να  συνάξη  την  έφετεινήν  νουρίαν  και  βοή-, 
θειαν  του  θρόνου,  γυρίζοντας  όμου  εΙς  τα  ευλογημένα  σας  όσπί- 
τία  και  συνάζοντας  ιδιοχείρως  την  βοήθβιάν  σας.  Και  λοιπόν, 
τέκνα,  δεχθήτέ  τον  μετ'  εύμενείας    καΐ  βοηθήσατε    και  ελεήσατε 

10  πλουσία  χειρί,  αρχιερείς,  ιερείς  τε  και  λαϊκοί  συν  γυναιζΐ  καΐ 
τέκνοις,  την  μητέρα  σας  άγίαν  του  Χρίστου  έκκλησίαν  της  με- 
γάλης θεουπόλεως  Αντιοχείας,  έν  τοιούτοις  καιροΤς  μάλιστα  όπου 
δεΐται  βοηθείας  και  συνδρομής  παρ'  υμών.  Ό  ψυχοσώστης  ημών 
Κύριος  έν  τω   [ερώ  αύτου  εύαγγελίω  πολλούς  και  διαφόρους  τρό- 

15  πους  σωτηρίας  έδειξε  τοις  εις  αυτόν  πιστεύουσιν,  τους  οποίους  με- 
τερχόμενοι  γενήσονται  άξιοι  κληρονόμοι  της  ουρανίου  αύτου  βασι- 
λείας. Υπέρ  πάντας  περισσότερον  τους  παρακινεί  να  μετέρχωνται  τό 
θεάρεστον  έργον  της  ελεημοσύνης•  διό  και  αυτούς  μακαρίζει,  "μα- 
μάριοι"  λέγων  "οί  ελεήμονες,  δτι  αύτοι  έλεηθήσονται".  Και  άλ- 

20  λαχου  προστακτικώς  εντέλλεται  ήμΤν,  "γίνεσθε"  λέγων  "οίκτίρ- 
μονες,  καθώς  και  ό  πατήρ  ημών  ό  ουράνιος  οικτίρμων  εστί".  Και 
δίά  νά  ειπουμεν  έν  συντομίοτ,  ή  παλαιά  και  νέα  γραφή,  οί  από- 
στολοι και  οί  θεοφόροι  πατέρες  τους  ελεήμονας  μακαρίζουν.  Λοι- 
πόν καΐ  ύμεΐς  ως  ύττήκοοι  κατά  πάντα  εις  τάς    έντολάς  χαΐ  προ- 

25  σταγάς  του  Κυρίου  ημών  και  ως  τέκνα  γνησιώτατα  του  άγιωτά- 
του  τούτου  θρόνου,  βοηθήσατε  με  δαψιλεστέραν  βοήθειαν  τούτον, 
και  νά  μήν  έχη  αδειαν  ούδεις  τών  αρχιερέων  ή  τών  ιερέων  νά 
έμποδίση  τους  χριστιανούς  άπό  του  νά  βοηθήσουν  τό  κατά  δύνα- 
μιν,  έν  βάρει  αργίας.  Γράψετε  ομοίως  και  τά  τίμια  σας  ονόματα 

30  διά  νά  μνημονεύωνται  εις  την  μβγάλην  έκκλησίαν  του  άγιωτοιτου 
ημών  θρόνου.  Ούτω  ποιήσατε,  τέκνα  έν  Χριστώ  αγαπητά,  και 
θέλετε  δξει  τόν  πρωτοκορυφαΤον  τών  αποστόλων  Πέτρον  βοηθόν 
τε  καΐ  πρεσβευτήν  ενώπιον  του  δικαίου  κριτου  τω  καιρώ  της  δι- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  395  — 

καίας  άνταποδόσεως  χαΐ  ήμδς  διά  παντός  εύχέτας  προς  θεόν 
δεαπύροϋς,  παρακαλοδντας  ημέρας  τε  χαΐ  νυχτός  τον  πολύν  έν 
έλεει  θεόν,  δπως  ευλογ-^  τα  υπάρχοντα  υμών  ως  του  Αβραάμ 
Ίσαάχ  χαΐ  Ίαχώβ,  χαΐ  νά  αύξάνη  χαι  να  πληθύνη  την  περιουσίαν 
σας  τίάί  νά  χαρίζ>]  προχοπήν  των  τεχνών  σας,  τέλος  δε  να  σας  5 
δεατηρη  στερεούς  εις  την  άμώμητον  πίστιν  του  χριστιανιχου  χαΐ 
ορθοδόξου  φρονήματος,  ετι  δε  νά  σας  άςιώστ]  μετά  γήρας  βαθύ- 
τατον  και  της  ουρανίου  αύτου  βασιλείας  έν  Χριστώ  Ίησου  τω 
χυρίω  ημών,  ου  ή  χάρις  και  τό  άπειρον  έλεος  και  ή  ευχή  της 
ημών  μετριότητος  εΐη  μετά  πάντων  υμών  αμήν.  Έν  έτει  σωτη-  10 
ρι'ω    αψλδ'  (1734). 


11. 

(Νεοφύτου    Κωνϊταντινουπόλεως    άποx2τάατ37^ς    (ερεων    ορΟοοόξων   έν  Χαλειτίω 
παρά  των  «ιαττιστών  άποβληΟέντων  και  καΟαιρεί^έντων)  *. 

Νεόφυτος  ελέω  θεού  αρχιεπίσκοπος  Κωνσταντινουπόλεως,  Νέας 
Τώμης,   και  οικουμενικός  πατριάρχης.  15 

Εντιμότατοι  κληρικοί  της  άγιωτάτης  μητροπόλεως  Χαλεπίου, 
και  ευλαβέστατοι  ιερείς  και  χρήσιμοι  άρχοντες  και  γέροντες  και 
πραγματευται  καΐ  λοιποί  άπαζάπαντες  ευλογημένοι  χριστιανοί  της 
πολιτείας  ταύτης,  τέκνα  έν  Κυρίω  αγαπητά  της  ημών  μετριότητος, 
χάρις  εϊη  ύμίν  άπασι  και  ε?ρήνη  από  θεού  και  παρ'  ημών  ευχή  20 
ευλογία  καί  συγχώρησις.  Επειδή  εγνωμεν  και  έβεβαιώθημεν  κα- 
λώς, δτι  μερικοί  άπό  τους  αυτόθι  έν  τη  πολιτεία  Χαλεπίου  ευρι- 
σκομένους ορθοδόξους  ιερείς,  με  τό  νά  έφύλαττον  ακριβώς  τά  ορθά 
και  πατροπαράδοτα  δόγματα  της  ανατολικής  του  Χρίστου  εκκλησίας 
καί  της  ευσεβούς  ημών  πίστεως,  και  με  τό  νά  μήν  έδέχονταν  τόν  25 
παπισμόν  και  τό  σχίσμα  της  λατινικής  κακοδοζίας,  τους  άπέβαλα^> 
και  τους  άπεδίωξαν  αδίκως  άπό  τάς  εκκλησίας  καΐ  ενορίας  των  και 
τους  έκαταφρόνεσαν  κάΙ  τους    έχουν    τάχα    ώς    καδηρημένους  καί 

»  Κωδ.  πατρ.  'Ιζροοολ.  124,  φ.  30?. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  396  — 

άποβεβλη μένους  έκεΓνοι  όπου  εύρι'σχονται  εις  το  ψευδός  και  άπά- 
την  του  παπισμού,  και  έμειναν  οι  αύτό&ι  ορθόδοξοι  χριστιανοί 
έστερημένοι  από  την  έπίσκεψιν  των  τοιούτων  ορθοδόξων  ιερέων 
δθεν  μή  υποφέροντες  νά  παραβλέψωμεν  άδιόρθωτον  το  τοιούτον 
5  κοινόν  κακόν  και  την  έίδικον  δβριν  των  ιερέων  τούτων,  ιδού  γρά- 
φοντες διά  του  παρόντος  άποφαινόμεθα  συνοδικώς  μετά  των  περί 
ήμας  ίερωτάτων  αρχιερέων  καΐ  ύπερτίμων,  των  έν  άγίω  πνευματι 
αγαπητών  ημών  αδελφών  και  συλλειτουργών,  ϊνα,  δσοι  και  δποιοι 
είναι  οι  αυτόθι  ευρισκόμενοι  ρηθέντες  ίερεΤς,  οι  όποΓοι  δντες  εύ- 

10  σεβεΐς  και  ορθόδοξοι  καΐ  φυλάττοντες  ακριβώς  και  άνοθεύτως  τα 
δόγματα  της  ανατολικής  του  Χρίστου  εκκλησίας  καΐ  της  ευσε- 
βούς ημών  πίστεως  και  πολιτευόμενοι  άμέμπτως  καΐ  όσίως 
και  άποστρεφόμενοι  τόν  παπισμόν  και  τήν  λατινικήν  κακοδοξίαν 
έφθασαν  νά  αποβληθούν  καΐ  άποδιωχθουν   αδίκως  καΐ  παραλόγως 

15  άπό  τάς  εκκλησίας  καΐ  ενορίας  των  καΐ  νά  καταφρονώνται  τάχα 
ως  καθηρημένοι  έκ  μέρους  τών  παπιστών  και  λατινοφρόνων,  οι 
τοιούτοι  ίερεΐς,  ως  τέκνα  γνήσια  της  μητρός  ημών  μεγάλης  του 
Χρίστου  εκκλησίας  και  ως  ζηλωταΐ  της  ευσέβειας  και  τών  ορθών 
δογμάτων,    εΐησαν    συγκεχωρημένοι    και    ευλογημένοι    παρά  θεού 

20  κυρίου  παντοκράτορος,  και  έχέτωσαν  τάς  εύχάς  καΐ  ευλογίας  πάν- 
των τών  αγίων  και  θεοφόρων  πατέρων  της  εκκλησίας,  Ιτι  δε 
έχέτωσαν  καΐ  τό  ενεργούν  της  Εερωσύνης  αυτών  άκωλότως  και 
άνεμποδίστως,  συμφορούμενοι  και  συλλειτουργούμενοι  καΐ  ως  ίε- 
ρεΐς τιμώμενοι  και  τήν  χείρα  άσπαζόμενοι  και  εισοδήματα  καΐ  τάς 

25  έκκλησιαστικάς  ενορίας  αυτών  καρπούμενοι  και  της  προσηκούσης 
περιποιήσεως  καΐ  υποδοχής^  ως  ευσεβείς  και  ορθόδοξοι  παρά 
πάντων  τών  ευσεβών  άξιούμενοι  και  αθώοι  και  άνέγκλητοι 
και  ελεύθεροι  γνωριζόμενοι  άπό  πάσης  ύβρεως  και  ατιμίας 
και    άπό    της    ψευδοσχεδιασθείσης    τάχα    κατ'     αυτών    καθαιρέ- 

30  σεως.  "Οστις  δε  και  δποιος  τών  αυτόθι  χριστιανών  θελήσει 
έναντιωθήναι  είς  τους  ρηθέντας  ορθοδόξους  ίερεΐς  και  τολμή- 
σει οϊω  δή  τινι  τρόπω  έμποδίσαι  αυτούς  ή  άπό  του  έκτελεΐν  τά 
της  ίερωσύνης,  ή  άπό  του  άναλαβεΐν  τάς  άς  είχον  πρότερον    καΐ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  397  — 

έψαλλον  έχχλησίας  χαΐ  ενορίας  έν  τη  πολιτεία  ταόττ],  ή  άπό  των 
άνηχόντων  εις  αυτούς  έχχλησιαατιχών  εισοδημάτων,  χαΐ  ενοχλήσει 
χαι  ζημιώσει  αυτούς  κατά  τι,  ό  τοιούτος  ιερεύς  μεν  ων  αργός 
έστω  πάσης  ίεροπραξίας  χαι  έστερημένος  παντός  έχχλησιαστιχου  ει- 
σοδήματος, λαΐχός  δε  άφωρισμένος  χαι  χατηραμένος  άπό  θεοΰ  5 
χυρίου  παντοχράτορος  χαΐ  ασυγχώρητος  χαι  μετά  θάνατον  άλυτος 
χαι  πάσαις  ταΤς  πατριχαΤς  και  συνοδιχαΐς  άραΐς  υποκείμενος.  Ούτω 
γενέσθω  καΙ  μη  άλλως,  έζ  αποφάσεως•  ή  δε  του  θεοΰ  χάρις 
ειη  μετά  πάντων  υμών.  Έν  μηνι  ιουνίω  ινδιχτιώνος  ιγ'  (1735). 

•|•  Ό  Καισαρείας  Παρθένιος.  10 

•|•  Ό  Νικομήδειας  θεόκλητος. 

•|•  Ό  Χαλκηδόνος  Καλλίνικος. 

•|-  Ό  Βερροίας  Ιωακείμ. 

•|•  Ό  Πισιδείας  Κοσμάς. 

+  Ό  Τόδου  Ιερεμίας.  15 

•|•  Ό  Φερσάλων  Ίάκω|3ος. 

•|•  Ό  Μαρώνειας  — 

'Ι-  Ό   Σίφνου  Νεόφυτος. 


12. 


(Σεραφείμ    *  Αντιοχείας    ά-ανταχουσα    ζητείας    ττρός  άνοιχοδομήν  έχχλησίας  του  20 

αγίου  Νιχολάου  έν  Άδάνοις)  '. 

Ίερώτατοι  μητροπολΐται  και  υπέρτιμοι,  θεοφιλέστατοι  αρχιε- 
πίσκοποι και  επίσκοποι,  έν  άγίω  τυνεύματι  άγατυητοι  ημών  αδελ- 
φοί και  συλλειτουργοί,  εντιμότατοι  κληρικοί  έκαστης  επαρχίας  και 
πόλεως,  ευλαβέστατοι  ιερείς,  όσιώτατοι  ιερομόναχοι,  ευγενέστατοι  25 
άρχοντες,  χρήσιμοι  πραγματευταΐ  καΐ  καραβοκύριοι,  έπίτροποί  τε 
τών  εκκλησιών,  πρωτομαγίστοροι  καΐ  μαγίστοροι  τών  ρουφετίων 
καΐ  λοιποί  άπαζάπαντες  ευλογημένοι  χριστιανοί,  τέκνα  έν  Κυρίω 
άγαττητά  της  ημών  μετριότητος,   χάρις    εϊη    ύμΤν  άπασιν.   ειρήνη 

»  Κωδ.  πατρ.  Ίεροσ.  124,  φ.  ΙΟβ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  398  — 

τε  καΐ  έλεος  άπό  θεοδ  παντοχράτορος  χαΐ  κυρίου  ημών  Ίησου 
Χρίστου,  παρά  δε  του  άγιου  ένδόζου  πανευφήμου  αποστόλου  πρω- 
τοκορυφαίου  Πέτρου  και  πρώτου  ιεράρχου  της  μεγάλης  θεουπό- 
λεως  Αντιοχείας  βοήθεια,  αγιασμός  και  επίσκεψις,  παρ'  ημών  δε 
5    ευχή   ευλογία  και  συγχώρησις. 

Πλείους  οδούς  σωτηρίας  ό  φιλάνδρωπος  Ίησους  έν  τώ  ίερώ 
αυτού  εύαγγελίω  ήμΐν  ύποδέμενος,  συντομωτέραν  τών  λοιπών  και 
εύχερεστέραν  την  της  ελεημοσύνης  ύπέδειζε,  δι'  ης  οι  δν&ρωποι 
άκόπως  έν  τξ  τών  ουρανίων  αγαθών    απολαύσει  γενησόμεθα,  "α 

10  οφθαλμός  ουκ  οΤδε  και  ους  ουκ  ήκουσε,  και  έπΙ  καρδίαν  άν- 
θρωπου ουκ  άνέβη",  κατά  τό  άποστολικόν  θεΓον  λόγιον.  Ή  ούν 
πρόξενος  τών  τοιούτων  και  τοαοότω^  αγαθών  ελεημοσύνη  και  έν 
άλλοις  παρεχομένη  ουδέν  ήττον  εις  ψυχικήν  σωτηρίαν  συμβάλλει, 
μάλιστα  δε  εις  άνακτίσεις  ιερών  σκηνωμάτων    και  εγέρσεις  θείων 

15  ναών^  ων  τήν  εύπρέπειαν  και  διαμονήν  ύπεραγαπαν  ήμας  ό  προ- 
φητάνας  Δαβίδ  εκπαιδεύει,  έν  τω  λέγειν  "  Κύριε,  ήγάτυησα  εύ- 
πρέπειαν οίκου  σου  καΐ  τόπον  σκηνώματος  δόξης  σου".  Τοιγα- 
^^οι}ν  υπό  τον  άγιώτατον  και  άποστολικόν  θρόνον  της  θεουπόλεως 
Αντιοχείας  και  διά  τήν  έπαρχίαν  Παγ^ασίου,    εις    χώραν  καλου- 

20  μένην  "^Αδαναν,  διατελεί  θειος  ιερός  και  σεβάσμιος  ναός  του  οσίου 
και  θεοφόρου  πατρός  ημών  Νικολάου  του  θαυματουργού,  ό  όποΤος 
σαθρωθεις  έκ  τών  παρελθόντων  μεταξύ  χρόνων  κατεκρημνισθη 
^ως  εδάφους,  άφόρητον  προξενήσας  λύπην  τοις  έκεϊσε  χριστιανοΤς* 
ο'ίτινες  και  μή  έχοντες  ίλλην  ψυχωφελή    παραμυθίαν    ήβουλήθη- 

2δ  σαν  και  αύθις  άνεγεΐραι  τόν  θεΤον  τούτον  ναόν.  "Οθεν  και  μή 
δυνάμενοι,  ως  δντες  στενοχωρημένοι  λίαν  άπό  τάς  αλλεπάλλη- 
λους καταδρομάς  και  πλείονα  δοσίματα  τών  κρατούντων,  έγνωσαν 
προσδραμεΐν  εις  τά  εύσυμπάθητα  και  φιλάδελφα  σπλάγχνα  υμών 
τών  φιλευσεβών.   Διό  δή  και   πέμπουσι    προς    τψ  ύμετέραν  άγά- 

30  πην,  χάριν  ελέους  και  βοηθείας,  τόν  εύλαβέστατον  έν  ίερευσι 
παπα  κυρ  Μιχαήλ,  δντινα  δεξάμενοι  ευμενώς  συνδράμετε  και 
βοηθήσατε  αύτώ  έργω  τε  και  λόγω  και  έλεημοσύνην  έπίδοτε 
πλουσία  χειρί,   δ  μεν  πολύ,   δ  δε  ολίγον,   έκαστος   καθά  έκ  θεού 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  399  — 

φωτισθη,  ϊνα  δώ  της  θεαρέστοο  υμών  ελεημοσύνης  αοτοι  μεν 
δυνηθωσιν  άνακαινίσαι  το  ιερόν  τούτο  τέμενος,  ύμεΐς  δε  ως  νέοι 
χτήτορες  πρόθυμοι  δξητε  έν  αυτω  το  μνημόσυνον  άκατάπαυστον, 
μνημονευόμενοι  μετά  των  γονέων  υμών,  καΐ  τους  μισθούς  πολλα- 
πλασίους παρά  του  μισθαποδότου  θεοΰ  χαΐ  του  αύτου  θεράποντος 
πατρός  ημών  Νικολάου  καΐ  ζωήν  την  αίώνιον  κληρονομήσητε  έν 
Χριστώ  τω  κυρίω  ημών  ου  ή  χάρις  και  τό  δπειρον  έλεος  καΐ  ή 
ευχή  καΐ  ευλογία  της  ημών  μετριότητος  εϊη  μετά  πάντων  υμών. 
αψλθ',  δεκεμβρίου  ιε'  (1739). 


13. 

(ΈγΛΟ'Ζΐς  αδείας  ΐνι  χε:ροτονη•}η  άρχιερευς  του  πατριαρχΓΛοΰ  θρόνου  *  Αλεξαν- 
δρείας έν  Ίεροσολύ|λθΐς)  '. 

-|-  Ματθαίος  ελέω  θεού  πάπας  καΐ  πατριάρχης  της  μεγάλης    ίο 
πόλεως  Αλεξανδρείας  και  κριτής  της  οίχουμένης. 

•(•  Πανοσιώτατε  άρχιμανδρΐτα  και  επίτροπε  του  παναγίου    και 
(ί,ΐύοΜχοο  Τάφου  κυρ  Ιωακείμ,    υιέ  έν   Κυρίω    αγαπητέ    και  πε- 
ριπόθητε  της  ημών    μετριότητος,    χάρις    ειη    τη    ίερωσύνη    σου, 
ειρήνη  τε  και  έλεος  παρά  θεού  πατρός    και  κυρίου    Ίησου    Χρι-    15 
στου  έν  άγίω  πνεύματι,  παρ'  ημών  δε  ευχή    ευλογία  και  συγχώ- 
ρησις.   Επειδή  και  της  μητροπόλεως  Λιβύης    απροστάτευτου  μει- 
νάσης  και  δίχα  γνησίου  ποιμένος  διατελούσης,  προβιβασθέντες  ήμεΤς 
ές  αυτής  θεία    βουλήσει    εις    τόνδε    τον  άγιώτατον    πάτρια ρχικόν 
και    άποστολικόν    θρόνον    της    Αλεξανδρείας,    δεΐν    έ'γνωμεν    ύτυερ    20 
αυτής  άποκαταστήσαι  γνήσιον  και    καθολικόν    αρχιερέα.    Διό  προ- 
κα?^ημένης  της   ημών   μετριότητος    μετά  τών  περί    ήμας  τιμιωτά- 
των  κληρικών,   ευλαβέστατων  ιερέων    και  λοιπών    αρχόντων    χρη- 
σίμων πραγματευτών,   εις  ευρεσιν  και  έκλογήν  τοιούτου  αξίου  προ- 
σώπου προβαλλομένων  εις  άποκατάστασιν  τής  ρηθείσης  επαρχίας,    2ό 
και  προβληθείς  είς  μέσον  ό  παρών  ημέτερος  λογιώτατος  και   άρ- 

*  Έ*Λ  του  πρωτοτύττου.  «Κώδηζ  διαφόρων  έ-Εσή|χων  εγγράφων»,  φ.  88. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  400  — 

χιμανδρίτης  κυρ  Ιωακείμ,  ως  μαρτυρηθείς  προ  χρονών  ικανών 
παρά  πδσι  τοις  υπό  του  καθ'  ή  μας  άγιωτάτου  τούτου  θρόνου  αζιος, 
δόκιμος  τε  και  Ικανός,  τίμιος  και  ενάρετος  καΙ  τα  θεία  καλώς 
πεπαιδευμένος,  κοιν^  γνώμη  καΐ  άποφάσει  έκλέχθη  ό  ρηθεις  άρ- 
5  χιμανδρίτης•  και  δή  ψήφων  νομίμως  και  κανονικώς  γενομένων 
έψηφίσθη  εις  το  προχειρισθήναι  νόμιμος  και  γνήσιος  μητροπολί- 
της Λιβύης.  Ήμεΐς  δ'  δμως  έχοντες  ανέκαθεν  και  έξ  αρχής  δκραν 
ζέσιν  και  θερμοτάτην  εύλάβειαν  εις  τον  πανάγιον  και  ζωοδόχον 
Τάφον,  ως  έκεΐσε  λαβόντες    και  ήμεΤς    την    άρχιερατικήν    άζίαν, 

10  [δού  όπου  στέλλομεν  αυτόθι  καΐ  τόν  ρηθέντα  υποψήφιον,  δπως 
λάβη  κατά  τήν  ανέκαθεν  εκκλησιαστική  ν  υποτύπωσιν  τη  χάριτι 
και  έζουσία  του  παναγίου  και  ζωοποιού  πνεύματος  το  άζίωμα  της 
άρχιερωσύνης,  και  χειροτονηθη  νόμιμος  και  γνήσιος  άρχιερεύς  της 
μητροπόλεως  Λιβύης•  δπερ  έξαγγείλαμεν  και  δι'  ημετέρων  γραμ• 

15  μάτων  τω  μακαριωτάτω  και  άγιωτάτω  πατριάρχη  των  Ιεροσολύ- 
μων κυρίω  Παρθενίω,  τω  έν  άγίω  πνεύματι  άγατυητώ  άδελφω 
και  συλλειτουργώ  περιποθήτω  της  ημών  μετριότητος.  Λοιπόν  πα- 
ρακαλουμεν  τήν  πανοσιότητά  της,  ως  επίτροπος  της  σεβάσμιας 
αύτου  μακαριότητος,    δπως  έπιμεληθη  και  συντρεξη  δι'  ήμετέραν 

20    χο^ρί^  εις  το    νά  χειροτονηθώ    και    νά  άποκατασταθη    άρχ ιερεύς. 
Και  ταύτα  μεν  ίίλις,  ή  δε  του  θεοΰ  χάρις  και  τό  δπειρον  έλεος 
καΐ  ή  ευχή  και  ευλογία  της  ημών  μετριότητος  εϊη  τη  αυτής  πα- 
νοσιότητι.  ^αψν^ί'  φεβρουαρίου  κα',  έξ  Αιγύπτου  (1750). 
•|•  Ό  Άλεςα^^δρείας  και  εν  Χριστώ  εύχέτης  σου  ^ 


14. 

25         (Κοσμά    πρώην    Σιναίου    μαρτυρία    περί    των  υπ*  αύτοΰ  άνευρεΒεισών  υπογραφών 
τών  έπισχόπων    Σκναίου,  δσοι  τήν  χειροτονίαν  αυτών  ειχον   έν  Ίεροσολύμοις)  ». 

-|-  ΈπεΙ  κατά  τους  της  αγίας  ημών  καθολικής  και  αποστο- 
λικής εκκλησίας  ιερούς  κανόνας  τών  αρχιερέων  Εκαστος  τήν  άνα- 

*  Ή  παρεπόμενη  οελις  έν  τω  χώβιχι  περιέχει  τήν  όμολογίαν  πίστεως  Ίωαχειμ 
υποψηφίου  μητροπολίτου  Λιβύης,  χαταστρω&εΐσα  τη  6  οπριλίου  έτους  1750. — *  Έχ  του 
πρωτοτύπου.  «Συλλογή  διαφόρων  εγγράφων  χαι  χώξηζ  τών  ιερών  υπομνημάτων»,  σ.  11. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  401  — 

φοράν   εχειν  προς  τι    των  ύπερχειμ^νων  προσώπων  οίώρισταε,  ϊν' 
ως    διά    μελών  τίνων    των  τε  προυχόντων    και    ύπο|3εβηκότων  ή 
της  εκκλησίας    ολομέλεια    σομπληροΓτο,   κεφαλήν  έχουσα  τον  κύ- 
ριον  ημών  Ίησουν  Χριστον,  δς  τω  ίδίω  αϋματι  φιλανθρώπως  αυτήν 
έξωνησάμενος  περιεποιήσατο,   τούτου  δή  χάριν  και  οι  της  έκκλη-     5 
σίας    ιεροί    ποιμενάρχαι    πνευματοκινήτως    θεσπιζουσι    τους    μέν 
μητροπολίτας     τοΓς    πατριάρχαις,    τους    δ'    αυ     επισκόπους    τοΐς 
μητροπολίταις  τήν  προσήκουσαν  μετ'  εύπει&είας  υπόκλισιν  έπιδεί- 
κνυσθαι.   Και  δή   και  οι  κατά  καιρούς  έν  τω  Σιναιω  άρχιερατεύ- 
σαντες  τούτο  σκοπούμενοι  μέχρι  του  χιλιοστού  έ;ακοσιοστου  έβδο-    10 
μηκοστου    έτους    και    ετι    έπέκεινα,   ως  οι  δροι  δηλοΰσιν,  ους  έν 
τω  της  χειροτονίας    αυτών    καιρώ  κανονικώς  καΐ  ιδιοχείρως  γρά- 
φοντες τω  άποστολικώ  τών  Ιεροσολύμων  θρόνω  απογεγραμμένους 
έν  κώδιξιν   ίεροϊς  παρετίθεντο,   δείγμα  της  προς  εκείνον  υποταγής 
έσομένους,    καλώς    και  είρηνικώς  διήγον,  τήν  προσήκουσαν  εύπεί-    15 
ί)ειαν  και  υπόκλισιν,   ως  εικός,  προς  εκείνον  τον  άγιώτατον  θρόνον 
έπιδεικνύμενοι    καί,  ώσπερ    έν  γράμμασιν    οίκειοχείροις  φαίνεται, 
τον  κατά  καιρούς  έκεΓσε  άγιώτατον  πατριάρχην  προστάτην  εαυτών 
ηδεσαν  καί  δεσπότην.   'Εξ  ου  δε  Άνανίας  και  ό  προ  ημών  Ίωαν- 
νίκιος    της  κατά    Χριστόν    και    έκνόμου  ταύτης  ύποκλίσεως  άπο-    20 
σκιρτήσαι    ρώμης    έγένοντο,    προς    τους    πάλαι  καλώς  κείμενους 
νόμους    άφηνιάσαντες,    ούκ    οΐδ'  δπως    και    τών  έν  τω  ίερώ  του 
αποστολικού  τών  "Ιεροσολύμων  θρόνου  κώδικι  υπογραφών  έκ  μέσου 
γεγονυιών    έκ  τούτου    δε  ταραχαΐ  όσημέραι  καί  συγχύσεις  τη   θ* 
αγία  εκείνη  μονή  καΐ  τω  μακαριωτάτω   καΐ  άγιωτάτω  πατριάρχη    25 
τών  Ιεροσολύμων    κυρίω  Δοσιθέω   έπεγείρεσθαι  συνέβη,  άτε  τών 
Σιναϊτών    τον  σφών  αυτών    έπίσκοπον    αύτοδέσποτον  ε7ναι  διαβε- 
βαιουμένων    και  μετά  τοσαύτας  έκκλησιαστικάς  και  συνοδικάς  ποι- 
νάς  καΐ   έπιτίμια  μεταμελεία  χρήσασθαι  μή  προηρημένων  δι'  Ισχυ- 
ρογνωμίαν,   άλλ'  έν  τη  πρΙν  δια&έσει  άκινήτως   έστηκότων.    "Οτε    30 
δε  νεύσει    θεία    τήν   του  Σιναίου    προστασίαν    έμοί    άναδέξασθαι 
περιεγένετο  ^,   τοΐς  είρημένοις  δροις  έν  παραβύστω  που  κειμένοις 

*  Τούτο  συνέβη  μηνι  άπριλίω,  έτους  1703. 

26 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  402  — 

ούχ  οΐδ'  δπως  έχείσε  άπενεχθεΐσι  περεέτυχον  ουσπερ  άναλεςάμενος 
'λάι  γνούς  τάληθές,  ώς  6  του  θεού  όςυδερκής  ο?δεν  οφθαλμός, 
άλλα  δή  καί  τρόπω  παντί  τάς  πολλάς  και  δεινάς  το  τηνικαυτα 
κορυφωθείσας  ανωμαλίας  όπωσουν  καταστησαι  πασαν  σπουδήν 
5  θέμενος,  δι'  δς  καΐ  εις  άνήκεστον  ήδη  έληλυδυίας  καΐ  θεραπείαν 
ήντιναουν  προσιεμένας  δια  τό  ε?ς  εσχατον  ύπό  χρόνιου  εθους  καΐ 
πονηρας  δζεως  προχωρησαι,  εγνων  την  του  Σιναίου  προστασίαν 
άποθεσθαι,  βίον  ήσυχον  και  άπράγμονα  ες  τούπιον  άλλαςόμενος. 
Και  δή  προς  τον  μακαριώτατόν  μοι   πατριάρχην  κύριον  Δοσίθεον 

10  καταφυγών  παραίτησιν  οικειοθελή  πεποίηκα  καΐ  ά|3ίαστον  ^•  ινα  δέ 
μή  ταΐς  άραΓς  και  τοις  άναθέμασι  τοις  έπΙ  τή  των  δρων  απώ- 
λεια συνοδικώς  έκφωνηθείσιν  υποπέσοιμι,  ου  μνησικακία  τινί  και 
πάθει,  οΤδεν  ό  πάντα  εφόρων  οφθαλμός  του  θεού,  άμα  δέ  και 
τής  ειρήνης    ποθών    την  άνάκλησιν,    δι'  ην  μόνην  μηδέν  άνυσας 

15  πρότερον  έμαυτον  τής  κατ'  έκεΤνο  τό  έν  Σιναίω  μοναστήριον  προ- 
εδρείας  έφειλκυσάμην  έμαυτω  τό  παν  ανατιθέμενος  και  ϊσως  λω- 
φήσει  τά  εις  τηλικουτο  έξοιδήσαντα  δεινά,  έμου  γενομένου  εκ  μέ- 
σου, διανοοούμενος,  φέρων  τους  ειρημένους  δρους  τω  νυν  τους 
οϊακας    του  αποστολικού    των  Ιεροσολύμων    θρόνου    διέποντι,   τω 

20  μακαριωτάτω  φημί  και  σοφωτάτω  πατριάρχη  Ιεροσολύμων  κυρίω 
Χρυσάνθφ,  έγκεχείρικα  άποταμιευσθαι  αυτούς  αύθις  και  έγκατα- 
λεγήναι  τοΤς  ίεροΓς  του  αποστολικού  θρόνου  των  Ιεροσολύμων 
κώδιζιν  άξιώσας,  φθόνω  και  κακουργία  τινι  εκείθεν  άποσεσυλημέ- 
νους.  "Οθεν  εις  ένδειξιν  ταυθ'  ούτως  εχειν  κατασφαλισάμενος  παρα- 

25  τεθήναι  τοις  δροις  έκείνοις  έζέδωκα  και  έντεθήναι  τω  ιερω  κώδιχι,  τη 
ιδιοχείρω  μου  υπογραφή  βε|3αιωσάμενος.  ^αψη'  ?ουνιω  λ'  (1708)  ^. 
-{-  Ό  Κλαυδιουπόλεως  Κοσμάς. 


*  Τ•^  2-α  φεβρουαρίοϋ  1706. — '  Έν  αύτώ  τώ  χώδιχί  (σ.  15)  υπάρχει  βραχύ  χαρ- 
τίον  έγχεχολλη|Αένον,  έν  ω  διά  τής  χεφός  ^οοι%εοΌ  γέγραπται  τοΌτο*  «"|•  1661.  Έλί^εν 
ό  νυνί  Σινά  δρους  Ίωαννίχιος  ιερομόναχος  ών,  χαι  ήσίΐν  ένταυθαι  αί  ύπογραφαΐ  τών 
επίφχόπων  Σινά  δρους,  6ποΟ  υπογραφόμενοι  έχειροτονοΟντο  ύπό  τών  πατριαρχών  Ιερο- 
σολύμων χαι  λαϊκών  τους  ύπηρέτας  του  πατριάρχου  χύρ  Νεχταρίοο  τάς  έζέφχισεν  χαι 
τάς  έχλεψεν,  έχοντας  σχοπόν  ανυποταξίας,  αν  χαι  τά  πράγματα  οξέως  έγένοντο,  ώς 
φαίνονται  έν  τω  χώδιχι.  •|•  Ό  Ιεροσολύμων  Δοσί^εος». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


403 


15. 

(* Αφιερώσεις  εις  τον  "Αγιον  Τάφον  ύπο  της  έν  Χαλδίίχ  των  Σαρασιτών  οιχογενβίας)  >. 

Δίά  τοδ  παρόντος  όμολογουμεν  ημείς,  8  τε  Ιγνάτιος  λογοθέ- 
της καΐ  οι  έμοί  αύτάδελφοι  Στέφανος  και  Αθανάσιος  οι  έχ  γέ- 
νους Σαρασιτών,  τό  πώς  ετι  ζών  ό  πατήρ  ημών  Ιωσήφ  ιερεύς  5 
άφιέρωσεν  εΙς  τον  πανάγιον  χαι  ζωοδ(5χον  Τάφον  δνα  έργαστη- 
ριον,  μετά  δε  τήν  τελευτήν  αύτου  και  ημείς  οι  υίοΐ  αύτου  έ8  οι- 
κείας θελήσεως  και  προαιρέσεως  άφιερώσαμεν  αυτό  τό  έργαστή- 
ριον  εΙς  τόν  πανάγιον  και  ζωοδόχον  Τάφον,  τό  δν  ήνωμένον  με 
τά  επτά  εργαστήρια  όπου  άφιέρωσεν  6  προπάππος  ημών  χατζή  ίο 
κυρ  Αθανάσιος  κατά  τό  ,αχιγ'  έτος  (1613)•  τών  οποίων  εργα- 
στηρίων ή  όλότης  γίνεται  οκτώ.  Άφιερώσαμεν  το  δέ  υττέρ  ψυχι- 
κής σωτηρίας  τών  ψυχών  τών  γεννητόρων  ημών,  διά  να  μνημο- 
νεύωνται  ακαταπαύστως  εις  τήν  παρρησίαν  οι  γονείς  ημών  Ιωσήφ 
ιερεύς  και  Έρσαγία  πρεσβυτέρα•  τό  δέ  ένοίκιον  του  εργαστηρίου  1 5 
τούτου  διατάσσομεν  νά  ττεμφθη  κατ'  έτος  άπό  τους  κατά  καιρόν 
επιτρόπους  εΙς  τήν  άγία^^  πόλιν  Ιερουσαλήμ  με  τά  ενοίκια  τών 
έτττά  εργαστηρίων.  Έγράφη  δέ  και  προς  τόν  μακαριώτατον  ημών 
αύθέντην  και  δεσπότην  κυρ  Μελέτιον  έγινε  δέ  και  συνοδική  άπό- 
φασις  έν  τη  αγία  πόλει  Ιερουσαλήμ  υπό  του  μακαριωτάτου  ημών  20 
αύθέντου  καΐ  δεσπότου  και  τών  αγίων  αρχιερέων  και  πατέρων  του 
παναγίου  Τάφου  κατά  τό  ^αψλδ'  (1734),  μήνα  άπρίλιον,  πώς  νά 
πεμφθη  τό  ένοίκιον  τών  εργαστηρίων  τούτων  άπό  τους  κατά  και- 
ρόν επιτρόπους  εις  τήν  άγίαν  πόλιν  Ιερουσαλήμ  με  τήν  βοή- 
θειαν.  Μηδεις  άπό  τους  συγγενείς  και  κληρονόμους  ημών  έχέτω  25 
αδειαν  νά  κίνηση  καμίαν  άγωγήν  κΛτ'  αυτού•  ει  δέ,  νά  Ιχη  άν- 
τίμαχον  τόν  κύριον  ημών  Ίησουν  Χριστόν  του  σιταρίου  και  τών 
κουτίων  του  Αγίου  Τάφου,  και  εις  αυτά  νά  μήν  άνακατώνωνται 
ούτε  οι  κατά  καιρόν  πΛτριάρχαι  και  πρωτοσύγκελλοι  του  Πανα- 
γίου   Τάφου.  "Οθεν  διά  πλείονα    ενδειξιν  έσφραγίσθη    τό    παρόν    30 


*  Κωδ.  324  τής  Ίεροσολοΐλίτιχής  έν  ΚωνσταντΕνουπόλει  βφλιοΒή'χης. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  404  — 

οίχείαις  ημών  σφραγΤσι  χαΐ  έ-εδόθη  τώ  Πατ/αγίω  Τάφοι  χατ'  Ιμ- 
προαι^εν  του  πατνιερωτάτου  χάί  λογωτάζοο  άρχίεπεσχόπου  Χαλδιας 
κυρίου  χυρ  Ίρατίου  χαΐ  τών  άγιων  ιερέων  χάι  των  λοΕχών  πάν- 
των άζιοπίστων  μαρτύρων,  εν  ετει  ,αψλγ'  νοεμβρίου  α    (1733). 
δ  •|•  Ήμεϊς    δ  τε  Ίράτιος   Στέφανος  και  Άθανάσι;ς  ΣαρασΤται 

στέργομεν  τοις  άνωθεν  ρΚΤτα  τύττος  της  αυτών    σφραγΤδος]  ^. 
•ί"  Ό  Χαλδίας  Ιγνάτιος  ^ε^ιόί, 

•ί"  Χαλδίας  οικονόμος  παπα  Γρηγόριος. 
10  ψ  Βενιαμίν  πρωτόπαπας  Χαλδίας. 

Σουμελίτης  προσκυνητής,  Πέτρος  προσκυνητής,  Κωνσταντίνος 
προσκυ^>ητης,  Φώτιος  προσκυ^Λ]της,  Αθανάσιος  του  Μιχαήλ,  Ιω- 
σήφ του  Ίγ^^ατίου,  Γεώργιος  του  Ιγνατίου  και  γραφεύς. 


-«-<- 


*  ΙΙερι  του  έχ  Ιαρασιτών  Άθανασίοο  δρα  τ.  Ι,  σ.  303  τών  Άνβλ.  Ίεροσολ.  Στα- 
χυολογίας.  ΚαΙ  7Γά)»Εν  περί  του  Ιγνατίου  ιιαΊ  περί  Ιωσήφ  χα  ι  περί  Αθανασίου  ιερέως 
δρα  τ.  Ι  της  Ίεροσολυμ.  Βιβλιοθ.  σ.  176,  177,  211,  212,  213.  Ή  τών  Σαρασιτών  οιχο- 
γένεια  παλαιότατη  φαίνεται  ούσα*  πρώτον  αυτής  γενάρχην  τό  γε  νυν  οΐδα  μόνον  Ίωάννην 
τον  εξ  Όφεως  εις  Χαλ^ίαν  ριετοιχήσαντα  πανοιχία  χαι  τό  ζην  έχρετρήστντα  ετει  1δ68-ω. 
Ό  δ*  εν  τω  γράμιριατι  τούτω  διαμνημ^ον ευθείς  χατζή-Άθανάσιος  άπέθανεν  ετει  1620-φ, 
(ομησάμενος  εν  Χαλ^ία  δύο  ναούς  εξ  οιχείων  όναλωμάτων  ήν  δε  υιός  Χατζή-Ααζάβου 
(Ί*  1602),  υίοΟ  του  εξ  *Οφεως  Ιωάννου.  Έν  ά>.λω  τινι  βι^λίω  τανΰν  άνεχδότω  τύποις 
εΐρηταί  μοι  δια  μαχρών  περί  τής  οιχογενείας  τών  Σαρασιτών,  ήτις  εν  χαιροΐς  δυσμενέ- 
στατο ις  έγένετο  πρόξενος  ευεργετημάτων  εις  τε  τό  γένος  χαι  την  όρθόδοξον  έχχλησίοτν. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


XII. 

ΝΕΟΦΪΤΟΥ  ΚΪΠΡΙΟϊ 

Υπόμνημα  περί  των  έν  Ιερουσαλήμ  διαφόρων  χριστιανικών  εθνών 
και  λογομαχιών  αυτών  περί  των    παναγίων   προσκυνημάτων  ^ 

(Οοά.  ΡλΙγ.  297)  •. 

Άπό  του  ένεστώτος  χρόνου  ^αωμδ'  αρχόμενοι  και  άναβαίνον- 
τες  δως  της  άπ'  άρχης  θεμελιώσεως  της  Ιερουσαλήμ,  δέκα  εϊδη 
οικιστών  ταύτης  εύρίσκομεν  πρώτον  άπό  Μελχισεδέκ  Ιως  Δαβίδ, 
δεύτερον  άπό  Δαβίδ  Ιως  Σεδεκίου,  τρίτον  άπό  Σεδεκιου  §ως  Ζο- 
ροβάβελ,  τέταρτον  άπό  Ζοροβάβελ  δως  Μακεδόνων,  πέμτττον  άπό  5 
Μακεδόνων  δως  Τωμαίων,  δκτον  άπό  Ρωμαίων  Εως  Κωνσταντί- 
νου, δβδομον  άπό  Κωνσταντίνου  δως  Περσών,  δγδοον  άπό  Περσών 
δως  Αράβων,  ενατον  άπό  Αράβων  δως  Ιταλών,  δέκατον  άπό 
Ιταλών  δως  Διγυτττίων,  ένδέκατον  άπό  ΑΙγυτττίων  δως  Όσμανλήδων 
ή  Ό&ωμανών,  δωδέκατον  άπό  τούτων  μέχρι    της  σήμερον  ημέρας.    10 

Πρώτον,  θεμελιωθείσης  της  Ιερουσαλήμ  υπό  του  Μελχισε- 
δέκ, δυνάστου  τών  Χαναναίων  κατά  τον  Ίώσηπον  (άλώσ.  λόγος  ς' 
κεφ.  μζ'),  μετά  τούτον  κατεκυρίευσαν  ταύτης  οί  ΊεβουσαΓοι,  έθνος 
Χαναναίων  και  ειδωλολατρών,  έχοντες  διάλεκτον  την  Συροφοίνισσαν. 


*  Νεόφυτος  ό  Κύπριος  ύϊΓτ,ρςεν  ηγούμενος  μονής  έν  Ιερουσαλήμ  χαι  γραμματεύς 
του  Παναγίου  Τάφου*  έν  τω  τρίτφ  τόμω  τών  *Αναλέιιτων  δρα  παν  οτι  περί  αύτου 
γκνώσχω.  —  '  ΙΙαρα)νείπετα(  τό  προοίμιον,  δπερ  έπίτόμως  έπεζέρχεται  μέχρί  Κωνσταν- 
τίνου τοΰ  μεγά>νθυ  την  άρχαίαν  ίστορίαν  τής  πόλεως  Ιερουσαλήμ*  περί  δέ  του  χώδιχος 
δρα  Ίεροσολ.  Βιβλιοθ.  Ι,  σ.  863. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  406  — 

Δεύτερον  τούτους  έχβαλών  ό  Δαβίδ  χατώχισε  τους  Εβραίους, 
ε&νος  τότε  δν  δγιον,  κδν  και  μετά  ταύτα  έν  μέρει  είδωλολάτρησε* 
διάλεκτος  ή  εβραϊκή  (Ίώσηπος  άρχαιολ.  λόγος  ζ'  δως  του 
ια').  Τρίτον  τούτους  έκβαλόντος  του  Ναβουχοδονοσορος,  κατώ- 
5  κησαν  άναμίζ  Εβραίοι  ΧαλδαΓοι  Σύροι  και  "Αραβες,  καΐ  Ιμειναν 
οι  Εβραίοι  μετά  των  φυλάκων  Βαβυλωνίων,  εχόντων  στρατηγόν 
τόν  Βαγώαν.  Τότε  έλαλεΐτο  γλώσσα  ή  εβραϊκή  και  συροπερσική. 
Τέταρτον  του  μεγάλου  Αλεξάνδρου  έζουσιάσαντος  τήν  Ιερουσα- 
λήμ,   έζής    από    των     Μακεδόνων    έμεινα^;    οι  ΈβραΓοι    και    οι 

10  Μακεδόνες  ή  Έλληνες  οί  φρουροί*  δ&εν  έλαλεΐτο  ή  εβραϊκή 
και  ελληνική  (Ίώσηπος  άρχαιολ.  λόγος  ια',  ιβ',  ιγ'  και  ιδ'). 
Πέμπτον  του  Πομπηίου  κυριεύσαντος  τήν  Ιερουσαλήμ  έμει- 
ναν οί  Εβραίοι  καΐ  οί  φρουροί  Τωμαΐοί  τε  και  "Ελληνες• 
δθεν  έλαλεΐτο  ή  εβραϊκή  ρωμαϊκή  και  ελληνική  (αύτό&ι).  "Εκτον 

15  εις  τόν  καιρόν  του  Ήρώδου  και  έξης  ην  ή  συριακή  δως  του 
μεγάλου  Κωνσταντίνου.  Έβδομον  άπό  του  μεγάλου  Κωνσταν- 
τίνου καΐ  έξης  έλαβεν  κτήτορας  ή  Ιερουσαλήμ  έθνη:  Έλλη- 
νας Τωμαίους  Εβραίους  Σύρους  Αίγυπτίους  και  Αρμενίους, 
έχοντας    πάντας    μίαν    μεν    πίστιν,     τήν     χριστιανικήν,     λαλουν- 

20  τας  δε  έκαστον  τήν  ιδίαν  διάλεκτον,  δτε  έπληρώθη  καΐ  το 
του  Δαβίδ"  "πάντα  τά  έθνη  ήξουσι  καΐ  προσκυνήσουσιν  ενώ- 
πιον σου,  Κύριε,  και  δοξάσουσι".  Έάν  τά  ρη&έντα  χριστιανι- 
κά έθνη  εΐχον  έκαστον  ϊδιον  ναόν,  δπως  ψάλλωσι  και  ίερουργώσι 
τη  ιδία    διαλέκτω,    ουδέ    μίαν    έχομεν    άπόδειξιν    γινώσκομεν  δε, 

25  δτι  κοινός  ναός,  ως  ην  πασι  κοινή  πίστις,  ήν  ό  μέγας  ναός 
της  του  Κυρίου  Αναστάσεως.  Επειδή  δε  έκ  του  Ιερωνύμου  μαν- 
θάνομεν,  δτι  εΙς  τήν  Βηθλεέμ  ήσαν  δυο  μοναστήρια,  τό  μεν  ανδρών, 
τό  δε  γυναικών,  πιθανόν  δτι  έμόναζον  έν  αύτοΓς  Τωμαΐοι  ψάλ- 
λοντες ρωμαϊστί,  καΐ  έτι  πιθανόν  δτι  άπό  του  αγίου    Κωνσταντί- 

30  νου  έως  του  Ηρακλείου  τά  ρηθέντα  δλα  έθνη,  καίτοι  ορθόδοξα  δντα, 
άλλ'  ουν  έκτήσαντο  ιδίους  εύκτηρίους  οίκους,  έσω  καΐ  έξω  τΓ,ς 
Ιερουσαλήμ•  που  δε,  ήμΐν  άδηλον.  Όγδοον  άπό  Ηρακλείου  αίχ- 
μαλωτισάντων  τών  Περσών  τήν  Ιερουσαλήμ    και    τόν  έν  δλη  τη 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  407  — 

Ιίαλαιστίνη  λαόν  καΐ  άπαγί;ίγόντων  εΙς  τήν  Περσίαν,  ως  ό  πάλα^ 
Ναβουχοδονόσορ  τον  πάλαι  Ισραήλ,  δεχατρεΓς  χρόνους  Ιμειναν 
εις  αυτήν  έζουσιάζοντες  οι  Πέρσαι•  είσβαλόντος  δε  τοδ  αύτοκρά- 
τορος  Ήραχλείοϋ  είς  τήν  Περσίαν  και  των  Περσών  φυγόντων  έχ 
της  Ιερουσαλήμ,  έπιστρέψαντες  οί  φυγόντες  χριστιανοί  χατωχησαν  5 
εν  αύτξ-  του  Ηρακλείου  δε  χατατροπώσαντος  τόν  Χοσρόην  και 
έλθόντος  εις  Ιερουσαλήμ  μετά  του  πατριάρχου  Ζαχαρίου  καΐ  του 
αίχμαλωτισθέντος  σταυρού,  έπληρώθη  πάλιν  ή  πόλις  κατοίκων 
διαφόρων  γενών  χριστιανικών.  Ένατον  τω  έξακοσιοστω  τεσσαρα- 
χοστώ  ετει  από  Χρίστου  χυριευθείσης  δια  συνθήκης  της  Ίερου-  10 
σαλήμ  δια  του  *Ομαρ  υπό  τών  οπαδών  του  Μωάμεθ  Αράβων, 
κατωκησαν  ούτοι  το  ήμισυ  σχεδόν  ταύτης,  οϊτινες  και  μοαγέα^ 
μεγάλην  ωκοδόμησαν  εις  τόν  τόπον  όπου  ήν  ό  Σολομώντειος  Ναός. 
"Εκτοτε  ήρξατο  λαλεΐσ&αί  έν  αύτη  και  ή  αραβική•  τότε  και  δσοι 
κάτοικοι  ήσαν  Μονοφυσΐται  Κόττται  Αρμένιοι  Σύροι  Ίακωβΐται,  15 
ετι  και  οί  Νεστοριανοί  και  Μαρωνϊται,  προσήλθον  τω  "Όμαρ 
ζητουντες  δπως  μή  υπόκεινται  τω  τότε  πατριάρχη  τών  Ιεροσολύ- 
μων άγίω  Σωφρονίω•  άλλ'  ό  "Ομαρ  άπέβαλεν  αυτούς,  διότι  προ- 
λαβών  δια  του  έγγραφου  αύτου  ορισμού,  δν  τω  Σωφρονίω  έδωκεν, 
άκτιναμέν  καλούμενον,  διώρισεν  αυτούς  ϊνα  υποκειμένους  τω  ρη-  20 
θέντι  πατριάρχη  δίδωσιν  αύτω  καΐ  έτήσιόν  τι  δόσιμον,  ως  εις 
τόν  όρισμόν  όραται  (δπου  και  τους  Φράγκους  ήτοι  τους  Δυτικούς 
αναφέρει,  δτι  ερχόμενοι  βις  προσκυνησιν  έν  Ιερουσαλήμ  υπόκειν- 
ται τω  Τωμαίων  πατριάρχη)  και  παρέχωσι  το  διορισ&έν  δόσιμον. 
Άλλα  τω  έννεακοσιοστω  τριακοστώ  ένάτω  ετει  (939)  τών  άπ'  25 
Αίγυτυτου  βασιλέων,  Μαμελούκων  λεγομένων,  άρπασάντων  τήν  Ιε- 
ρουσαλήμ άπό  τών  Αράβων  τάς  χείρας,  οί  Κόττται  δντες  Αιγύπτιοι, 
προχωρήσαντες  έλαβαν  τόπον  εις  τόν  θεΤον  ναόν  της  Αναστάσεως 
λειτουργεΐν  και  ψάλλειν.  Δυτικοί  δε  ή  Αρμένιοι  ουδόλως  ήρχοντο 
έν  Ιερουσαλήμ  κατά  τούτους  τους  χρόνους,  διά  τους  αλλεπαλλήλου;  30 
πολέμους.  Τω  χιλιοστώ  ένάτω  ετει  (1009)  και  έςής  ειρήνης  ούσης 
ήρξαντο  ερχεσθαι  εις  προσκυνησιν  ολίγοι  τινές  τών  Δυτικών. 
"Ενατον  τω  δε   1099-ω  συγκροτηθέντος  του  ίερου  λεγομένου  πο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  408  — 

λέμοί),  οι  Δυτικοί  κυριεύσαντες  την  Ιερουσαλήμ  κατέστησαν  ϊδιον 
πατρεάρχην  Λατϊνον  και  τον  ναόν  δλον  εΤχον  εις  τήν  εαυτών 
έ;ουσίαν,  μη  συγχωρουντες  τοΤς  Τωμαίοις  ει  μή  προσκυνεΐν  μό- 
νον.  Μετά  δέ  ταύτα    παρακλήσει    του    αύτοκράτορος  Αλεξίου  του 

5  Κομνηνού  έδωκαν  αύτοϊς  τόν  ναόν,  δπου  το  σπήλαιον  της  Ευρέ- 
σεως του  τιμίου  Σταύρου,  λειτουργεΓν  και  ψάλλειν.  Έδωκαν  καΐ 
τοΤς  Συροις  μόνον  τόπον,  τόν  καΐ  νυν  σωζόμενον  όπισθεν  του  ίερου 
Κουβουκλίου,  εγγύς  των  τάφων  των  δικαίων  Ίωσηφ  και  Νικόδη- 
μου* οι  δέ  κανονικοί  πατριάρχαι  της  Ιερουσαλήμ  περιήρχοντο  τήν 

1^  Πετραίαν  Άραβίαν,  άπό  της  Πέτρας  πόλεως  Μωάβ  δως  των  Βό- 
στρων,  έπιστηρίζοντες  τους  έκεΐ  ορθοδόξους  "^Αραβας-  τινές  δέ 
και  εις  τήν  Κωνσταντινούπολιν  και  Αϊγυπτον  άπήλθον  χάριν  ελέους. 
Δέκατον  άλλα  τω  1187-ω  άπό  Χρίστου  έλθών  άπ'  Αιγυτυτου  ο 
ΣαλαδδΙν  (Σαλαδΐνος),   μετά  μεγάλην    αίματοχυσίαν    των    Δυτικών 

15  χαι  αυτών  των  Σαρακηνών  έκυρίευσε  τήν  Ιερουσαλήμ  και  έκ 
ταύτης  τους  Αατίνους  και  δλους  τους  Δυτικούς  άπεδίωξεν,  ούδένα 
κάτοικον  αυτών  άφείς  εν  Ιερουσαλήμ•  τότε  ό  ναός  εδόθη  πάλιν 
τοΓς  όρθοδόζοις.  "Εχων  δέ  μίσος  ασπονδον  κατ  αυτών  και  τάχα 
εκδικούμενος  έκρήμνισε  πάνθ'  δσα  ούτοι,  δτε  κατεΐχον  τήν  Ίερου- 

20  σαλήμ,  κατεσκεύασαν  οικοδομήσαντες•  έν  οΤς  ήν  και  τό  πάλαι  Πα- 
τριαρχεΐον  τίμιος  Πρόδρομος,  και  τό  Νοσοκομεΐον  της  βασιλίσσης 
Ευδοκίας,  γυναικός  Θεοδοσίου  του  μικρού*  δπερ  αύτοΙ  οι  Δυτικοί 
μετέβαλον  εΙς  Στρατώνα  διά  τους  Τεμπλαρίους,  δηλαδή  στρατιώτας 
του  ναού.   Τό  δέ  ΠατριαρχεΤον,    δπερ  ωκοδόμησαν    αύτοι  διά  τόν 

2δ  σφών  πατριάρχην  Αατΐνον,  προσκεκολλημένον  τω  ναώ  της  Ανα- 
στάσεως, μετέβαλον  είς  τζάμι  καΐ  κατωκησαν  αυτόθι  τους  λεγό- 
μενους Άτεμίδες•  έκρήμνισε  δέ  και  τό  τείχος  της  πόλεως,  και 
μαθών  δτι  εις  τό  ά^^ατολικόν  μέρος  του  ναού  εποίησαν  οι  Δυτικοί 
πρό  ολίγου  οίκοδομάς  τινας  —  ήσαν  δέ  αύται  νάρθηξ  και  πρόναος — 

30  έπι  του  ναού  της  Ευρέσεως  του  τιμίου  Σταύρου,  προσέταςε  καΐ 
κατεκρήμνισαν  καΐ  έν  ένΐ  λόγω,  δπου  ήσαν  οίκοδομαι  Αατίνων, 
εσω  και  έξω  της  πόλεως  Ιερουσαλήμ,  κατεκρήμνισε,  μή  άφείς, 
ει  μή  δσα    έμαρτυρουντο    δτι    ήσαν    τών    Τωμαίων.  Και  ταύτην 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


Οόθ§ΐ€ 


—  409  — 

την  χάριν  έποίησε  μόνον,  διότι  τότε  ό  βασιλεύς  της  Κωνσταντι- 
νουπόλεως Ίσαάχιος  ό  "^Αγγελος  άποστείλας  πρέσβεις  έφιλοφρονή- 
σατο  αυτόν  του  μη  κατακρημνισαι  τόν  θεΤον  ναόν  της  Αναστά- 
σεως και  τους  εις  τα  λοιπά  προσκυνήματα.  Άλλα  μετά  την  άνα- 
χώρησιν  των  πρέσβεων  τη  νυκτι  της  σωτηρίου  αναστάσεως  εν  τω  δ 
ναω  λαμπαδηφορούντων  των  χριστιανών,  ως  εθος,  Ιδών  μακρόθεν 
το  φως  έμάνη  ό  δυσσεβής  και  προσέταξεν  έμφραγήναι  διά  λίθων 
πάντα  τά  εν  αύτω  παράθυρα,   υπέρ  εκατόν  δντα  τόν  αριθμόν. 

Σημειουμεν  δέ  δτι  του    Σαλαδίνου    τούτου    κυρ'ευσαντος    την 
Ιερουσαλήμ,  ό  τότε  ων  Τωμαΐος  πατριάρχης    Δοσίθεος    ονόματι    10 
έμφανισας  αυτω  τόν  ρηθέντα  άκτιναμέν  του  "Ομαρ-Χαττάπ  έλαβε 
την    κυριαρχίαν    του  τε    ναού    της    Αναστάσεως,    της    Βηθλεέμ, 
Γεθσημανής  καΐ  των  λοιπών  προσκυνημάτων  τε  καΐ  μοναστηριών. 
Αιτήσει  δμως  τών  γραμματικών  τών  του  Σαλαδίνου  εδωκεν  αύτοΤς 
τοΤς  Κόττταις  τόπον  οίκεΓν  τε  και  λειτουργεΤν  καΐ  διαμένειν    οίκημα    15 
έδωκε  δύο  καμάρας  υπό  τά  Κατηχούμενα    της  μεγάλης  τρούλλης 
της  έπι  του  Ζωοδόχου  Τάφου,  δντα  προς    τό  νοτιοδυτικόν    μέρος 
του  αγίου  Κουβουκλίου,  δς  και    κατέχουσιν    δως  του  νυν    διά  δέ 
λειτουργίαν  εδωκεν    αύτοΓς    τόπον    δπισθεν    του    Παναγίου    Τάφου 
προς  δυσιν,   προσκεκολλημένον  τω  άγίω  Κουβουκλίω,  όργυιάς  τρεις,    20 
δπου  μέχρι  τούδε  λειτουργουσι  και  ψάλλουσι.   Αιτήσει  δέ  του  βα- 
σιλέως τών  'Αβησσινών,  ήτοι  της  Χαμπεσίας,  έλαβον  καΐ  οι  Χαμ- 
πέσιοι,  ήδη  ΜονοφυσΤται,  προσταγή  του  αύτου  Σαλαδίνου  δύο  κα- 
μάρας υπό  τά  ρηθέντα  Κατηχούμενα,   πλησίον    τών  Κότττων,   διά 
οίκημα-  διά  δέ  λειτουργίαν  ελαβον  τόν  ναόν  της  Ευρέσεως  του  τι-    25 
μίου  Σταύρου  και  τά  έπΙ  τούτου  δώματα,  δπου  και  οικήματα  ωκο- 
δόμησαν,   ως  όρώνται*   ελαβον  δέ  και  εις  τήν   Βηθλεέμ  τόπον  διά 
λειτουργίαν  τρεΤς  ττηχεις  έγγυς  της  βορείου  πύλης  του  Αγίου  Σπη- 
λαίου•  διά  δέ  οικήματα  ελαβον  μέρος    του  κρημνισθέντος    νάρθη- 
κος  προς  λίβαν,  και  ωκοδόμησαν  αυτόθι   κελλία   και   καταλύματα.    30 
Τότε  δέ  ήσαν  έν  Βηθλεέμ  και  έν  Ιερουσαλήμ  ικανοί  Χαμπέσιοι 
και  Κόπται,  οίτινες  κατ'  ολίγον  και  οίκους  ήγόρασαν  και  ιδιοκτη- 
σίας εποίησαν.  Αρμένιοι  δέ    τότε  διά  τους    μεταςύ    Αράβων  κΛι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  410  — 

Πβραων  πολέμους  ούχ  ήρχο^/το  έν  Ιερουσαλήμ-  των  δε  Δυταών 
έάν  τις  έφαίνετο  που  έν  τη  ΠαλαιστίνΥ],  έν  άχαρεΐ  έφονεύετο  υπό 
των  Σαραχηνών. 

Μετά  δε  τό  ^ασ':  1200:  έτος,  των  Καρτζάδων  (Κφκασίων) 
5  σχλάβων  των  σουλτάνων  της  Αιγύπτου,  Μαμαλούχων  χοενώς  λε- 
γομένων, κατεξουσιασάντων  του  βασιλείου  της  Αιγύπτου  χαι  επο- 
μένως δλης  της  Παλαιστίνης,  οί  Κόπται  χαΐ  οΐ  Ίβηρες  ελαβον 
μεγάλην  έπιρροήν  εις  την  Ιερουσαλήμ,  οί  μεν  Κ(5πται  διότι  ήσαν 
γραμματιχοι  και  ύπηρέται  εις  διαφόρους  υποθέσεις  της  βασιλείας, 

10  οί  δε  "^Ιβηρες  ή  Γεωργιανοί  διότι  ήσαν  γείτονες  χαΐ  φίλοι  των 
Κιρχασίων  χαΐ  Άμπαζάδων  χαι  διότι  παρά  τοΤς  χρατοΰσιν  ήσαν 
πολλοί  *Ιβηρες  εις  αξιώματα,  δντες  εις  μεν  το  φανερόν  Τουρχοι, 
έν  τω  χρυπτω  δε  χριστιανοί.  "Οθεν  μεγάλως  έβοήθουν  τω  χατά 
χαιρόν  όρθοδόξω  πατριάρχη  όρθόδοςοι  δντες,  χαι  προστάται  ήσαν 

15  των  προσκυνημάτων  και  τους  Σαρακηνούς  έκώλυον  κακοποιεΐν  τους 
ευσεβείς  και  τά  ιερά  μοναστήρια,  απερ  και  ούκ  όλίγης  ήξιώθη- 
σαν  επισκευής  δι'  αυτών.  Και  ούτως  εχόντων  των  πραγμάτων 
ήρχοντο  και  προσχυνηταΐ  Ίβηρες  χατ'  έτος  ούκ  ολίγοι,  χαι  τε- 
λευταΐον  αίτήσει  των  τότε  βασιλέων    της  Ιβηρίας    εστάλησαν  και 

20  μοναχοί  ^βηρες  και  ίερεΤς  είς  την  Ιερουσαλήμ,  ους  ό  πατριάρ- 
χης και  οί  χριστιανοί  έδέξαντο  ασμένως  και  έδωκαν  αύτοΤς  κα- 
ταλύματα τήν  μονήν  του  Αγίου  Νικολάου,  ουσαν  τω  καιρώ  μεν 
των  χριστιανών  μέγα  ΕενοδοχεΓον  προς  ύποδοχήν  τών  προσκυνη- 
τών, καθάπερ  και  ή  του  Αγίου  Δημητρίου,  τότε  δέ  έρείπιον  και 

25  μόνον  τινών  στοών  σωζόμενων  και  του  δρωμένου  ναού,  δν  οί  Σα- 
ρακηνοί ούκ  έφθασαν  κρημνίσαι  έπί  της  αλώσεως.  Ααβόντες  δέ 
ταύτην  έπεσκεύασαν  και  κατωκησαν,  υποκείμενοι  πάντοτε  τω  πα- 
τριάρχη δια  τό  όμόθρησκον.  Καΐρου  δέ  προβαίνοντος  καΐ  πληθυ- 
^Λ^ντων  τών  πατέρων,  τών  Ιβήρων  δηλαδή,    δεδώκασιν    αύτοΤς  οί 

30  πατριάρχαι  τήν  έξω  Ιερουσαλήμ  κειμένην  προς  δυσμάς,  κατά  τήν 
κοιλάδα  ή  άλσος  Κλαυθμώνος  (Κριτών  κεφ.  β',  1,  2,  3.  "Ορα 
καΐ  Ίώσηπον  άρχαιολ.  λόγ.  ζ'  κεφ.  1)  μονήν  του  τιμίου  Σταύρου, 
ουσαν  καΐ  ταύτην  ήρημωμένην  ύπδ  τών  Σαρακηνών.    Ταύτην  ουν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  411  — 

λαβό^/τες  τα  χύχλω  τείχη  αύτης  πετυτωχότα  δντα  ανήγειραν,  εΤτα 
χαΐ  τα  ένδον  καφου  προβαίνοντος  άνεχαίνισαν  βοηθεία  των  τότε 
βασιλέων  της  Ιβηρίας  χαι  δι'  έλέοος  των  προσχυνητων  κατά  το 
δυνατόν  αότοΤς  ^  Εις  τοιαύτην  έποχήν  και  οι  Κότυται  προοδεύ- 
σαντες  ίσχυσαν  καΐ  ελαβον  παρά  των  κρατούντων  μέρος  του  βο-  5 
ρείου  νάρθηχος  του  ναού  της  Αναστάσεως  καί  τίνα  ερείπια  πλη- 
σίον αύτοΰ,  προς  το  βορειοανατολικόν  μέρος,  και  ωκοδόμησαν  οική- 
ματα διά  τους  άπ'  Αιγύπτου  ερχόμενους  προσκυνητάς  Κότττας• 
μετά  τούτο  δε  και  μονύδριόν  τι  έκτισαν  κατ'  ολίγον  έπΙ  των  ερει- 
πίων του  Ξενοδοχείου  της  αγίας  Μελάνης,  εγγύς  του  ημετέρου  νυν  10 
μοναστηρίου  του  Αγίου  Δημητρίου. 

ΚαΙ  δη  έπι  της  βασιλείας  των  σουλτάνων  της  Αίγύιττου  οι 
"^Ιβηρες  και  αύτοι  οι  Κόττται  προώδευσαν,  έκυβερνώντο  δέ  καΐ  οι 
κατά  καιρόν  πατριάρχαι  περιερχόμενοι  καΐ  ζητουντες  βοήθειαν  παρά 
των  έν  τη  Παλαιστίνη  χριστιανών  διότι  του  βασιλείου  της  Κων-  15 
στα^^τινουπόλεως  κλονουμένόυ  πεσεΐν  εις  χεΐρΛς  των  Ό&ωμανών, 
ουκ  ήν  έλπις  εκείθεν  βοηθείας.  "Οτε  δέ,  κρίμασιν  οΤς  οΤδε  Κύ- 
ρίος,  έάλω  ή  Κωνσταντινούπολις  ύπό  του  σουλτάν  Μεεμέτ  του 
Β-°"  (1453),  δ  τότε  πατριάρχης  των  Ιεροσολύμων  Αθανάσιος 
ονόματι  κρυφίως  άπελθών  προσέφερε  τήν  όφειλομενην  προσκυνησιν  20 
τω  ρηθέντι  άλωτη  σουλτάν  Μεεμέτ,  και  έχων  μεθ'  εαυτού  τον 
ρηθέντα  άκτιναμέν  του  "Όμαρ,  ομοίως  καΐ  τον  του  Μωάμεθ  (δν 
έδωκε  τοΐς  μοναχοΤς  έν  τω  δρει  Σινά)  έπέδειξεν  αύτω*  ό  δέ  εκείνα 
άναγνούς  εδωκεν  αύτω  αυτόγραφο^;  κατ'  εκείνα  βασιλικόν,  τουρκιστί 
χάτ-σερίφ,  προστάσσων  "να  εχη  ύπό  τήν  έξουσίαν    αύτοΰ    βλα  τά    25 


'  «Στμείωσαι  δτι  περί  τά  τέλη  της  ιδ'  έχατονταβτηρίδος  ήρξαντο  ερχεβθαι  εις 
ΐτροσχυνησιν  των  άγιων  τόπων  χαι  Σέρβοι,  ορθόδοξοι  δντες,  χαι  6  τότε  πατριάρχης 
εβωχεν  αΐίτοίς  ϊνο  εχωοιν  Ιδιον  οΐχημα  τήν  μονήν  των  ^Αρχαγγέλων.  Έν  έχείνοις  δέ 
τοΤς  χρόνοις  ήλθον  δυο  αύτάδελφοι  Σέρβοι  πλουσιώτατοι,  ζητουντες  μονάσαι  εις  τήν 
ίχονήν  του  αγίου  Σάββα,  χαι  ό  πατριάρχης  χουρεύσας  αυτούς  μοναχούς  άπέατειλεν  έχει• 
οί'τινες  λαβόντες  έχει  ριετάνοιαν  χαι  χατοιχήσαντες  πολλάς  έπισχευάς  εποίησαν  δΓ  ιδίων 
άναλωμάτων*  ην  γαρ  τότε  ή  ρηΟεΐσι  μονή  ε'ις  πολλά  μέρη  έρείπιον.  Μετ*  ου  πολύ 
ήλθον  χαι  άλ).οι  συγγενείς  αύτοΰ  χαι  έμόνασαν  είτα  χαι  αλ>.οι  χαι  εις  ολίγους  χρόνους 
χατέστη  ή  μονή  αΰτη  ιδιάζουσα  τοΐς  Σέρβοις,  ύποχειμένη  δέ  τω  πατριάρχη». 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  412  — 

εντός  χα  ι  έχτός  της  Ιερουσαλήμ  ?ερά  προσχυνήματα  και  τά  εν 
τη  Βηθλεέμ  Ναζωραίων  γένη  και  4λλα.  Ένδέκατον  τούτου  δε 
του  σουλτάν  Μεχμέτ  ό  εγγονός  σουλτάν  Σελήμ  Α'*^^  διά  φρικτού 
πολέμου  τω   1512-ω   ετει  κυριεύσας    την  Αϊγυτυτον,    κρατούμενη  ν 

5  ώς  εϊρηται  υπό  των  Κερτζέζιδων  τριακόσιους  τυερίπου  χρόνους, 
είτα  δε  και  αυτήν  τήν  Παλαιστίνην,  ήλθε  και  εις  τήν  Ιερουσα- 
λήμ προσκυνήσων  το  Χαρέμ-Σέρφ,  ήτοι  τόν  ιερόν  οΤκον,  8  έστι 
τόν  ποτέ  ναόν  του  Σολομωντος,  δπου  προσεκύνησε  και  ό  "Ομάρ. 
Ό  δέ  τότε  πατριάρχης  Δωρόθεος,  άραβιστί  καλούμενος  Άττάλας. 

10  προσελθών  αύτω  καΐ  προσκυνήσας  ένεφάνισεν  αύτω  τό  του  *Ομαρ 
και  τα  λοιπά  έγγραφα  των  σουλτάνων  8  δέ  δέδωκεν  αύτω  ϊδιον 
όρισμόν  αυτόγραφον  (χάτ-σεριφ),  8πως  εχη  υπό  τήν  έξουσίαν 
αύτου  8λον  τόν  ναόν  της  Αναστάσεως  καΐ  τόν  εν  τη  Βηθλεέμ 
της  Γεννήσεως  και  8λα  τα  λοιπά  δγια  προσκυνήματα  κατ'  δνομα, 

15  και  ϊνα  εχη  υποκειμένους  τους  Χαμπεσίους  Τζ^ουρτζήδες  και  Σέρ- 
βους* περί  δέ  Κόπτων  Αρμενίων  και  Φράγκων  ουδ'  8λως  ανα- 
φέρει, διότι  οί  μεν  Κότυται  είχον  τότε  πατριάρχην  εν  Αιγύτττω, 
καθάπερ  καΐ  νυν.  Φράγκοι  δέ,  ώς  εϊρηται,  ουδέ  έτόλμων  πλησιά- 
σαι  εΙς  τους  λιμένας  της  Παλαιστίνης    και  Συρίας,    οί  δέ  Άρμέ- 

20  νιοι  διά  τους  μεταξύ  Περσών  τε  και  Όθωμανών  πολέμους.  Γράφει 
δέ  τό  ρηθέν  χάτ-σερίφ  ούτω•  «Άπό  πασών  των  φυλών  ό  πα- 
τριάρχης τών  Τωμαίων  νά  προηγήται».  Ό  πατριάρχης  ούτος 
Δωρόθεος  ή  Άττάλας  ενάρετος  και  απλούστατος  ων  ελαβεν  ευ- 
νοιαν  παρά  τω    σουλτάνω    τούτω    τοσαύτην,    ώστε    έτόλμησε  πα- 

25  ρακαλέσαι  αυτόν  δπως  ανοικοδόμηση  τά  τείχη  Ιερουσαλήμ  πετυτω- 
κότα  όντα  εις  πολλά  μέρη  άπό  του  καιρού  του  Σαλαδίνου,  ώς 
εϊρηται•  δι'  δ  και  οί  Φελάχιδες  λησται  συνεχώς  εισερχόμενοι 
νυκτός  έκλετυτον  αρπάζοντες  ώς  έπΙ  τό  πλεΐον  τά  πράγματα  των 
χριστιανών.   Τπήκουσεν  αύτω  ό  σουλτάνος    και  προσέταξεν  άνοι- 

30  κοδομηθήναΐ'  και  δή  έτελειώθη  τό  έργον  έπι  της  βασιλείας  του 
υίου  αύτου  σουλτάν  Σουλεϊμάν  Κανονή   λεγομένου. 

Ούτω  δέ  κυριευθείσης    της  Ιερουσαλήμ    υπό  του    Σελήμ  και 
πεσούσης  εις  τήν  έςουσίαν  τών  Όθωμανών,  έλαβεν  άλλοίωσιν  έπι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  413  — 

το  βελτιον  μεν,  άλλ'  έξης  σ  θείος  ναός  της  Αναστάσεως  καΐ  ό 
της  Βηθλεέμ  καΐ  τα  λοιπά  ίερά  προσκυνήματα  έμελλον  γενέσθαι 
όργανα  διενοχλήσεων  καΐ  πεφασμών  μεγάλων,  ού  μόνον  τοις  πα- 
τριάρχαες  των  Ιεροσολύμων,  άλλα  και  πα^^Ι  τω  γένει  των  ορθο- 
δόξων, έκ  μέρους  των  Φρατόρων  Λατίνων  καΐ  των  Αρμενίων,  ως  δ 
ή  έξης  ιστορία  συνοτττικώτατα  δηλώσει.  ΚαΙ  γάρ  εντεύθεν  ήρξαντο 
τα  μέγιστα  σκάνδαλα,  των  μεν  ζητούντων  λαβείν  τάς  άπ'  άρχης 
ιδιοκτησίας  ημών  και  προνομία,  ημών  δε  μη  στεργόντων  άλλ'  αγω- 
νιζομένων φυλάξαι  δσαις  δυνάμεσι.  Τών  δή  μεγίστων  τούτων  σκαν- 
δάλων τε  καΐ  επηρειών  ή  αρχή  έχει  ούτως.  10 

Του  ^ηθέντος  σουλτάν  Σελήμ  κυριεύσαντος  ήδη  την  ΑΤγυτυτον 
Συρίαν  και  δλην  την  Μικράν  Άσίαν,  και  τρομερού  ψαΊέΊτος  κατά 
Περσών,  πάντα  τά  ευρωπαϊκά  βασίλεια  έσπευσαν  φιλιωθηναι  μετ' 
αύτου•  και  τούτου  γενομένου  περί  τό  ^αφιζ'  (1517)  ήρξαντο  Ιρχεσθαι 
εν  Ιερουσαλήμ  Δυτικοί  διά  τήν  προσκύνησιν  τών  αγίων  τόπων.  15 
Μή  εχόντων  δέ  κατάλυμα,  ύπεδέχετο  αυτούς  6  πατριάρχης  εις 
τά  έν  Ιερουσαλήμ  ημέτερα  μοναστήρια  έν  αγάπη  χριστιανική. 
Μετά  δέ  ολίγους  χρόνους  ήλθον  και  δέκα  μονάχοι  έκ  του  τάγμα- 
τος τών  Φραγκισκάνων,  Φράτορες,  οϊτινες  έχοντες  μεθ'  εαυτών 
ίκανόν  χρυσίον  παρεκάλεσαν  τόν  πατριάρχην  ϊνα  δω  αύτοΐς  τόπον  20 
τινά  δι'  ενοικίου,  δπως  κατοικώσι  προς  καιρόν  ό  δέ  τυτωχότατος 
ων  εστερξε.  ΚαΙ  δή,  ϊνα  μή  έχη  αυτούς  ένδον  της  Ιερουσαλήμ, 
εδωκεν  αύτοΤς  έν  τη  Αγία  Σιών  μονυδριον,  ένθα  ό  ΟΤκος  του  Ζε- 
βεδαίου  και  δπου  ό  μυστικός  δείπνος  έγένετο.  "^Ήν  δέ  τούτο  τότε 
σχεδόν  έρείπιον,  σωζόμενου  μόνον  του  ναού  και  τριών  τεσσάρων  25 
κελλίων,  δπου  λαϊκοί  τίνες  έκάθηντο  ορθόδοξοι  διά  τήν  σπάνιν 
τότε  τών  μοναχών.  Ααβόντες  δέ  τούτο  οί  Φράτορες  διά  συμφωνη- 
τικού έπι  του  Κριτηρίου  του  διδόναι  τόσον  ένοίκιον  έκάθησαν  και 
ήρξαντο  έπισκευάζειν  καΐ  καλλωπίζειν  έδίδοσαν  δέ  κατ'  έτος  τό 
συμφωνηθέν  ένοίκιον.  Προϊόντος  δέ  καιρού  οί  δέκα  Φράτορες  έγέ-  30 
νοντο  εΓκοσι  και  τριάκοντα  και  διά  του  χρυσού  εΐ'λκυσαν  προς 
εαυτούς  τήν  τών  κρατούντων  ευνοιαν  καΐ  έφερον  Μαρωνίτας  τινάς 
οπαδούς    της    δυτικής    εκκλησίας    και   κατωκησαν  σύν  γυναιξί  καΐ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  414  — 

τέκνοις  ένδον  της  Ιερουσαλήμ,  ένοιχιάζοντες  οίκους  πτωχών  χρι- 
στιανών καΐ  Τούρκων  δι'  ά^ρας  δόσεως•  ε?σήρχοντο  δέ  εις  τόν  ναόν 
της  Αναστάσεως  και  προσεκύνουν  μόνον,  μηδένα  τόπον  Ιχοντες 
λειτουργεΐν  ή  ψάλλειν.  Τω  δ'  αύτώ  καιρώ    ήρξαντο   ερχεσθαι  εις 

5  προσκυνησιν  και  Αρμένιοι  (υποτεταγμένης  ήδη  της  Κιλικίας  και 
της  Μικρας  Αρμενίας,  ένθα  κατωκουν  Αρμένιοι  τότε),  οΓτινες 
πολλή  ταπεινώσει  χρώμενοι  εΙς  τόν  πατριάρχην  σέβας  και  εύλά- 
βειαν  έδείκνυον  ο  δέ  ύπεδέχετο  αυτούς  φιλοφρόνως.  Έξαιτησάν- 
των  δέ  καΐ  τούτων  δι'  ενοικίου  οίκημα,   έδωκαν    τόν  κατά  παρά- 

10  δοσιν  άρχαΐον  Οίκον  Καϊάφα  του  άρχιερέως,  3που  τόν  Κυριον  οι 
Ιουδαίοι  κατέκριναν  είπόντες  "'ε^^οχος  θανάτου  έστί^  και  ένέπτυ- 
σαν  είς  τό  πρόσωπον  αύτου  καΐ  έκολάφισαν"  κτλ.,  δπου  και  ή 
δεύτερα  και  τρίτη  δρνησις  του  Πέτρου  συνέβη  κτλ.,  δπου  και  ναός 
ύπό  τών  πάλαι  χριστιανών  ωκοδομήθη  Ιχων  και  δύο  κελλία.  Τούτον 

1δ  ουν  λαι^όντες  οΊ  Αρμένιοι  κατωκησαν  ήσυχάζοντες,  επερχόμενοι 
δέ  και  προσκυνου^/τες  εις  τε  τόν  ναόν  και  πάντα  τα  προσκυ- 
νήματα άκωλυτως,  καθάπερ  και  οί  Φράγκοι,  ιδίαν  δέ  έκκλησίαν 
μή  Ιχοντες. 

Άλλ'  οί  Φράτορες    τους    κρατοΰντας    φίλους    έχοντες  έπεισαν 

20  αυτούς  και  έλαβον  αδειαν  λειτουργεΐν  επάνω  της  Άιτοκαθηλώσεως, 
ήτοι  τοδ  τόπου  έν  ω  ό  Ιωσήφ  και  ό  Νικόδημος  τό  σώμα  του 
Κυρίου  σμύρνη  και  αλόη  άλείψαντες  τη  καθαρά  σινδόνι  ένείλωσαν 
έτίθουν  δέ  τράπεζαν  ξυλίνην  εντός  του  τόπου,  χθαμαλοίϊ  (δντος). 
Τούτο  δέ  ποιήσαντες  τω  έπομένω  έτει  έφερον  τράπεζαν,   ή  άλτά- 

2δ  ριον  λατινιστί,  έκ  της  Ευρώπης  όρειχάλκινον,  έσωθεν  μέν  διά- 
κενον,  βαρυτάτην  δέ,  δπως  μένη  έκεΐ  έξης  ακίνητος.  Ό  δέ  τότε 
πατριάρχης  Γερμανός  ονόματι  ήν  έν  Κωνσταντινουπόλει  προς  τό 
έντυχεΐν  τω  σουλτάνω  Σουλεϊμάν  Κανονη  λεγομένω  και  λαβείν 
και  παρ'  εκείνου  όρισμόν.  Λαβών    δέ    οίον  ήθελε  και  έπιστρέψας 

30  εις  Ιερουσαλήμ  εύρε  τό  ρηθέν  άλτάριον,  και  παρρησιάσας  τόν 
όρισμόν  διαλαμβάνοντα  ρητώς  τήν  κυριότητα  δλου  του  ναού  και 
έςόχως  της  Άποκαθηλώσεως.  Ααβών  ούν  τό  ένδόσιμον  καΐ  συνα- 
γαγών  τους  όρθοδόςους  ηρεν  αυτήν  έκεΓθεν.   Τότε  και  οί    Άρμέ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  415  — 

νιοι  διά  πολλών  δώρων  δελδάσοτ^τες  τους  Χαμιπεσίους  έλαβον 
παρ'  αυτών  δδειαν  λειτουργεΐν  εις  τήν  βόρειον  γωνίαν  του  Ίθίοκ> 
της  Ευρέσεως.  Συρρεόντων  δε  έντευ&εν  προσκυνητών  Αρμενίων 
καΐ  μή  χωρούντων  εις  τον  ρηθέντα  Οιχον  του  Καϊάφα,  παρεκά- 
λεσαν  δωροδοκήσαντες  τους  *Ιβηρας  καΐ  έδωκαν  αύτοΓς  τόπον  δΓ  '5 
ενοικίου  εις  τόν  "Αγιον  Ίάκωβον  του  Ζεβεδαίου,  έπΙ  συμφωνία 
κατ'  έτος  πεντήκοντα  φλωρία,  κατανεύσαντος  εις  τούτο  καΐ  του 
πατριάρχου  Γερμανού  καΐ  παρόντος  έν  τω  Κριτηρίω,  8τε  έγρά- 
φετο  τό  συμφωνητικόν,  δπερ  εστί  φυλαττόμενον  παρ'  ήμΓν  μέχρι 
της  σήμερον.  10 

Τω  δε  ^αφνα':  1551:  έδελέασαν  οι  Φράτορες  τους  Μαρωνί- 
τας,  έχοντας  τόπον  εις  τόν  βόρειον  νάρθηκα  του  ναού,  δπου  και 
μέρος  της  κολώνας  της  μαστιγώσεως  και  τό  Μή  μου  απτού,  καΐ 
εβαλον  τήν  ρηθεΐσαν  όρειχαλκίνην  τράπεζαν  λειτουργεΤν  έπ'  αυτής, 
μή  δυνηθέντος  του  πατριάρχου  τούτο  κωλυσαι,  ως  βοηθουντων  15 
τών  δωρολήτττων  εξουσιαστών. 

Τω  δε  ^αφνδ'  (1554)  οι  Κόπται  οί  Αρμένιοι  καΐ  Μαρωνΐται 
συνεφώνησαν  δια  παρακινήσεως  τών  Φρατόρων  καΐ  έζήτουν  και 
αυτοί  έχειν  κλεΐς  του  νΛου  και  κλείειν  οπόταν  βουλοιντο.  Τέλος  δ' 
οίϋν  νιί^οΊτζο  ούτοι  πάντες  αίτιοι  και  δια  προσταγής  σουλτανικής  20 
τω  1557  εδόθησαν  αί  κλεΤς  Τουρκοις,  διορισθεΐσιν  επίτηδες 
άνοίγειν  και  κλείειν  έκάστω  εθνει  κτλ.  "Οθεν  ήναγκάσθησαν  πάντα 
τα  έθνη  και  εξόχως  ήμεΐς  κατασκευάσαι  ένδον  του  ναού  οΙκήματα 
έκ  ξύλων  δια  τους  κανδηλάπτας  εφόρους  νεωκόρους•  3περ  αίτιον 
κατέστη,  δπως  ο  ναός  διαιρεθή  εις  τόσα  μέρη  και  σμικρυνθή  και  2δ 
τελευταιον  έμπρησθη,   ως  ρηθήσεται. 

Τω  δέ  ,αφξα'  (1561)  εΤς  ΈβραΤος,  υπουργός  μέγας  του  πάσα 
και  έντιμος,  απήλθε  χάριν  προσκυνήσεως  έν  τη  *Αγία  Σιών,  (είς) 
τά  έκεΐ  μνημεΤα  Δαβίδ  καΐ  Σολομώντος•  οί  δέ  έκεΐ  οίκουντες  ουκ 
ήνοιξαν  αύτώ.  "Οθεν  εκείνος  θυμού  πλησθεις  είπε  πολλά  καΐ  30 
δεινά  κατ'  αυτών  τω  πάσα  και  ολοις  τοις  έν  Ιερουσαλήμ  έγκρί- 
τοις•  και  τοσούτον  ένήργησεν,  ώστε  μίαν  φοράν  κατά  Παρασκευήν 
πλήθος  Τούρκων    απελθόντες    τους    μέν    Φράτορας    έξέβαλον  διώ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  416  — 

ζάντες  έχεΐθεν,  τήν  δ'  έχκλησίαν  τζαμί  εποίησαν,  χτισαντες  χαί 
ό|3ελίσκον,  ήτοί  μιναρέν.  Οί  ουν  Φράτορες  μείναντες  χωρίς  κατοι- 
κίας προσέδραμον  πάλιν  ήμΤν  χαΐ  δεδώκαμεν  αύτοΐς  την  μονήν 
Ιωάννου  του  θεολόγου,  εγγύς  ουσαν  της  μονής  των  Αρχαγγέλων, 
5  δι'  ετησίου  ενοικίου,  και  ταυτοχρόνως  έδώκαμεν  αύτοΐς  και  εις  τήν 
Άγίαν  Βηθλεέμ,  προς  το  βόρειον  μέρος  του  έκεϊ  ναοΰ,  οίκίσκον 
τινά.  Οί  φίλοι  δε  ούτοι  εύεργεσίαν  τοιαυτην  ήμείψαντο'  και  γαρ 
τω  ^αφπ'  ετει  (1580),  δπειρα  χρήματα  δόντες  τοις  έν  Ιερουσαλήμ 
χριταίς  ήρπασαν  παρ'  ημών  δλον    τον    ναόν    του   Γολγοθά  καΐ  τό 

10  εγγύς  προς  νότον  παρακλήσιον  της  Άγιας  Ελένης,  και  προς  τού- 
τοις μέρος  εις  τήν  Άγίαν  Βηθλεέμ  και  δδειαν  λειτουργεΓν  έπι 
του  αγίου  Σπηλαίου  της  Γεννήσεως.  Ό  δε  τότε  πατριάρχης  Σω- 
φρόνιος τουνομα  λύπη  συσχεθεις  και  τήν  άδικίαν  μή  υπομένων 
απήλθε  προς  τήν  Κωνσταντινούπολιν  προσκλαιόμενος  τω  σουλτάνω 

15  δι'  αναφοράς•  άλλ'  ουδέν  ήνυσε.  Δαπανήσας  δε  δώδεκα  χιλιάδας 
φλωρίων  σουλτανικών  και  μέσα  πολλά  χρησάμενος  μόλις  ήξιώθη 
λαβείν  το  ήμισυ  του  ναοο  εκείνου,  δπερ  κατέχομεν  μέχρι  της 
σήμερον.  Περί  δε  το  1590  έτος  και  τήν  μο^^ν  Ιωάννου  του  θεο- 
λόγου   διά    βασιλικής    προσταγής    Ιδιοποιήσαντο,    και    έκτοτε  ούδ' 

20    όβολόν  ήμΐν  έδωκαν  δια  το  ένοίκιον. 

Τούτους  μιμησάμενοι  και  οί  κάλοι  Αρμένιοι  έπονηρεύσαντο 
διαφόρους  δολιότητας  μή  δούναι  τύ  έτήσιον  ένοίκιον^  άλλ'  έμα- 
ταιώθησαν  κριθέντος  γαρ  του  πατριάρχου  μετ'  αυτών  έν  τω 
Κριτηρίω  προσετάγησαν    διδόναι    κατ'    έτος    και   πλεΐον    τών    50 

25  φλωρίων  έφ'  ω  και  χοτζέτι,  ήτοι  της  κρίσεως  διαβεβαίωσις, 
έγράφη,  δπερ  συν  τοΓς  τοιούτοις  σώζεται  παρ'  ήμΐν.  Αύτοι  δε 
άλλους  τρόπους  έπενόησαν  ήρξαντο  έπισκευάζειν  λαμπρώς  έν  τη 
μονή  ταύτη  καΐ  άνορθουν  κελλία  έκ  θεμελίων  άνευ  τής  αδείας 
του  πατριάρχου.   Ένεκάλεσεν  αυτούς    εις  κριτήριον,  δπου  ώμολό- 

30  γησαν  8τι  τά  κελλία,  άπερ  κτίζουσι,  λογισθήσονται  κτήμα  τών 
Τωμαίων  και  ούχΐ  αυτών,  και  δτι  έν  ουδεμία  προφάσει  δώσουσι  κατ' 
έτος  το  συμφωνηθέν  ένοίκιον.  Έπι  τούτοις  έγράφη  και  άλλο  χο- 
τζέτι και  φυλάττεται  παρ'  ημών. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  417  — 

Τω  δε  ^αχζ'  (1607)  οΐ  Φράτορες,  λείποντος  τίου  πατριάρχου 
θεοφάνους  εις  τήν  Βλαχίαν  χάριν  ελέους,  χατεσκεύασαν  κάγχελλα 
σιδηρά,  και  φέροντες  εΙς  τόν  ναόν  του  Γολγοθά  διεχώρισαν  δΓ 
αυτών  τόν  νότιον  χορόν,  ένθα  έλειτούργουν,  μή  συγχωρουντες 
ήμΐν  ϊστασθαι  αύτ(5θι  εν  τω  καιρώ  της  ιερουργίας.  Άλλ'  6  πα-  5 
τριάρχης  Θεοφάνης  μαθών  άναφοράν  ποιησάμενος  εις  τήν  'Τψη- 
λήν  Πόρταν,  καΐ  τα  σίδηρα  έζέβαλεν  εκ  του  Αγίου  Γολγοθά  και 
αυτούς  εκείνους•  άλλα  πάλιν  αυτοί  δια  πολλών  φλωρίων  και  δώ- 
ρων προς  τους  έν  Ιερουσαλήμ  κρατοΰντας  ελαβον  άναφοράν  παρ' 
αυτών,  δτι  εκπαλαι  σφών  έστι  το  ήμισυ  του  Γολγοθά,  και  ούτως  10 
ελαβον  αυτό  διά  της  σουλτανικής  προσταγής  τω  ,αχια'  ετει  (1611)• 
ελαβον  δε  και  δλον  τόν  ναόν  τής  Βηθλεέμ  καΐ  έξέβαλον  ημάς 
εκείθεν  καΐ  τα  τέμπλα  ημών  καΐ  εικόνας  κτλ.  Τω  ,αχιδ'  (1614) 
έγραψαν  γαρ  εις  τους  Δυτικούς  βασιλείς,  δτι  οί  'Ρωμαΐοι  διώκουσιν 
αυτούς  και  ουκ  έώσι  προσκυνεΐν  οί  δε  βασιλείς  τω  σουλτάνω  15 
προσκλαυθέντες  ελαβον  προσταγήν  και  περί  του  Γολγοθά  και  τής 
Βηθλεέμ  πάλιν  όμου,  εκείνου  μεν  εχειν  τό  ήμισυ,  ταύτης  δε 
δλον  τόν  ναόν  καΐ  ού  μόνον  τοΰτο,  άλλα  και  διά  τήν  Άγίαν  Άπο- 
καθήλωσιν  εφερον  προσταγήν  καΐ  κατέστη  κοινή  ήμΓν  καΐ  αύτοϊς. 
Τω  δέ  ,αχκη'  (1628)  τη  ήμερα  τών  Χρίστου  γεννών  απελθόντος  20 
του  αύτου  πατριάρχου  εις  Βηθλεέμ  μετά  τών  προσκυνητών,  οί 
καλοί  αδελφοί  ούτοι  έκλεισαν  τήν  βόρειον  πύλην  του  Αγίου  Σπη- 
λαίου, λέγοντες  δτι  ήν  ιδιάζουσα  αύτοΤς•  καΐ  δή  ουκ  εϊασαν  διελ- 
θεΐν  τόν  πατριάρχην  δι'  αυτής  έν  τω  καιρώ  τής  συνήθους  λιτα- 
νείας, ώς  γίνεται  κατ'  έτος-  και  ου  μόνον  τούτο,  άλλα  καΐ  έχλεύα-  25 
ζον  υβρίζοντες  αυτόν  καΐ  δλον  τό  ίερατεΐον  και  τους  προσκυνητάς. 
"Οθεν  ό  πατριάρχης  τελειώσας  τήν  έορτήν  μετά  λύττης  ουχ  υπέ- 
φερεν,  άλλα  ζήλου  πλησθεις  άπήλθεν  εις  τήν  Βασιλεύουσαν  και 
δούς  τω  σουλτάνω  άναφοράν  ενήργησε  διορισθήναι  κρίσιν  και 
τούτου  γενομένου,  ό  σουλτάν  (ήν  δέ  ό  Μουράτ)  πληροφορηθείς  30 
τό  δίκαιον  έξέβαλε  τους  Δυτικούς  τής  Βηθλεέμ,  ομοίως  και  τής 
μονής  τής  έκεΤ,  (ούσης  ημών  ώς  εϊρηται  και  αυτών  κατοικούντων 
έπι  ένοικίω)•  αυτών  δέ  κλαιόντων  και  παρακαλεσάντων  τόν  πατριάρ- 

27 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  418  — 

-χην  ίχετιχώς,  άφηκεν  αυτούς  (οδτος)  χατοιχεϊν  εις  τήν  μΛνήν,  ετι 
δε  άμνησιχακών  έδωχεν  αύτοΐς  χαΐ  την  Άγίαν  Φάτνην  λειτουργεΐν. 
Τω  δε  ,αχλγ'  (1633)  οι  Αρμένιοι  ελαβον  παρά  των  πρου- 
χόντων   της  Ιερουσαλήμ    Τούρχων    ψευδή    έγγραφα    χαΐ  χοτζέτια 

δ  κτλ.  8τι  το  μοναστηριον  της  Έλαίας  λεγόμενον  (δπου  ήν  ό  οΤκος 
"Αννα  του  άρχιερέως,  ένδον  τής  Ιερουσαλήμ)  ήν  εκπαλαι  οικο- 
δομή και  Ιδιοκτησία  αυτών  τταρρησιάσαντες  δε  ταύτα  εΙς  τήν 
'Τψηλήν  Αύλήν  καΐ  άπειρα  δαπανήσαντες  ελαβον  τούτο  δια  βα- 
σιλικής   επιταγής    καΐ    κατέχουσι  μέχρι  τής  σήμερον,  ομοίως  οί- 

10  κειοποιήσαντες  και  τόν  ^ηθέντα  (σελ.  414)  ΟΤκον  του  Καϊάφα* 
ήν  δε  τότε  6  ψηθείς  πατριάρχης  αποδήμων  εις  τήν  Βασιλευου- 
σαν.  Τω  δε  έπομένω  ετει  αχλδ'  (1634)  έχοντες  ήμεΐς  μεν  πά- 
σχα  άπριλίου  6,  αύτοΙ  δε  οί•  Αρμένιοι  άπριλίου  14,  έμελέ- 
τησαν    δπως  μετα&έσωσι  το  ήμέτερον  εις  τδ  εαυτών  καΐ  έορτα- 

15  σθη  όμοΰ  τή  ιγ'  άπριλίου.  "Οθεν  δώ  πολλών  χρυσίων  και  δώ- 
ρων κατέπεισαν  τόν  τε  μουλλαν  και  πασαν  και  δλους  τους  κρα- 
τουντας  τής  Ιερουσαλήμ  μαρτυρεΐν  και  λέγειν,  δτι  τό  καλενδά- 
ριον  ημών  έστιν  έσφαλμένον^  τών  δ'  Αρμενίων  ορθόν,  και  έπΙ 
τούτω  αποδεικτικά  ιλάμια  και  χοτζέτια  καΐ  επικυρωτικά.    Και  δή 

20  τω  μεγάλω  Σαββάτω  οι  ρηθέντες  έξουσιασταΐ  σφραγίσαντες  τδ 
ίερδν  Κουβούκλιον  του  Παναγίου  Τάφου,  ούδένα  εΐασαν  είσελθεΐν 
κλαιόντων  δε  τών  ορθοδόξων  και  ίκετευόντων  τόν  Κύριον  μή  πα- 
ριδεΐν  αυτούς,  αίφνης  περί  ώραν  ένάτην  βροντή  μεγάλη  έγένετο 
ένδον  του  ναού  του  Παναγίου  Τάφου  και  ύπέρλαμπρον  φώς   έκεΐ- 

25  θεν  έξήλθεν  ως  αστραπή  πάντων  όρώντων.  Τότε  οι  μεν  ορθόδο- 
ξοι χαράς  απείρου  πλησθέντες  εκραζον  μεγαλοφώνως  τδ  "  Δόξα  σοι 
ό  θεδς"  και  τδ  ^'τίς  θεδς  μέγας,  ως  ό  θεδς  ημών"  κτλ.  Οι 
δε  Τούρκοι  ταύτα  ίδόντες  έχλεύαζον  και  ένέτυτυον  εΙς  τους  Αρ- 
μενίους,  οΓτινες  ούτω  άναγκασθέντες  εποίησαν  πάσχα  μεθ'  ημών. 

30  Άλλ'  έκ  τούτου  του  θείου  και  τρανού  θαύματος  ούδ'  δλως  έδιωρ- 
θώθησαν  φθόνω  γάρ  τηκόμενοι  έφαντάσ&ησαν  λαβείν  τά  πρωτεία 
και  προπορεύεσθαι  του  πατριάρχου.  Άτυήλθον  ουν  εις  τήν  Βα- 
σιλεύουσα ν    τω  ,αχμδ'  (1644)    έχοντες    μεθ'  εαυτών    τά  ρηθέντα 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  419  — 

των  Ίεροσολυμιτων  εντοπίων,  τοδ  πασδ  και  του  μουλλα  χοτζέτΐΛ, 
καΐ  έχίνησαν  άγωγήν  χαθ'  ημών  κριαολογίαι  δε  καΐ  πάλιν  μετά 
του  πατριάρχου  καΐ  αγώνες  μεγάλοι  καΐ  χαρίσματα.  Άλλ'  ύπε- 
ρενίκησε  το  δίκαιον  και  Ιμειναν  οι  κολοιοι  κολοιοί,  ως  το  τζρό- 
τερον.  Μάλιστα  6  Θεοφάνης  }ία\  χάτ-σερίφ,  ήτοι  αύτόγραφον  βα-  5 
σιλικόν  όρισμόν  Ιλαβε  προηγεΐσ&αι  των  Αρμενίων  καΐ  τό  πάσχα 
αυτούς  μεθ'  ημών  έζής  έορτάζειν. 

Τω  δέ  ,αχμθ'  (1649)  πατριαρχευοντος  του  Παϊσίου  καΐ  δντος 
έν  Κωνσταντινουπόλει  διά  αναγκαίας  τω  θρόνω  υπο&έσεις,  εύρόν- 
τες  καιρόν    καΐ    μέσα    οΐ  δόλιοι  ούτοι  έκυρίευσαν  μίαν  πύλην  του    10 
έν  τη  Βηθλεέμ  Αγίου  Σπηλαίου,    βπου  και  ΑαΊΐίιλας  έκρέμαΜν' 
Ικτισαν  δέ  καΐ  τοΐχον  μεταξύ  του  έκεΐ  μοναστηρίου  ημών  και  τών 
Χαμπεσείων    οίκημάτων  καΐ  ταύτα   Ιδιοποιήσαντο.  Ό  δέ  ΠαΓσ(ος 
ταΰτα  μαθών  Ιδωκεν  άναφοράν  τω  σουλτάνω*  ήν  δέ  τότε  6  Μεε- 
μέτ  ό  τέταρτος.  ΚαΙ  δη  πάλιν  κρίσεως  γενομένης  έπί  του  Ύψηλοΰ    ΐδ 
ΔιβΛνίου  έλαβε  θεία  χάριτι  τά  νικητήρια,   αποφάσεως  γενομένης, 
δπως    τά    παρ'  αυτών    άρπαγέντα    ληφθώσι  και  παραδοθώσι  τοις 
Τωμαίοις.   Γραφείς  δέ  ορισμός  βασιλικός  εστάλη  είς  Ιερουσαλήμ 
διά  βασιλικού  τζαοοστι'  άλλ'  οΐ  Αρμένιοι  τόν  πασαν  και  τους  κρι- 
τάς  και  προύχοντας  της  Ιερουσαλήμ  έμπλήσαντες  ούδ'  δλως  πα-    20 
ρεχώρησαν,   άφ'  ων  ήρπασαν,    γινώσκοντες    δτι  ή  Τψηλή  Πόρτα 
εΤχε  τότε  πολέμους  μετά  τών  δυτικών  δυνάμεων.  Άλλ'  ό  Παίσιος 
ταύτα    μαθών    αποστέλλει    άναφοράν    τω    βεζύρη,    δντι  τότε  εις 
Άδριανούπολιν    σύν    τω  στρατώ'  ό  δέ  άναγνούς  καΐ  θυμού  πλη- 
σθεις  (ήν  γαρ  βοηθός  ήμΤν,   ως  φιλοδίκαιος),  άλλον  έξέδωκεν  όρι-    25 
σμόν  έντονώτερον  γράψας  ϊδιον  προς  τόν  πασαν  και   τους  λοιπούς 
άπειλητικόν.  Λαβών  δέ  το^^τοΊ  ό  Παισιος  και  ε2ς  τήν  Ιερουσαλήμ 
άποστείλας    ενήργησε    και    έςεβλήθησαν    οι  Αρμένιοι,    ου  μόνον 
του  Αγίου  Σπηλαίου  και  τών  Χαμπεσιακών  οικημάτων,  άλλα  και 
άπ'  αύτου    του  Αγίου  Ιακώβου•     έφ'  ω  τά  πρακτικά    πάντα    είς    30 
τους  του  Κριτηρίου  κώδικας  κατεγράφησαν  και  ήμΐν  χοτζέτι  ?διαί- 
τερον  γραφέν  εδόθη,  δπερ  εχομεν  μέχρι  τούδε. 

Άλλα  τω   1653   αύθις  πλουτον  άπειρον  καταδαπα^/ησαντες  και 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  420  — 

την  Όθωμανιχήν  Πόρταν  είς  όργήν  κινήσαντες  (δτι  αύτοΙ  μεν 
είσΐ  ραγιάδες  πίστοί  της  βασιλείας,  ό  δε  πατριάρχης  Παΐσιος  έχει 
σχέσιν  μετά  της  Τωσσίας  χτλ.  χαι  8τι  κατεσχεύασε  χορώναν  πο- 
λυτιμον  διά  τόν  χράλην  αυτής  χαΐ  δλλα  πολλά),  ελαβον  δι'  όρι- 
5  σμου  βασιλιχοδ  ού  μόνον  τόν  "Αγιον  Ίάχωβον,  άλλα  χαΐ  τά  ένδον 
του  ναοϋ  της  Αναστάσεως  νότια  Κατηχουμενα  χαι  τά  δύο  με- 
γάλα παράθυρα  τά  άπό  της  Άγιας  Πόρτας,  προς  τούτοις  δε  χαΐ 
το  ύποχάτω  της  μονής  του  πατριάρχου  Αβραάμ  παραχλήσιον, 
εις  δε  τήν  Βηθλεέμ  τά  οικήματα  των  Χαμπεσι'ων  και  τόν  κηπον 

10  αυτών,  άτινα  χαταχρατουσι  μέχρι  της  σήμερον,  αύξήσαντες  δια- 
φόροις  οικοδομαΐς.  Ενήργησαν  δε  οί  βέλτιστοι,  ώστε  τόν  μεν 
Παΐσιον  κινδυνευσαι  εις  αυτήν  τήν  ζωήν  διά  τήν  κόρωναν,  αυτήν 
δε  καταντήσαι  εΙς  τάς  χεΤρας  του  σουλτάνου,  έν  Άδριανουπόλει 
βντος.    Απεδείχθη    δμως,    δτι  ουκ  ήν  του  κράλη  της  Τωσσίας, 

15  άλλα  του  πατριάρχου,  και  8τι  ούκ  ήν  τόσον  πολύτιμος,  ώς  οί 
Αρμένιοι  παρέστησαν  επεστράφη  δέ  αδτη  τω  Παϊσίω  άθωω  φα- 
νέντι.  Έκτοτε  ησύχασαν  ικανούς  χρόνους  οί  φίλοι  ούτοι  Αρμένιοι 
και  εις  μεγάλα  πράγματα  ούκ  έτάραζαν  ήμας.  Ήγέρθησαν  δμως 
οί  κάλοι  Φράτορες  πάλιν,  αλλεπάλληλους  ταραχάς  καΐ  ζημίας  ήμΐν 

20   προξενουντες,  ώς  έξης  έν  συντόμω  δηλουται. 

Τω  1661  έν  μια  νυκτΐ  δι'  εργαλείου  επιτηδείου  έκοψαν  μέ- 
ρος έκ  του  Αγίου  Λίθου,  δς  ήν  έπΙ  της  θύρας  του  μνημείου,  ον 
άγγελος  άπεκύλισε•  φωραθέντες  δέ  παρά  των  ημετέρων  ήρνήθη- 
σαν  που  δέ  έστειλαν    το  κοπέν  μέρος  αύτοΙ  ούκ  οΐδασι.    Τω  δέ 

25  1674  έλθόντος  είς  προσκύνησιν  του  Γαλλικού  πρέσβεως,  οί  Φράροι 
ούτοι  έφυσιώθησαν  και  ένστασης  της  εορτής  τών  βαΓων  κατ'  αυ- 
τούς, άνήλθον  στολίσαι  και  κοσμήσαι  τό  ιερόν  τούρλεον  του  Κου- 
βουκλίου, έν  ω  6  Ζωοδόχος  Τάφος•  ήν  δέ  τότε  τό  Κουβούκλιον 
εις  τήν  έξουσίαν  ημών,   αυτών  ούδ'  δλως  μετοχήν  εχόντων.  Ίδόν- 

80  τες  ουν  οι  ημέτεροι  τους  Φράρους  άναβάντας  και  στολίζοντας, 
ηθέλησαν  κωλυσαι  αυτούς,  ώς  επιβαίνοντας  εΙς  άλλότριον  τόπον 
αύτοι  δέ  μετά  ροπάλων  δραμόντες  και  σφυρίων  (ήσαν  δέ  πολλοί), 
ένα  μέν  ίερομόναχον  κρούοντες  ώμώς  και  άπανθρώπως  έξήπλωσαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  421  — 

νεχρόν  ευθέως,  δυο  δέ  κατέστησαν  ήμιθανεΓς,  τους  δέ  δλλους 
έτραυμάτισαν.  Ταΰτα  πάντα  παραστησάντων  ημών  εΙς  τους  κρα- 
τουντας,  αύτοΙ  υπό  των  Φρατόρων  καΐ  του  πρέσβεως  δωροδοκη- 
θέντες  έσιώπησαν  ό  δέ  ρηθεις  πρέσβυς  ευλά|3ειαν  προσποιούμενος 
εμεινεν  έν  τω  ναω  νύκτας  τινάς.  Έν  μια  δέ  νυκτΐ  μετά  άζινών  5 
ϋοίί  εργαλείων  άπελθών  είς  το  παρακλήσιον  του  Άκανθίνου  Στε- 
φάνου επεχείρησε  κρυφίως  έκβαλεΐν  το  υπό  την  άγίαν  τράπεζαν 
μέρος  της  κολώνας  εκείνης,  έν  η  τον  Κυριον  οι  του  Πιλάτου 
στρατιώται  καθίσαντες  ένέπαιζον  περιβαλόντες  χλαμύδα  κοκκίνην 
και  άκάν&ινον  στέφανον  έπΙ  την  κεφαλήν  κτλ.  Άλλ'  οΐ  έν  τω  ναω  10 
ημέτεροι  τό  επιχείρημα  αίσθανθέντες  ευθέως  έμήνυσαν  τοις  κρα- 
τουσιν  οί  δέ  δραμόντες  και  άνοίζαντες  αίφνης  τήν  Άγίαν  Πόρταν 
ευρον  τό  μελετώμενον,  ίδόντες  αύτοψεΐ  τα  έργαλεΓα  έκεΤ  και  τόν 
πρέσβυν.  Όνειδίσαντες  ουν  αυτόν  έξέβαλον  του  Ίαοο.  Έπιστρέψας 
δέ  εΙς  την  Κωνσταντινούπολιν  επεχείρησε  καθ'  ημών  μέγιστα  15 
κακά,  άλλ'  έματαιώθη.  Τά  γουν  έκ  τών  Φρατόρων  και  του  πρ^- 
σβεως  καθ'  ημών  πραχθέντα  δι'  έμμαρτύρου  τών  έν  Ιερουσαλήμ 
κρατούντων  αναφοράς  έδηλοποίησεν  είς  τήν  Τψηλήν  Πόρταν  ό 
πατριάρχης•  δθεν  τω  1676  ετει  έζεδόθη  ορισμός,  δπως  μή  νυ- 
κτερεύωσι  μηδέ  παραμένωσιν  έν  τω  ναω  Φραγκοπατέρες,  πλην  20 
τριών  μόνων,  και  ένδον  της  Ιερουσαλήμ  μή  κατοικώσιν,  άλλ'  ή 
μόνον  τριάκοντα  καΐ  δξ,  και  δπως  ούτοι  έκάστην  τριετίαν  άναχω- 
ρουντες  εις  τά  ϊδια  ερχωνται  άλλοι.  Άλλ'  ό  τοιούτος  ορισμός 
έματαιώθη  έκτοτε  υπό  του  εις  τους  Ίεροσολυμίτας  Τούρκους  δια- 
νεμομένου χρυσίου  τών  Φρατόρων.  25 

"Οτε  δέ  6  πρέσβυς  ην  έν  Ιερουσαλήμ,  οί  Φράτορες  έκρέ- 
μασαν  πορφυρά  παραπετάσματα  κύκλω  του  Κουβουκλίου  καΐ  έμει- 
ναν ούτως  δως  του  1677,  δτε  ό  πατριάρχης,  Δοσίθεος  ονόματι, 
διά  βασιλικού  ορισμού  κατεβίβασε  ταύτα  και  εκείνους  μέν  του 
ιερουργεΐν  έπΙ  του  Παναγίου  Τάφου  έκώλυσεν,  ήμας  δέ  τους  όρ-  30 
θοδόξους  καθ'  έκάστην,  ως  πρότερον,  ιερουργεΐν  διετάξατο.  Τω 
δέ  1688  πολέμου  συμβάντος  μεταξύ  Γερμανών  τε  καΐ  Όθωμανών, 
τά  ττερί  της  ειρήνης  οΕ  Γάλλοι  ως  φίλοι  τάχα  της  Τουρκίας  διε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  422  — 

πρεσββύσαντο-  καΐ  δή  τελεεωθείσης  της  ειρήνης,  υπόχρεως  ούσα 
ή  Πόρτα  χατενεασεν  εις  τα  τούτων  αιτήματα.  Προς  τοΓς  ίλλοις 
δε  ήσαν  τα  έξης  περί  της  Ιερουσαλήμ  διαλαμβάνοντα*  πρώτον 
τους  Λατίνους  εχειν  τά  πρωτεία  έν  πασι  χαΐ  προπορεύεσθαι  το5 
δ  πατριάρχου  των  Τωμαίων  δεύτερον  όρίζειν  μόνους  το  ίερόν  Κου- 
βούχλιον  χαΐ  λειτουργεΐν  καΐ  κοσμεΐν  τρίτον  τήν  μεταζυ  του  ίερου 
Κουβουκλίου  καΐ  του  Καθολικού  Βασιλικήν  λεγομένην  Καμάραν 
εχειν  ύπο  τήν  εαυτών  έξουσίαν,  ομοίως  καΐ  τά  υπό  τό  μέγα 
τουρλεον  του  Ζωοδόχου  Τάφου  Κατηχουμενα,  βόρεια  και  δυτικά• 

10  τέταρτον  τό  εΙς  ο  ευρέθη  ό  σταυρός  του  Κυρίου  στυήλαιον  τυεμ- 
τττον  έξουσιάζειν  τήν  άγίαν  Γεθσημανήν  δκτον  τόν  ναόν  δλον  της 
βηθλεέμ  και  δβδομον  τοός  θέλοντας  κατολίκους  έκ  τών  ναζω- 
ραίων  φυλών  γενέσθαι  μή  κωλύειν.  Ταύτα  διά  βασιλικού  αυτο- 
γράφου οι  βέλτιστοι  Φράτορες  λαβόντες  και  εις  τους  έν  Ίερουσα- 

15  λήμ  προύχοντας  αφειδώς  (χρήματα)  χαρίζοντες,  ώ  πόσα  δεινά  ήμιν 
τοις  άπόροις  κατειργάσαντο !  ΚαΙ  γάρ  πρώτον  τάς  ιεράς  ημών  έν  τω 
Κουβουκλίω  εικόνας  και  κανδήλας  κτλ.  ως  είδωλα  ή  καθάρματα 
λαβόντες  μακράν  έρριψαν  καΐ  τάς  αυτών  έθηκαν  εικόνας  παραπε- 
τάσματα και  τά  λοιπά*  δεύτερον  τό  υπό  τήν  ρηθεΐσαν  Βασιλικήν 

20  Καμάραν  άγιον  θυσιαστήριον  ημών  ως  τίνα  βωμόν  είδωλικόν  κα- 
θελόντες  και  κατεδαφίσαντες,  ουδέ  τους  λίθους  ήμΐν  έδωκαν*  τρί- 
τον τά  ^ηθέντα  Κατηχουμενα  έξουσιάσαντες,  8σα  πράγματα  αυ- 
τόθι εΤχομεν  έρριψαν  μακράν,  δτε  καΐ  πολλά  άπώλοντο*  τέταρτον 
από    της  Γεθσημανής    και    Βηθλεέμ    έκβαλόντες  ήμας  ούτε  εϊων 

25  λειτουργεΓν  8λως•  πέμπτον  τό  έν  Βηθλεέμ  τεχνικώτατον  και  κάλ- 
λιστον  τέμπλον  ημών  κατασυντρίψαντες  είς  λετττά  έρριψαν  ήμΓν 
καταφρονητικώς  και  ουδέ  κανδήλας  έν  τω  Άγίω  Σπηλαίω  εΐασαν 
ήμας  άπτειν  έκτον  διά  χρημάτων  πολλών  και  δώρων  καΐ  λαμ- 
πρών υποσχέσεων    πολλούς  τών  ορθοδόξων  Ίεροσολυμιτών  τε  και 

30  χωρικών  Αράβων  κατολίκους  ποιήσαντες,  καθ'  ήμέραν  σκάνδαλα 
και  ζημίας  ήμΐν  προεξένουν,  περιφρονουντες  καΐ  άτιμάζοντες  τους 
προσκυνητάς  και  τους  εντοπίους  -και  αυτούς  ήμας*  έβδομον  δε  και 
τελευταϊον,    ως    τά  πρωτεία    λαβόντες  έμάκρυνον  τάς  ακολουθίας 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  423  — 

χαΐ  λειτουργίας  αυτών  τοσούτον,  ώστε  οι  ορθόδοξοι  περιμένοντες 
πότε  ούτοι  τελειώσουσι  χαι  ήμεΤς  άρξόμεθα,  έβαρυνοντο  και  άνε- 
χώρουν  οΤκαδε.  Και  ταύτα  τά  δεινά  έζετάθησαν  έπι  πλέον  εις 
50  χρόνους  χαι  έπέχεινα  εΙς  ήμας,  υπομένοντας  χαι  εξαγοραζό- 
μενους τον  χαιρόν.  δ 

Περί  τήν  δεχάτην  έβδόμην  δε  έχείνην  εκατονταετηρίδα  ου 
μόνον  ήμας  τους  Γραικούς  οι  φίλοι  ούτοι  κατέτρεξαν  και  έζημίω- 
σαν,  άλλα  καΐ  τους  "Ιβηρας  καΐ  Σέρβους,  ορθοδόξους  δντας,  έλ- 
πίζοντες  δτι  τπτωχεύσαντες  καΐ  στενοχωρηθέντες  γενήσονται  κα- 
τόλιχοι,  και  οδτω  τά  μοναστήρια,  δπερ  κατεΐχον,  κληρονομήσου-  10 
σιν.  Έψεύσθησαν  δμως  των  ελπίδων,  διότι  εκείνοι  μεν  τττωχεύ- 
σαντες  καΐ  υπό  βαρύτατα  χρέη  ύποπεσόντες  καΐ  μη  προφθάνοντες 
κδν  τά  χρειώδη  της  τροφής,  αφέντες  αυτά  εις  την  έξουσίαν  των 
δανειστών  Τούρκων  εφυγον  εις  τάς  εαυτών  πατρίδας*  οι  δε  πα- 
τριάρχαι  τόπον  έκ  τόπου  περιερχόμενοι  και  έλεημοσύνην  εκ  τών  15 
ευσεβών  συνάγοντες  έπλήρωσαν  καΐ  τά  χρέη  και  τον  τόκον,  άπο- 
δόντες  καΐ  τόν  εσχατον  κοδράντην,  και  διά  βασιλικής  κρίσεως  και 
αποφάσεως  τρόπον  τινά  ήγόρασαν  καΐ  παρέλαβον  τά  εκπαλαι  εαυτών 
κτήματα,  δντα  μοναστήρια.  "^Ησαν  δε  ταύτα,  ως  εΓρηται,  τών 
μεν  Σέρβων  ή  λαύρα  του  αγίου  Σάββα  και  ή  μονή  τών  Άρχαγ-  20 
γέλων,  τών  δε  Ιβήρων  ή  μονή  του  Τιμίου  Σταύρου,  ή  του  Αγίου 
Νικολάου  καΐ  ή  του  πατριάρχου  Αβραάμ,  πλησίον  του  ναοΰ•  εφ* 
οΤς  εργοις  και  κατόρθωμα  σι  φθονήσαντες  οί  κάλοι  Φράτορες  έζή- 
τουν  τρόπους  και  αΙτίας,  δπως  ζημιώσι  τό  Ιερόν  Κοινόν.  "Οθεν 
προς  άλλα  δε  πολλά  καΐ  τό  έξης  έπενόησαν,  δπως  άποστάτας  και  25 
φιλοταράχους  ήμας  άποδείξωσι. 

Τω  1756,  τω  Σαββάτω  του  Λαζάρου  εσπέρας  εισήγαγον 
έν  τω  ναώ  "Αραβας  τινάς  έκ  της  Όρεινής  καΐ  Βηθλεέμ,  οπαδούς 
αυτών,  ήτοι  κατολίκους,  έχοντας  ρόπαλα  στιβαρά.  "Οντος  δε  του 
ΊΜο  κεκλεισμένου  και  τών  προσκυνητών  συνηθροισμένων  Ινδον,  30 
άρξαμένης  της  ακολουθίας  περί  τό  μεσονύκτιον  ήρξαντο  και  ούτοι 
τυπτειν  διά  τών  ροπάλων  τους  προσχυνητάς.  Τί  τό  εντεύθεν; 
ΑύτοΙ    οί  ϊδιοι    Φράτορες,    ως    προεμελέτησαν,  έν    τη  αύτη  ώρα 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  424  — 

απέστειλαν  ειδησιν  τω  πάσα,  δπως  τάχιον  προφ&άση,  8τι  οί 
Τωμαϊοι  κατετραυμάτεσαν  αυτούς.  Άλλ'  έως  οδ  προφθάστ^  οδτος, 
οι  χατόλικοι  "Άραβες  κατετραυμάτισαν  τους  προσκυνητάς  και  έν- 
ταυτώ  διά  των  ροπάλων  κατεσύντριψαν    τάς    έν  τω  ναω  αργυράς 

5  ημών  κανδήλας  καΐ  πολυελαίους  καΐ  άλλα  κειμήλια  πολύτιμα. 
Φθάσας  δέ  ό  πάσας  καΐ  οι  κριταί,  ευρον  τά  πράγματα  ούχ  ως 
οΐ  Φράτορες  εΤπον,  άλλ'  ως  ήν  ή  αλήθεια*  διότι  προς  ταΐς  δλ- 
λαις  μαρτυριαις  της  των  Φρατόρων  επιβουλής  καΐ  σκαιότητος, 
ευρέθησαν    και    τα    ρόπαλα,    δπερ  τη  αυτή  ώρα  θέλοντες  κρύψαι 

10  έφωράθησαν  υπό  τίνος  παιδιού  και  έμαρτυρήθησαν.  Και  τότε  μεν 
την  κακουργίαν  των  ταύτην  έσκέπασαν  οι  φίλοι  εκείνοι,  πληρώ- 
σαντες  τάς  χεΤρας  τών  κρατούντων  άλλα  τω  αύτώ  ετει  ό  πατρι- 
άρχης, ονόματι  Παρθένιος,  άποδείςας  δι'  ιδίας  προς  τήν  'Γψηλήν 
Πόρταν  αναφοράς  τά  συμβάντα  δεινά  καΐ  τότε    και  πάλαι  και  τήν 

15  αδικον  τών  Φρατόρων  προς  ήμας  εχθραν,  ετι  δέ  και  τήν  άρπα- 
γήν  τών  ιερών  προσκυνημάτων,  έκπαλαι  καΐ  ύπ'  αυτών  τών  άλω- 
τών  χαρισθέντων  ήμΐν,  παρεκίνησε  τό  φιλοδίκαιον  του  ανακτος* 
και  λαβών  όρισμόν  τω  1757  έξέβαλεν  αυτούς  άπό  του  ναού  της 
Βηθλεέμ  και  της    Γεθσημανής.  "Όπως    δέ    μή    πάλιν  καθ'  ημών 

20  λυσώσι  διόλου  του  Αγίου  Σπηλαίου  άποβληι^έντες,  εδωκεν  αύτοΓς 
τήν  Άγίαν  Φάτνην  λειτουργειν  μόνον,  εχειν  δέ  και  τρεΐς  κανδή- 
λας. Άλλ'  αύτοΙ  καιρού  προϊόντος  τάς  τρεΐς  εποίησαν  εν  τξ 
Φάτνη  και  έν  τω  Άγίω  Στυηλαίω  δεκατρεΤς  και  σχεδόν  έξΓσα- 
σμόν,  ως  ρηθήσεται. 

25  Έν  τούτοις  δέ  τοις  χρόνοις  οι  Αρμένιοι    εις    μεγάλους  αγώ- 

νας ένέβαλον  τους  ορθοδόξους  και  μάλιστα  τους  πατριάρχας  τών 
Ιεροσολύμων  προς  γάρ  ταΐς  δλλαις  πονηρίαις  καΐ  σκευωρίαις  καθ' 
ημών  έπενόησαν  καΐ  τήν  έζής.  Γινώσκοντες  ούτοι  καλώς,  δτι  ό 
"Ομαρ-Χαττάπ,  πρώτος  άλωτής  της  Ιερουσαλήμ,  εδωκεν,  ως  εϊρη- 

30  ται  σελ.  407  του  παρόντος,  άκτιναμέν  τω  πατριάρχη  Σωφρονίω, 
διορίζοντα  8λα  τά  έν  Ιερουσαλήμ  χριστιανικά  έθνη  είναι  υπό  τήν 
έςουσίαν  τών  κατά  καιρούς  πατριαρχών,  ομοίως  καΐ  τά  εσω  και 
έςω  της  Ιερουσαλήμ  μοναστήρια    τε    και    προσκυνήματα,  και  δτι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  425  — 

κατ'  έκεΐνον  τον  άκτιναμέν    χαί    ό    άλωτής    της  Κωνσταντινουπ^ί- 
λβως     σουλτάν     Μεεμέτ    και     ό     της     Ιερουσαλήμ     σουλτάν    Σε- 
λήμ  καΐ  ό  υιός  αύτου  σουλτάν  Σουλεϊμάν  έδωκαν  αυτόγραφα  τοις 
κατά  καιρόν  πατρια'ρχαις  ισχυρά,  ώς  εϊρηται  σελ.  411-13,  καΐ  δτι 
δι'  αυτών  εχουσιν  άείποτε  υπεράσπισιν,  ώς  άπ'  αρχής    χτήτορες     5 
κτλ.,  ταΰτα    λέγω    γινώσχοντες    διενοήθησαν    και  έπονηρευσαντο. 
δπως  καΐ  αυτοί  πλάσωσι  χαΐ  γράψωσι  ψευδώς    τρία  τοιαύτα  περί 
αυτών  διαλαμβάνοντα*  καΐ  επειδή  τών  ρηθέντων  ορισμών  τά   μεν 
πρωτότυπα  φυλάττονται    παρ'    ημών,    αντίγραφα  δε  απαράλλακτα 
κείνται    εις    ιδίους    βασιλικούς    κώδικας,    έφευρον    τρόπον    και  δι'    10 
απείρων  χρημάτων    τόν    τότε    5πατον    (βεζυρην)    εϊλκυσαν  εις  τά 
εαυτών    κινήματα.    Διά    μέσου    δε  τούτου    διέφθειραν  καΐ  τόν  φύ- 
λακα τών  τοιούτων  κωδίκων,   μπεϊλικτζή    τουρκιστί  λεγόμενον,  και 
Ιγραψαν  απαράλλακτα  αντίγραφα  και  έδωκαν  τοΐς  Άρμενίοις•  οΐ  δε 
έτ/εμμένως  παρατηρήσαντες  εΐδον,  δτι  ήν  ευκολον  διαφθεΐραι  και    15 
μεταγράψαι    εις    τους    κώδικας    τρεις    ή  τεσσάρας    λέζεις.  "Οθεν 
χορτάσαντες    τόν    βεζύρην  αύθις  καΐ    τόν  μπεϊλικτζήν  εβαλον  εις 
χείρας  §να  τών  παλαιών  κωδίκων,    δπου  τήν  λέξιν  "Τωμαίων", 
τουρκιστί  Το  υ  μιαν,  άποξέσαντες    έγραψαν  έπιτηδειότατα  *"  Αρ- 
μενίων",   τουρκιστί    Άρμενιάν    τό    δε    Σωφρόνιος    δνομα    20 
άποξέσαντες  Σ  α  ρ  κ  ι  ς  έγραψαν.  Τά  αυτά  εποίησαν  καΐ  εις  τά  του 
σουλτάν  Σελήμ  καΐ  Σουλεϊμάν  αυτόγραφα,  φυλαττομένης  της    αυ- 
τής  χρονολογίας.    Τούτων   οδτω  τελεσθέντων   εγραψεν    6   βεζύρης 
τρόπω  έπιτηδείω  καΐ  ορισμούς  τινας  τάχα  παλαιούς  εΙς  χείρας  τών 
"Αρμενίων  φυλαττομένους,  παλαιότατους,   ώς  άπό  μέρους  δοθέντας    25 
τών  άλωτών.   Τη  δε  τούτου  οδηγία    γράψαντες  προς  τόν  σουλτά- 
νον  άναφοράν,  δτι  αδικούνται  ύπό  τών  Τωμαίων,  κατεχόντων  τά 
προσκυνήματα  καΐ  τόπους  και  ιδιοκτησίας  αυτών  κτλ.,  έν  μια  Παρα- 
σκευή συναχθέντες  πλήθος,  εξελθόντος  του  σουλτάνου  ώς  εθος  έδω- 
καν αύτώ  ταύτην.  ^Ην  δε  τότε  ό  σουλτάν  Μαχμούτ  πρώτος•  ος  άνα-    30 
γνούς    εκείνη  ν  έπέγραψεν  έν   αύτη  θεωρηθήναι  τήν  κρίσιν  καΐ  τό 
δίκαιον  ύπό  του  Τούμελη-καζασκέρ  καΐ  του  βεζύρη•  τούτο  δε  έπό- 
θουν  οι  Αρμένιοι.  Ούτω  δε  γενομένου,  πάντα  συνέβησαν  κατά  τόν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  426  — 

σχοττον  των  Αρμενίων,  βοηθουντος  δλαις  δυνάμεσι  του  βεζύρη 
χαΐ  άλλων  τελευταΐον  δε  έγράφη  ορισμός  σύμφωνος  τοΓς  πλα- 
στοΐς  καΐ  ψευδεπιγράφοις  όρισμοίς,  χαΐ  επιβεβαιωθείς  τξ  σουλ- 
τοίνιχη  χειρί  χαΐ  σφραγΤδι  εδόθη  τοις  Άρμενίοις•  διελάμβανε  δε, 
5  δπως  χατά  τους  άνά  χεΓρας  αυτών  αρχαίους  ορισμούς  του  "Ομάρ 
χαΐ  των  άλωτών  σουλτάνων  εχωσι  τά  προσχυνήματα.  Γνωσθέντος 
δέ  τούτο  τοις  έν  Κωνσταντινουπόλει  όρθοδόξοις,  λύπη  συνέσχε 
πάντας  χαι  άθυμία  χαΐ  μάλιστα  τον  πατριάρχην.  Συνελεύσεως  ουν 
γενικής  γενομένης    εκρίθη    ευλογον,    δπως    γραφή  κοινή  αναφορά 

10  προς  τον  σουλτάνον  άποδειχνύουσα,  8τι  τά  εις  χείρας  των  Αρ- 
μενίων χάτ-σερίφια  εκείνα  ήσαν  πλαστά,  καΐ  επομένως  6  κατ 
έκεΐνα  δοθείς  ορισμός  της  αύτου  μεγαλειότητος  κατ'  άπάτην  γενό- 
μενος, θεωρηθέντος  του  δικαίου,  ϊνα  άκυρωθ-η  καΐ  τά  λοιπά.  Τ^ 
θεία    ουν    έπινεύσει    κατανεύσαντος    του    σουλτάνου    και    ερευναν 

15  ποιησαμενου,  απεδείχθη  τό  δίκαιον  και  ή  αλήθεια,  καΐ  6  μεν 
βεζύρης  και  οι  συμπράκτορες  έςωρίσθησαν,  ομοίως  και  οι  πρώτοι 
των  Αρμενίων,  ό  δέ  δοθείς  ορισμός  τότε  ήκυρώθη  δλως.  Έμει- 
ναν δμως  παρά  τοις  Άρμενίοις,  ουκ  οΤδα  δπως,  τά  ψευδεπίγραφα 
εκείνα  και  πλαστά  χάτια,  8  τε  άκτιναμές  του   *Ομαρ  και  οι  όρι- 

20  σμοι  των  άλωτών  σουλτάν  Σελήμ  και  σουλτάν  Σουλεϊμάν,  δι'  ων 
μετά  χρόνους  πολλούς  οί  Αρμένιοι  πολλά  καθ'  ημών  έτεχνεύ- 
σαντο,  εισχωρήσαντες  εις  τά  προσκυνήματα,  ως  ρηθήσεται. 

Τω  δέ  1768  έπΙ    Μουσταφά    γ'   πολέμου    συμβάντος  μεταξύ 
Τώσσων  και  Όθωμανών    εύρον    καιρόν,    ως    έδόκουν,  έπιτήδειον 

25  οί  Φράτορες  και  ώργάνισαν  διά  τών  έν  Κωνσταντινουπόλει  πρέ- 
σβεων τών  δυνάμεων  της  Δύσεως,  συμμάχων  τη  Τουρκία,  δπως 
τήν  τε  Γεθσημανήν  και  Βηθλεέμ  άφ'  ημών  άρπάσωσιν,  έλπίζον- 
τες  8τι  ή  Υψηλή  Πόρτα  παρωργισμένη  ούσα  τότε  εναντίον  τών 
Τώσσων  και  επομένως    εναντίον    τών    Γραικών  ως  ομοθρήσκων, 

30  πάντως  ποιήσει  τό  αυτών  αίτημα.  Προτεινάντων  ουν  είς  τόν  σουλ- 
τάνον τό  αυτών  αίτημα  διά  τών  πρέσβεων — ήν  δέ  ό  Μουσταφάς 
τρίτος  — ,  έκεΤνος  ήρώτησε  τόν  σεχουλισλάμ  περί  του  πρατίχέοο- 
ό  δέ  σκεφθείς    ίκανώς    μετά    καΐ    άλλων,  μετεκαλέσατο  κρυφίως 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  427  — 

τον  ΠτολεμαΓδος  Σωφρόνιον,  διάδοχον  τυγχάνοντα  του  τότε  πα- 
τριάρχου Έφραίμ,  5χρω;  ειδήμονα  της  αραβικής  γλώσσης.  Οδτος 
δε  άπελθών  έλαβε  μεθ'  εαυτού  τά  ρηθέντα  Σσχυρά  αυτόγραφα 
του  *Ομαρ  καΐ  τα  λοιπά-  6  δε  σεχουλισλάμ  άναγνούς  έκεΐνα  έσκεμ- 
μένως,  πληροφορηθείς  δε  καΐ  παρά  του  Πτολεμαΐδος  Σωφρο-  5 
ν(ου,  άπελθών  είπε  τω  σουλτάνα),  8τι  δδικον  χαΐ  άνομόν  έστι 
παραβήναι  τάς  διαταγάς  τοιούτων  μεγάλων  ανδρών  καΐ  μάλιστα 
του  "Ομάρ•  αυτοί  γάρ  τοΓς  Τωμαίοις  προσεκύρωσαν  τα  προσκυνήμα- 
τα δι'  άρών  φρικτών  κτλ.  "Οθεν  6  σουλτάνος  έπιτηδείω  τρόπω  το  τών 
πρέσβεων  αίτημα  απέρριψε,  μη  ένδους  ούδ'  εις  τό  ελάχιστον.  10 
Έκείνας  δε  τάς  ημέρας  έζήτησαν  καΐ  οί  Αρμένιοι  δι'  αναφο- 
ράς, ϊνα  δοθ^  αύτοΐς  τόπος  έν  τω  ναώ  της  Βηθλεέμ,  Ι'να  ποιώσι 
τα  έθιμα  αυτών,  προβάλλοντες  δτι  αύτοι  μόνοι  είσΐ  πιστοί  ραγιά- 
δες κτλ.   'Αλλ'  ουν  ουδ'  άποκρίσεως  ήζιώθησαν. 

Τριάκοντα  γουν  χρόνους  σχεδόν  ήγον  όπωσουν  ήσυχίαν  ολίγον    15 
αμφότερα  τά  έθνη  ταύτα  προς  τοιαύτας  ταραχάς,   τών  συμβαινόν- 
των σκανδάλων   έν  τω  μεταξύ  χρόνω    ουδέν  λογιζομένων,  ώς  τά 
εφεξής.     Τω    δε     1778    έλαβον    αρχήν    τά    μέγιστα  σκάνδαλα  έξ 
αμφοτέρων  και  σχεδόν    άδιακόπως   μέχρι  τούδε    άκολουθουσί  πει- 
σματωδώς•   εχουσι  δε  ώς  έξης.   Τών  Γάλλων  διά  του  Ναπολέον-    20 
τος  Βοναπάρτου  κυριευσάντων  την  Αιγυιττον,  έκεΤθεν  δε  είσβαλόν- 
των  καΐ  εΙς  τήν  Παλαιστίνην,  οί  Τούρκοι  ΊεροσολυμΓται  άγριωθέν 
τες,  άμα  δε  και  ζητουντες  αιτίαν  αρπαγής,    έμελέτων    δπως  θα- 
νατώσωσι  τους  έν  Ιερουσαλήμ  Φράτορας    ή    Φραγκοπατέρας.  Μή 
δυνάμενοι  δε  τούτο  ποιήσαι  άνευ  αδείας  της  κρίσεως,    έφεύρισκον    25 
καθ'  ήμέραν  αιτίας.    Μια    δε    τών    ήμερων  (1799)  μαθόντες  ότι 
οί  Γάλλοι  έκυρίευσαν  της  Γάζης,  ώρμησαν  ένοπλοι  είς  τό  μονα- 
στήριον  αυτών  λέγοντες,  δτι  αύτοι    έγραψαν    τοϊς    Γάλλοις  έλθείν 
εις  τήν    Παλαιστίνην    καΐ    δτι    είχον    ένδον  κεκρυμμένα  δπλα  και 
άλλα  πολλά•   οι  δε  Φράτορες  προαισθανθέντες  τήν  τούτων  εφοδον    30 
έκλεισαν  τάς  θύρας    ασφαλώς•    οί    δε  Τούρκοι  μετά  κραυγών  καΐ 
αλαλαγμών    έφερον    ευθύς    άξίνας    και    εργαλεία    και    εκρουον  τάς 
θύρας  είς  τό  συντρίψαι    και    είσελθεΐν    μή  δυνηθέντες  δε  διά  τό 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  428  — 

είναι  σίδηρδς,  έφερον  χλίμαχας  καΐ  στήσαντες  έπί  των  τειχών 
ηρξαντο  εισπηδαν  δπερ  οΐ  Φράτορες  ίδ<5ντες  έντρομοι  έρρίφθη- 
σαν  εΙς  τήν  μονήν  των  Αρχαγγέλων,  δπου  άδελφικώς  έδέχθημεν 
αυτούς  καΐ  έκρύψαμεν,    ως    έδυνήθημεν,   ε?ς    υπόγεια  και  δλλους 

5  κρυτΓΓούς  τόποος  και  δυσεύρετους,  θέλοντες  διαφυλάξαι  τήν  ζωήν 
αυτών  δ  καΐ  έγένετο.  Είσελθόντες  ουν  οι  Τούρκοι  και  μη  ευρόν- 
τες  τους  Φράτορας,  έγνωσαν  δτι  ήμεΓς  έκρύψαμεν  αυτούς  κατα- 
φυγ<5ντας.  ΚαΙ  τότε  μεν  οι  πολλοί  κατεγίνοντο  άρπάζειν  τά  αρεστά 
αύτοΤς,  ολίγοι  δε  έλθόντες  είς  τήν  ρηθεΓσαν    μονήν    έζήτουν  αύ- 

10  τους•  ήμεΐς  δε  έκεΓθεν  δια  τίνος  οπής  έξαγαγόντες  αυτούς  έκρύ- 
ψαμεν εΙς  άλλα  μέρη  δσυλα.  Έλθών  δε  ό  πάσας  και  λόγοις  εΐ- 
ρηνικοΐς  καταπαύσας  τήν  προς  τους  Φράτορας  όρμήν  τών  Ίερο- 
σολυμιτών  και  τήν  άρπαγην,  μόλις  μετά  τρεις  ημέρας  έδυνήθη 
καταπεΤσαι  αυτούς  δτι  δπλα    ουκ  έχουσιν   οί  Φράτορες•   είσελθών 

1δ  γάρ  6  ίδιος  μετά  τών  προυχόντων  της  Ιερουσαλήμ  μόνον,  ήρεύ- 
νησεν  ακριβώς  και  ούχ  ευρεν. 

Έν  τούτοις  οί  Τούρκοι  ήγριευθησαν  καθ'  ημών  λέγοντες,  δτι 
"'και  ύμεΐς  έστε  χιανέτ",  ήτοι  έπφουλοι,  **  διότι  έστέ  φίλοι  τών 
Φράγκων  διά  τούτο  και  έκρύψατε  αυτούς"    και  δλλΛ  πολλά,  καΐ 

20  προς  ταύτα  έζήτουν  καΐ  παρ*  ημών  δπλα.  Είσήλθεν  δ  αυτός  πά- 
σας μετά  τών  λοιπών  ε[ς  τό  Πατριαρχεΐον  καΐ  εις  τά  λοιπά  ημέ- 
τερα μοναστήρια  και  ήρεύνησαν  πασαν  σχεδύν  τρυμαλιάν  και  όπήν^ 
καΐ  δμως  ούχ  εύρον  αίτίαν  δε  ζητουντες  δπως  και  παρ'  ημών 
άρπάσωσι    χρήματα,  ήρώτησα^>  ήμας  εάν  έσμέν  φίλοι  τών  Φράγ- 

25  χων.  Αποκριθείς  δε  ό  τότε  του  μακαριωτάτου  επίτροπος,  Σκυθου- 
πόλεως  μητροπολίτης  Αρσένιος  τουνομα,  είπεν  "  ΉμεΤς  ως  χρι- 
στιανοί δντες,  καν  τε  και  διαφέρομεν  άλλήλοις,  άλλ'  ουν  έσμέν 
πάντες  καΐ  αδελφοί  και  φίλοι".  Ό  δέ  Άρμενοπατριάρχης  παρών 
έκεΐ  ευθέως  αποκριθείς  είπε  τοις  Τούρκοις•    '*  Ταύτα  μή  γένοιτο• 

30  ήμεΐς  οί  Αρμένιοι  ούδ'ενί  έσμεν  φίλοι  και  αδελφοί,  άλλ'  ή  πιστοί 
ραγιάδες  του  κραταιού  Δεβλετίου  καΐ  ούδεμίαν  μετοχήν  εχομεν 
τοις  Φράγκοις  ή  τοις  Τωμαίοις".  Τότε  ό  της  Ιερουσαλήμ  μου- 
φτής   είπεν  ήμΐν    ''  Έπεί  έστε  φίλοι  και  αδελφοί  τοΤς  Φράγκοις, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  429  — 

δρα  επίσης  έστέ  επίβουλοι  και  ένοχοι  θανάτου•  πλην  χατά  τήν 
ώραν  μείνατε  εις  άσφαλη  φύλαζιν".  Ταύτα  του  μουφτή  εΙπ<5ντος, 
ό  πάσας  μετά  των  προυχόντων  χρυφίως  συλλαλή^αντες  προσέτα- 
ξεν  ήμας,  δπως  κατέλθωμεν  δπαντες  εις  τον  θεΐον  ναόν  της 
Αναστάσεως,  ως  είς  φυλακήν.  Κατηλθον  ουν  έκ  των  ημετέρων  δ 
προκρίτων,  αρχιερέων  δηλαδή  και  λοιπών  τριάκοντα  τον  αριθμόν. 
έκ  δε  των  Φρατόρων  δεκαοκτώ*  εφερον  δε  τη  επαύριον  καΐ  εΓ- 
κοσιν  Αρμενίους  και  τινας  Κότττας  καΐ  Χαμπεσίους  καΐ  έγίνοντο 
πάντες  έως  100  ψυχαί'  και  έμειναν  έγκλειστοι  έν  τω  ναω  ως 
είς  φυλακήν  ημέρας  εκατόν  οκτώ.  Μετά  ταύτα  δε  των  Γάλλων  10 
κυριευσάντων  δια  ζίφους  τήν  Έτπτην  καΐ  Τέμπλην  και  πολιορ- 
κησάντων  τήν  Πτολεμαίδα,  τους  μεν  ρηθέντας  108  έξέβαλον  του 
ναου'  έφυλάκισαν  δε  πάντας  τους  κοσμικούς  των  τριών  φυλών, 
νέους  και  γέροντας,  πλην  γυναικών  και  παιδίων,  ορθοδόξους  μεν 
ώς  600,  Άραβοφράγκους  ως  τριακόσιους  και  Αρμενίους  80*  15 
οΐ'τινες  έμειναν  έν  τω  ναω  φυλαττόμενσι  άπο  της  13  φεβρουαρίου 
του  1799  έτους  έως  της  18  ίοολίοο,  Έτρέφοντο  δε  ούτοι,  οι 
μεν  ορθόδοξοι  παρ'  ημών,  οι  δε  δλλοι  έκ  του  Κοινού  έκαστης 
φυλής.  Τά  δε  έν  ταύτη  τη  έποχ^  συμβάντα  ήμΐν  δεινά  χάριν 
της  προς  τους  Φράτορας  φιλίας  καΐ  αδελφικής  άγάτιης,  πάντα  ουκ  20 
έγραψα  πολλά  δντα*  έγραψα  δε  μόνον  τά  ρηθέντα,  δπως  ό  ανα- 
γνώστης γνωρίση  τίνας  ύστερον  ευεργεσίας  οι  Φράτορες  άνταπέδω- 
καν  ήμΤν,  άνθ'  ων  εύηργέτηνται.  Έλθωμεν  δε  έπΙ  τους  Αρμενίους. 
Τω  1799-ω  κατά  τό  θέρος  πανώλης  έσκηψάσης  ε[ς  τά  έν 
Παλαιστίνη  γαλλικά  στρατεύματα,  και  ταύτα  θεϊκή  σπάθη  ως  25 
στάχυα  θεριζούσης,  ό  μεν  Ναπολέων  τά  εναπομείναντα  ταύτα 
στρατεύματα  καΐ  ήμίθνητα  λαβών  έπεστρεψεν  ε  [ς  Αϊγυτττον,  ό  δε 
της  Όθωμανικής  βασιλείας  δπατος  Ίσούφ  (δς  τυφλός  ων  τόν  ένα 
όφθαλμόν,  Κιόρ-βεζύρης  έκαλεΤτο  υπό  τών  Τούρκων),  έχων  μεθ' 
έαυτου  στράτευμα  πολυάριθμον  καΐ  τους  Γάλλους  τάχα  καταδιώ-  30 
κων,  κατήντησεν  είς  τήν  Ίόττπην•  εΤχε  δε  παρ'  αύτώ  μέγαν  σα- 
ράφη ν  Άρμενιον,  Κιρκόρ  ήτοι  Γρηγόριον  καλούμενον,  λίαν  άγα- 
ττημένον.  Ούτος  λαβών  τ^]ν  δδεια^^  υπό  του  υπάτου,  ανήλθε  μετά 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  430  — 

δόξης  εις  τψ  Ίερουσαλή}!.  προσκυνήσων  οΐ  δε  Αρμένιοι  δια  τήν 
τούτοϋ  δφιξιν  έφυσιώθησαν  χάί  έμελέτησαν  κενά'  έπεΛύμησαν  γάρ 
έπι&αμ(αν  λειτουργησαι  έν  τω  θείω  Γολγοθά  χάριν  του  σαράφη, 
δν  καΐ  παρεχίνησαν  αίτήσαι  παρ'  ημών  τό  τοιούτον   άλλ'  άπέτυ- 

5  χον,  διότι  οι  ημέτεροι  ουκ  ένέδωκαν  εΙς  τό  αίτημα  αυτών.  Άπελ- 
θών  δε  εις  τήν  Άγ(αν  Βηθλεέμ  ό  σαράφης  έζήτησεν  ϊνα  λει- 
τουργήση  αύτώ  ό  Άρμενοπατριάρχης  ε?ς  τό  "Αγιον  Σπήλαιον 
άλλα  και  τοοτο  ουκ  εστερζαν  οι  Ί?)μέτεροι,  φοβούμενοι  μήπως  τό 
άπας  νόμος  έζής  άποκαταστη,  διότι  εμαθον  έζ  ών  πολλάκις  έπα- 

10  θον.  Αμφοτέρων  δε  αποτυχόντες  οι  Αρμένιοι,  άλλο  τι  έπενόη- 
σαν.  "^Εδωκαν  τω  ^ηθέντη  ααρά^^ρτι  μίαν  κα^Λήλαν  άργυρδν,  συμ- 
βουλεύσαντες  δπως  άνελθών  εις  τόν  θείον  ναόν  του  φρικτού  Γολ- 
γοθά κρέμαση  αυτήν  έκεΤ  ίδι'αις  χερσιν,  εύλαβεία  τάχα  φερόμε- 
νος• άλλ'  ουδέ  ταύτην  οι  ημέτεροι  έδέχθησαν,  ειπόντες  αύτώ  δτι 

15  άνευ  βασιλικί|ς  προσταγής  άρμενικήν  κανδήλαν  ου  δέχονται.  Προς 
τούτο  οΐ  Αρμένιοι  και  μάλιστα  ό  σαράφ  λύπη  άλλα  και  όργη 
συσχεθέντες  διελογίσαντο,  δτι  ίσως  διά  του  βεζυρη  κατορθώσουσι 
τό  μελετώμενον,  αφειδώς  χρήματα  δαπανήσαντες•  8  δή  καί  έπέ- 
τυχον.  ΚαΙ  γάρ  ό  σαράφης  εΙς  τήν  Ίόππην  καταβάς  και  τω  βε- 

20  ζύρη  έντυχών  πολλά  εΤπεν  αύτώ  καθ'  ημών  και  έλάλησε  παρα- 
πονουμενος•  επειδή  δε  τότε  ό  βεζύρης  έβιάζετο  διά  τήν  Αίγυ- 
πτον,  εμεινεν  ή  ύπόθεσις  κατά  τήν  ώραν.  Διατρίψαντος  δε  του 
βεζύρη  έν  Αιγύτττω  τρεΤς  μήνας  καΐ  πάλιν  εις  Ίόππην  έπιστρα- 
φέντος    τω   1800-ω  έτει  μαρτίου  28-η,    ευθέως  ό  έν  Ίερουσα- 

25  λήμ  πατριάρχης  τών  Αρμενίων  λαβών  δώρα  πολύτιμα  μεθ'  εαυ- 
τού καί  πολυάριθμον  χρυσόν  κατήλθεν  εις  Ίόττπην,  και  δούς  άνα- 
φοράν  τω  βεζυρη  και  μετά  του  οαράψ  παραπονούμενος,  δτι  αδι- 
κούνται ύπό  τών  Τωμαιων  κωλυόμενοι  ποιεΤν  τά  εαυτών  έθιμα 
είς    τά  προσκυνήματα.     Δυνάμει    ουν    τών  χρημάτων    και  δώρων 

30  και  βοηθεία  του  σαράφη  έδωκεν  αύτοΐς,  κρυφίως  δμως^  όρισμόν, 
δπως  άκωλύτως  τά  εαυτών  έθιμα  (ποιώσιν)  έν  τε  τη  Βηθλεέμ 
Γεθσημανη  όμο(ως  καί  έν  τω  ναώ  της  του  Χρίστου  Αναστάσεως, 
επειδή    κατά  τάς  είς  χεΓρας  τών  Αρμενίων  βασιλικά  έγγραφα  τά 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  431  — 

προσκυνήματα  δίσΐ  κοινά  καΐ  ούχ  Γδια  μόνον  τοΓς  Τωμαίοις.  Καί- 
τοι δε  κρυφίως  δοθέντος  του  ορισμού,  έν  τάγει  δμως  ήχουσθη 
εΙς  Ιερουσαλήμ  καΐ  λύπη  ημάς  άμετρος  κατέσχε,  μή  έχοντας 
χρήματα  άντιπαρατάξασθαι,  γυμνωθέντας  προλαβόντως  Ενα  ήμε- 
ρώσωμεν  τους  Άγαρηνούς  δια  τόν  Ναπολέοντα.  Άλλ'  ό  βοηθός  δ 
των  αβοήθητων  απέστειλε  βοηθούς  και  προμάχους  τους  έξης  δύο 
επισήμους  άνδρας•  δ  μεν  ην  ό  μούστου  Φραγκίνης,  επιτροπικός 
της  Τωσσίας,  δ  δε  Γεώργιος  Καρατζάς  υιός  Νικολάου  βοεβόδα, 
μέγας  διερμηνεύς  του  στρατού*  οΕτινες  ζήλον  ενθεον  άναλαβόντες 
έλάλησαν  τω  βεζύρη  τά  δέοντα  καΐ  κατέπεισαν  ώστε  ποιήσαι  10 
δκυρον  τόν  όρισμόν  δν  εδωκεν  έφ'  ω  ό  Άρμενοπατριάρχης  λύπη 
συσχεθείς  και  ν<5σω  μετά  τρεΐς  ημέρας  απέθανε.  Ούτω  μεν  ουν 
έματαιώθη  ή  επιβουλή  αυτή  των  Αρμενίων. 

Τω    δε    ,αωγ'  (1803)  ιουλίου  κα',    δυνάμει    των    κρατούντων 
έτόλμησαν  κρεμάσαι  έν  τη  Γεθσημανη  τρεΐς  κανδήλας*    αλλά  τω    15 
αύτω    έτει    δια    βασιλικού  ορισμού  κατεβιβάσαμεν  αύτάς.     Τω  δ' 
αύτω    ετει  και  οι  γενναίοι  Φράτορες  έλαβον  άπατη  όρισμόν  άνα- 
καινίσαι  τό  μικρόν  τούρλεον  τό  έπι  του  αγίου '  Κουβουκλίου-   έδο- 
κίμασαν  δε  εισχωρήσαι  καΐ  εις  την  Γεθσημανή•    αποτυχόντες  δε 
έζήτησαν    τό  πλησίον    στυήλαιον,    δπου    ό  Κύριος  πολλάκις  μετά    20 
των  αποστόλων    ένυκτέρευσεν    αύλισθείς.    Έλαβον    ουν  τούτο  δι' 
ορισμού    βασιλικού^    της  δε  του  ιερού  Κουβουκλίου  επισκευής  ούκ 
ήξιώθησαν    ό  γάρ  τότε  πατριαρχεύων  "Ανθιμος    άναφοράν    προς 
τόν  σουλτάνον  ποιησάμενος  άνηρησε  τόν  προεκδοθέντα  τοΐς  Φράγ- 
κοις  όρισμόν.  Τη  δε  έξης  έμελλε  πάντως  δπως  ού  μόνον  ό   πα-    2δ 
τριάρχης  και  οί  ΊεροσολυμΤται  ήμεΐς,  αλλά  και  πας   ό   ορθόδοξος 
απανταχού  λαός  πίωσιν  άλλεπαλλήλως  ποτήρια  λύπης  διά  τά  ιερά 
προσκυνήματα    και    εξόχως    διά    τήν  μητέρα  των  εκκλησιών,  του 
ναού  δηλαδή  της  Αναστάσεως•    και  γάρ  τω  ^αωζ'  (1807)  πολέ- 
μου   δντος    μεταξύ    της  'Ρωσσίας    καΐ    της  Πόρτας,   οί  Αρμένιοι    30 
ευρον  καιρόν  άρμόδιον  άρπάσαι  τά  προσκυνήματα•  άλλ'  ό  πατριάρ- 
χης "Ανθιμος    μαθών    τά  τούτων    κινήματα,    δούς    άναφοράν  τω 
σουλτάνα)    Μουσταφά  δ',  νεωστί    τότε  βασιλεύσαντι,   έλαβε  τά  νι- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  432  - 

χητήρεα,  έπιβεβαιώσαντος  του  ρηθέντος  σουλτάνου  τά  ανά  χει- 
χας  ημών  σωζόμενα  παλαιά  έγγραφα.  Άλλα  μόλις  παρήλθε  χρ<ί- 
νος  χαι  ιδού  δλλη  περιστασις  δεξιά  τοΤς  Άρμενίοις*  τω  γάρ  1808 
άναχωγτις  ούσης  του  μεταξύ  Τώσσων  χαι  Όθωμανων  πολέμου,  ό 

5  Μουσταφα-μπαϊραχτάρης  λεγόμενος  έξορμήσας  μετά  πολλής  στρα- 
τιωτιχής  δυνάμεως  εις  την  Άδριανούπολιν,  δπου  ην  ό  τής  βασι- 
λείας υπέρτατος  επίτροπος  καΐ  οι  άξιωματιχοί  και  τά  βασιλιχατ 
στρατεύματα,  συναρπάσας  δλους  αυτούς  εκείθεν  εφερεν  εΙς  Κων- 
σταντινούπολιν,  θέλων  ινα  τον  Μουσταφαν  καταβιβάση,  τόν  δε  εις 

10  φυλαχήν  δντα  Σελήμ  άποκαταστήση  πάλιν  εις  τόν  θρόνον  άλλ' 
ό  Μουσταφάς,  προλαβών  έπνιξε  τόν  Σελήμ.  "Οθεν  6  μπαϊραχτάρ 
ύπερισχύσας  τον  μεν  Μουσταφαν  του  θρόνου  κατεβίβασε,  άντ'  αυ- 
τού δε  τόν  αύτου  άδελφόν  Μαχμούτ  έβασίλευσεν  αυτός  δε  6  μπαϊ- 
ρακτάρ  επίτροπος  αύτοχειροτόνητος  κατέστη    τής  βασιλείας,   αυτός 

1δ  μάλλον  βασιλεύων  των  δλων,  ή  ό  Μαχμούτ.  Τότε  δε  καΐ  οι  Αρ- 
μένιοι σχεδόν  έβασίλευσαν  ό  γάρ  μπαϊρακτάρ  έχων  σαράφην  τινά 
Άρμένιον,  Μανούκ  λεγόμενον,  τή  εκείνου  συμβουλή  και  οδηγία 
έκυβέρνα  το  τής  βΐχσιλείας  τυηδάλιον  οΐ  δε  Αρμένιοι  τοιούτον  μέ- 
σον εύρόντες,  τόν  Μανουκ,    ήγωνίσαντο  πασι    τρόποις  εις   τό  λά- 

20  βεΐν  διά  βασιλικών  ορισμών  τήν  κυριότητα  έπι  πάντων  τών  προ- 
σκυνημάτων. Κατά  τά  τέλη  δε  σεπτεμβρίου  οι  μεν  ορισμοί  έγρά- 
φοντο,  ό  θεϊΌς  δε  ναός  τής  του  Χρίστου  Αναστάσεως  υπ'  αυτών 
τών  θεοστυγών  έπυρπολεΐτο,  εν  ετει  1808  σεπτεμβρίου  30, 
ημέρα  δ'  τής  εβδομάδος.   Εποίησαν  δε  τούτο    δπως  έχοντες  τοι- 

25  ουτον  καιρόν  άνοικοδομήσωσιν  αυτόν,  ως  πλουτον  πολύν  έχοντες, 
και  κτίτορες  εξής  φανώσιν.  Άλλ'  ό  μεν  ναός  πλήρης  ων  εύπρή- 
στου  ύλης,  χωρισθείς  διά  ξύλων  και  σανίδων  ένεπρήσθη  και  πέ- 
τττωκεν  εις  μέρη  τινά,  οι  δε  Αρμένιοι  ουδ'  εν  ων  ύπενόησαν  κα- 
τώρθωσαν.  "^Ω   θεού  κριμάτων !   ό  θάνατος  του   θεανθρώπου  ζωή 

30  γέγονε  τω  κόσμω  παντί,  ή  δε  πτώσις  του  ναού  άνάστασις  γέγο- 
νεν  ένδοξος  αύτου  τε  και  πάντων  τών  ευσεβών,  ως  από  τών 
εξής  δήλον. 

Και  γάρ  γραφέντων  (ορισμών)  υπό  του  Μανούκ    καΐ  μπαϊρα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  433  — 

τάρ,  ώς  ή&ελον    οι    Αρμένιοι,    χάΐ  άνάγχην    εχόντων    επιβεβαιώ- 
σεως διά  της  βασιλιχης  χειρός,  δ^/των  ετι  των  ορισμών  παρά  τω 
μπαΐραχτάρη,   ιδού  αίφνης  τξ  γ'  νοεμβρίου   έπανέστησαν    οι  Ίανί- 
τζαροι  χατ'  αύτοδ  χαΐ  μετά  φριχτόν  πόλεμον  πυρ  βαλόντες  ε?ς  τά 
έν  οΤς  χατωΧΕί  παλάτια,    χατέχαυσαν  αυτόν,    συγχαταχαέντων  και     δ 
των  ορισμών.  Μόλις  της  επαναστάσεως  λαβούσης  παδσιν  τη  1  νο- 
εμβρίοϋ,   ιδού  μετά  τρεις    ημέρας    έφθασαν  χαΐ  τρεΤς  έζ  Ιεροσο- 
λύμων Αρμένιοι  εις  Κωνσταντινούπολιν  φέροντες   γράμματα  προς 
τους  οικείους  χαί  τόν  του  ναού  έμπρησμόν  δηλοποιουντες,    παρα- 
χαλουντες    δμα    δπως    χαταβάλωσι  πασαν    έπιμέλειαν    και  αγώνα,    10 
δπως    τάχος    δυνη&ώσι   λαβεΤν  όρισμόν,  ϊνα  μόνοι  αύτοι  άνοιχοδο- 
μήσωσι    τόν  έμπρησ&έντα  ναόν,    νομίζοντες  οί  άθλιοι  8τι  ην  χαΐ 
τότε    τά  πράγματα    εις    την  ήν  στάσιν  ήθελον,   ώς  μή  μαθόντες 
ετι  τήν  του  μπαϊραχτάρ  χαταστροφήν  και  τήν  πτώσιν  του  Μανούχ. 
Παρά    των  Αρμενίων    ουν    πρώτον  διεδόθη   ή  πικρά  φήΐ^η,    δτι    15 
ένεπρήσθη   ό  ναός•  τη  δε   19-η  του  αύτου  έφθασαν  και  δύο  τών 
ημετέρων    αδελφών    έξ  Ιερουσαλήμ,    έπιστολάς    φέροντες    και  έκ 
στόματος  έχτραγωδουντες  τήν  συμφοράν.  Πένθους  ουν  κοινού  γενο- 
μένου, συνέλευσις  γενική  συνέστη  έν  τη  Μεγάλη  Εκκλησία,  δπου 
τών  άπό  Ιεροσολύμων  γραμμάτων  άναγνωσθέντων  απεφασίσθη  έκ    20 
πάντων  ή  χωρίς  αναβολής  άνοικοδομή.  ΚαΙ  δή  αναφοράς  έκ  παντός 
του  γένους    προς    το  κράτος  γραφείσης  και  δοθείσης  έζεδόθη  τε-  . 
λευταΐον  ορισμός  σημειωμένος  τή  ιδία  χειρί  του  σουλτάν  Μαχμούτ, 
δπως  ό  ναός  άνοικοδομηθή  έκ  του  γένους  τών  Τωμαίων  μόνον,  ώς 
ην  καΐ  πρότερον  πρΙν  δε  ή  αναφορά  δοθή  παρ'  ημών  προς  τό  κρά-    26 
τος,  προλαβόντες  οί  Αρμένιοι  Ιδίαν  άναφοράν    έδωκαν  και  πολλά 
έδαπάνησαν,    δεόμενοι  δπως  δοθη    αύτοΐς  ή  επισκευή    του    ναού. 
Άλλα    τό  φιλοδίκαιον  του  σουλτάν  Μαχμούτ   ου  προσέσχεν  δλως, 
ουδέ    ταΐς  δεήσεσιν    αυτών,    ουδέ  τοις  λόγοις    τών    εγκρίτων    τής 
βασιλείας,   κλινόντων  προς  τους  Αρμενίους.  Έλαβε  δε  τόν  ρηθέντα    30 
όρισμόν  ό  Ιεροσολύμων  Πολύκαρπος   ό   έξ   Αγχιάλου   και    ευθέως 
έφρόντισε  πρώτον  περί  τής  αναγκαίας  ϋλης,  δεύτερον  δε    περί  επι- 
στημονικού άρχιτέκτονος   καΐ  τρίτον    περί  βασιλικού  έπιστάτου. 

28 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  434  — 

Έτοιμασίϊεντων  δε  τούτων  οι  Αρμένιοι  χαΐ  πάλιν  άναφοράν 
εδωχαν  εις  το  χράτος,  δεόμενοι  δπως  δοθη  αύτοΤς  ορισμός  συμ- 
μετασχεΤν  τοις  Τωμαίοις  εΙς  την  άνοιχοδομήν^  χριστιανοΐς  ουσι 
χαι    πιστοΐς    ραγιάδες-    άλλ'  ούχ    εισηχούσθησαν.    Αύτοι  δε  εΓχον 

δ  τάς  περί  τοΰτο  ελπίδας  βεβαίας  χαΐ  έποίουν  συνεισφοράς  χρημά- 
των μεγάλας,  πολύ  πλεΐον  των  ορθοδόξων  οδτοι  γάρ  ήσαν  ενδεέ- 
στατοι δια  τάς  ακαταστασίας  των  προλαβόντων  χρόνων  έβοήθη- 
σαν  δέ  οι  ευλογημένοι  τό  χατά  δύναμιν,  ζήλω  θείω  χινούμενοι. 
Αποστελλόμενης  δέ  της  άναγχαίας  ύλης  προς  οιχοδομήν,  οί  Άρ- 

10  μένιοι  χαΐ  πάλιν  πληι>ος  συναχθέντες  χαΐ  τρίτην  άναφοράν  εδω- 
χαν,  δεόμενοι  άνοιχρδομησαι  μετά  των  Τωμαίων  τά  μεν  χοινά 
χοινως,  τά  δέ  ϊδια  ίδίως,  χαΐ  έπΙ  τούτοις  έζήτουν  χριθηναι  μεθ' 
ημών  έπΙ  διβανίου.  Ό  δέ  φιλοδίχαιος  Μαχμούτ,  ϊνα  ή  δικαιοσύνη 
χρείττω  δημοσιευθη  χαι  ή  αλήθεια,   προσέταςε    συστηθηναι    χρι- 

15  τηριον  έχ  των  μεγίστων  χριτων  χαι  μεγιστάνων,  δπως  έξετασθ^ 
ή  διαφορά  των  δύο  εθνών.  Τούτου  ουν  γενομένου  ήρξατο  ή  χρίσις 
τη  χγ'  άπριλίου  χαι  μόλις  έτελειώθη  τη  χα'  μαΓου*  πέντε  δέ 
συνελεύσεων  γενομένων,  οί  Αρμένιοι  ουδέν  χατώρθωσαν,  άλλα 
τά  νικητήρια  θεία  χάριτι  ήμεΤς    έλάβομεν.    Άπελπισθέντες  δέ  οί 

20  Αρμένιοι  έγραψαν  προς  τους  έν  Ιερουσαλήμ  λέγοντες,  8τι  αύτοι 
μέν  έχ  Κωνσταντινουπόλεως  ουδέν  έδυνήθησαν  κατορθώσαι,  έκεΓνοι 
δέ  έν  Ιερουσαλήμ  άλλους  τρόπους  και  μέσα  έχοντες  έπεχειρίσθη- 
σαν  αγωνιζόμενοι  δση  δύναμις.  Ούτως  ουν  εποίησαν  και  ήρξαντο 
της  δολοτροπίας  αφειδώς  δαπανώντες•   και  γάρ  του  κάλφα  ή  άρχι- 

25  τέιαο>ίος  μετά  διαφόρων  οικοδόμων  και  του  βασιλικού  έπιστάτου, 
χοτζεκ^άν  έχοντος  άζίωμα,  έλθόντων  έν  Ιερουσαλήμ  και  του  ήγε- 
μόνος  της  Συρίας  (ύπέκειτο  γάρ  τότε  ή  Ιερουσαλήμ  τω  ήγεμόνι 
της  Συρίας  Σάμ-βαλεσί)  άποστείλαντος  ιδίους  ανθρώπους,  ήρξατο 
μέν  κραταιώς  ή   ετοιμασία    της    οικοδομής•  επειδή  δέ  ανάγκη  ην 

30  δπως  ή  αρχή  γένηται  εκ  του  από  της  Αγίας  Πόρτας  μέρους, 
δπερ  ην  τών  Αρμενίων,  διά  τούτο  αύτοι  τούτο  γνόντες  παρεκά- 
λεσαν  τόν  χοτζεκτ^άνην  και  τόν  κάλφαν  δπως  προς  αρξωνται  οίκο- 
δομεΐν    και    επισκεύαζε ιν    εις    άλλα    μέρη  του    ναού,  ούκ   εις  τά 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  435  — 

εαυτών,  πολλά,  προφασιζόμενοί*  μή  εισαχουσ&έντες  δε  προσέπε- 
σαν  τω  τότε  μουφτή  της  Ιερουσαλήμ  Χασάν-έφένδτ]  λεγομένω, 
άνδρΐ  πονηρότατα)  καΐ  πάσης  χαχίας  έτοίμω  εφευρέτη,  δόντες  καΐ 
χρυσίον  καΐ  δώρα  ουκ  ολίγα  υποσχόμενοι  χαΐ  πληροφορουντες  8τι 
ε?ς  ολίγας  ημέρας  έρχεται  καΐ  αύτοΐς  ορισμός  οίκοδομησαι  τά  δ 
εαυτών  μέρη•  ό  δε  μουφτής  ώμωσεν  αύτοΓς,  Ι'να  ποίηση  τό  θέ- 
λημα αυτών. 

ΚαΙ  δή  έποίησε*  τη  γαρ  ι&'  ίουλίου  του  αύτου  έτους  ^αωθ' 
(1809)  άναστηλωθείσης  έν  τώ  ίδίω  τόπω  της  μεγίστης  του  ναοΰ 
πύλης  καΐ  κατασκευασθεισών  κλιμάκων  προς  οίκοδομήν  της  έκεΤ  10 
πετττωκυίας  οροφής,  ιδού  αίφνης  φ&άνουσιν  έκεΐ  Τούρκοι  Ίεροσο- 
λυμΐται  αγοραίοι  μετά  κραυγών  μεγάλων  και  δπλων  και  ρίτυτον- 
τες  εις  τόν  αέρα  τουφέκια  και  τάς  σπάθας  σύροντες  ήπείλουν  θα- 
νατώσαι  τους  οικοδόμους  και  τέκτονας.  Διεσκορπίσθησαν  ούν  φυ- 
γόντες  8  τε  χοτζακ^άν  καΐ  κάλφας  μετά  τών  τεχνιτών  καΐ  οίκο-  15 
δόμων  καΐ  αύτοι  του  πάσα  οι  άνθρωποι  έντρομοι  και  εμεινεν  άργόν 
τό  έργον  ημέρας  δνδεκα*  ώστε  Ιδόντες  ήμεΐς  το  άμετάθετον  και 
αδύνατον  κατελίπομεν  τον  ρηθέντα  τόπον  τών  Αρμενίων  καΐ  ήρ- 
ζάμεθα  τών  ημετέρων  [τόπων],  γράψαντες  εις  τόν  πασαν  έν  Δα- 
μασκώ  καΐ  εις  τόν  μακαριώτατον  εΙς  τήν  Βασιλεύουσαν  περί  του  20 
πρακτέου"  6  δε  πάσας  έγραψε  τοις  προύχουσιν,  δπως  καθησυχά- 
σωσι  τόν  δχλον,  έπαπειλών  δτι  έλθών  εις  "Ιερουσαλήμ  πάντως 
παιδεύσει  τους  άτακτο!3ντας  (καΐ  άλλα  πολλά).  Ό  δε  μουφτής 
ταύτα  μα&ών  έμάνη  καθ'  ημών,  ως  γραψάντων  τά  τοιαύτα,  και 
έζήτει  τρόπους  καθ'  ήμέραν  λαμβάνειν  παρ'  ημών  [=  χρήματα]•  25 
άλλα  τη  ιγ'  σετυτεμβρίου  απέρριψε  τήν  ψυχήν.  Τη  1  Οκτωβρίου 
έφθασεν  εις  Ιερουσαλήμ  ό  πάσας  έχων  μεθ'  εαυτού  τρεΤς  χιλιά- 
δας στράτευμα*  μετά  δε  δύο  ημέρας  απελθόντων  ημών  εΙς  τήν 
έαυτοΰ  εντευξιν  και  δεινοπαθώς  τά  τρέχοντα  είπόντων  και  έκ 
στόματος  μάλιστα  αύτου  του  χοτζακι^άν,  ό  πάσας  τ^  επαύριον  30 
συγκαλέσας  τόν  μουφτήν  καΐ  τους  λοιπούς  προύχοντας  της  Ιερου- 
σαλήμ, ετι  δε  και  αυτόν  τόν  μουλλαν  μετά  του  χοτζακιάν  καΐ 
προς  τούτοις  ήμας  τε  και  τους    Φράτορας    και  Αρμενίους,  όντας 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  436  — 

πρό  πολλού  κεν-ξ  φιλία  κα&'  ήμ.ών  συνδεδεμένους,  εΤπεν  άναγνω- 
σθηναι  τόν  βασιλεκόν  όρισμόν.  Άναγνώσαντος  δε  τούτον  του  χο- 
τζακ^άν,  εΤπεν  6  πάσας  προς  τους  Φράτορας  και  Αρμενίους  άπο- 
τεινόμενος•  "Κατά  τήν  διάληψιν  του  ορισμού  ανάγκη  έστΙν  όπως 
5  δ  ναός  ανοικοδόμηση  υπό  μόνου  του  γένους .  των  Τωμαίων ". 
Αποκριθείς  δε  ό  προκουράτωρ  των  Φράγκων  εΤπεν  "  ΉμεΤς  έγρά- 
ψαμεν  εις  τους  βασιλείς  ημών,  και  δη  πριν  έλθεϊν  έκεΓθεν  άπό- 
κρισιν  ου  στέργομεν  τους  Τωμαίους  βαλεΐν  χεΤρα  εις  τους  τόπους 
ημών".  Εΐπον  και  οι  Αρμένιοι*    "Και    ημείς    εις  ολίγας  ημέρας 

10  έκδεχόμεθα  όρισμόν  της  βασιλείας,  δπως  τους  τόπους  ημών  έπι- 
σκευάσωμεν  μόνοι*  δθεν  οί  Τωμαΐοι  τους  εαυτών  τόπους  έπισκευ- 
αζέτωσαν  επί  του  παρόντος". 

Ταύτα    και    τοιαύτα    ελεγον    δύο    ημέρας    οί  Φράγκοι  καΐ  οι 
Αρμένιοι,  απερ  γράφειν  παραιτούμαι,    ομοίως  και  τάς  αποκρίσεις 

15  του  πασδ'  8ς,  στενοχωρηθείς  υπό  του  χοτζακιάν,  τη  τρίτη  ημέρα 
απεφάσισε  μετά  του  μουλ)να  και  τών  λοιπών,  δπως  αρχή  γένη- 
ται  τών  αναγκαίων  εις  έπισκευήν  τόπων  και  πρό  πάντων  της 
μεγάλης  τρουλλης  και  του  υπ'  αυτήν  Ιερου  Κουβουκλίου,  έν  ω  οί 
Φράγκοι    έχοντες    κανδήλας    και    εικόνας    καΐ  πορφυρά  καταπετά- 

20  σματα,  ουκ  ήθελον  καταβιβάσαι,  λέγοντες  δτι  ταύτα,  τών  βασι- 
λέων της  Ευρώπης  κρεμασάντων  έκεΓ,  αυτοί  οό  δύνανται  καταβι- 
βάσαι. "Οθεν  ό  πάσας  μετά  του  χοτζακτ,άν  άποστείλαντες  τους 
ραβδούχους  (καβάσιδες)  έζεκρέμασαν  δλα  καΐ  μακράν  Ιρριψαν,  και 
ούτως    έγένετο  έν  αύτώ  ή  καλή  αρχή  2 -α  Οκτωβρίου.   Άλλα  τίς 

2δ  διηγήσεται  τά  έζής  κτιζομένων  τούτων  σκάνδαλα  αμφοτέρων  τών 
εθνών;  Καθ'  ήμέραν  έφεύρισκον  αιτίας  μάχεσθαι  και  τύπτειν 
τους  εργαζομένους  καΐ  άγειν  εις  κρίσιν  κτλ.  Ό  δε  πάσας  μέλλων 
άναχωρήσαι  της  Ιερουσαλήμ  έξέβαλε  τους  έν  τη  άκροπόλει  και 
τοις  πύργοις    οικουντας    §ως    τότε  Γτ,ανιτζάρους,   αίφνης  και  παρ' 

30  ελπίδα  είσελθών  καΐ  κυριεύσας  τήν  όπλοθήκην  καΐ  τά  κανόνια 
κτλ.  Έβαλε  δε  φρουράν  ιδίαν,  άφείς  και  παρά  τω  μουσελίμη 
διά  τό  Πραιτώριον  και  τάς  πύλας  της  πόλεως  100  [στρατιώτας]• 
οί  δε  Πανίτζαροι  τούτο  μή  υποφέροντες  καΐ  πολλοί  δντες  (τό  ήμισυ 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  437  — 

της  Ίεροαααλήμ  σχεδόν)  έμβλέτησαν  άποστασίατ^,  Γνα  πάλιν  χύρίοι 
τοδ  φρουρίου  γένωνται.  ΚαΙ  δή  συνωμοσίας  καθ'  ήμέραν  ποιουντες 
έβλασφήμουν  ήμδς  λέγοντες  εΤναι  αΙτίους,  χαΐ  έμελέτων  καθ' 
ημών  καΐ  κατά  του  ναού.  Ταύτα  δε  ού  δίελάνθανε  τους  Φράτο- 
ρας  καΐ  ^Αρμενίους,  χαίροντας  προς  ταύτα  καΐ  άναρριπίζοντας  τό  5 
πυρ  του  θυμού  των  Τούρκων  λόγοις  τε  καΐ  εργοις,  διά  χρυσού 
καΐ  αργυρού  αυτούς  φυσιώσαντες.  Έν  μια  δέ  των  ήμερων  —  ην 
ή  17  δεκεμβρίου,  Ικτη  της  εβδομάδος  [ήμέροί] — ώρμησαν  πλή- 
θος εΙς  τον  ναύν  άναγκάζοντες  και  τον  χοτζακ^άν  ζητουντες  καΐ 
τόν  αρχιτέκτονα  καΐ  άλλους,  οϊτινες  προλαβ<5ντες  εφυγον  έντρομοι  10 
και  έκρυβησαν.  Τ<5τε  έστρεψαν  την  όργήν  των  εις  τους  τεχνίτας 
και  έργάτας,  έξ  ων  δνα  μεν  ευθέως  έθανάτωσαν,  τρεις  δέ  άλλους 
καιρίως  έπλήγωσαν,  τους  δέ  μή  προφθάσαντας  φυγείν  συλλαβόντες 
εδησαν  καΐ  έφυλάκισαν  Ιν  τισι  κελλίοις  των  πατέρων  και  μετά 
τούτο  ήρξαντο  συντρίβειν  τά  έν  τω  ίερω  Κουβουκλίω  νεοκτισθέντα  16 
παρ'  ημών  μάρμαρα  καΐ  κρημνίζειν  τάς  οίκοδομάς.  Έν  τούτοις  δέ 
άλλοι,  ού  γάρ  ήλθον  όλοι  έν  τω  ναώ,  άπηλθον  δοκιμάζοντες 
έφορμησαι  εΙς  την  άκρόπολιν  άλλοι  δέ  έτρεξαν  εις  το  Πραιτώριον 
συλλαβεΐν  τόν  μουσελήμ•  8  και  έπέτυχον  ραδίως.  Αυτός  γάρ  ό 
μουσελήμ  άκουσας  τών  κραυγών  και  τών  τουφεκίων  έξηλθεν  ιδεΤν  20 
τό  γεγονός,  οΐ  δέ  έπιδραμόντες  αίφνης  τους  μέν  περί  αυτόν  διε- 
σκόρπισαν,  αυτόν  δέ  συλλαβόντες  εδησαν  και  φέροντες  έμπρο- 
σθεν της  ακροπόλεως  εΤπον  αύτω*  "Είτυέ  τοΤς  έν  τω  Καλέ,  δη- 
λαδή τω  φρουρΓω,  έξελθεΐν  και  άπελθεΓν  δθεν  ήλθον  ει  δ*  ου, 
σφάζομέν  σε  ταύτη  τη  ώρα  ως  πρόβατον".  Έφώνησεν  ουν  ό  25 
μουσελήμ  καΐ  εΤπε  τοΓς  έν  τω  φρουρίω,  άλλ'  έκεΐνοι  ύβρισαν 
αυτόν  τε  καΐ  εκείνους,  λέγοντες  8τι  άνευ  ιδιοχείρου  προσταγής 
του  πάσα  ούκ  εξέρχονται,  κδν  δλοι  φονευθώσι.  Τότε  οι  άποστά- 
ται  ρίξαντες  κατά  γης  τόν  μουσελήμ  και  τά  σπαθία  γυμνώσαντες 
ήπείλουν  σφάξαί'  ό  δέ  κλαίων  εΤπεν  αύτοΓς•  **  "Αφετε  με  γράψαι  30 
είς  τόν  πασδν,  καΐ  έά^^  μή  έκβάλη  αυτούς,  τότε  ποιήσατε  τό  δο- 
κούν ύμΐν".  Τότε  έφθασαν  έκεΐ  και  οί  προύχοντες  καΐ  γέροντες 
της  Ιερουσαλήμ  καΐ  αυτός  ό  μουλλάς,  παρακαλοΰντες  καΐ  δεόμενοι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  438  — 

αυτών  παυσασθακ  των  τοιούτων  χινημάτων  οι  δε  ώμνυον,  δτι 
"'αν  οί  Βαρ^αρέσοι  ουκ  έζέλθωσι  σήμερον  του  φρουρίου,  καΐ  τον 
μουσελήμ  τούτον  σφάζομεν  και  τους  καλογήρους  Τωμαίων  καΐ 
προς  τούτοις  τόν  ναόν  αυτόν  κρημνίσομεν  "•  οι  δε  ε?πον  αύτοΐς 
5  πολλά  ήσυχάσαι  και  γενήσεται  το  θέλημα  αυτών.  Άλλ'  ούχ  υπή- 
κουσαν,   ήρξαντο  δε  άπειλεΤν  και  πάλιν. 

Οί  μεν  ουν  προύχοντες  έκεΓνοι  λα^όντες  έκ  τών  χειρών  αυτών 
τόν  μουσελήμ  άπήλθον  εις  τα  ϊδια'  οί  δε  άποστάται  συναχθέντες 
έμερίσθησαν    εΙς    δύο,  και    οι  μεν  άπήλθον  πολεμεϊν  τοις  έν  τώ 

10  φρουρίω,  οι  δε  κλίμακας  στήσαντες  άνέβησαν  εις  το  Πατριαρ- 
χεΐον  ζητουντες  τόν  έπίτροπον  Πέτρας  μητροπολίτην  Μισαήλ  και 
τους  λοιπούς  άρχιερεΓς  και  προύχοντας•  άλλ'  ούχ  εύρον  προλα^όντες 
γαρ  ούτοι  έκρύβησα^^  εις  τους  οίκους  τών  γειτόνων  Τούρκων, 
ομοίως    και    σιληχτάρ,   του  πάσα  επιστάτης  εις  τήν  άνοικοδομήν 

15  ό  δέ  χοτζακ^άν  και  δρΑγουμάνος  έκρύβησαν  καταβάντες  εις  μίαν 
δυσώδη  στέρναν,  και  αυτός  δέ  6  κάλφας  συν  τοις  περί  αυτόν  εις 
υπόγεια  τίνα  εςω  του  Πατριαρχείου.  "Οσα  δέ  δεινά  καΐ  άρπαγας 
οί  άποστάται  τότε  εποίησαν  ήμΤν  εν  τε  τώ  ναώ  καΐ  τω  Πατρι- 
αρχεία),   έάν    θελήσω    γράψαι,   βίβλον  δν  ογκώδη  ποιήσω•   τοΰτο 

20  δέ  μόνον  γράφω,  δτι  ό  ρηθεις  Πέτρας  μητροπολίτης  και  άλλοι 
κρυφίως  τ§  νυκτΐ  εκείνη  απελθόντες  εΙς  τους  οίκους  δύο  τινών 
Τούρκων  έν  ύπολήψει  μεγάλων  καΐ  αγίων  ανδρών,  και  τούτοις 
προσπεσόντες  μετά  δακρύων  παρεκάλουν  ίνα  νουθετήσωσιν  αυτοπρο- 
σώπως τους  άποστάτας  κ^ι  παύσωσι  τών  κακών,    έκβάλοντες  του 

25  ναού  και  του  Πατριαρχείου.  Δυο  ημέρας  ουν  αυτούς  παρακαλουν- 
τες  μόλις  κατέπεισα^>  έξελθεΐν  αυτοπροσώπως  και  λαλήσαι  τοΤς 
ζορμπάδαις•  άλλ'  ούτοι  εΓπον,  ότι  ουκ  εξέρχονται  του  ναού,  ουδέ 
του  Πατριαρχείου,  έάν  μή  οί  Τωμαΐοι  γράψωσι  τω  πάσα,  ?ν'  άπο- 
στείλας  τους  μέν  έν  τω  φρουρίω  Μπαρμπαρέσους  έκβάλιρ,  αύτοΙ 

30  δέ  είσέλθωσι  πανοικί  [μένειν  έν  αύτώ],  ως  και  πρότερον.  Τέλος 
δ'  ουν  ό  ρηθείς  Πέτρας  μητροπολίτης  μετά  τών  συν  αύτώ  ύπέ- 
σχετο  πάντα  ποιήσαι,  δ  θέλουσι•  και  δη  τη  Κυριακή  πρωί  οί 
ρηθέντες,  οί  ύποληπτικοί  δηλαδή  Τούρκοι,  συνήγαγον  τους  πρώτους 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-439  — 

των  αποστατών  εις  τόν  Μεχχέμ,  δηλαδή  το  χρίτήριον,  και  πα- 
ρόντων πάντων  των  προυχόντων  έγράφη  επιστολή  προς  τόν  πασαν 
έν  Δαμασχω  έκ  μέρους  τοδ  επιτρόπου  των  Τωμαιων  χαΐ  του 
μουσελήμ,  παρακαλούσα  δπως  πάλιν  τό  φρουριον  δοιΗ]  ε?ς  τους 
έπΙ  τριακόσιους  χρόνους  αυτό  κατέχοντας  Ίαννιτζάρους•  υπεγράφη  5 
δε  έν  αύτω  8  τε  Πέτρας  μητροπολίτης  και  δλλοι,  ομοίως  και  ό 
μουσελήμ  και  χοτζακιάν  δια  τόν  φόβον.  Εδόθη  δε  έκ  τούτων  καΐ 
διορία  κατ'  αϊτησιν  των  αποστατών  17  ήμέραι.  Τούτων  ουν  γε- 
νομένων, ή  μεν  επιστολή  εστάλη  δια  ταχυδρόμων,  οι  δε  άποστάται 
έξήλθον  του  τε  ναού  της  Αναστάσεως  και  του  Πατριαρχείου,  δόντες  10 
και  πίστεις  διά  τε  τόν  χοτζακνάν  χαΐ  αρχιτέκτονα•  άλλ'  αύτοΙ 
ουκ  έπίστευσαν  αύτοΐς,  ει  καΐ  έξήλθον  εΙς  τό  φανερόν,  καΐ  τό 
έργον  εμείνεν  άργόν  έξης  ημέρας  27,  ως  ρηθήσεται.  Τη  αυτή 
δε  ημέρα  οι  αρχηγοί  των  αποστατών  έζήτησαν  παρ'  ημών  συ- 
νάξαι  πάντα  τα  άρπαγέντα,  και  δή  δεδώκαμεν  αύτοΓς  [χρήματα].  15 
έφερον  δε  τη  επαύριον  τινά  ευτελέστατα  και  ουδέν  άλλο*  οι  πλεί- 
στοι δε  τών  αποστατών  ώμολόγησαν  μεθ'  δρκου,  ότι  τα  πλείω 
μάρμαρα  του  ίερου  Κουβουκλίου  αύτοι  ου  συνέτριψαν,  άλλα  οι 
καλόγηροι  τών  Φράγκων,  δηλαδή  οι  Φράτορες,  ους  εΤδον  αύτοΤς 
όφθαλμοΐς  τη  νυκτΐ  εκείνη  καΐ  δυο  Κότυται.  20 

Τω  δε  1810  Ιανουαρίου  ς'  οι  κάλοι  Αρμένιοι  έπλήρωσαν 
ένα  τών  άιτοστατών  δπως^  καταβαίνοντος  του  κάλφα  εις  τόν  θείον 
ναόν  έν  τω  δρθρω  διά  τήν  έορτην,  θανάτωση  αυτόν,  εΤτα  άπελ- 
θών  κρυβη  παρ'  αυτοΤς.  Καταβάς  ουν  ούτος  είς  τήν  Άγίαν  Πόρταν 
και  φυλάττων  έπατάχθη  άορασία  και  ουκ  εΤδεν  δλως  τόν  κάλφαν,  25 
ώς  ό  Γδιος  μετά  ταύτα  ήμΐν  ώμολόγησε.  Τη  δε  η'  Ιανουαρίου, 
ημέρα  Σαββάτφ,  οι  άποστάται  μαθόντες  δτι  ό  πάσας  στέλλει 
στρατεύματα  πολέμησα  ι  αυτούς,  συνήλθον  επί  τό  αυτό•  και  συ- 
σκεψάμενοι  απεφάσισαν,  δπως  τη  νυκτΐ  εκείνη  ειστυηδήσαντες  εις 
τό  Πατριαρχεΐβν  καΐ  τά  λοιπά  μοναστήρια  και  οίκους  χριστιανών  30 
άρπάσωσι  χρήματα  καΐ  τό  πρωί  φύγωσιν  εις  τήν  Χεβρώνα,  δπου 
τό  άσυλον  άλλ'  αίφνης,  δτε  αύτοΙ  αυτά  ελεγον,  ιδού  τη  αύτη 
ώροι    Ιφθασε    τό  στράτευμα    όπισθεν    του  αγίου  όρους  Έλαιώνος 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  440  — 

παρ'  ελπίδα  χαί  έν  ριπή  οφθαλμού  πβριεκόκλωσε  τήν  Ιερουσαλήμ 
χαΐ  ηρξατο  τουφεκιζεεν  καΐ  άλαλάζειν  οί  δε  άποστάται  άχού- 
σαντες  ώρμησαν  ε?ς  τάς  επάλξεις  καΐ  προμαχώνας  του  τείχους• 
αύτοΙ    γαρ    εΤχον    και  τάς  πόλας  της  πόλεως  καΐ  έπ'  αύταΐς.κα- 

5  νόνια.  Άλλ'  ό  ψηθείς  μουσελήμ  ώς  λέων  δραμών  μετά  των  συν 
αύτω  ήνοιξαν  τή^;  ΙΙρθ|3ατικήν  Πυλην  (κοινώς  της  Γεθσημανης) 
συντρίψαντες  τάς  κλεΤς  καΐ  εισήλθε  τό  στράτευμα*  ταυτοχρόνως 
καΐ  οί  έν  τη  άκροπόλει  εξελθόντες  ένοπλοι  μετά  κραυγών  ήνέω- 
ξαν    τήν  τυύλην    του  Δαβίδ    και    οδτως    εΙσηλθε    το  στράτευμα  τό 

10  ήμισυ,  τό  δε  άλλο  εμεινεν  εξω  φυλάττοντες.  Οί  δε  άποστάται 
αφέντες  τά  πάντα  καΐ  τά  δπλα  έφάνησαν  είς  τό  στράτευμα  κάλοι 
άνθρωποι  και  ειρηνικοί•  άλλοι  δε  είσήλθον  ε?ς  τό  ρηθέν  σελίδι 
414  μοναστηριον  τών  Αρμενίων  εξω  της  Ιερουσαλήμ,  ώς 
έχον  πυλην  σιδηραν  καΐ  δν  ώς  φρούριον  όχυρόν,   και  ήτοιμάσθη- 

15  σα^>  έκεΐ  φυλαχθήναι  διά  τών  δπλων  οί  δε  τούτων  αρχηγοί,  δώ- 
δεκα τον  αριθμόν,  είσήλθον  εις  τήν  άγίαν  Σιών,  δπου  τά  μνήματα 
Δαβίδ  και  Σολομω^τος.  τόπον  παρά  τοις  Τουρκοις  φυγαδευτήριον 
διά  τους  φονευσαντας.  Ό  δε  ρηθείς  μουσελήμ  όργήν  καΐ  έκδί- 
κησιν    πνέων    δι'  απερ    επαθεν,    έξελθών  δσους  μέν  ευρεν  εθετο 

20  έν  φυλακή•  μαθών  δε  τη  επαύριον  περί  τών  έν  τω  μοναστηρίω 
και  τη  αγία  Σιών,  εστειλεν  αύτοΐς  έξελθεΐν  μετ'  ειρήνης  και 
δούναι  άπολογίαν  τη  κρίσει  διά  τά  πραχθέντα*  άλλ'  αύτοΙ  ουδό- 
λως υπήκουσαν. 

"Οθεν  παρευθυς    περιζώσας    διά    τών    στρατευμάτων    και  τά 

25  δύο  μοναστήρια  προς  τό  μηδένα  φυγεΓν,  εστειλεν  ανθρώπους  και 
πάλιν  λέγων  Γνα  έξέλθωσιν  άλλ'  αύτοΙ  έβλασφήμουν  καΐ  τούτον 
και  τόν  πασαν.  "Οθεν  προσέταξε  τήν  έφόρμησιν  καΐ  μετά  πέντε 
ωρών  πόλεμον  έτρύτυησε  δι'  αυτών  τό  μοναστηριον  άλλ'  εσωθεν 
οί  άποστάται  διά  τών  σπαθίων    καΐ    άξινών    έφόνευον    τους  πλη- 

30  σιάζοντας  καΐ  βουλομένους  είσελθεΤν,  δως  ου  φονεύοντες  και  φο- 
νευόμενοι  διεφθάρησαν  πάντες,  19  δντες  τόν  αριθμόν,  φονευθέν- 
των και  δύο  Αρμενίων  ευρεθέντων  έν  τω  μοναστηρίω.  Μετά  τούτο 
ό  μουσελήμ  προσέταξε  τους  Σινιώτας  έκβαλεΐν  εξω  τους  πρόσφυ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  441  — 

γας•  προσβαλοντων  δέ  έχείνων  το  δγιον  καΐ  δσυλον  τοδ  τόπου, 
αυτός  δίσβλθών  ϊ^ρπασβν  αυτούς  έκβίθβν  μηδόλίος  άντιστάντας, 
άλλ'  Ικετεύοντας.  Δήσας  δέ  καΐ  άπαγαγών  εις  τήν  άκρόπολιν  τη 
νυκτΐ  εκείνη  ε7^ν^ζε  διά  βρόχου  καΐ  τους  δώδεκα*  τω  δέ  ιτρωί 
Ιανουαρίου  1  ερρίψβν  Ιξω  της  ακροπόλεως  τά  τούτων  πτώματα  δ 
καΐ  τά  των  έν  τω  μοναστηρίω  φονευθέντων.  Οδτως  ούν  του  θεού 
εκδικήσεων  έκδικήσάντος,  τη  αύτη  ημέρα  Ιδού  δνθρωπος  βασελικός 
καπιτζήπασης  και  μετ'  αύτου  εΤς  αρχιμανδρίτης  Άγιοταφίτης, 
Ματθαίος  τουνομα,  φέροντες  καΐ  δεύτερον  χάτι,  δηλαδή  όρισμον 
ιερόν  του  σουλτάνου,  προστάττοντα  δπως  δλος  ό  ναός  έπισκευασθη  ΐθ 
έκ  του  έθνους  των  Τωμαίων,  τά  δέ  λοιπά  έθνη  μή  εχωσιν 
έξουσίαν  ουδέ  λίθον  βαλεΐν,  και  προς  τούτοις  μή  τολμήσωσιν 
έξης  λειτουργίαν  ποιήσαι  έπΙ  του  έν  τη  Γεθσημανη  τάφου  της 
Θεοτόκου,  ουδέ  εικόνας  εχειν  ουδέ  κανδήλας,  πλην  των  πρό  πολλού 
εύρεθεισών  Ιξ.  15 

Τη  ουν  επαύριον  του  καπιτζήπαση  μετά  του  χοτζακ^άν  κατα- 
βάντος  εις  τον  Μεχκεμέ,  έλθόντος  καΐ  του  μουσελήμ  καΐ  των 
προυχόντων,  προσεκλήθησαν  οϊ  τε  Φράγκοι  και  Αρμένιοι•  και 
άναγνωσθέντος  του  ορισμού  προσετάγησαν  οι  Αρμένιοι  μή  λειτουρ- 
γεΤν  έν  τη  Γεθσημανη  καΐ  προς  τούτοις  μή  έ^^χλείν  έν  τω  οίκο-  20 
δομεΤν  τους  Τωμαίους,  λέγοντες  ^^  τούτο  τό  μέρος  έστιν  ημών 
και  τούτο  εκείνου "  κτλ.  Τά  αυτά  έρρέθη  και  τοις  Φράγκοις.  Καΐ 
δή  τη  ιβ'  Ιανουαρίου  έγένετο  και  πάλιν  καλή  αρχή  του  έργου  της 
οικοδομής  καΐ  επισκευής,  άνορθωθέντων  κατά  πρώτον  τών  ύπό 
τών  αποστατών  κρημνισθέντων  μερών  καΐ  τών  μαρμάρων  του  25 
αγίου  Κουβουκλίου  κατασκευσθέντων  βελτιον  τών  συντριβέντων. 
Άλλ'  οι  Φράτορες  φθόνω  τηκόμενοι  έδραμον  είς  τήν  κρίσιν  λέ- 
γοντες, 8τι  άδικουμεν  αυτούς  μή  κτίζοντες  έκ  μαρμάρων  τοός  τά- 
φους τών  βασιλέων  αυτών,  άλλ'  έκ  τών  παρατυχόντων  λίθων 
ήσαν  δέ  οΐ  τάφοι  ούτοι  τέσσαρες  τών  μετά  τόν  Βαλδουβϊνον  καΐ  30 
Γοβρέδον  βασιλευσάντων  έν  ΊεροοααλΎΐμ^  οϊτινες  παρανόμως  και 
θεοστυγώς  έτάφησαν  έν  τω  μέσω  του  ναού  της  Αναστάσεως-  οι 
δέ  τοιούτοι  τάφοι  έν  τω  έμπρησμώ    παρανάλωμα    του  πυρός  έγέ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  442  — 

νοντο'  οι  δε  Φράτορες  οι  προ  ολίγου  τα  μάρμαρα  του  αγίου  Κου- 
βουκλίου συντρίψαντες,  ευθέως  ήδη  ήθελον  οίκοδομηθήναι  τους  τά- 
φους αυτών  έκ  μαρμάρων.  Άλλ'  ουν  καΐ  κρι&έντες  μεθ'  ημών 
καΐ  μάταιοι  άποδειχθέντες  έμειναν  δπρακτοι  και  εις  τούτο•  τϊ) 
5  δε  α'  μαρτίου  εις  τών  οικοδόμων  πεσών  άπό  δψους  ττεντήκοντα 
τυηχών  της  τρούλλης  του  Καθολικού^  ουδέν  κακόν  επαθεν,  ώστε 
θαυμάζειν  και  αυτούς  τους  ασεβείς-  άλλ'  οι  Φράτορες  μετά  τών 
αδελφών  Αρμενίων  κατέβησαν  εις  τον  μουλλαν  λέγοντες,  δτι  οι 
Τωμαΐοι  εποίησαν  καινοτομίας    άνοί8α^>τες    τά    απερ  ό  ΣαλαδΓνος 

10  έκλεισε  παράθυρα,  ως  εϊρηται.  Αληθώς  δε  ημείς  τ<5τε  τολμή- 
σαντες  ήνοίξαμεν  ανά  μίαν  όπήν  μικράν  εν  έκάστω  παραθύρω, 
δπως  δι'  αυτών  εξέρχεται  6  ατμός  τών  κανδηλών  καΐ  κηρίων 
ην  δε  τούτο  συμφέρον  και  αύτοΐς.  Ό  ουν  μουλλας  κινήσας  την 
κεφαλήν  και  είπών  τουρκιστί    τό    "φθόνος  ουκ  οΤδε    προτιμαν  τό 

15  συμφέρον"  και  όνειδίσας  αυτούς  άπεδίωξεν  έχοντες  δε  οΐ  Δυτικοί 
τότε  πρό  μιας  εβδομάδος  πάσχα,  κατέπεισαν  τόν  πασαν  καΐ  εδω- 
κεν  αύτοΤς  προσταγήν  ίνα  αργή  ση  τό  έργον  δλη  τη  έβδομάδι  τών 
ΒαΓων,  λέγοντες  ϊνα  ποιήσωσι  τά  έθιμα  αυτών  μεθ'  ησυχίας  πά- 
σης• δ  και  έγένετο.  Τότε  και    οί    Αρμένιοι  άπατήσαντες  τόν  πα- 

20  σαν  έν  Δαμασκώ  εφερον  προσταγήν  λειτουργεϊν  έν  τη  Γεθσημανη 
έπΙ  του  θεομητορικού  μνήματος•  άλλ'  άπαξ  μόνον  έλειτουργησαν, 
καΐ  ήμεΐς  διά  της  κρίσεως  έκωλυσαμεν  αυτούς  άποστείλαντες  εις 
τόν  πασαν  τό  ρηθέν  σελίδι  441  χάτιον  δπερ  εκείνος  άναγνους 
εγραψεν  άπειλητικόν  τοις  Άρμενίοις  έπιτάττων  τά  αυτά*  αύτοι  δε 

25  λυσσώντες  καθ'  ημών  έχόρτασαν  τόν  μουλλαν  καΐ  τόν  άρχηγόν  τών 
Βαρβαρέσκων,  Άπουταρίαν  λεγόμενον,  και  τω  μεγάλω  Σαββάτω 
πρωί  έκρέμασαν  έπι  της  πύλης  του  αγίου  Κουβουκλίου  μίαν  ει- 
κόνα• άλλα  καΐ  πάλιν  διά  προσταγής  του  πάσα  κατεβιβάσαμεν 
αυτήν.  Κτιζομένου  δέ  του  ιερού    Κουβουκλίου,    κατήλθον  σύν  τοις 

30  Φράτορσι  και  κατετάραξαν  και  τόν  μουλλαν  καΐ  δλους  τους  Τούρ- 
κους, λέγοντες  δτι  πράττομεν  παρά  τήν  βασιλικήν  προσταγήν, 
ύψηλότερον  τούτο  ποιουντες  καΐ  εύρύτερον,  καΐ  δλλα  τοιαύτα. 
Ουδέν    δμως    ίσχυσαν    ό    γάρ    έν    τούτοις  έφορος  χοτζεκιάν  ήν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  443  — 

δλος  έκδοτος  εΙς  τα  ημών  καΐ  εύχαριστούμενος  εις  τα  παρ'  ήμων 
00  προσεΐχεν  8λως  τοις  έναντίοις,  καίτοι  φιλοδωρούμενος  ύπ'  αυ- 
τών συνεχώς. 

Έν  τούτοις    δε  6  της  Δαμασκού  σατρίτυης  και  πάσης  Συρίας 
καΐ    Παλαιστίνης    ήγεμών    Ίωσήφ-πασας    6  τους  άποστάτας  παι-     5 
δεύσας    και    δια    τούτο  μισητός  πάσι  τοις  Τούρκοις  καΐ  Φράγκοις 
και  Άρμενίοις,   μόνοις  δέ  ήμΐν  άγατυητός,   αυτός  λέγω    υπ'  όργήν 
του  σουλτάνου  γενόμενος  φεύγει  εις  Αϊγυπτον  κα&ίσταται  δέ  άντ' 
αύτου  ό  ΠτολεμαΓδος  καΐ  πάσης  Φοινίκης  Σουλεϊμάν -πάσας,  εχθρός 
άσπονδος  ημών,   φίλος  δέ  δκρος  τοΓς  Φράτορσιν  εκ  παλαιού.  ΚαΙ    10 
δή    σκιρτώντες    υπό    της  χαράς  οι  Φράτορες,   τα  τζά^ηα  ένόμιζον 
ϊδια  καΐ  τα  δυσχερή  εύμαρη  καΐ  ήρζαντο  τών  συνήθων  καθ'  ημών, 
κωλύοντες  κτίζειν  κατά  τό  δοκούν  ήμΐν.  Τότε  και  του  κάλου  μου- 
σελήμ  μέλλοντος  άναχωρήσαι  συν  τοις  στρατευμασιν,  ήτοιμάσθη- 
σαν  οι  Γ^αννιτζάροι  είσελθειν  εις  την  άκρόπολιν  τινές  δέ  αυτών,    15 
συγγενείς  τών  φονευθέντων,  ελεγον  ''  ήλθεν  ήδη  καιρός  δπως  έκ- 
δικηι)ώμεν  κατά  τών  άσεβων  Τωμαίων".  "Απερ  ήμεΤς  μαθόντες 
άνεφέρομεν  τω  μουσελήμ  διά  του  χοτζακτ^άν,   δς  μετά  τούτου  και 
του  μουλλα    συσκεφθείς,    άφεις    τό  Πραιτώριον    άνήλθεν  εΙς  την 
άκρόπολιν    μετά    τών    συν  αύτώ  και  κΑθήσας  έφύλαττεν,  έως  ου    20 
ήλθε    τό  στράτευμα    παρά    του  νέου    ήγεμόνος    καΐ    παρέδωκε  τό 
φρούριον    και    τότε    άνεχώρησεν.    *Ηλθε    δέ    και  νέος  μουσελήμ 
δόλιος    και    φιλάργυρος    εις    άκρον   διό    καΐ    τοϊς  έναντίοις  ημών 
χρησιμώτατος•    τη  δέ  η'  αυγούστου,   επειδή  τό  έν  τω  τόπω  της 
Άποκαθηλώσεως    μάρμαρον  ήν  συντετριμμένον  υπό  της  πεσούσης    25 
άνωθεν  οροφής,  ήλλάξαμεν  καΐ  πορφυραν  δλλην  πλάκαν  έκεΐ  έβά- 
λαμεν  ώραιοτέραν  άλλ'  οί  Φράγκοι  ήλθον  κραυγάζοντες,    "ϋνα  τί 
έζεβάλετε  τήν  ενταύθα  πλάκα  και  διατί  έβάλατε  άλλην "  και  δλλα 
πολλά.  Είτα  καταβάντες  εις  τον  μουλλαν  κινουσι  καθ'  ημών  άγω- 
γήν  καΐ  κρίσιν,  ζητουντες   λαβεΤν  άφ'  ημών  τήν  πλάκα*  άλλ'  ουκ    30 
έδώκαμεν.  ΚαΙ  ό  μέν  μουλλας  παρΊ|^νει  αυτούς  άπέχειν  τών  τοιού- 
των,   άλλ'    δ  νέος    μουσελήμ    ύπ'  εκείνων    δωροδοκηθείς  επέμενε 
προστάσσων    δπως    ποιήσωμεν  έκ  τών  δύο  τό  δν,  ή  δοθήναι  δη- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  444  — 

λαδή  τήν  πλαχα  τοΤς  Φράτορσιν,  η  τβ&ηναι  αδθις  [αυτήν]  έν  τω 
Ιδι'ω  τόπω.  Τέλος  δ'  οδν  ή  ύπό&εσίς  κατήντησβ  θεωρηθήναι  εΙς 
τον  νέον  πασαν,  δς  καίτοι  φίλος  ων  τοϊς  Φράτορσιν,  άλλ'  οδν  προσέ- 
ταζβ    τοις  Φράτορσιν  υποτάσσεσθαι  χαΐ  μή  άντιτείνειν  τοις  βασι- 

δ    λικοΐς    ορίσμοΤς.    Οδτως    οδν  εμεινεν  ή  πλάξ  εκείνη  φυλαττομενη 
παρ'  ήμΐν  μέχρι  της  σήμερον. 

Τη  δε  κ'  του  αυτού  πάλιν  έκίνησαν  άγωγήν  διά  τά  γράμ- 
ματα, δπερ  έκολάψαμεν  έπΙ  του  ίερου  Κουβουκλίου  έαωθέν  τε 
καΐ  έξωθεν  είσι  δε  ταύτα  ρητά  τίνα  περί  της  ταφής  του  Κυρίου 

10  καΐ  έγέρσεως  έκ  του  αγίου  ευαγγελίου.  Όμοίως  έγραψαν  εις  τόν 
πασαν  καΐ  διά  τάς  έκ  μαρμάρου  αυτόθι  εικόνας  και  τά  μανουάλια 
έμπροσθεν  αυτού  του  θείου  Κουβουκλίου•  άλλ'  ουδέν  ίσχυσαν  θεία 
χάριτι,  ημών  δικαιωθέντων.  Τότε  καΐ  οι  Κόπται  έφερον  προστα- 
γήν    παρά    του  σατράπου  της  Αίγυπτου  Μεεμέτ-Άλή-πασα  γενέ- 

15  σθαι  τό  παρακλήσιον  αυτών  δπισθεν  του  ίερου  Κουβουκλίου,  ώς 
καΐ  πρότερον  (δρα  σελ.  409).  Μή  θελόντων  δέ  ημών,  διά  τό 
είναι  έκεΐσε  ώς  λίθος  προσκόμματος,  αυτοί  εφερον  και  έντονωτέ- 
ραν  [προσταγήν],  και  ούτως  έκτίσαμεν  αυτοΤς  διά  λίθων,  ου  μήν 
δε  δσον  τό  πρώτον,  άλλα  μικρότερον  προσταγή  δέ  του  Σουλεϊμάν- 

20  πάσα  καΐ  τους  τόπους  αυτών  διά  τοίχων  καΐ  θυρών  χωρίσαντες 
δεδώκαμεν  αύτοΓς.  Τη  δέ  α'  σεπτεμβρίου  καΐ  αδθις  καθ'  ημών 
άγωγή^^  έκίνησαν  οι  Φράτορες  περί  του  σττηλαίου  της  Ευρέσεως 
του  τιμίου  Σταύρου,  κρεμασάντων  ημών  έκεΐ  ώς  έκπαλαι  τάς  τρεΤς 
ακοίμητους  κανδήλας  καΐ  στησάντων  δύο  μανουάλια  πορφυρολευκο- 

25  πέτρινα,  και  περί  του  τόπου  Μή  μου  ατυτου  της  Μαγδαληνής 
Μαρίας.  Άλλα  περί  μεν  του  σπηλαίου  της  Ευρέσεως  έματαιώ- 
θησαν,  άλλ'  εΙς  τον  τόπον  Μή  μου  απτού  ουκ  άφήκαν  ήμας  άλ- 
λάξαι  τό  έκεΤ  δν  συντριμμένον  μάρμαρον,  οδτω  προστάζαντος  του 
πάσα    δΙς    καΐ    τρΙς    εντόνως,     θεία    συνάρσει    δέ    τελειωθείσης 

30  της  του  ναού  οικοδομής  καΐ  άνακαινίσεως  κατά  τήν  10 -ην  του 
αυτού  σεπτεμβρίου  καΐ  τών  εγκαινίων  υπό  τών  αρχιερέων  τελε- 
σθέντων  τη  13 -η  σεπτεμβρίου,  δτε  καΐ  τά  πρώτα  εγκαίνια  τη  ιη' 
του  αυτού,    άνεχώρησε    της  Ιερουσαλήμ    6  αρχιτέκτων  Κομνηνός 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  445  — 

μ.6τά  των  συν  αύτω  οΙκοδόμων.  Καταβας  δέ  β?ς  Έπττην  καΐ  πλοίου 
έπιβάζ  βπως  άπέλ&η  εΙς  τήν  Κωνσταντενοόπολιν,  κατά  προσταγήν 
του  Σουλεϊμάν -πασδ  έκομίσθη  διά  του  αύτου  πλοίου  είς  τήν  Πτο- 
λεμαΐδα,  βπου  αύτος  Ιδειξεν  αύτφ  πολλά  αύτου  εγκλήματα  κατα- 
γραφέντα υπό  των  Φρατόρων,  δτι  έκαινοτόμηαε  κατά  τούτο  καΐ  δ 
κατ  εκείνο  είς  τόν  ναόν,  παρά  τον  βασιλικόν  όρισμόν  βλως  πράτ- 
των  κατά  τε  προσθήκας  καΐ  αφαιρέσεις,  Ιτι  δε  καΐ  αλλοιώσεις, 
κάΙ  δτι  τόν  μεγαν  κουμπέν  υψωσεν  υπέρ  τόν  πρώτον  καΐ  δτι 
ήνοιξε  παράθυρα  υπό  του  Σαλαδίνου  κλεισθέντα  και  δλλα  πολλά. 
Άποκριθέντος  δε  του  άρχιτέκτονος  καΐ  υπεραπολογη&έντος,  εκείνος  10 
διώρισεν  αυτόν  εις  τήρησιν  εΤναι  έν  Πτολεμαΐδι,  8ως  ου  γράψει 
εις  τό  υψηλόν  Δεβλέτι,  δπως  άποσταλ-ξ  δέσμιος*  ήπείλει  δέ  καΐ 
δλλα  πολλά•  τέλος  δ'  ουν  μετά  εικοσιν  ημέρας  άπέλυσεν  αυτόν 
διά  τά  ϊδια,  άποστειλάντων  ημών  έκ  του  Κοινού  του  Παναγίου 
Τάφου  τριάκοντα  χιλιάδας  γρόσια  τώ  ρηθέντι  τούτω  πάσα.  Ταύτα  15 
εποίησαν  ήμΤν  οι  κατά  άντίφρασιν  αδελφοί  και  φίλοι  Φράτορες. 
Οί  δέ  Αρμένιοι  μετά  τήν  των  αποστατών  άπώλειαν  καΐ  φθο- 
ράν  έν  Ιερουσαλήμ,  ως  σελίδι  440  ειρηται,  ίδόντες  δτι  ουδέν 
των  έν  Ιερουσαλήμ  αύτοΓς  ραδιουργηθέντων  ώφέλησεν,  επεχεί- 
ρησαν αύθις  εις  Βασιλεύουσαν  κατορθώσαί  τι  των  σκοπουμένων.  20 
Χορτάσαντες  ουν  τους  έν  τοις  βασιλείοις  καΐ  τους  περί  τήν  βα- 
σιλείαν^  έδωκαν  και  τρίτην  άναφοράν  είς  τόν  σουλτάν  Μαχμούτ 
καθ'  ημών,  λέγοντες  δτι  προφάσει  της  του  ναού  επισκευής  ήρπά- 
σαμεν  τους  τόπους  αυτών  τε  και  των  αυτών  οπαδών  Κόττυων  τε 
και  Συριανών,  καΐ  δτι  παρακαλουσι  θερμώς  τό  κράτος  δοθήναι  26 
αύτοΐς  έξουσίαν  δπως  κτίσωσι  καΐ  έπισκευάσωσι  τους  έν  τω  ναώ 
τόπους  αυτών.  Μηδεμιας  δέ  όποκρίσεως  άζιωθέντες  παρά  του 
κράτους,  καΐ  τετάρτη  ν  άναφοράν  έδωκαν  τη  ζ'  άπριλίου  μηνός  ΙβΙΟ' 
ό  δέ  σουλτάν  βαρυνθεις  και  ετι  δέ  υπό  των  έν  τη  βασιλική  αύλη 
ισχυόντων  παρακινούμενος  προσέταςε  πάλιν  θεωρηθήναι  τήν  κρί-  30 
σιν  αυτών  ύπό  τών  αυλικών.  "^Ησαν  δέ  υπέρ  τους  20,  ων  οί 
πρώτιστοι  ήσαν  πρώτος  ό  Τούμελη-καζασκέρ,  δεύτερος  ό  πρώην 
"Ρούμελη -καζασκέρ,    τρίτος    ό  πρώην  Άνατόλ-καζασκέρ,    τέταρτος 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  446  — 

ό  Κωνσταντινουπόλεως  ναχκίπης,  πέμπτος  6  βετ^ά-έμίνης,  Ιχτος 
ό  σεραετατζης,  έβδομος  6  χαϊμαχάμ,  δγδοος  ό  ρεΐζ-έφένδης,  ένα- 
τος δ  ζαρτυχανέ-έμίνης,  δέκατος  ό  τζαούσμπασης,  ενδέκατος  ό 
μπεϊλικτζης,   δωδέκάττος  ό  άμετζης    καΐ  προς  τούτοις  τινές  κεσερ- 

5  δάριδες  των  καλεμιών.  Παρεστάθησαν  δέ  εΙς  την  κρίσιν  έκ  μεν 
των  ημετέρων  δώδεκα,  οΐ  μεν  έκ  της  Μεγάλης  Εκκλησίας,  οι  δε 
έκ  των  Άγιοταφιτών  έκ  δε  των  Αρμενίων  δέκα,  οΓτινες  άρξα- 
μένης  της  κρισολογίας  εφερον  και  έδείκνυον  τό  ψευδεπίπλαστον 
εκείνο  χάτι  (περί  ου  εΐρηται  σελίδι  426)  του  άλωτου  της  Ίερου- 

10  σαλήμ  σουλτάν  Σελήμ,  και  δια  τούτου  ήγωνίζοντο  άποδεΐξαι,  δτι 
ανέκαθεν  εχουσι  τόπους  .ιδίους  και  προσκυνήματα  έν  Ιερουσαλήμ. 
Τέσσαρες  συνελεύσεις  έγένοντο  τότε  και  ή  κρισολογία  διήρκεσεν 
έως  της  κε'  άπριλίου  και  οΐ  κριται  δλαις  δυνάμεσιν  έβοήθουν 
τοϊς  Άρμενίοις,  βεβαιώσαντες  και  τό  ρηθέν  ψευδεπίπλαστον  χάτι 

15  δτι  έστΙ  γνήσιον,  καίτοι  των  ημετέρων  τρανως  άποδεικνυόντων 
τό  ψευδός  των  Αρμενίων.  "Ομως  οι  ρηθέντες  κριταΐ  συσκεψάμε- 
νοι  εις  εαυτούς,  άφήκαν  την  κρίσιν  και  άπόφασιν  περί  των  τοι- 
ούτων τότε  καΐ  [έν]  11  μηνών  διαστήματι  ουδέ  φωνή  ουδέ 
άκρόασις  δλως  ην  περί  των  τοιούτων  είς  τό  φανερόν  έν  τω  κρυ- 

20  Ίττω  δμως  οι  κάλοι  Αρμένιοι  εύρόντες  καιρόν  έπιτήδειον  διά  τους 
τότε  πολέμους  των  Τώσσων,  ώδίνησαν  την  κακίαν  και  εδακον 
τήν  έπιβουλήν  καθ'  ημών  διότι  τη  κε'  φεβρουαρίου  ^αωια'  (1811) 
εξήλθε  προσταγή  του  σουλτάνου,  ϊνα  και  αυδις  ή  κρίσις  τών 
Αρμενίων    θεωρηθη.    Γενομένων    δέ    πάλιν    τριών    συνελεύσεων 

25  τότε,  κατελείφθη  και  αύθις  ή  ύπόθεσις  εις  σιωπην  άλλ'  έν  τω 
κρυτυτώ  ώργά^ηζον  δλλα  και  δλλα,   ώς  ρηθήσεται. 

Έν  δέ  ταύταις  ταΤς  ήμέραις  οι  έν  Κωνταντινουπόλει  τών 
Φράγκων  προστάται  έδωκαν  είς  τό  κράτος  άναφοράν  δτι  οι  Τωμαιοι 
άνακαινίζοντες  τόν  ναόν    ήρπασαν    τους    τόπους  αυτών  μεταθέντες 

30  τα  δρια,  και  δτι  τό  ιερόν  Κουβούκλιον  άπ'  αρχής  εις  τήν  εκεί- 
νων έξουσίαν  αύτοι  ωκειοποιήσαντο  καΐ  λειτουργουσιν  άνευ  αδείας 
βασιλικής,  και  άλλα  πολλά.  "Οθεν  χωρίς  τίνος  εξετάσεως  ή  κρί- 
σεως ή  Πόρτα  έδωκεν  αύτοΐς  όρισμόν,    όπως   ώς  πρό   του  έμπρη- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  447  — 

σμου  και  της  άνοιχοδομης  ήσαν  τα  πράγματα,  ούτω  πάλιν  κατα- 
στα&ώσι•  καΐ  εάν  οί  ΤωμαΤοι  άφεΤλον  οικειοποιησάμενοί  τι  των 
Φράγκων,  έπιστρέψωσι  τούτο  αύτοΤς,  χαΐ  δλλα  πολλά.  Τούτον  τον 
όρισμόν  λαβόντες  οί  Φράτορες  άπήγαγον  πρώτον  προς  τον  Σουλεϊ- 
μάν-πασαν  εις  Πτολεμαΐδα•  6  δέ  παρωργισμένος  ων  καθ'  ημών  δ 
(έζήτησε  γάρ  εκατόν  πεντήκοντα  χιλιάδας  γρόσια  παρ'  ημών  λόγω 
δανείοϋ  και  ουκ  έδώκαμεν,  μη  έχοντες  ουδέ  τρεις  χιλιάδας)  εδω- 
κεν  αύτοΐς  ίδιον  όρισμόν  προς  τόν  αυτού  μουσελήμ,  προστάζοντα 
ίνα  παν  δ  τι  οί  Φράγκοι  θέλουσι  τελείωση  αύτοΤς,  αύ&εντικη  εξου- 
σία χρώμενος.  Έλθόντες  δέ  οί  Φράγκοι  έν  Ιερουσαλήμ  άνέ-  10 
γνωσαν  αυτόν  τε  και  τόν  [ϊασιλικόν  πρώτον  ως  εθος  εΙς  τόν  Μεχ- 
κεμέν  είτα  τη  επαύριον  (ην  δέ  ή  κζ'  μαΓου  ^αωια')  προσκληθέν- 
των  τών  προυχόντων  έν  τω  ναώ  της  Αναστάσεως  καΐ  ημών  και 
τών  Αρμενίων,  άνεγνώσθησαν  δ  τε  βασιλικός  καΐ  του  πάσα*  έρω- 
τησάντων  δέ  ημών  τους  Φράτορας  πότε  και  που  και  πώς  ήδικήσα-  15 
μεν  αυτούς  καΐ  έκαινοτομήσαμεν,  ό  μουσελήμ  εγερθείς  του  έφ' 
ου  έκαθέζετο  τόπου,  εΤπεν  ήμΐν  "  ^Ω  ούτοι,  νυν  καιρός  κρισολο- 
γίας  και  εξετάσεων  ουκ  εστί*  τόν  βασιλικόν  όρισμόν  πληρωθήναι 
δεΓ  και  ούκ  άλλο".  Τότε  προς  τους  Φράτορας  άτενίσας  εΤπεν 
**^Ω  φίλοι,  είπατε  τί  θέλετε  γενέσθαι  και  ποιήσω  ύμΐν"•  οι  δέ  20 
εΤπον  "  Έμεΐς  οΐδαμεν  τί  ποιήσομεν  μόνον  οί  Τωμαΐοι  μή  κω- 
λύσωσιν  ήμας  αυθάδεις  τε  δντες  και  άποστάται"•  δ  δέ  εΓπεν 
*"  Έχετε  έξουσίαν  ποιήσαι,  δ  θέλετε ".  Τότε  δη  τότε  οί  βέλτιστοι 
Φράτορες  ώρμησαν  ως  οί  κόρακες  ή  κύνες  έπΙ  τό  πτώμα,  και 
πρώτον  μέν  κατεβίβασαν  τάς  ττερί  τόν  μικρόν  κουμπέ  του  αγίου  Κου-  25 
^οτλίοο  κανδήλας  ημών  καΐ  έρριψαν  ταύτας  καταφρονητικώς  ένδον 
του  Καθολικού,  δεύτερον  δέ  κόψαντες  διά  πρίονος  τόν  ξύλινον  σταυ- 
ρόν, δς  ήν  έπΙ  του  αύτου  μεγάλου  τουρλέου  του  αγίου  Κουβουκλίου, 
έρριψαν  κάτω  ως  τι  κάθαρμα  καΐ  κατεσύντριψαν  τρίτον  τους 
έπι  του  αγίου  Κουβουκλίου  κύκλω  έπι  τά  πτερύγια  έκ  μο-  30 
λύβδου  αετούς  καΐ  εξ  ορειχάλκου  σταυρούς  και  κηροπήγια  ημών 
κατασυντρίψαντες  έβαλον  άντ'  αυτών  φ20ρια'  τέταρτον,  ηθέλησαν 
τάς    έπΙ    τών    μαρμάρων   κεκολλαμμένας    εικόνας    ημών    και    τά 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  448  — 

γράμματα  ταΐς  σμίλαις  σοντρίψαι  καΐ  άφανίσαι-  άλλ'  επειδή  βίς 
τούτο  όπο  τοδ  μουσελήμ  έκωλόθησαν,  έσκέπασαν  ταδτα  δίά  πα- 
ραπετασμάτων Ιξω&εν  τε  καΐ  εσωθεν,  δποα  ευρέθησαν  πέμπτον 
δσα  κηροπήγια  εΓχομεν  έπΙ  το5  Αγίου  Τάφου  καΐ  τάς  έπΙ  του  Άγιου 
δ  Λίθου  κανδήλας  εκείθεν  ίραντες  Ιρριψαν  εις  το  Καθολικόν  και  ένί 
λόγω  ουδέν  σημεΐον  έλληνικόν  άφήκαν  φαίνεσθαι  έσωθέν  τε  και 
έξωθεν  του  αγίου  Κουβουκλίου,  ει  μή  τάς  πέτρας*  άλλα  καΐ  αύ- 
ται εκραζον  βτι  είσΐ  των  Τωμαίων.  Έκτον  τόν  έπι  τριακοσίοις 
και  έπέκεινα  χρόνοις  φύλακα  όρθόδοξον  τοδ  Παναγίου    Τάφου  έκ- 

10  βαλόντες  έβαλον  Γδιον  κατόλικον.  "Εβδομον  τό  εκ  κηροζυτίνης  διά 
τήν  βροχήν  πεπασμένον  καταπέτασμα  ημών  έζεκρέμασαν  και  Γδιον 
έκρέμασαν.  "Όγδοον  ηθέλησαν  άφ'  ημών  λαβείν  τάς  κλεΐς  τών 
θυρών  της  μεγάλης  τρούλλης•  μή  δ<5ντων  δε  ημών  έκώλυσαν  ήμας 
τοδ  άνοίγειν  δλως  έκει  καΐ    εισερχεσθαι.   Ένατον  τό  Τρικάμαρον 

15  τό  έπΙ  τήν  δυτικήν  πύλην  του  Καθολικού  έκυρίευσαν  δλως,  ρίψαν- 
τες  εκείθεν  τά  ημέτερα  πάντα,  βάλόντες  δε  τάς  εαυτών  κανδήλας 
κηροττήγια  κτλ.  Δέκατον  μίαν  καμάραν,  τήν  έπΙ  της  όδου,  ήτις 
υπάγει  εις  τήν  στέρναν,  έκυρίευσαν  καΐ  εθεντο  έκεΤ  τά  εαυτών 
δργανα    τοσούτον  μεγάλα^    ώστε    εκείνων    κρουομένων  ήμεΓς    ουδέ 

20  άκολουθίαν  ουδέ  λειτουργίαν  έδυνάμεθα  άκουσαι  δλως.  Ένδέκατον 
τήν  προς  δύσιν  σκάλαν  του  Γολγοθά  έκυρίευσαν  καΐ  καταβιβάσαν- 
τες  τήν  έπ'  αυτής  κανδήλαν  άπηώρησαν  ιδίαν.  Δωδέκατον  εις 
τό  ιερόν  στυήλαιον  της  Ευρέσεως  του  τιμίου  Σταύρου  δσα  εϊχομεν, 
κανδήλας  εικόνας  κηροπήγια    καΐ    πλάκας  λευκάς  πορφύρας,   έκβα- 

25  λόντες  εβαλον  ίδια,  μηδέν  σημεΤον  ημών  αφέντες  έκεΤ*  έκώλυσαν 
δέ  ήμας  του  σαροδν  έκεΤ  και  σπογγίζειν  άχρι  τοΰδε. 

Ταύτα  και  πλείονα  κακά  εποίησαν  ήμΐν  οί  γεννάδαι  ούτοι, 
απερ  διά  τό  σύντομον  έώ  γράφειν  άλλα  μετά  ταδτα  τοις  προκρί- 
τοις  τών  Ίεροσολυμιτών  καΐ  τω  μουλλα  τά  δεινά  ταύτα  δεινοπαθώς 

30  παραστήσαντες  και  έλεεινολογουμενοι  κατεπείσαμεν  αυτούς  γράψαι 
και  έπιβεβαιώσαι  τήν  ή  ν  έγράψαμεν  προς  τόν  πασαν  άναφοράν, 
προσκλαιόμενοι  δτι  οΕ  Φράγκοι  υπέρ  τόν  αοτοο  όρισμόν  και  τόν 
βασιλικόν  ποιήσαντες  ήδίκησαν  ήμας  εις  τά  καίρια,  θείω  δέ  έλέει 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  449  — 

την  άναφοράν  έχείνην  λαβών  ό  πασδς  έχενήθη  εις  οΓχτον  καΐ 
ε^ρα^ζ  τοις  Φράγκοις  παροίγγέλλων,  8πως  χατά  το  άρχαΐον  Ιθος 
έάαωαΕ  τους  Τωμαεους  ίτπτβιν  κανδήλας  έν  τω  Άγίω  Λίθω  καΐ 
ίστάναι  Τωμαΐον  φύλακα  ένδον  τοδ  Ζωοδόχου  Τάφου,  καΐ  προς 
τούτοις  το  δ  έκυρίευσαν  Τρικάμαρον  έν  τω  Καθολικω  άδικως  έπι-  5 
στρέψωσί  τοις  Τωμαίοες-  έγραφε  δε  καΐ  δίά  τα  αυτών  όργανα, 
δπως  μετριάσωσι  τάς  φωνάς  αυτών,  ώς  ήσαν  τό  πρότερον.  Ταύτα 
μεν  εγραφεν  αύτοϊς  ό  πασάς,  έχεΤνοι  δε  ουδόλως  ύπήχουσαν 
πάλιν  δε  ήμεΤς  έτέραν  άναφοράν  ποιήσαντες  έστείλαμεν  διά  τίνος 
τών  αδελφών  τω  πασ^  εις  Δαμασκόν  διατριβοντι*  δ  δε  εδωκεν  10 
όρισμόν  άλλον,  ώς  και  τόν  πρότερον,  8ν,  κομίσαντος  ήμΓν  του 
αδελφού  έν  Ιερουσαλήμ,  ά^^εγνωσαμεν  έπί  του  μοολλα  και  μουσελήμ 
και  τών  λοιπών,  παρόντων  και  αυτών  τών  Φράγκων.  Άλλ'  ό  μου- 
σελήμ φίλος  ων  αύτοΐς,  ετι  δε  και  τότε  δωροδοκηθείς  ουδέν  δλλο 
έποίησεν,  ει  μή  έκβαλεΓν  τόν  ΛατΤνον  φύλακα  εκ  του  Αγίου  Τάφου  15 
και  ^λεΐν  τόν  ήμέτερον  έκρεμάσαμεν  και  τάς  κανδήλας  έν  τω 
Άγίω  Λίθω  τη  ις'  Οκτωβρίου  του  ^αωια'  (1811)•  θέλοντες  δε  καΐ 
τρίτην  άναφοράν  γράψαι  ένεποδίσθημεν,  επειδή  6  πάσας  άπήλθεν 
ώς  εδος  εΙς  τό  Χάτζη,  ήτοι  τήν  Μεδινέν,  μετά  τών  προσκυνη- 
τών της  Μέκκας.  Έπανακάμψαντι  δε  άπεστείλαμέν  αύτώ  καΐ  τρί-  20 
την  άναφοράν  μετά  και  δώρων  και  χρυσίου*  δ  δέ  εγραψεν  άπειλη- 
τικόν  τοΓς  Φράγκοις,  ϊνα  παραχωρήσωσι  τό  Τρικάμαρον  τοις  Τω- 
μαίοις  και  μετριάσωσι  τήν  φωνήν  τών  οργάνων.  Εκείνοι  δέ  εΙς  ουδέν 
δλως  τί)ν  προσταγήν  έλογίσαντο.  "Ο&εν  στέλλει  ίδιον  αυτού  αν- 
θρωπον  καε  τη  Κυριακή  της  Όρθοδοζίας  μαρτίου  τω  ^αωιβ'  (1812)  25 
κατεβίβασεν  άπό  του  Τρεκαμάρου  τάς  κανδήλας  αυτών  κτλ. 
καΐ  παρέδωκε  τούτο  ήμΐν  έκ  δέ  τούτου  κατηργή&η  και  ή  τών 
οργάνων  πολυφωνία,  άφαιρεσάντων  τάς  μεγάλας  και  βροντώδεις 
σύριγγας  τών  Φρατόρων  θελόντων  και  μή.  Τούτων  γενομένων 
έπαυσεν  έζής  ή  μεταξύ  αυτών  καΐ  του  πάσα  στενή  φιλία*  δθεν  30 
καΐ  μετά  τό  πάσχα  εδωκεν  ήμΐν  έςουσίαν,  δπως  έχβαλόντες  άπό 
του  σπηλαίου  της  Ευρέσεως  του  Σταύρου  τήν  πλάκα  τών  Φράγκων, 
βάλωμεν  αλλην,  ώς  πρότερον.  'Λλλ'    δτε    έβάλαμεν   εις  τόν  ϊδιον 

29 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  450  — 

τόπον  τήν  ήμετέραν,  ίδου  οι  εν  τω  ναω  οίκουντες  Φράτορες 
έφθασαν  έχει  μετά  ξύλων  χαΐ  ροπάλων  χαΐ  ήρξαντο  τυτυτειν  τους 
τεχνι'τας  χαΐ  έργάτας,  εΤτα  δε  καΐ  τους  παριστάμενους  αδελφούς, 
εξ  ών  ενός  έσχισαν  τήν  κεφαλήν.  Τότε  οι  ημέτεροι  πλείονες 
5  δντες  των  Φρατόρων,  άρπάσαντες  άπ'  αυτών  τά  ξύλα  καΐ  ρόπαλα, 
έφιλοδωρήσαντο  αυτούς  δι'  αυτών  οι  δε  εδραμον  εΙς  τον  Μεχχεμέ 
προσχλαιόμενοι,  άλλ'  απεδείχθησαν  μάταεοΓ  οι  γάρ  ημέτεροι 
έδειξαν  τήν  σχισθεϊσαν  κεφαλήν  και  τά  ρόπαλα. 

Δια    τούτων    ουν  τών    προς  ήμας    δεινών    οΐ    βέλτιστοι    ούτοι 

10  έζημίωσαν  εΙς  Ινα  χρόνον  μόνον  το  κατάχρεω  (διά  τήν  προλαβουσαν 
τυτώσιν  του  ^^οΰ  καΐ  άνοικοδομήν)  Κοινόν  του  Αγίου  Τάφου  υπέρ 
τάς  εκατόν  χιλιάδας  γρόσια.  Άλλα  μόλις  έφάνη  δτι  ησύχασαν 
ούτοι  και  ίδού  οι  κάλοι  Αρμένιοι  δλλην  πληγήν  ήμΐν  καιρίαν 
έπέφερον   τω  γάρ'  ^αωια'  (1811),    τη    θ'    μαρτίου,  του  ρηθέντος 

15  Ναπολέοντος  Βονοπάρτου  κυρύξαντος  τόν  περιβόητον  εκείνον  πό- 
λεμον  κατά  τηςΤωσσίας,καί  διά  τούτο  άναγκασθείσης  αύτης  κλεΐσαι 
τήν  είρήνην  μετά  της  Τουρκίας,  οΐ  παρά  τη  Ύψηλη  Πόρτα  σα- 
ράφιδες  Αρμένιοι  εύρόντες  καιρόν  συκοφαντουσιν  ως  επίβουλους 
οΐ  δόλιοι  της  βασιλείας,   φίλους    δε    της    Τωσσίας,  τους  άειμνή- 

20  στους  εκείνους  αύταδέλφους  Δημήτριον  καΐ  Παναγιωτάκην  μπεϊζα- 
δέδες,  πιστούς  μεν  της  Πόρτας,  πιστότατους  δε  κατά  τήν  εύσέ- 
βειαν  και  διά  τούτο  ύπερασπιστάς  ένθερμους  τών  δικαιωμάτων  τών 
ορθοδόξων  καΐ  επομένως  του  Παναγίου  Τάφου.  ΚαΙ  τούτους  μεν 
καρατομηθήναι  ενήργησαν,  τόν  μεν  εις  τό  έν  Σούμλη  στρατόπεδον, 

25  τόν  δέ  έν  τη  Βασιλευούση•  τήν  δε  'ϊψηλήν  Πόρταν  κατά  του  γένους 
δλου  τών  ορθοδόξων  ψυχρανθήναι  και  μίσος  λαβεΤν  κατέστησαν, 
εΤτα  δέ  τους  της  αυλής  διά  του  χρυσίου  προς  εαυτούς  έλκύσαντες 
ίσχυσαν  οι  επάρατοι  λαβεΤν  όρισμόν  δι'  αυτογράφου  βασιλικού 
τη  ις'  ίανουαρίου  ^αωιβ',  διαλαμβάνοντα  τά  έξης*  πρώτον  δπως  ό 

30  εις  τους  Τωμαίους  προεκδοθεις  βασιλικός  ορισμός  ληφθη  έκ  τών 
χειρών  αυτών  καΐ  έπιστραφη  τη  βασιλεία  ως  άκυρος*  δεύτερον, 
δπως  οι  Αρμένιοι  έκπληρώσωσιν  εις  τους  Τωμαίους  τήν  έκτί- 
μησιν  τών  δσων    οι    Τωμαΐοι    αύτοι    τόπων    αύτοΤς    άνεκαίνισαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  451  — 

καΐ  άνωχοδόμησαν   τρίτον,  δπως  οΐ  Κόπτοα  Σύροι  και  Χαμπέσιοι 
έρωτηθώσιν  έπΙ  κριτηρίου  έν  Ιερουσαλήμ  εις  τίνας  θέλουσιν  εΤναε 
γιαμάχ^α,  δηλαδή  υποταττόμενοι,   ε{ς  τους    Τωμαίους    ή  ε?ς   τους 
Αρμενίους,  καΐ  ώς  όμολογήσουσι,  οδτω  καΐ  έσονται•  και  τέταρτον 
δπως  πάντα   τά  προσκυνήματα    έσονται  έζής    κοινά    Τωμαίοις  τε     5 
και    Άρμενίοις.    Τοιούτον    όρισμόν    λαβόντες,    ώς    ήθελον  ούτοι, 
ήλθον  ζΐς  Ιερουσαλήμ  φέροντες  μεθ'  εαυτών  καΐ  τρεις  μουμπασί- 
ριδες  της  Υψηλής  Πόρτας,  δηλαδή  δνα  μουβελαν,   ένα  χοτζακιά- 
νην  καΐ  δνα  μεϊμάρ-καλφασι,   δπως  εκτίμηση    τάς    παρ'  ημών  εις 
τους  τόπους  αυτών    οικοδομάς    και    έπισκευάς.    Συνελεύσεως    ουν    10 
γενομένης  έν  τω  έν  Ιερουσαλήμ  κριτηρίω  τών  προκρίτων  και  αυ- 
τών   δή    τών    ρηθέντων    μουμπασίριδων,    έκλήθημεν    καΐ    ήμεΐς- 
(ίναγνωσθεντος  δε  το5  βασιλικού  ορισμού,  εΤπεν  ό  μουλλας•  "  "Επε- 
ται του  λοιπού,  κατά  τήν  εννοιαν  του  ορισμού,    εχειν  έκάτερα  τα 
γένη  κοινά  τά  προσκυνήματα".     Οι    δε    Αρμένιοι  εΤπον  '*  θέλο-    ΐ5 
μεν,  ω  άφένδηδες,    ϊνα    δο&ί]    ήμΤν    τόπος   και  κλείς  έν  τω  ναώ 
της  Βηθλεέμ,  δπως    εισερχόμενοι    έκτελώμεν    τά    της    θρησκείας 
ημών  έθιμα".   Έρωτήσας  δε  6  μουλλας  ήμας  καΐ  μαθών  δτι  ου- 
δέποτε   οί    Αρμένιοι    εσχον   κλείδα    του    έν    Βηθλεέμ  ναού,   εΤπε 
τοις  Άρμενίοις•   "  Περί  του  τοιούτου    ζητήματος    ανάγκη  σκέψεως    20 
μεγάλης,  έπΙ  του  παρόντος  δε  έλθέτωσαν  τά  γ^αμάκ^α,  δπως  έρω- 
τηθώσιν  είς  τίνα   στέργουσιν    είναι    υποκείμενα".    "^Ηλθον  ούν  οΐ 
Κόπται  οι  Χαμτυέσιοι  καΐ  οι  Σύροι,    καΐ    ερωτηθέντες    εΤπον,  δτι 
εις  τους  Αρμενίους.  ΕΤπεν  ουν  αύτοΤς  6  μουλλας•  "  Έστέ  τοίνυν 
του  λοιπού  τοις  Άρμενίοις    υποκείμενοι    και    γτ^αμάκ^α".  Έπειτα    25 
έλθόντες  δλοι  εις  τόν  ναόν  και  περιεργασθέντες  τους  τόπους    τών 
Αρμενίων    έποιήσαντο    τήν    εκείνων    έκτίμησιν    διά  του  μεϊμάρ- 
καλφασί,  συμποσουμένην  εΙς  γρόσια  τουρκικά,  άνευ  τών  εργατικών 
ημερομισθίων,  χιλιάδας   τριάκοντα  τεσσάρας    και  πεντακόσια  είκο- 
σιεννέα,  ένώ  ήσαν  εις  ταύτα  υπέρ  τάς  εκατόν  χιλιάδας  παρ'  ημών    30 
δαπανημένα  μόνον  εις  πέτρας  και  άσβεστον  σίδηρον  καΐ  μόλυβδον, 
χωρίς  τών  δαπανηθέντων  δπως  έκβληθώσι  τόσοι   λόφοι  χωμάτων 
έζω  της  Ιερουσαλήμ•  τήν  δε  ρηθεΐσαν  ποσότητα  της  εκτιμήσεως 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  452  — 

ηθέλησαν  οι  Αρμένιοι  δούναι  ήμΐν  έπΙ  της  κρίσεως,  !να  λογι- 
σθ&σι  χαταγραφόμενοι  εις  τους  χώδιχας  του  Κριτηρίου,  δτι  βισΐ 
κτητορες  των  έαυτων  τόπων•  Άλλ'  ημείς  ουκ  έδεξάμεθα  οόδ'  όβο- 
λόν,  είπόντες  δτι  ό  πατριάρχης    και    οι  πληρεξούσιοι  του  γένους 

δ  ημών  είσιν  είς  τήν  Κωνσταντινούπολιν  και  έκεΐ  χρή  δούναι  τήν 
ποσότητα  ταιίτην.  Οί  μεν  ουν  Αρμένιοι  κροφίως  τω  τότε  μουλλδ, 
ΜουσανΙφ-έφένδη  λεγομένω,  υπέσχοντο  100,000  γρόσια,  βπως 
δώση  αύτοΐς  κλείδα  εις  τον  ναόν  της  Βηθλεέμ•  άλλ'  αυτός  φι- 
λοδίκαιος  ων  ουκ  ήθελησεν. 

10.  "Οθεν  ούτοι  προς  αλλην  έτράπησαν.    Γράφουσιν  άναφοράν  έκ 

μέρους  των  ^ηθέντων  μουμπασίριδων,  δτι  είς  τόν  υπέρτατον  όρι- 
σμόν  της  κραταιας  βασιλείας  πάντες  μεν  ύπετάγησαν,  μόνος  δε 
6  μουλλας  υπό  των  Τωμαίων  πολύ  χρυσίον  λαβών  βοηθεΤ  αύτοΐς 
και    ού    θέλει  δούναι  κλεΤδα  τοις  Άρμενίοις  εις  τε  την  Βηθλεέμ 

15  καΐ  Γεθσημανήν.  Είς  ταυτην  τήν  άναφοράν  διά  δόσεως  πολλών 
χρημάτων  εβαλον  και  υπέγραψαν  τίνες  των  προυχόντων  της  Ιε- 
ρουσαλήμ, καΐ  ταυτην  διά  ταχυδρόμων  απέστειλαν  προς  τους  οι- 
κείους εις  τήν  Κωσταντινούπολιν  οι  δε  ταυτην  λαβόντες  και 
προσέτι    αλλην    ίδίαν  γράψαντες  έδωκαν  εΙς  τό  κράτος.     Τότε  δή 

20  τότε  έξηλθεν  άλλος  απότομος  ορισμός  έπιτάττων  σφοδρώς,  δπως 
ό  μεν  φιλοδίκαιος  εκείνος  μουλλας  έξορισθ-ξ  εις  τήν  Κύπρον,  οί 
δε  ΤωμαΤοι  δώσωσιν  άφεύκτως  εν  κλειδίον  της  εν  Βηθλεέμ  προς 
άρκτον  θύρας,  τά  δε  προσκυνήματα  εσω  καΐ  εζω  της  Ιερουσαλήμ 
διαμένωσιν  έξης  κοινά  αύτοΤς  τε  καΐ  τοΤς  Άρμενίοις.  Τόν  τοιούτον 

25  όρισμόν  πάλιν  διά  τών  ίδιων  ταχυδρόμων  είς  Ιερουσαλήμ  λαβόν- 
των  τών  Αρμενίων  και  άμα  συνελεύσεως  γενομένης,  6  μεν  μουλ- 
λας έκεΓνος  ύπερόριος  εις  τήν  Κύπρον  έγένετο,  οί  δε  Αρμένιοι 
μέτοχοι  και  συμμερισται  επίσης  μεθ'  ημών  είς  τόν  θεΐον  ναόν 
της  αγίας  Γοθσημανής,  κρεμάσαντες  κανδήλας  εικόνας  ποδιάς  κτλ  , 

30  δσας  ημείς  εϊχομεν,  καΐ  λειτουργεΐν  άδειαν  λαβόντες  έπΙ  του 
θεομητορικού  μνήματος  καθ'  έκάστην,  καθώς  και  ήμεΐς,  Ιχοντες 
και  αύτοι  κλείδα  άνοίγειν  καΐ  κλείειν  καΐ  δέσποτα  ι  γενόμενοι  και 
κύριοι  εξίσου  τοις  'Ρωμαίοις•  εδόθη  δε  αύτοΐς  και  κλειδίον  ετι  της 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  453  — 

βορείου  θύρας  του  έν  Βηθλεέμ  ναοϋ  χαΐ  δλος  ό  αριστερός  χορός 
αυτού  του  ναοΰ,  ου  τό  ήμισυ  έζήτουν  οι  βέλτιστοι  άπό  δνωθεν 
δως  κάτω,  κοινόν  λέγοντες  εΐναι  δλον  τόν  ναόν  και  χρή  γενέσθαι 
ως  τόν  της  Γεθσημανης•  άπεφύγομεν  δε  τούτο,  δαπανήσαντες 
ουκ  όλ(γα  καΐ  είπόντες  δτι  τό  βασιλικόν  χάτι  διαλαμβάνει  περί  δ 
του  προσκυνήματος  της  γεννήσεως  του  Κυρίου  καΐ  ούχΙ  του  με- 
γάλου ναού.  "Οθεν  τό  "Αγιον  Σπήλαιον  έγένετο  κοινόν  καΐ  έκρέ- 
μασαν  αυτόθι  οί  Αρμένιοι  κανδήλας  καΐ  εικόνας,  8σας  και  ήμεΤς, 
και  σαροΰσι  και  πλυνουσι  καΐ  καθ'  έκάστην  μετά  τήν  λειτουργίαν 
ημών  λειτουργουσι  και  αυτοί  •  κατεσκεύασαν  δε  καΐ  τράπεζαν  εις  10 
χόν  ρηθέντα  άριστερόν  χορόν  του  μεγάλου  ναού,  βπου  και  τά; 
ακολουθίας  αυτών  ψάλλουσιν,  έσπερινόν  δρθρον  και  την  μεγάλην 
λειτουργίαν,  καθάπερ  ποιουμεν  καΐ  ήμεΐς  εΙς  τό  έκεΐ  ιερόν  Καθο- 
λικόν,  δηλαδή  τό  μέσον  του  ναού.  Επειδή  δε  ταυτοχρόνως  εψαλ- 
λον  κάκεΤνοι  συν  ήμΐν  και  ως  εθος  αυτοΐς  βοαΐς  άτάκτοις  έχρώντο  15 
και  ουκ  εϊων  ήμας  άκούειν  δλως  την  άκολουθίαν,  δια  τούτο  τω 
^αωιγ'  (1813)  κρισολογηθέντες  ενώπιον  του  πάσα  περί  τούτου, 
διετάχθη  δπως  τελειωσάντων  ημών  τότε  δρχωνται  εκείνοι•  έφ'  ω 
και  όρισμόν  εγγραφον  του  πάσα  έλάβομεν.  Ταύτα  και  τοιαύτα 
εποίησαν  ήμΐν  οί  Αρμένιοι  τότε*  άλλ'  ουκ  έν  τούτοις  ήρκέσθησαν  20 
ύστερον,   ως  ρηθήσεται. 

Τω  δε  ^αωιε'  (1815)  οι  Φράγκοι  πάλιν  προς  τοις  άλλοις, 
δι'  ων  ήρξαντο  ένοχλεΤν  ήμας,  ηυζησαν  τήν  φωνήν  τών  οργάνων 
αυτών,  προσθέντες  49  σύριγγας•  ώστε  πάλιν  ουδόλως  άκολουθίαν 
ήκούομεν.  Παρακαλέσαντες  δε  πολλάκις  αυτούς  τυερί  τούτου  ως  25 
αδελφούς,  ουκ  είσηκούσθημεν  δθεν  ήναγκάσθημεν  άγωγήν  ποιήσαι 
προς  τους  έν  Ιερουσαλήμ  κριτάς  τε  και  έζουσιαστάς'  άλλ'  ούδ' 
αύτοΙ  ύπήκουσαν  ο  ι  βέλτιστοι.  Τότε  έγράψαμεν  άναφοράν  τω 
πάσα,  δ  δε  γράφει  αύτοϊς  δπως  τήν  φωνήν  τών  οργάνων  μετριά- 
σωσι,  παύσωνται  δε  του  λοιπού  ένοχλουντες  ήμας•  άλλ'  ουδέ  τότε  30 
οί  γεννάδαι  ύπήκουσαν,  λέγοντες  δτι  βασιλικοί  δντες  άνθρωποι  ουκ 
έχουσι  χρέος  ύποτάσσεσθαι  εις  κριτάς  και  πασάδες.  Ίδόντες  ουν 
ήμεΐς  τό  τούτων  άγέρωχον    έγράψαμεν  και  αύθις  τω  πάσα*   δ  δέ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  454  — 

και  δεύτερον  όρισμόν  άπέστειλεν  έντονώτερον  δι'  ιδίου  μοομπα- 
σίρη,  8ς  έλθών  έν  Ιερουσαλήμ  μετεκαλέσατο  τους  Φράτορας  εις 
το  Κριτήριον  του  άκουσα  ι  τά  προσταττόμενα'  άλλ'  αύτοι  ο4κ 
άττηλθον.  "Οθεν  οι  κριταΐ  δυσφορήσαντες  έγραψαν  τω  πάσα  {λάμια 
δ  και  αναφοράς  μετά  του  μουμπασίρη  περί  πάντων  των  -τρεξάντων 
καΐ  δτι  οί  Φράγκοι  ου  παύουσι  νεωτερίζοντες  καΐ  δτι  οίκειοποιη- 
θέντες  το  Κουβούκλιον  ουκ  έώσι  τους  Τωμαίους  έκτελεΐν  έν  αύτδ> 
τά  εαυτών  έθιμα,  μηδέ  ψάλλειν  καΐ  λειτουργεϊν  δθεν  6  πάσας 
τον  μεν  μουμπάσίρην  προσέταζεν  άπελθεΐν  εις  τόν  ναόν  και  ποιη- 

10  σαι  χωρίς  αναβολής  τά  προσταττόμενα — 8  καΐ  έγένετο  τω  ^αωις', — 
τάς  δε  αναφοράς  έκείνας  και  έγγραφα  περικλείσας  εις  ιδίαν  αυτοδ 
άναφοράν  άπέστειλεν  εΙς  Βασιλεύουσαν.  Τότε  δε  συγχρόνως  καΐ 
ό  πατριάρχης  Πολύκαρπος  δλλην  άναφοράν  δέδωκε  περί  της  έν 
τω   άγίω  Κουβουκλίω    Ιερουργίας    ημών.   Εξεδόθη  τοίνυν  ορισμός 

15  δι'  αυτογράφου  βασιλικού,  δπως  ίερουργώμεν  καΐ  ίεροπραττώμεν 
ένδον  του  αγίου  Κουβουκλίου,  καθώς  και  οί  Φράγκοι.  Διά  τούτου 
ουν  του  ορισμού  ήρξάμεθα  ίερουργεΤν  ένδον  του  αγίου  Κουβουκλίου 
έπΙ  του  θεοδέγμονος  Τάφου  τω  αωιζ'  (1817),  τξ  χη'  του  δε- 
κεμβρίου.    Άλλ'  οί  φίλοι  Φράτορες  τούτο  βαρέως  έφερον,  και  δή 

20  διαφόρους  αΙτίας  έφεύρισκον  εΙς  τό  ένοχλεΤν  ήμας  καΐ  έπηρεάζειν, 
ότέ  μεν  λέγοντες  *ούκ  έχετε  αδειαν  άπτειν  λαμπάδας  έπΙ  του 
Παναγίου  Τάφου",  ότέ  δε  'Όυκ  έχετε  έ8ουσίαν  εύαγγέλιον  τι- 
θέναι".  Και  άλλοτε  ισταμένων  ημών  έμπροσθεν  'ςης  θύρας  του 
αγίου  Κουβουκλίου  και  ψαλλόντων,  αύτοι  ώδουν  ήμας,  λέγοντες  *'ο 

25  τόπος  ούτος  ημέτερος  έστι*  διατί  Γστασθε  ώδε";  Έάν  δε  ποτέ 
αιθάλη  ή  άνθρακες  έπιπτον  άπό  του  θυμιατού  έν  τω  ίερουργεΓν 
ήμας,  ούκ  εϊχομεν  έξουσίαν  άραι  αυτά  εκείθεν  ουκ  ειων  γάρ  ήμας, 
λέγοντες  "ιερουργεϊν  μόνον  έχετε  αδειαν,  ούχι  δε  και  σαρουν  καΐ 
σπογγίζειν"•   καΐ  άλλα   τοιαύτα    έποίουν    έζουθενουντες    ήμας    και 

30  υβρίζοντες.  "Οθεν  μή  άνεχόμενοι  τών  τοιούτων,  είς  ύπερβολήν 
φθασάντων,  δεδώκαμεν  άναφοράν  τω  κράτει.  Εξεδόθη  τοίνυν  ορι- 
σμός έτερος  διά  βασιλικού  αυτογράφου  τω  ^αωιθ'  (1819),  ?να 
τό  ιερόν  Κουβούκλιον  έσεται  του    λοιπού    κοινόν    άμφοτέροις    τοις 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  455  — 

εθνεσι,  Φράγκοες  τε  καΐ  Τωμαίοις,  χαΐ  ϊνα  αήν  αυτήν  έξοοσ(αν 
εχωσεν  οι  Τωμαΐοε,  Τσην  τοις  Φράγχοις  χατά  τε  τα  δθιμα  τϊίς 
δρτ^σχείαζ  χαΐ  τόν  χαλλωπισμόν  χτλ.  Ένηργήθη  δέ  6  ορισμός 
ούτος  τω  ^αωχ'  (1820)  περί  τα  τέλη  άπριλίοϋ,  καΐ  οδτως  ήσυ- 
χάσαμεν  προς  καφόν,  δσον  είς  τόν  θείον  ναόν    της  Αναστάσεως.     5 

Τω  δ'  αυτω  ετεε  τίοά  δλλον  όρισμόν  έζητήσαμεν  καΐ  έλάβομεν 
άπό  της  Ύψηλης  Πόρτας,  δι'  οδ  έζεβάλομεν  αυτούς  της  εκκλη- 
σίας των  Ποιμένων,  ή  ν  ληστρικώς  έκυρίευσαν,  χροσίον  πολύ 
διαμοιράσαντες  εΙς  τους  Ποιμενίτας  καΐ  προύχοντας  Τούρκους 
Βηθλεεμιτας  καΐ  άπ'  αυτών  τόν  επάνω  αύτης  κήπον  άγοράσαντες•  10 
άλλ'  ακριβούς  εξετάσεως  γενομένης  έπιτοπίως  άπεδείχ&^]  δώ  πολ- 
λών μαρτύρων,  8τι  ή  εκκλησία  και  τά  περί  αυτήν  ά^^έκαθεν  τών 
Τωμαίων  ήσα^>  και  είσίν.  "Οθεν  λαλήσαντες  ειρηνικώς  τοϊς  Φρά- 
τορσιν  άπέχειν  του  τοιούτου  τύπου  και  μή  είσακουσ&έντες  έλάβο- 
μεν παρά  τών  κριτών  της  Ιερουσαλήμ  άναφοράν  προς  τό  κράτος,  15 
και  άποστείλαντες  έζεδόθη  ορισμός  και  παρελάβομεν  τόν  τε  κή- 
πον και  τήν  έχκλησίαν.  Τω  δέ  ^αωκα' (1821)  δια  τήν  έπανάστασιν 
τών  Ελλήνων  αγχόνη  θανατωθέντος  του  Κωνσταντινουπόλεως 
άοιδίμου  Γρηγορίου,  οί  έν  Ιερουσαλήμ  Φράτορες  διέδοσαν  φήμην, 
δτι  έθανατώθη  και  6  Ιεροσολύμων  Πολύκαρπος•  και  δή  εΤχον  20 
μεγάλην  χαράν  και  τους  οπαδούς  αυτών  εύηγγελίζοντο.  Προσταγής 
γενομένης  δπως  μελανοφορήσωσιν  8λα  τά  γένη  τών  Ναζωραίων, 
αύτοΙ  προς  πεισμονήν  ημών  έλαβον  τήν  δδειαν  δια  δόσεως  πολ- 
λής λαμπροφορεΤν  τους  οπαδούς  αυτών  φυλακιζομένων  δέ  αδίκως 
έκείνω  τω  Ιτει  και  γυμνουμένων  εκ  τών  υπαρχόντων  αυτών  τών  25 
ορθοδόξων  'Ιεροσολυμιτών  διαφόροις  προφάσεσιν  ύπό  τών  Τούρ- 
κων, αύτοΙ  συνεβούλευον  §να  και  άλλον,  δπως  αρνηθείς  τήν  πα- 
τρωαν  εύσέβειαν  γένηται  Φράγκος  και  ζή  έν  αφοβία  και  πάση 
άνέσει.  Και  8τε  τη  η'  Ιουλίου  διεδόθη  λόγος  έν  Ιερουσαλήμ,  δτι 
οι  ΤωμαΤοι  μέλλουσι  φονευθήναι,  αύτοι  συνήγαγον  τους  αυτών  30 
οπαδούς  εις  τό  ιερόν  μοναστήριον  και  έφύλαττον,  ϊνα  μή  τις  συ- 
ναπόληται  τοις  Τωμαίοις•  και  ούκ  έμνήσ&ησαν  οί  καλλότατοι, 
δτι  έκινδυνεύσαμεν  χάριν   αυτών,    δτε    έφυλάξαμεν  αυτούς,   ως  ει- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  456  — 

ρηται,  εις  τά  μοναστήρια  ημών.  ΚαΙ  τω  έπομένω  ετβι,  δτβ  μη 
έχοντες  ουδέ  όβολόν  άπανταν  τοις  Τοόρκοις  έζητησαμεν  παρ^ 
αυτών  δάνεια,  αύτοΙ  έζήτησαν  παρ'  ημών  ένέχυρον  τήν  μονήν 
του  Αγίου  Γεωργίου,  εγγιστα  ούσαν  του  μοναστηρίου  αυτών  δθεν 

5  ουκ  έδώχαμεν,  ούδ'  έλά^ομεν.  Τότε  καί  τινας  ημετέρους  υπο 
Τούρκων  καταδυναστευομένους  και  χάριν  βοηθείας  και  υπερασπί- 
σεως προσφυγόντας  έδέςαντο  καί  κατολίκους  εποίησαν,  οϊτινες  μετά 
ταύτα  πάλιν  επέστρεψαν. 

Τω  δέ  ^αωκγ'  οι  Αρμένιοι  άφήρπασαν  άφ'  ημών  άπό  των  εν 

10  τ^  αγία  Σ  ιών  μνημάτων  ημών  υπέρ  τά  πεντήκοντα,  μάρτυρας 
παραστήσαντες  Τούρκους,  δτι  ήσαν  πάλαι  ποτέ  τών  Συριανών, 
οϊτινες  ήσαν  γιαμάκια  αυτών  και  ύποταττόμενοι,  ως  εϊρηταΐ'  οι 
δέ  κριταΐ  παρέβλεψαν  το  δίκαιον  τοις  Άρμβνίοις  χαριζόμενοι, 
οϊτινες  έπλήρουν  τήν  δεξιάν  αυτών,  καΐ  ουχί  ήμΐν  τοις  μή  εχουσι 

15  τότε  τόν  έπιούσιον  σχεδόν  αρτον.  Τω  δέ  ^αωκδ'  οΐ  καλοί  Φρά- 
τορες  προσηλυτους  ήρξαντο  ποιεΐν  εν  τε  Βηθλεέμ  και  τω  χωρίιο 
τών  Ποιμένων,  ομοίως  καΐ  εις  τόν  Μπετζαλαν.  Τότε  και  §να 
μεγαν  οΤκον  του  Παναγίου  Τάφου,  πλησίον  δντα  του  εν  Ίόππγ) 
μετοχίου  ημών,  διά  του  άρχιγραμματέως  της  Ιερουσαλήμ  (μπάς- 

20  κχατίπ)  ήρπασαν  άφ'  ημών  και  κατακρατουσι  μέχρι  της  σήμερον.  Τώ 
δέ  ^αωκε'  (1825)  διά  τήν  προς  τόν  πασαν  άποστασίαν  τών  Ίε- 
ροσολυμιτών  Τούρκων  και  τήν  άναρχίαν  το  Κοινόν  του  Παναγίου 
Τάφου  έφθασεν  εις  έσχάτην  στενοχωρίαν,  μή  εύρίσκον  ετι  δα- 
νειστάς  διά  του  τόκου.    Τω    δέ    ^αωκς'  (1826)    ό    εν  Πτολεμαίδι 

2δ  Άπτουλλα-πασας  πολύ  έστενοχώρησεν  ήμας  και  ήπείλησε  περί 
τριάκοντα  χιλιάδων  γροσίων,  απερ  έχρεωστουμεν  αύτώ•  τότε  δέ 
ευρέδη  εΤς  φιλέλλην  τά  μέγιστα  Ευρωπαίος,  κανονικός  τό  επάγ- 
γελμα, καΐ  έδάνεισεν  ήμΐν  10,000  γρόσια,  Ιδών  αύτοΐς  όφθαλ- 
μοΤς  τήν    πολλήν    στενοχωρίαν    ημών    καΐ    εύσπλαγχνισθεις    ήμας 

30  ως  καλοκάγαδος.  Άλλ'  οι  Φράτορες  μαθόντες  τούτο  άφώρισαν 
αυτόν,  ως  τοιαύτην  εύποιίαν  ήμιν  ποιήσαντα*  ό  δέ  ύπ'  εκείνων 
στενοχωρούμενος  έστενοχώρησεν  ήμας,  ζητών  τά  δπερ  έδάνεισε, 
προφασιζόμενος  ως  ανάγκην    έχει    έπανελθεΓν    εις  τά  ϊδια.  Τότε 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  457  — 

άναγκασθέντες  έδανείσθημεν  έζ  Εβραίου  τινός,  δόντες  ένέχορον 
ιερά  τίνα  χειμήλια  του  ναού,  χαΐ  έπεατρέψαμεν  τω  χανονιχφ  τάς 
δέχα  χιλιάδας  γρόσια,  εύχαριστοΰντες  μέχρι  τούδε  τη  έχ  δια- 
μέτρου φιλαδελφία  των  Φράγχων. 

Τω  δε  ^αωχζ'  οι  Αρμένιοι  ιδόντες  το  γένος  ημών,  ομοίως  5 
χαι  τό  Ιερον  Κοινόν  του  Παναγίου  Τάφου,  δτι  υπό  της  ένδείας 
και  ττυωχείας  κατατρύχεται  χαΐ  ήρζατο  σχεδόν  ψυχορραγεΐν,  ένό- 
μισαν  δτι  καιρός  ήν  άρπάσαι  τι  άπό  τά  προσκυνήματα.  "Οθεν  τη 
κζ'  δεκεμβρίου  έδωκαν  άναφοράν  τω  σουλτάνω  ζητουντες  ποιείν 
τά  έθιμα  αυτών  και  λειτουργεΐν  έν  τω  θείω  ναώ  του  φριχτού  ιο 
Γολγοθά,  έχοντες  συμβοηθους  δλους  σχεδόν  τους  της  Ύψηλης 
Πόρτας•  άλλ'  ό  Μαχμούτ  κοινώσας  τούτο  τω  τότε  σεχ-ουλ-ισλάμ 
έλαβε  συμβουλήν,  δτι  έκείνω  τω  καιρώ  ουκ  ήν  συμφέρον  περ: 
τοιούτων  υποθέσεων  χινεΐν  τόν  άνάγυρον.  Τοίνυν  έματαιώθησαν 
οί  φίλοι  Αρμένιοι.  15 

Άλλ'  6  Ιεροσολύμων  Πολύκαρπος  άκουσας  τά  τών  Αρμενίων 
κινήματα  και  λύπη  συσχεθείς,  άμα  και  μη  δυνάμενος  άντιπα- 
λαίειν  τη  ένδεία  καΐ  απορία  προς  έξοικονόμησιν,  τό  ζην  έζεμέ- 
τρησε  τη  γ'  ίανουαρίου  ^αωκη'  (1828).  Διαδεζάμενος  δε  αυτόν  ό 
νυν  εύκλεώς  πατριαρχεύων  Αθανάσιος,  διεδέζατο  καΐ  τάς  εκείνου  20 
λύπας  καΐ  δεινά,  έζ  ων  και  τό  έξης.  Επειδή  τω  αύτώ  έτει  ή 
ευσεβέστατη  Τωσσία  έκήρυξε  πόλεμον  κατά  της  Πόρτας,  ή  Πόρτα 
ήν  καθ'  ημών  όργιζομένη,  ως  ομοθρήσκων  της  Τωσσίας.  Ευρον 
καιρόν  οΐ  Αρμένιοι  έπιτηδειότατον,  ως  και  άλλοτε,  και  τήν  τών 
αυλικών  ευνοιαν  προς  εαυτούς  έλκύσαντες,  άμα  δε  και  ύποσχε-  25 
θέντες  εις  τό  βασιλικόν  κοινόν  ταμεΐον  γρόσια,  ως  λέγεται,  εν 
έκατομμύριον,  ίσχυσαν  και  έλαβον  όρισμόν  δι'  αυτογράφου  βασι- 
λικού του  λειτουργεΐν  έπι  του  θεοδέγμονος  Τάφου  και  του  εΤναι 
κοινωνούς  έν  τω  ίερώ  Κουβουκλίω,  έχοντες  πάντα  τά  δικαιώ- 
ματα τών  Τωμαίων,  έν  ταύτώ  καΐ  ποιεϊν  δσα  έθιμα  ήμεΤς  ποι•  30 
ουμεν,  ομοίως  καΐ  είς  τήν  Άγίαν  Άποκαθήλωσιν,  τόν  τόπον  δη- 
λαδή έν  ω  ό  Ιωσήφ  και  Νικόδημος  σμύρνη  καΐ  αλόη  καΐ  σινδόνι 
έκήδευσαν  τό  σώμα  του  Κυρίου•  τόν  δε  τοιούτον  όρισμόν  εις  Ίε- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  458  — 

ρουσαλήμ  χομίσαντβς  και  πάντας  έτοιμ-άσαντες  σανήγαγον  εϊς  τον 
θεΤον  ναόν  της  Αναστάσεως  τή  γ'  σεπτεμβρίου.  Άναγνωσθέντος 
ουν  του  ορισμού  καΐ  πάντων  φωνησάντων  "  μουγερέχ ",  ήτοι  κοινόν, 
ευθέως  εφερον  οι  Αρμένιοι  κανδήλας  εικόνας  φόρα  κηροπήγια  κτλ. 
δ  και  ένι  λόγω  8  τι  εΓχομεν  αυτόθι,  εβαλον  κάκεΐνοι  και  έκτοτε 
ήρζαντο  σαροδν  καθαίρειν  σπογγίζειν  και  κοσμεΐν,  χαθάπερ  και 
ημείς.  Έζήτουν  δε  οι  βέλτιστοι  βαλεΐν  καΐ  φύλακα  Άρμ-ένιον 
ενώπιον  του  Παναγίου  Τάφου  έστάναι  ήμέραν  μίαν  ήμεΤς  και 
μίαν    εκείνοι•    άλλ'  ουκ    ήζιώθησαν    του  τοιούτου,    καίτοι    πολλά 

10  ύποσχεθέντες  τοις  κρατοΰσιν.  "Επειτα  δε  και  δια  τόν  μεγαν  χοομ- 
πέν  ήγωνίσαντο,  δπως  γένηται  κοινός  κάι  κρεμάσωσι  κάκεΐ  μεθ' 
ημών  κανδήλας•  άλλ'  ουδέ  τούτου  ήζιώθησαν,  ως  μή  αναφερομένου 
ρητώς  έν  τω  άνά  χείρας  αυτών  όρισμώ. 

Τούτω    δε  τω  ετει  πολλά  κακά  έποίησεν  ήμΐν  ό  ρηθεις  της 

15  Πτολεμαΐδος  Άπτουλλα- πάσας,  χριστιανομάχος  ων  προς  τοις  δλ- 
λοις  δε  τους  ορθοδόξους  μισών,  τους  δε  κατολίκους  αγαπών,  εδωχεν 
άδειαν  τοις  Άραβοκατολίκοις  μοναχοΐς  περιέρχεσθαι  έν  τη  Πα- 
λαιστίνη και  Ιερουσαλήμ  μετά  καλυμμαυχίων,  δντος  άπηγορευ- 
μένου    του  τοιούτου    πρότερον    έδωκε    προς    τούτοις  όρισμον  τοις 

20  Φράτορσιν  έπισκευάς  ποιήσαι  εις  τά  Λυτών  μοναστήρια  καΐ  κελλία 
τά  ένδον  του  ναού  και  άλεΤψαι  δι'  άσβεστου  δλα  τά  μέρη  αυτών 
δ  και  έγένετο  Ανάγκης  δε  ούσης  δπως  έπισκευάσωμεν  πλάκας 
τινάς  μολυβδίνας  έπι  του  μεγάλου  κουμπέ  του  Παναγίου  Τάφου, 
έπανέστησαν    οι  Φράτορες  και  ουκ  εϊασαν  ήμας•   έγραψαν  δέ  καΐ 

25  τω  Άπτουλλα -πάσα  και  προσέταξεν  ήμΐν  μή  ποιήσαι  δλως  έπι- 
σκευήν,   ου  μόνον  έν  τω  ναώ,  άλλ'  ούδ'  ίλλοθί  που. 

Έν  δέ  τούτοις  τοις  χρόνοις  ήλθον  εις  Ιερουσαλήμ  και  οι 
των  Αμερικανών  άποστολοκήρυκες,  και  κατ'  αρχάς  μεν  παρωκη- 
σαν  εις  τους  Αρμενίους    έχοντες    και    διανέμοντες  βιβλία  άπειρα 

30  παντι  γένει  της  παλαιάς  και  νέας  διαθήκης•  εΤτα  δέ  φιλιωθέντες 
μετά  τών  ημετέρων  έδειξαν  σπλάγχνα  οίκτιρμών  και  έφάνησα^; 
ως  φιλέλληνες,  βοηθήσαντες  τω  τά  λοίσθια  πνέοντι  ίερώ  Κοινώ 
του  Παναγίου    Τάφου,    δόντες  λόγω  δανείων  {κα^;ήν  ποσότητα  δι- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-Η 


—  459  — 

στηλών  ενοικίασαν  δέ  καΐ  δύο-τρεα  κελλία  εις  την  μονήν  των 
Αρχαγγέλων.  "Έπειτα  καΐ  καλοκάγαθίαν  δεικνύμενοι  έμέριζον  εΙς 
τά  εν  τοις  σχολείοις  τττωχά  παιδία  δρτους  κρωι  και  μεσημβρίαν 
και  εχαιρον  πάντες  καΐ  εύχαρίστουν  τοΐς  φιλανθρώποις  τούτοις. 
Προϊόντος  δέ  του  καιρού  ήρξαντο  διδάσκειν  τους  παΐδας  μη  προ-  5 
σκυνεΤν  τάς  ιεράς  εικόνας,  μηδέ  τόν  τίμιον  σταυρόν,  μήτε  νη- 
στεύειν  μήτε  την  θεοτόκον  λέγειν.  Τότε  την  άπάτην  γνωρίσαντες 
προελάβομεν  τό  κακόν  και  παρ'  Εβραίων  τόκω  πολλω  δανεισθέντες 
και  τα  απερ  έλάβομεν  παρ'  αυτών  δίστηλα  έπιστρέψαντες  άπε- 
βάλομεν  αυτούς  της  μονής  των  Αρχαγγέλων  καΐ  των  σχολείων.  10 
'^Ηλθε  δέ  καιρός,  8τε  έν  τη  ευδοκία  αύτου  ήγάθυνε  Κύριος  την 
Σιών,  ην  εις  κατοικίαν  έαυτω  έζελέξατο'  και  γάρ  τω  ^αωκ&' 
(1829)  κατά  την  ιδ'  του  σεπτεμβρίου  εΙρήνης  γενομένης  μεταξύ 
της  ευσεβέστατης  Τωσσίας  καΐ  της  Τουρκίας,  ήρξαντο  ερχεσθαι 
εις  προσκύνησιν  πάλιν  τω  έπομένω  ετει  και  όρθόδοζοί  τίνες,  οϊ-  ΐδ 
τίνες  δια  τά  συμβάντα  δεινά  άπό  του  ^αωκα'  έως  του  ^αωκθ'  ούκ 
ήδυνήθησαν  έλθειν  οι  Αρμένιοι  δέ  φόβον  μηδένα  Ιχοντες,  ως 
τήν  Άσίαν  οίκοΰντες  οι  πλείστοι,  ήρχοντο  εις  χιλιάδας.  "Οτε 
μάλιστα  ήκούσθη,  8τι  οί  Αρμένιοι  έκυρίευσαν  τον  "Αγιον  Τάφον 
και  τά  προσκυνήματα,  συνέρρευσαν  πλήθος  πολύ  πανταχόθεν.  20 
ώστε  το  έν  Ιερουσαλήμ  Κοινόν  τών  Αρμενίων  ύπερεπλουτίσθη, 
ύπερπλουτισθέν  δέ  έφυσιώθη  και  φυσιωθέν  είς  τά  συνήθη  πάλιν 
έτράπη. 

Έτυχον  δέ  αύτοΤς  καΐ  δεξιαι  περιστάσεις  καΐ  ωφέλιμοι*  τω 
γάρ  ^αωλβ'  (1832)  του  Ήμπραίμ-πασα  κυριεύσαντος  τήν  Πάλαι-  25 
στίνην  και  αυτήν  τήν  Ίουδαίαν  μετά  της  Ιερουσαλήμ,  αύτοι  οι 
Αρμένιοι  σχεδόν  έβασίλευσαν  καθώς  γάρ  ην  καΐ  παρά  τω  Μου- 
σταφά-μπαϊρακτάρ  6  ρηθεις  σελίδι  432  σαράφης  Αρμένιος  Μα- 
νουκ,  ούτω  και  παρά  τω  Μεεμέτ-Άλη-πασα  ήν  άγαπώμενος  και 
τιμώμενος  ό  διάσημος  Μπογός-άγας  καλούμενος,  άγων  καΐ  φέρων  30 
πολλάς  τουτοο  υποθέσεις  ώς  δραστήριος.  Εις  τήν  προστασίαν  δέ 
τούτου  οί  έν  Ιερουσαλήμ  Αρμένιοι  θαρρουντες  εποίησαν  τό  έξης. 
Τόπος    έστΙ    μεταξύ    της    Αγίας    Άποκαθηλώσεως  και  του  αγίου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  460  — 

Κουβουκλίου,  δπου  χατ'  άρχαίαν  παράδοσιν  ϊσταντο  αί  μυροφόροι 
γυναΐλες  χΚαίοοιαι,  δτε  ήλείφβτο  δώ  της  σμύρνης  αλόης  τό  σώμα 
Κυρίου-  ούτος  δε  ό  τόπος  έστΙν  έσχεπασμένος  διά  λευκού  μαρ- 
μάρου, δπερ  δίά  της  πολυκαιρίας  ην  διερρωγός  είς  τρία.  Τούτο 
5  ουν  τό  μάρμαρον  ηθέλησαν  οΐ  Αρμένιοι  άλλάζαι^  του  τόπου  δντος 
υπό  την  έξουσίαν  αυτών.  "Οθεν  άλλο  έτοιμάσαντες  και  έγχαρά- 
ζαντες  κύκλω  αρμενικά  γράμματα,  αίφνης  τη  δ'  δεκεμβρίου  τό 
παλαιόν  έκβαλόντες  τό  νέον  εβαλον  ερωτηθέντες  δε  παρ'  ημών 
τίνι  ίζοοαία  τούτο  εποίησαν,  άπεκρίθησαν    ότι    τη  άδεί(^  μεν  του 

10  μουλλα,  εξουσία  δε  τη  ιδία  αυτών  έρωτησάντων  δε  ημών  τον 
μουλλαν,  έκεΤνος  ήρνήθη•  είχε  δε  αληθώς  την  εϊδησιν  αυτός  τε 
καΐ  οί  λοιποί.  Έγράψαμεν  δε  τω  Μεεμέτ-Άλη  πάσα  είς  την 
Αϊγυπτον,  δηλοποιουντες  τα  τρέζαντα*  άλλα  προσκυνηταί  τίνες 
"Ελληνες,  συμφωνήσαντες  έν  μια  νυκτι    διά    λίθων  κρουοντες  τήν 

15    νεοτεθεΤσαν  υπό  τών  Αρμενίων  πλάκα  και  έκβαλόντες  συνέτριψαν 

είς  λεπτά•  ταραχής  δε  γενομένης  τό  πρωί  ουκ  όλίγης  και  αγωγής 

.  καθ'  ημών  καΐ  κρίσεως  απεφασίσθη  τελευταΐον,  δπως  δηλωθη  τώ 

σατράπη  Μεεμέτ  -  Άλη    διά  ταχυδρόμου.   Τούτου  γενομένου,,  μετά 

22  ημέρας    έρχεται    άπόκρισις    αύτου    καΙ    ορισμός,    δπως  τεθη 

20   πάλιν  εις  τόν  τόπον  ή  αρχαία  πλαζ  (27  δεκεμβρίου  1833)•  ταυ- 

την  δε  έχοντες  παρ'  αύτοΤς  οι  Αρμένιοι,  είς  τρία  ουσαν  διερρηγ- 

μένην,  δεκατρία  μέρη  συντρίψαντες  εποίησαν  προς  πεισμονήν  ημών 

καΐ  ούτως  εβαλον  και  μένει  έως  της  σήμερον  εκεί  οίκτρόν  θέαμα. 

Τω  δε  ^αωλγ'  ηθέλησαν  οί  Φράτορες  κατά  την  εβδομάδα  τών 

25  ΒαΓων  κρεμάσαι  κύκλω  του  ίερου  Κουβουκλίου  πορφύρας  αυτών 
ποδιάς,  άς  διά  βασιλικού  ορισμού  έκεΐθεν  κατεβιβάσαμεν,  κοινωνοί 
γενόμενοι  επίσης  και  μέτοχοι  είς  τό  ιερόν  Κουβούκλιον,  ως  εϊ- 
ρηται  δπισθεν  σελίδι  458.  Ζητησάντων  ουν  άδειαν  παρ'  ημών, 
ουκ  έδώκαμεν  αύτοΐς•   άλλ'  αύτοΙ  τω  έπομένω  ετει  ^αωλδ'  πρό  της 

30  τεσσαρακοστής  αυτών,  άρζάμενοι  κοσμεϊν  τό  ιερόν  Κουβούκλιον,  ως 
εθος,  παρατηρήσαντες  τήν  ώραν  έν  η  οί  ημέτεροι  ήσθιον  έν  τη  τρα- 
πέζη,  έκρέμασαν  αύτάς  έκεΤ  έν  σπουδή.  Γνωστού  δε  γενομένου  του  δρά- 
ματος, μετά  τρεις  ώρας  έποιήσαμεν  αυτούς  καταβιβάσαι  αύτάς  αύτο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  461  — 

χβίρως.   Φθάσαντος  δε  του  Σαββάτου  πρώτου  των  νηστειών,  κατά 
τήν  ώραν  χαθ'  ί)ν  έπετελεΤτο  6  εσπερινός  της  ορθοδοξίας,  συνηγμένου . 
παντός  του  πλήθους  των  ορθοδόξων    τε  χαΐ  των  Αρμενίων  προ- 
σκυνητών,  εΤς  Αρμένιος  έρράπισεν  δνα  των  ημετέρων  μάχης  δε 
σύμβασης  και  υπό  τών  θυρωρών  Τούρκων  και  ΐ$λλων  χαταπαυθεί-     5 
σης,   Ιδου    τη    ώρα,    εν    η  οι    ημέτεροι  ορθόδοξοι  ιερείς  διά  τήν 
αρτοκλασία^;  παρίσταντο  έμπροσθεν  της  τυύλης  του  ίερου  Κουβου- 
κλίου κατά  δύο  στοίχους,  ως  εθος,  δως  τών  ωραίων  πυλών,  φο- 
ροΰντες  τάς  ίερατικάς  στολάς,    ίδου    λέγω  εις  Αρμένιος  προσκυ- 
νητής υβρισεν  δνα  τών  ημετέρων  ιερέων,  καλών  αυτόν  άρμενιστι    10 
χοΐρον  και  κύνα  και  άλλα  τοιαύτα  αισχρά-    ε?ς  δέ  τών  ημετέρων 
γινώσκων  καλώς    τήν    άρμενικήν    εΤπε  τω  λοιδορουντι    Άρμενίω, 
"διατί  συ  λοιδορείς    τόν    ιερέα    και    υβρίζεις";    ό    δέ    Αρμένιος 
ύβρισε  κάκεΐνον  και  έρράπισεν.  "Οπερ  ίδόντες  άλλοι  ημέτεροι  προ- 
σκυνηταί,  εδραμον  έπι  τόν  Άρμένιον,  έπ'    αυτούς    δέ    άλλοι  Άρ-    15 
μένιοι  δντες  πλησίον   και  δη  συμπλακέντες,  δλον  τό  πλήθος  Τω- 
μαίων  τε  και  Αρμενίων,    ετυπτον    προς    αλλήλους  αφειδώς  ποσί 
τε  και  χερσίν,  ώστε  πολλοί  τών  ημετέρων  έλειποθύμησαν•  οι  γάρ 
Αρμένιοι  έκείνω  τω  έτει  ήσαν  δως   εξ  χιλιάδες,    οι    δέ  ημέτεροι 
μόλις  τέσσαρες•  εμεινεν  δέ  ή  αρτοκλασία  καΐ  ό  εσπερινός  ατελής    20 
και  τα  φελόνια  τών  ιερέων,  ωθουμένων  ένθεν  κάκεΐσε,  κατεσχίσθη- 
σαν,  ομοίως  και  τών  ιεροδιακόνων.  Δοθείσης  δέ  της  αγγελίας  ταύτης 
τω  τότε    ήγεμόνι,    απεστάλη    μετά    στρατιωτών  ό  χιλίαρχος    και 
μόλις  κατέπαυσε  τους  Αρμενίους  τυπτειν  τους  ορθοδόξους.  Τη  δέ 
εσπέρα  εκείνη    κατηλθον    εις    τό    Κριτήριον    οι    προύχοντες  τών    25 
Αρμενίων  και  έζήτουν  έγγραφα  λαβείν    αποδεικτικά,  οτι  ο{  Τω- 
μαίοί  εισιν  άντάρται  και    τά  λοιπά*    άλλ'    έματαιώθησαν   οι  γάρ 
Τούρκοι    θυρωροί    κληθέντες    εΙς    μαρτυρία  ν     άπέόειξαν    εκείνους 
πταίστας,  ήμας    δέ    αθώους.    Τ-^    δέ    ιβ'    άπριλίου    έλθόντος  του 
Ήμπραϊμ-πασα  εις  Ιερουσαλήμ,  ου    διέλειπον    οι    βέλτιστοι  δια-    30 
βάλλοντες  ήμας•  άλλ'  έκεΤνος    ουδόλως    προσέσχεν    αυτοΐς.   Τέλος 
δ'  ουν  κατέπεισαν  αυτόν  δούναι  αύτοΤς  άδειαν    κατασκευάσαι  οΐκόν 
τίνα  διά  σιδήρων  πλησίον  της  Αγίας  Άποκαθηλώσεως,  έπι  μιας 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  462  — 

καμάρας,  δπερ  ην  ήμΐν  λίαν  ένοχλητικόν  χαΐ  έπιζήμιον  τη  δε 
μεγάλη  Πέμπτη  πρωί  Ιφερον  εις  τον  ναόν  τα  σιδηρά  καΐ  λίθους 
χαΐ  τεχνίτας  και  ήρζαντο  άνασπαν  και  έκβάλλειν  λίθους  και  έτοι- 
μάζειν   Ιδόντες  δε  ημείς  και  το  δρδμα    τω    Ήμπραίμ-πασα  πα- 

5  ραστήσαντες,  τέλος  κατεπείσαμεν  και  έκωλύσαμεν  αυτούς  του 
|3ουλευματος  και  μένει  μέχρι  τούδε  ό  οΤκος  ατελής,  άλλ'  ουν  καί 
αί  της  καμάρας  πέτραι  έμειναν  έκβεβλημέναι.  Ούτοι  οι  φίλοι  έγέ- 
νοντο  αίτιοι  και  άπέθανον  καταπατηθέντες  τω  μεγάλω  Σαββάτω 
εσπέρας  τριάκοντα  μεν  ημέτεροι,  υπέρ  τους  εκατόν  δε  εξ  εκείνων 

10  πώς  δε  και  διατί,  παραιτούμαι  γράφειν,  πολυδιηγητου  δντος  τοδ 
δεινού  τούτου  συμβάντος.  Τη  δε  ενάτη  μαΓου  των  έν  τη  Ιουδαία 
Ιερουσαλήμ  καί  πάση  τη  Σαμάρεια  Τούρκων  έπαναστάντων  κατά 
του  Ήμπραΐμ,  τη  ιγ'  του  αύτου  σεισμός  μέγας  συνέβη  και  διερ- 
ράγη  πάντοθεν  ή  τρούλλα    του    Καθολικού  καΐ  ό    μέγας  κουμτυες 

15  του  Παναγίου  Τάφου,  πεσόντων  και  πολλών  υψηλών  οίκων  της 
Ιερουσαλήμ  και  μιναρέδων  και  μέρος  του  τείχους  της  Ιερουσα- 
λήμ, εις  δε  τό  άγιώτατον  δρος  τών  Έλαιών  ό  κουμπές  ό  έπι 
του  έκεΐ  προσκυνήματος  και  πλησίον  μιναρές,  έν  δε  τη  Αγία 
Βηθλεέμ  έκτος  του  ναού  τά  μοναστήρια   Τωμαίων    Φράγκων  και 

20  Αρμενίων  μεγάλην  φθοράν  υπέστησαν.  Νικήσαντος  δε  του  Ήμ- 
πραΐμ-πασα  τους  άποστάτας  και  ταπεινώσαντος  κατά  τόν  ίούλιον 
μήνα,  διελογίσθημεν  παρακαλέσαι  αυτόν  του  δούναι  ίδειαν,  ?να 
έπισκευάσωμεν  τά  έκ  του  σεισμού  διαφθαρέντα  μέρη  έν  τε  Ιερου- 
σαλήμ   Βηθλεέμ    και    τω    δρει    τών    Έλαιών.    Επειδή  δε  ούτος 

2δ  εΤχεν  εισέτι  πολέμους  κατά  τών  πέραν  του  Ιορδανού  ευρισκο- 
μένων Αράβων,  άνεβάλομεν  τόν  καιρόν  έπιστρέψαντος  δέ  χοότοο 
εΙς  Ιερουσαλήμ  τη  ις'  σεπτεμβρίου,  τη  αυτί)  ώρα  ευθέως  προ- 
σηλθον  αυτώ  οι  Φράτορες,  παρακαλουντες  δπως  δω  αυτοΤς  άδειαν 
άνοικοδομη&ήναι  τόν  έν  τω  δρει  τών  Έλαιών  κουμπέν  δ  δέ    ουκ 

30  εδωκεν  αύτοΐς  άκρόασιν  άλλ'  αύτοι  επιμένοντες  και  παρακαλουντες, 
τέλος  κατέπεισαν  αυτόν  και  έλαβον  ίδειαν  εκείνη  τη  νυκτί,  τω  δέ 
πρωί  ευθέως  ήρζαντο  του  έργου.  "Οπερ  μαθόντες  ήμεΐς  έδράμαμεν 
προς  τόν  πασαν,  παραπονούμενοι  καΐ  καταβοώντες    τών  Φράγκων 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  463  — 

καΐ  δη  καΐ  τους  άνά  χείρας  ημών  ορισμούς  και  έγγραφα  δεικνύον- 
τες, δτι  ήμΐν  ανήκει  οίκοδομησαι  και  ούχΙ  τοις  Φράγκοις.  Τέλος 
δ'  ουν  ό  πάσας  φροντίδας  έχων  πολλάς  και  μη  εύρίσκων  καιρόν 
διά  κρίσεις,  έπεφόρτισε  την  ύπόθεσιν  τω  εν  Ιερουσαλήμ  μουλλα 
λέγων,  δτι  έκείνω  ανήκει  κρίνειν  και  άποφασίζειν  τά  τοιαύτα.  6 
Απελθόντες  ουν  προς  αυτόν,  πρώτον  μεν  κατεπαύσαμεν  του 
έργου  τους  Φράτορας  προς  ώραν,  δως  ου  θεωρηθη  ή  κρίσις,  είτα 
δε  τη  επαύριον  καΐ  της  κρίσεως  ήρξάμεθα,  δπου  και  οι  Αρμέ- 
νιοι έφθασαν  φέροντες  και  αύτοΙ  έγγραφα  τίνα  καΐ  χοτζέτια  πα- 
λαιά, διαλαμβάνοντα  δτι  ήγόρασαν  έκεΙ  πάλαι  ποτέ  τόσαις  τυήχβις  10 
τόπου  καΐ  άλλα  πολλά*  διήρκεσε  δε  ή  κρίσις  αυτή  ημέρας  τρεΤς 
μεταξύ  Φράγκων  Αρμενίων  καΐ  ημών.  Τελευταΐον  δε  ό  μουλλας 
καΐ  οΐ  λοιποί  απεφάσισαν,  δπως  άνοικοδομηθη  ύπό  τών  τριών 
φυλών  έκ  συμφώνου,  κοινή  ν  τήν  δαπάνη  ν  καταβαλουσών.  Οί  Φρά- 
τορες  δμως  δυσαρεστηθέντες  έμειναν  ακίνητοι  έπι  δέκα  ημέρας.  ΐ5 
Τέλος  ουν  ένεδωκαν  και  ήρζατο  το  έργον  τη  ιε'  Οκτωβρίου  και 
έτελειώθη,  ως  ήμεΐς  ήθέλαμεν,   στερεόν  κτλ. 

Κατά  δε  τάς  ημέρας  έκείνας  δι'  αδείας  του  μουλλα  και  του 
Ήμπραϊμ-πασα  έπισκευάζοντες  τον  κουμπέν  του  Καθολικού,  ήνοί- 
ζαμεν  τά  έν  αύτώ  οκτώ  παράθυρα,  κλεισθέντα,  ως  εϊρηται,  και  20 
έγένετο  κοινή  χαρά  πασιν  άλλ'  οί  Φράτορες  φθονήσαντες  εις  τό 
τοιούτον  κοινον  καλόν  (κατέστη  γαρ  φωτεινός  6  ναός),  εΤπον  πολλά 
εναντίον  ημών  τοις  Τούρκοις.  ώστε  τη  κ'  Οκτωβρίου  άποστείλας 
ό  μουλλας  έκώλυσεν  ήμας  του  έργου.  Άλλ'  έματαιώθησαν  οί  Φρά- 
τορες, μόνον  γαρ  δτι  έζημίωσα^,^  ήμας  χρήματα  δαπανήσαντας  εις  25 
τε  τόν  μουλλαν  και  τους  λοιπούς,  τά  δε  παράθυρα  μένουσι  μέχρι 
τούδε  άνεωγμένα.  Πολλούς  δε  και  άλλους  πειρασμούς  έπέφερον 
ήμϊν  οί  Φράτορες  έκείνω  τω  έτει,  ους  παραιτούμαι  γράφε ιν  διά 
τό  σύντομον  του  παρόντος  ^ 


*  *Αχολοϋθεΐ  διήγησις  τών  μ6χρ^ς  Ιτοος    1845    συμβάντων  έν  'Ιεροσολύμοις'    τού- 
των δμως  ή  οημοσίβυαις  άν(ζβάλ>.ετ3(. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΧΠΙ• 

ΝΕΟΦΪΤΟϊ    ΚΪΠΡΙΟϊ 
περί    Άραβοκατολίκων    ή    Ουνιτών    ^. 


(Οοά.  ΡλΙγ.  297  ρ.  253-287). 

Εΐπωμεν  δε  και  περί  των  Άραβοκατολικων,  ή,  ώς  οι  εν- 
ταύθα Φράτορες  καλεΐν  ειώθασί,  Γραικοκατολίκων,  ώς  εκ  τών 
Γραικών  ημών  τάχα  καταγόμενων.  Οι  Τοδρκοι  "Άραβες  Κατίλικα 
καλουσιν  αυτούς  πληθαντικώς,  ένικώς  δε  Κατολούκ,  ήτοι  κατ<$λι- 
5  κοι.  Οδτοι  ουν  εσχον  τήν  αρχήν  ή  δπαρζιν  αυτών  και  αδζησιν 
ώς  έζής. 

Περί  τάς  αρχάς  της  παρελθούσης  ιη'  έκατονταετηρίδος  μετά 
Χριστόν,  ήτοι  τφ  1717,  ισχυόντων  τότε  πολύ  τών  βασιλέων 
της  Ευρώπης  εις  την  Όθωμανικήν  Πόρταν,  ελαβεν  ό  τότε  πάπας 

10  τ^ή^  Τώμης  χώραν,  ώς  ήθελε,  και  άπέστειλεν  εις  τήν  Συρία"> 
και  Παλαιστίνην  πλήθος  μιστοναρίων  έκ  του  τάγματος  τών  Ίη- 
σουιτών,  τινών  μεν  ώς  έμπορων,  τινών  δε  ώς  τεχνιτών,  επιστα- 
μένων και  τήν  άραβικήν  διάλεκτον,  εχόντων  δέ  και  χρυσι'ον  ούχ 
ολίγον    καΐ  ενδύματα  πολύτιμα  και  τά  τοιαύτα,  δέλεαρ  ίκανον  και 

15    έπιτηδειον    διά  τους  χαμερπεΤς  μάλιστα  "^Αραβας.   Οι  ουν  μιστο- 

*  Περί  της  υποθέσεως  ταύτης  αντιπαράβαλε  τά  [Αετά  τήν  αλωσιν  χρονιχα  του 
Τψηλάντου  (εν  Κ/πόλει  1870,  σ.  320,  321,  326,  364,  372,  376,  377),  τήν  έχχλη- 
σιαστικήν  ίστορίαν  Σεργίου  του  Μακραίου  (ΣάΙ}α,  Μεσ.  Βιβλ.  III,  σ.  214-217,  260, 
252)  χαΐ  τας  έλάσσονας  συγγραφάς  Κωνσταντίου  Α'  του  από  Σιναίοο  πατριάρχου 
(Κ/πολις,  1866,  β.  139-144,  173  174). 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  465  — 

νάριοί  οδτοι,  δηλαδή  ττεπόμβνοι  (τοδτο  γάρ  δηλοϊ  ή  λέξις),  έχοντες 
ύπερασπιστάς  τους  τότε  εις  τα  παράλια  της  Συρίας  εάρισχομενους 
προξένους  εύρωπαϊχων  δυνάμεων,  Άουστρίας  Γαλλίας  Γένουας 
καΐ  (ΐάλιστα  της  Βενετίας,  περιήρχοντο  πδσαν  την  Συρίαν  και 
Παλαιστίνην  χρυφίως,  έλεουντες  τττωχούς,  χαρίζοντες  τοΤς  δεομέ-  5 
νοις  και  διδάσκοντες  πλαγίως  τόν  παπισμόν,  έχοντες  τα  εαυτών 
καταλύματα  ως  έπΙ  το  πλείστον  είς  τους  Μαρωνίτας,  οπαδούς 
δντας  της  δυτικής  εκκλησίας  από  του  καιρού  του  (ίερου)  λεγομέ- 
νου πολέμου,  ίσχυσαν  ουν  έλκυσαι  εΙς  τα  εαυτών  δόγματα  ικα- 
νούς έκ  τών  φαυλοβίων  εκείνων  Αράβων  καΐ  μάλιστα  διά  τετρα-  ίο 
γαμίαν  έζωσθέντων  της  εκκλησίας.  Οι  δε  κατά  τόπους  ορθόδοξοι 
αρχιερείς  ταύτα  άκούοντες  καΐ  βλέποντες  ήγωνίζοντο  μεν  άποδιώ- 
ξαι  τους  λόχους,  ουκ  ήδυναντο  δέ,  ως  προστατευόμενους,  ώς  εϊ- 
ρηται,  υπο  τών  κονσόλων,  τύ  πλεΓστον  δε  υπό  του  χρυσίου,  δπερ 
έμεριζον  εις  τους  κρατουντας.  Τω  δε  1737  συνέβη  αύτοΐς  ώφέ-  15 
λιμός  καΐ  ευτυχής  πρόοδος  καΐ  ή  έξης  αιτία. 

Ό  Βερροίας  ή  Χαλεπίου  μητροπολίτης  τότε  υπό  τόν  Αντιο- 
χείας, αυτόχθων  μεν  και  συγγενείς  έχων  πλουσιωτάτους,  φαυλό- 
βίος  δε  ανέκαθεν,  ελήφθη  πολλάκις  φωραθείς  μοιχός.  Έκ  τούτου 
ό  τότε  πατριάρχης  Αθανάσιος  ονόματι,  ήγωνίσθη  αυτόν  μεν  ίνα  20 
καθι()ρη,  άλλον  δε  ϊνα  χειροτόνηση  και  άντ'  εκείνου  μητροπολίτην 
της  Βερροίας  ή  Χαλεπίου  καταστήση.  Έκ  τούτου  σχίσμα  συνέβη 
μεταξύ  τών  Βερροιωτών  ή  Χαλεπλίδων  χριστιανών  οί  γάρ  συγ- 
γενείς του  καθαιρεθέντος  πλούσιοι  καΐ  τών  πρώτων  της  πόλεως 
δντες,  θυμωθέντες  δια  τήν  καταφρόνησιν  του  συγγενούς  αυτών,  25 
ουκ  έδέχοντο  νέον  μητροπολίτην,  ουδέ  άπήρχοντο  εις  τήν  έκκλη- 
σίαν  τήν  κοινήν.  Ίδιοποιησάμενοι  δέ  ναόν  τίνα,  εβαλον  έκεΐ  τόν 
καθαιρεθέντα  συγγενή  αυτών  καΐ  έλειτούργει  αύτοΤς,  Ιχοντα  καΐ 
ιερείς  της  έαυτου  φατρίας,  χειροτονήσαντα  δέ  καΐ  άλλους,  ους 
ήθελε•  καΐ  έν  ένί  λόγω  δύο  φατρίαι  κατέστη  τό  Χαλέπι,  τών  30 
μέν  εχόντων  τόν  καθηρημένον,  τών  δέ  τόν  νέον  μητροπολίτην, 
μή  συγκοινωνούντων  ούτως  άλλήλοις'  ώς  αίρετικον  δέ  τό  εν  μέ- 
ρος έθεώρει  τό  άλλο.  Ό  δέ  ρηθείς  πατριάρχης  ήγωνίσθη,  δπως 

80 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  466  — 

ίωση  τα  πράγματα•  άλλ'  ουκ  ήδυνήθη.  "Οθεν  έγραψε  τη 
Μεγάλη  Εκκλησία,  τ^  δε  έγραψε  τω  καθηρημένω  σομβοαλεόοασα• 
ϊνα  ήσυχάση  οϊκαδε  καΐ  φροντιζη  μόνον  περί  της  οΙκείας  σωτη- 
ρίας,   8τι    κανονικώς    δια    την  πασι  φανεράν  γενομένην  άμαρτίαν 

5  έστΙ  καθηρημενος,  και  δλλα  πολλά•  άλλ'  αυτός  την  τοιαυτην  έπι- 
στολήν  λαβών,  ου  μόνον  ουκ  έπαυσατο,  άλλα  και  χείρων  έγέ- 
νετο,  και  έχειροτόνει  ιερείς  και  τα  λοιπά.  "Οθεν  ή  Μεγάλη  Εκ- 
κλησία ανέφερε  ταύτα  εΙς  την  Τψηλήν  Πόρταν,  ί)  δε  έγραψε  τίο 
εις  τό  Χαλέπ  πάσα,  δπως  συλλαβή  και  αυτόν  και  έξορίση•   άλλ'  ό 

10  πάσας  φίλος  ων  αύτοΰ  δια  την  των  συγγενών  καΐ  αυτού  του 
ιδίου  πλουσιότητα  καΐ  επομένως  Ισχύν  (έχοντος)  έν  πασιν,  εστει- 
λεν  αύτω  εϊδησιν  τών  τρεχόντων,  δπως  τό  τάχος  φύγη  δπου  θέ- 
λει. Ταύτα  δε  μαθόντες  οι  έκεΐ  περιφερόμενοι  Ίησουίται,  άπηλ- 
θον  εις  αυτόν  καί  παρεκίνησαν   δπως  άπέλθη  είς  τον  πάπαν  και 

15  λάβη  εκείθεν  καΐ  την  συγχώρησιν  τών  εαυτού  αμαρτιών  καί  την 
λύσιν  της  καθαιρέσεως,  και  προς  τούτοις  άφοβίαν  εναντίον  τών 
αυτω  πολεμίων  6  δε  ίδών  δτι  ουκ  έχει  που  άλλοθι  καταφυγή, 
μετασχηματισθείς  άπηλθεν  εις  Τώμην,  και  προσκυνήσας  τόν  πά- 
παν   έλαβεν    ου  μόνον    την  αφεσιν    τών  αμαρτιών  και  την  λυσιν 

20  της  καθαιρέσεως,  άλλα  και  τίτλον  πατριάρχου  έπι  συμφωνία  εις 
τά  έζης  άρθρα*  πρώτον,  δπως  γνωρίζη  αυτόν  τόν  πάπαν  κεφαλήν 
της  εκκλησίας  μόνην'  δεύτερον,  δπως  γινώσκη  αυτόν  άναμάρτη- 
τον  τρίτον,  δπως  μνημονεύη  αυτού  μόνον  τέταρτον,  δπως  προ- 
σθη    είς    τό  ιερόν  συμβολον    την  προσθηκην  "  καΐ  έκ  του  υίου  "• 

25  τυέμιττον,  δεχθη  δε  και  την  γνώμην  την  περί  του  καθαρτηρίου 
πυρός  και  ουδέν  άλλο,  εχη  δε.  άδειαν  του  μονάρχου  της  Τώμης 
φυλάττειν  άπροκριματίστως  πάντα  τά  έθιμα  της  ανατολικής  εκκλη- 
σίας, δηλαδή  λειτουργεΐν  μετά  ένζυμου  άρτου,  φυλάττειν  τάς  αρ- 
χαίας   έορτάς    καΐ    καλενδάριον,    ένδόεσθαι    τά  αυτά  ιερατικά  και 

30  αρχιερατικά  άμφια,  και  έν  ένΐ  λόγω  άκολουθεΐν  κατά  πάντα  τη 
αρχαία  τών  Γραικών  εκκλησία  εις  τά  έτττά  μυστήρια  και  εχειν 
τάς  αυτάς  τάζεις  της  εκκλησίας,  και  τά  αναγνώσματα  και  ονό- 
ματα   καΐ  νηστείας  κτλ.  "Εδωκε  δε  αύτω  άδειαν  εις  τό  χειροτο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  467  — 

νεΓν  τους  πορνεύσαντας  καΐ  εΙς  άλλο  θανάσιμον  αμάρτημα  έμπβ- 
σόντας,  και  άρμόζειν  εις  γάμον  καΐ  δως  τετάρτου  βαθμού,  χαΐ 
ίλλα  τοιαύτα•  υπέσχετο  δ'  αύτω  χαι  χρηματικήν  βοήθειαν  καΐ 
ύπεράσπισιν,   εάν  δονηθη  σοστησαι  ίδίαν  έκκλησίαν. 

Τούτων  γενομένων  έπέστρεψεν  εις  το  Χαλέπ  ό  χαλεπίίς  παπο-     5 
πατριάρχης,    γράμμασιν    έφωδιασμένος    υπό  του  πάπα  προς  τους 
έχει  κονσόλους  χοΛ  χρήμασιν  ίκανοίς.  Τότε  δη  τότε  τ(ς  διηγήσεται 
τα  ογίαματα    καΐ    χαλεπά    σκάνδαλα    των  χαλεπών  Χαλετυηνών; 
ό  γάρ  παπολάτρης  πατριάρχης  υπερασπιζόμενος   ήδη  5λαις  δυνά- 
μεσιν    υπό    των  προξένων    δια    τάς  βούλλας  του  πάπα,  επραττεν    ίο 
ήδη    πάντα    άδεώς    και    αναφανδόν,    βατυτίζων  τους  εκ  της   ίδιας 
φατρίας,  γάμους    ποιών  και  συνοικέσια  παράνομα  και  χειροτονίας 
αθέμιτους,  ούχΙ  ε?ς  ναόν  τίνα,   άλλ'  εις  οϊκους,  προσαγόμενος  εις 
εαυτόν    όσημέραι    πτωχούς  τινας  και  άγύρτας  διά  τών  πλουσίων, 
ώς  εϊρηται,    συγγενών    αύτου.  Πληθυνομένου    ουν    του  σχίσματος    15 
καθ'  ήμέραν,  ό  τότε  πατριάρχης  Αντιοχείας  ανέφερε  δι'  επιστο- 
λών τη  Μεγάλη  Εκκλησία    τά  τρέχοντα    και    αύθις  δεινά  εις  τε 
τό  Χαλέπ  και  τά  πέριζ'  ή   δε  πάλιν  έδήλωσε  τά  πάντα  τη  'ϊψηλη 
Πόρτα  δι'  αναφοράς.    Απεστάλη  οδν  ορισμός  ϊ^τονος  εΙς  τό  Χα- 
λέπ,   δπως  ό  μεν  παπολάτρης    πατριάρχης    μακράν    φυγαδευθείς    20 
μη    ϊδη    έξης    ουδέποτε    τό  Χαλέπ,    οι  δε  υπ'  αυτού  χειροτονη- 
θέντες,  ξυρισθέντες  τόν  πώγωνα  και  του  εκκλησιαστικού  συνήθους 
εκεί  σχήματος  γυμνωθέντες,  έσονται  του  λοιπού  κοινολαϊται,  άκυρα 
δε  νομισθώσι  καΐ  τά  παρανόμως  γεγονότα  συνοικέσια*  και  δτι  εις 
δν  τίνα    οίκον    φωραθη  επιτελούμενη  λειτουργία,    εκείνος  ό  οΤκος    25 
κρημνισθη  έκ  θεμελίων,  και  άλλα  τοιαύτα.     Ταΰτα    μεν  ουν  έξε- 
τελέσθησαν,    και    δ  μεν  φυγαδεύεται,    οι  δε  συλληφθέντες  ιερείς 
ξυρισθέντες,    κατά    την  προσταγήν,  προσετάγησαν  σφοδρώς  μηδέν 
τών  της  ίερωσύνης  έπιτελεΐν  έχωρίσθησίχν    δε  και  τά  παράνομα 
συνοικέσια,    άλλα    προς    καιρόν   μετά  ταύτα  γάρ  οι  κρατούντες,  ό    30 
πάσας    δηλαδή    και  ό  μουλλάς  χρήματα  λαμβάνοντες  συνεχώρουν 
αυτοΐς  τήν  συνοίκησιν. 

Ταύτα  μεν  ουν  έγένοντο•   άλλ'  ή  φλόξ  της  πεισμονής  μάλλον 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  468  — 

χαΐ  μοίλλον  υψουτο,  διότι  ό  μέν  παπολάτρης  πατριάρχης  φυγών 
εις  τό  Αιβάνιον  δρος,  έχεΐθεν  ένήργει  χρυφίως  δσα  έδύνατο*  οι 
δέ  αύτοΰ  συγγενείς  χαΐ  συναποστάται,  χατολι'χων  χλησιν  έζ^  λα- 
βόντες,  ήτοι  χαθολιχων,  οόχ  άπήρχοντο  δλως  εΙς  τήν  κοινήν  έχ- 
5  χλησίαν  των  χριστιανών  φέροντες  δέ  τοι^  ζορισμένους  ίερε7ς  αυ- 
τών μετεσχηματισμένους  εις  τους  εαυτών  οϊχους,  έλειτουργουν  χρυ- 
φιως  χαι  τά  αίλλα  μυστήρια  χαΐ  έθιμα  έττετέλουν.  Έλθουσης  δέ 
καΐ  δευτέρας  χαι  τρίτης  σφοδρας  προσταγής  της  Τψηλης  Αύλης, 
δπως  πάντες  οι  άπ'  άρχης  ευρεθέντες  είς  τήν  των  Τωμαίων  θρτ^- 

10  σχείαν  Ιπωνται  εκείνη  και  ουδεμία  άλλη  χαΐ  δπως  πάντες  οι  Τ<ο- 
μαίίοί  καλούμενοι  άπέρχωνται  άφεύχτως  εις  τήν  προγονιχήν  αυτα>ν 
έκκλησίαν  και  ουκ  εις  δλλην,  άττήρχοντο  χαΐ  αυτοί  κατά  τό  φαι- 
νέμενον  καΐ  είς  τάς  Κυριακάς  καΐ  έορτάς  καΐ  έλειτουργουντο  και  με- 
τελάμβανον  και  τα  τέκνα  αυτών  έβάπτιζον    έκεΐ   χαΐ  διί  της  αύ- 

15  της  εκκλησίας  τα  μυστήρια  έλάμβανον.  '^Ησαν  δέ  τά  πλείστα  έν 
απάτη,  διότι  κρυφίως  και  τά  τέκνα  αυτών  υπό  τών  κατολίχων 
ιερέων  άνεβαπτίζοντο  και  τους  γάμους  άνευλόγουν  κτλ.  οδτω  γάρ 
έδίδασκον  αύτους  οΐ  Ίησουΐται  και  6  σφών  πατριάρχης  υττοκρί- 
νεσθαι  άπροκριματίστως,    προτρέποντες  αυτούς  μή    φυλάττειν  τάς 

20  πατροπαράδοτους  νηστείας,  άλλ'  έσθίειν  ίχθύας  Τετράδα  καΐ  Πα- 
ρασκευήν  καΐ  αύτη  τη  μεγάλη  τεσσαρακοστή,  ώς  ποιουσι  καΐ  τήν 
σήμερον.  Ταύτα  βλέποντες  οί  κατά  καιρόν  αρχιερείς  της  επαρ- 
χίας και  6  Αντιοχείας,  έδυσφόρουν  μέν,  περιέμενον  δέ  τήν  έπι- 
στροφήν  αυτών  γενέσθαι  Ισως  μετά  τόν  θάνατον  του   παπολάτρου 

25  πρώην  Χαλεπίου*  άλλ'  έψεύσθησαν  τών  ελπίδων  διότι  εκείνος 
αδεία  του  πάπα  έκεΤ  εις  τό  Διβάνιον  δρος  ευρισκόμενος  εις  Ιν 
μοναστήριον  τών  Μαρωνιτών,  έχειροτόνησε  τόν  έαυτου  άνεψιόν  έπί- 
σκοπον  χα!  μητροπολίτην  Χαλεπίου  και  μετά  ταύτα  διά  της  βούλ- 
λας  του    πάπα   και  διάδοχον    αυτού    κατέλιπε    πατριαρχευειν    του 

30  τοιούτου  κόμματος  ή  σχίσματος,  δπερ  ου  διέφερε  τότε  δλως  της 
ορθοδοξίας,  ει  μή  κατά  τήν  κατάλυσιν  τών  νηστειών  εις  ίχθύας 
καΐ  τό  μνημόσυνον  του  πάπα. 

"Έκτοτε    ουν  ώς  τις    γάγγραινα    τούτο   τό    σχίσμα    ελάμβανε 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  469  — 

πρόοδον^  οα  μόνον  ζΐς  τό  Χαλέπ,  άλλα  χαΐ  β2ς  τό  Αιβάνιον  δρος^ 
δποο  ό  χοττολιχοπατριάρχης  βΤχβ  την  διοίμονήν  καΐ  κατοικίαν  χαΐ 
διβδίδβτο  ή  της  ιυβισμονης  φλόξ  χαΐ  ηόξάνβτο,  δλην  βϋρ^σχοασα 
πρώτον  τα  συνοικέσια,  δεύτερον  τους  ανίερους  (ερεΤς  χαΐ  τρ(τον 
την  κατάλυσιν  των  νηστειών  έπφρεπεΐς  γάρ  οί  "Αραβες  χαι  5 
έκδοτοι  εις  την  κοιλιοδουλείαν  χαΐ  επομένως  εις  τα  λοιπά  πάθη. 
Καΐρου  προϊόντος,  πληθυνθέντες  οΐ  χατόλικοι  διά  του  πλούτου  καΐ 
της  προς  αλλήλους  ενώσεως  τε  καΐ  ομονοίας,  ίσχυσαν  χαι  ναούς 
άνεγεΐραι  εις  τύ  Λι^ίάνιον  δρος,  έχοντες  και  τους  Ίησουίτας  οδη- 
γούς εις  τά  συμφέροντα  χαι  τους  κονσούλους  βοηθούς  χαϊ  αυτούς  10 
τους  κρατουντας  διά  της  δόσεως  του  χρυσίου.  Έργον  δε  εΤχον 
άπαραίτητον  τότε  οί  κατόλιχοι  το  φιλονειχείν  μετά  τών  ορθοδό- 
ξων, παριστώντες  τήν  τών  ίχθυων  κοττάλυσιν  συγκεχωρημένην, 
άλλα  δή  και  τήν  τετραγαμίαν,  νή  Δία  γε  και  τήν  πενταγαμίαν 
έννομον  και  άλλα  τοιαύτα  πρόσφορα  και  προσφιλή]  τη  διαθέσει  15 
τών  της  Συρίας  κατοίκων. 

Της  λύμης  ούν  της  περί  τά  τοιαύτα  διαφθοράς  βοσκομένης 
άπύ  Χαλεπίου  ^ως  Δαμασκού  και  τών  παραλίων  της  Συρίας, 
έφωράτο  καθ*  ήμέραν  φρικτή  αιμομιξία,  καταντήσαντος  του  γά- 
μου ού  μόνον  είς  τον  έκτον,  άλλα  καΐ  πέμπτον  καΐ  τέταρτον  βαθ-  20 
μόν,  γενόμενον  άπύ  φαυλοβίους  ιερείς  αδιάφορους  εις  τους  νόμους 
της  Ιεράς  θρησκείας.  Αϊ  Τετράδαι  και  ΠαρασκευαΙ  καΐ  δλαι  επί- 
σης αϊ  ήμέραι  τών  νηστειών  κατελύοντο  ύπο  τών  πλειόνων  εις 
όψάρια  είς  δλας  τάς  πόλεις  της  Συρίας  καΐ  μάλιστα  το  Χαλέπ 
και  τήν  Δαμασκόν,  δπου  τό  πλείστον  μέρος  6  Αντιοχείας  πατριάρ-  25 
χης  διάγει.  Τω  δε  1747  συνέβη  και  άλλη  αΙτία  προόδου  καΐ  αυξή- 
σεως του  Άραβοκατολικισμου  είς  τήν  Συρίαν  και  τά  ταύτης  παράλια* 
ήν  δέ  ή  έξης.  Ό  τότε  πατριαρχευων  Αντιοχείας  Σίλβεστρος,  άνήρ 
ού  μόνον  ττεπαιδευμενος,  άλλα  καΐ  ενάρετος  και  ζηλωτής  της  θρη- 
σκείας της  ορθοδόξου,  ορών  τήν  τοσαύτην  τών  έαυτου  έπαρχιω-  30 
τών  τών  νόμων  παράβασιν  κατά  τε  τά  συνοικέσια  καΐ  τάς  νη- 
στείας, ήθέλησεν  δπως  διόρθωση  αυτούς  διά  συγκαταβάσεώς  τίνος 
περί  τά  τοιαύτα.  Έν  μια  ουν  Κυριακή    συγκαλεσάμενος  τύ  Ιερα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  470  — 

τεΤον  χαΐ  τους  προύχοντας  της  ΔαμύΕσχου  εις  τό  Πατριαρχεΐον, 
έλάλησεν  αύτοΐς  περί  της  πατροπαράδοτου  ορθοδοξίας  χαΐ  της 
ανάγκης  της  των  θείων  νόμων  τηρήσεως•  μετά  δε  εΤπεν  αυτοΤς 
τά    έζης.    «Βλέπω,  τέχνα    μου  περιπόθητα,  Άτι    χωλαίνετε    πβρί 

δ  την  Εεράν  των  πατέρων  ημών  πίστιν  βλέπω  πολλούς  έξ  υμών 
δνδρας  τε  χαΐ  γυναϊκαΐς  καταλύοντας  ιχθύας  Τετράδα  χαΐ  Παρα- 
σκευήν  ακούω  δέ  τιν<χς  και  τή  μεγάλη  τεσσαρακοστή  τούτο  ποι- 
ουντας,  δπερ  μίμησίς  έστεν  αποτρόπαιος  τών  λατινοφρονούντων. 
Λοιπόν.,  τέκνα  αγαπητά,  εάν    έστε    τέκνα  της    ανατολικής    έκκλη- 

10  σίας,  χρεώσταί  έστε  φυλάττειν  τάς  πατροπαράδοτους  νηοτείας'  ή 
πίστις  γάρ  έκ  τών  έργων  γνωρίζεται,  ουκ  εκ  τών  λόγων  μόνον. 
Έγώ  πολλάκις  έπ'  εκκλησίας  έδίδαξα  ύμας  παραστήσας  διά  πολλών 
αποδείξεων  το  κΰρος  της  νηστείας  και  τ'^  χρέος  αύτης,  άλλ'  ουκ 
ήκουσατε.  *Αθλιος  έγώ  καΐ  δυστυχής,  ευρεθείς  εις  τοιούτον  καιρόν 

15  άρχιερεύς  καΐ  ποιμήν  υμών,  ως  μή  ώφελον  !  διότι  θέλων  οικονο- 
μήσαι  ύμας  συγκατάβασιν  ποιώ  περί  τά  συνοικέσια  καΐ  συγχωρώ 
μεταλαμβάνειν  τους  παραβαίνοντας  τους  δόμους  της  νηστείας*  άλλα 
τανυν,  κατ'  άπαραίτητόν  μου  χρέος,  ορκίζω  πάντας  φυλάττειν 
και  Τετράδα  και  Παρασκευήν  και  την  μεγάλην  τεσσάρακοστην  καΐ 

20  μή  καταλύει  ν  Ιχθυας,  ως  οί  Φράγκοι,  άλλ'  Ιλαιον  μόνον.  Χαρι- 
ζόμενος  δμως  και  έγώ  τη  γάστριμαργία  υμών  και  κοιλιοδουλεία,  πα- 
ρανομώ και  ποιώ  συγκατάβασιν  την  έζής.  "Οταν  εις  Τετράδα  και 
Παρασκευήν  συμβαίνη  μ'^ήμη  τινός  αγίου  καΐ  εχη  δοξολογίαν, 
έχετε  άδειαν  έσθίειν  ιχθύας•   έάν  δέ  ουκ  εστί    δοξολογία  μεγάλη, 

25  μή  τολμήση  τις  φαγείν,  διότι  εχω  αυτόν  άσυγχώρητον  καΐ  άδειαν 
μεταλαβείν  τών  άχραντων  μυστηρίων  ου  δίδωμι.  "Οστις  δέ  ιερεύς 
μεταδώ  τοΤς  τοιούτοις  τά  θεία  μυστήρια,  εχω  αυτόν  άργόν  πάσης 
ιεροπραξίας  ". 

Ταύτα  είπεν  ο  άγιώτατος  εκείνος  πατριάρχης  Σίλβεστρος,  καΐ 

30  άναστενάξας  βαρέως  εκλαυσεν  οί  δέ  ιερείς  και  άρχοντες  ύπέ- 
σχοντο  φυλάττειν  τήν  τοιαυτην  έντολήν,  και  άναχωρήσαντες  έφύ- 
λαττον  είς  πολλάς  ημέρας.  Άλλ'  ό  κοινός  της  ειρήνης  εχθρός 
ούδ'  οϋτως  άφήκε  τά  πράγματα"  διότι    του    ρηθέντος    πατριάρχου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  471  — 

εξελθόντος  εΙς  τά  πέριζ,  προς  έπίσκεψεν  των  χριστιανών,  ό  της 
Δαμασχηνών  έχχλησιας  οικονόμος,  ονόματι  δηλαδή  Μωσης,  συμ- 
φωνήσας  μετά  τίνων  ασυνειδήτων  αρχόντων,  έχάστην  Τετράδα 
χαΐ  Παρασχευήν  μεγάλην  δοζολογιαν  ψάλλοντες  χατέλυον  όψάρια, 
λέγοντες  τωθαστιχώς  ταύτα*  «Ό  πατριάρχης  ημών  παρήγγειλεν  5 
ήμΐν  μή  έσθίειν  όψάρια,  μή  ούσης  δοξολογίας•  ?δού  δε  ήμεΐς 
ψάλλοντες  δοζολογίαν  ούχ  άμαρτάνομεν  τρώγοντες».  Έμαθε  ταύτα 
ό  πατριάρχης  χαΐ  πολύ  έλυπήθη  διά  τήν  δυστροπίαν  χαι  στρε- 
βλότητα  του  οίχονόμου*  άλλ'  ούχ  εΓχε  τι'  ποιήσαι.  Μεθ'  ήμερα; 
δε  -επιστραφείς  εις  το  Πατριαρχεΐον  έχάθητο  περίλυπος-  μια  δε  10 
Παρασχευη  τη  ώρα  του  αρίστου  έσθίοντος  χυάμους  βεβρεγμένους 
άνευ  ελαίου  μετά  άρτου  χαΐ  ολίγων  έλαιών  (ην  γαρ  έγχρατής 
πάνυ  χαι  ευλαβής),  ιδού  έρχεται  ό  ρηθεις  οίχονόμος  έχων  υπό- 
θεσιν.  Ποιήσας  ουν  μετάνοιαν,  ώς  εθος,  έχάθησεν  δ  δε  πατριάρ- 
χης εΤπεν  αύτω•  '^Έλθέ,  άγιε  οίχονόμε,  ινα  συναριστήσωμεν  "•  8  15 
δε  εΤπεν  "  Έφάγομεν,  δέσποτα,  χαι  ήριστήσαμεν ".  "  Και  τί  έφά- 
γετε,  τέχνον";  ήρώτησεν  ό  πατριάρχης*  "Όψάρια,  δέσποτα", 
άπεκρίθη  ό  οικονόμος.  Άναστενάζας  δε  6  πατριάρχης  εΤπεν* 
'^Διατί,  τέκνον,  έφάγετε  όψάρια;  σήμερον  Παρασκευή,  μή  ούσης 
δοξολογίας".  "'  Άλλ'  έψάλαμεν,  δέσποτα",  εΐπεν  ό  οίχονόμος,  20 
"ήμεΐς  δοζολογίαν  χαΐ  χατελύσαμεν  μετά  του  δεΓνος  καΐ  δείνος 
τών  αρχόντων  '\  Έπιπλήζας  δε  αύτον  ό  πατριάρχης  και  άποδείζας 
σκανδαλοποιόν,  επεχείρησε  διδάξαι  αυτόν  περί  νηστείας  λέγων 
πολλά.  Άλλ'  αύτος  έναντιεΤτο  λέγων,  "  Ό  Χριστός  εΤπεν:  ου  παν 
τό  είσερχόμενον,  άλλα  τό  έξερχόμενον  κοινοΤ  τόν  δνθρωπον".  25 
και  άλλα  τοιαύτα.  Άγανακτήσας  ουν  ό  πατριάρχης  διά  τήν  αύ- 
θάδειαν  του  οικονόμου  και  πεισμονήν,  άπεδίωξεν  αυτόν  τη  δέ 
ερχόμενη  Κυριακή  σταθείς  εΙς  τόν  θρόνον,  μετά  τήν  άνάγνωσιν 
του  ίερου  ευαγγελίου,  έδίδαζεν  ικανώς  τόν  λαόν  περί  νηστείας• 
μετά  δέ  εΤπε  και  ταύτα.  "  Έγώ  ορών  τήν  διά  τήν  κοιλίαν  άκρασίαν  30 
υμών  συγκαταβάς  έδωκα  ύμΤν  δδειαν,  εξω  ουσαν  τών  θείων  κα- 
νόνων, καταλύειν  Τετράδα  και  Παρασκευήν  εχουσαν  δοζολογίαν 
αγίου*  άλλα  τινές  έξ  υμών  τά  θεία  έμπαίζοντες   ποιοΰσι  δοζολογίαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  472  — 

μ^γάλην  πδσαν  Τετράδα  χάί  "Εκτην  της  εβδομάδος,  καΙ  οδτως 
άσυνεκδήτως  παραβαίνουακ  τους  των  θειων  πατέρων  χατνόνας, 
έσθίοντες  όψάρια,  μή  διαχρίνοντες  μεταξύ  δεσποτικής  χαΐ  θεομη- 
τορικής εορτής  καΐ  αυτής    της    καθημερινής.   "Οθεν,  τέκνα  περι- 

δ  πόθητα,  έγώ  τοσούτους  χρόνους  οικονόμων  ύμας,  συγκατάβασιν 
έποίησα  εις  πολλά,  παράβασιν  των  θείων  κανόνων  ποιησάμενος- 
άλλ'  ιδού  όρω  έν  μεγάλη  θλίψει  και  συνοχή  της  έμης  καρδίας, 
δτι  τρέχετε  εΙς  το  χείρον.  "Οθεν  λέγω  ύμΐν,  εν  άγίω  πνεύματι 
αποφαινόμενος,  δτι  δστις  των  αγίων  πατέρων  τους  δρους  φυλάττει, 

10  ακολουθών  καΐ  υπακούων  τη  αγία  κοινή  ημών  μητρί,  τη  ανατο- 
λική φημί  εκκλησία,  εΤη  ευλογημένος  παρά  Κυρίου  παντοκράτο- 
ρος'  δστις  δέ  παρά  τους  πύίτροποραδότους  κανόνας  και  συνηθείας 
καταλύει  τάς  Τετράδας  καΐ  Παρασκευάς,  άνευ  των  δεσποτικών 
καΐ  θεομητορικών  εορτών  και  άνευ  σημαντικής  ασθενείας,  ό  τοιου- 

15  τος,  δστις  άν  η,  εΤη  ασυγχώρητος  και  ανάξιος  τών  άχραντων 
μυστηρίων  και  δστις  τών  ιερέων  κοινωνήσει  αυτόν,  έστω  αργός 
πάσης  ίεροπραςίας•  εχομεν  δέ  καθηρημένον  της  Εερωσύνης  και 
τόν  παπαν  Μούσα  (δηλαδή  Μωυσήν)  οίκονόμον,  τον  του  σκανδά- 
λου αίτιον,  τον  και  πολλάκις  παρανόμους  γάμους  εύλογήσαντα  και 

20    τη  έμη  άναζιότητι  ουδαμώς  ύποταττόμενον ". 

Ταύτα  του  πατριάρχου  λέγοντος,  μέγας  θόρυβος  έγένετο  εις 
τήν  έκκλησίαν  ό  γάρ  οικονόμος  εκείνος  άκούων  τήν  έαυτου  κα- 
θαίρεσιν  ώρμησεν  εναντίον  του  πατριάρχου,  καΐ  δν  μή  έκωλύετο 
ύπό  τών  χριστιανών,  πάντως  άπευκταΤον  άν  τι  διεπράξατο.    Ταύ- 

25  τοχρόνως  καΐ  οι  αύτου  συγγενείς  δραμόντες  είς  τό  μέσον  της  εκ- 
κλησίας υβριζον  αυτόν  καΐ  ελεγον,  δτι  ού  γνωρίζουσιν  αυτόν  πα- 
τριάρχην,  άλλα  τόν  πάπαν,  και  άλλα  τοιαύτα  εναντία.  Ό  δέ  ττα- 
τριάρχης  μετά  τήν  θείαν  λειτουργίαν  έκάλεσε  τους  άρχοντας  καΐ 
τόν  οίκονόμον  κριθήναι    και    διαλλαγήναι    ενώπιον    αυτών   άλλ'  ό 

30  οικονόμος  ούκ  άπήλ&εν,  άλλα  καΐ  είς  πεΤσμα  του  πατριάρχου  φο- 
ρέσας  ύπήγεν  εις  τόν  οίκον  τών  αύτου  συγγενών  και  έλειτούργησεν 
αύτη  τη  ώρα,  λέγων  και  μνημονεύων  τό  όνομα  του  πάπα.  "Οπερ 
οί^  έν  Δαμασκώ    διατρίβοντες    έμποροι    Χαλεπηνοι   κατόλικοι   μα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  473  — 

θόντβς  άπηλθον  προς  αυτόν  καΐ  παρεχίνησαν  μή  ύποταγήναι  ίτι 
τω  πατριάρχη,  ύποαχόμβνοΕ  αυτω  τεαααν  όπβράσπισκν  χαΐ  βοή- 
θβιαν  χτλ.  Έκ  της  ρηθείσης  οδν  α?τίας  ^ρξατο  καΐ  •1ς  την  Δα- 
μασχόν  χαΐ  τά  πέριξ  ή  διχοστασία,  ή  μάλλον  εΙπεΤν  αποστασία^ 
χαΐ  το  σχίσμα  χαΐ  έπληθύνοντο*  δι<5τι  πας  ό  διά  τετραγαμίαν  καΐ  5 
σογγένειαν  ή  αίμομκζίαν  Ιζω  ων  της  του  Χρίστου  έχχλησίας 
άτυηρχετο  προς  τον  οΙχον(5μον,  δς  ηύλόγει  τους  τοιούτους  παρανό- 
μους γάμους  καΐ  έλειτούργει  προς  πεισμονήν  του  πατριάρχου, 
μη  δυναμένου  αυτόν  χαχοποιησαι,  ώς  αυτού  τε  χαΐ  των  αύτο3 
συγγενών  πλουσίων  χαΐ  πρώτων  της  πόλεως  δντων  χαι  ήνωμένως  ΐθ 
μετά  των  έμπορων  χαλεπών  Χαλετυηνων.  Άλλ'  6  μεν  θεοστυγής 
έχεΐνος  οικονόμος  μετά  επτά  μήνας  δίκη  θεία  άπώλετο,  οι  δέ 
συγγενείς  αυτού  χαΐ  δσοι  παράνομοι  διά  τους  γάμους  χαΐ  την  κοι- 
λίαν  σχισματικοί  έγένοντο,  έμειναν  τοιούτοι  καΐ  έπληθυνοντο. 

Γράψαντος  δέ  του  πατριάρχου  Σιλβέστρου  καΐ  δηλώσαντος  τη    15 
Μεγάλη  Εκκλησία  (ταύτα),  απεστάλη  πάλιν  ορισμός  της  'Γψηλής 
Πόρτας,  δμοιος  τω  δπισθεν  (σελίδι  468)γραφέντι,  πολύ  σφοδρότερος• 
χαΐ  συνεστάλησαν  μεν  αϊ  ταραχαι  ολίγον,  άλλα  εις  τάς  παραλίους 
πόλεις  της  Συρίας  χαΐ  εις  αυτό  τό  Αιβάνιον  δρος  μάλιστα  φαυλόβιοί 
τίνες  ιερομόναχοι  διά   μοιχείαν  καΐ  πορνείαν  καθαιρεθέντες  χατό-   20 
λιχοι  έγένοντο   καΐ    έλειτουργουν,    κανόνα    μικρόν    δεχόμενοι  παρά 
του    έκεΐσε    έμφωλεύοντος  κατολιχοπατριάρχου-    οΐτινες    τά    αυτά 
ράσα  καΐ  καμηλαυχια    φορουντες    τυεριήρχοντο    τάς    κώμας  άπα- 
τώντες  τους  απλούστερους•   ουδεμίαν    γάρ  διαφοράν  εις  την  θρη- 
σκείαν  χαί  είς  τά  έθιμα  εβλεπον,  ει  μή  μόνον  τήν  χατάλυσιν  των    25 
νηστειών  εις  ίχθύας  και  τό  του  πάπα  μνημόσυνον,  καΐ  τούτο   δέ 
σπανίως  γενόμενον. 

Τω  δέ  1759  οΐ  έν  Παλαιστίνη  και  Συρί^  περιερχομενοι  Ίη- 
σουΐται  συνενοηθέντες  μετά  των  έν  Ιερουσαλήμ  Φραγκισκάνων 
έδίδασκον  τους  Άραβοκατολίκους,  δτι  έάν  μή  δπωνται  τη  Τω-  30 
μαϊκη  εκκλησία  κατά  τά  έθιμα,  ουκ  είσΐ  κατόλι/οι,  άλλα  ήμικα• 
τόλικοι  καΐ  επομένως  ουδέν  διαφέρουσι  των  Γραικών,  μή  συμφο- 
νουντες  αυτοΐς  κατά  τό  καλενδάριον,  τήν  νηστείαν  του  Σαββάτου, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  474  — 

τό  χλίνβιν  γόνο  και  δλλα.  Έγένετο  οδν  μερισμός  καΐ  σχίσμα 
(μέσον)  αυτών  καΐ  έγραψαν  αμφότερα  τα  μέρη  εις  τον  πάπαν•  ό  δε 
τότε  πάπας  έγραψε  κοινώς  εις  βλους  αυτούς  τους  κατολίκους  ταύτα. 
ι'Απ'  άρχης  ή  αδελφή  ημών  ανατολική  έκκκλησία  διέφερε  της 
5  δυτικής  κατά  τα  έθιμα-  άλλ*  οί  μέχρις  ημών  δκροι  αρχιερείς 
έδέχοντο  τά  τοιαύτα,  αποβλέποντες  εις  μόνον  τά  δόγματα*  δθεν 
δεχόμεθα  και  ήμεΓς  ταύτα,  μηδόλως  τήν  καθολική  ν  βλάτΓΤοντα 
πίστιν  ου  γαρ  διαφέρει,  έάν  τις  καθολικός  Ιερεύς  λειτουργηστ] 
δι'  άζύμου  ή  ένζυμου  δρτου,  ή  τό  πάσχα  και  δλλας  έορτάς  κατά 

10  τό  παλαιόν  ή  νέον  καλενδάριον*  και  ή  νηστεία  δε  του  Σαββάτου 
υπό  τών  δυτικών  καθολικών  γινομένη  έκπαλαι,  ουκ  εστί  δόγμα, 
άλλα  σ^νήθεια  φυλαττομένη.  "Οθεν,  επειδή  ή  υμετέρα  χριστι- 
ανική ευσέβεια  θέλει  ϊνα  φυλάτττ]  τά  πατραπαράδοτα  της  ανατο- 
λικής   εκκλησίας    έθιμα,    ουδέν    κωλύει*    δθεν    δίδομεν    ύμΐν  τήν 

15  αδειαν  δπεσθαι  και  του  λοιπού  τοΤς  άπ'  αρχής  εύρεθεΐσιν  έθί- 
μοις  άπροκριματίστως  εχειν  άγάττην  και  όμόνοιαν  έν  άλλήλοις. 
Ήμεΐς  δε  ουδέν  άλλο  παρ'  υμών  ζητουμεν,  άλλ'  ή  τό  υπότασσε- 
σθαι  τή  καθολική  εκκλησία  της  Τώμης  και  γνωρίζειν  άναμάρτη- 
τον,  γινώσκειν  δε  και  τον  του  αποστόλου  Πέτρου    διάδοχον  βικά- 

20  ριον  του  Χρίστου  καΐ  κεφαλήν  τής  εκκλησίας»  κτλ.  Τοιαυτην 
έπιστολήν  οι  Άραβοκατόλικοι  λαβόντες  ησύχασαν  και  πάλιν  ήνώ- 
θησαν  έγραψε  δε  καΐ  τοις  Ίησουίταις  τότε  ό  πάπας  και  τοις  έν 
τη  Συρία  και  Παλαιστίνη  Φραγκισκάνοις  μή  ζητεΐν  άλλο  παρ' 
αυτών,    ει  μή  τά  όπισθεν  (σελιδι  466)    3:   5:    κεφάλαια.    Κατ' 

25  ολίγον  ούν  πληθυνόμενοι  οί  Άραβοκατόλικοι  ούτοι  έξεχύθησαν  και 
εις  τάς  πόλεις  Τύρον  και  Σιδώνα  και  εις  τά  πέριζ*  τό  δε  του 
πληθυσμού  αυτών  αίτιον  μόνον  ην  ή  παρανομία,  ως  εΤρηται, 
περί  τους  γάμους*  πάς  γάρ  ό  θέλων  λαβείν  τετάρτην  γυναίκα 
προς     τους     κατολίκους     φεύγων    τούτου    ήξιουτο*   ομοίως    και    ό 

30  τήν  δευτέραν  αύτου  έζαδέλφην,  δπερ  άσυγχώρητον  δλως  είς  τήν 
όρθόδοζον  έκκλησίαν. 

Τω  δε  ,αψοα',  ήτοι   1771,  ήρζαντο    έμφωλεύειν    και  εις  τον 
θρόνον  ή  έπαρχίαν    του    Ιεροσολύμων    και    πρώτον    ως    έμποροι 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  475  — 

και  γραμματκχοί  του  σατράπου  κατώκησαν  είς  την  Πτολεμαίδα, 
υπερασπιζόμενοι  υπό  τα>ν  έκεΤσε  κονσούλων,  δπου  πληθυνθέντες 
και  ναόν  ϊδιον  ίσχυσαν  οικοδομησακ  τω  1779•  δτε  καΐ  ε?ζ  την 
πόλιν  Ναζαρέτ  ένεφώλευσαν  καΐ  εκείθεν  είς  τήν  Τΐ|3εριάδα,  είτα 
δε  και  εις  τάς  κώμας  άπό  Πτολεμαΐδος  έα>ς  της  θαλάσσης  Τιβε-  5 
ριάδος  κατά  μήκος,  καΐ  άπό  τής  Γονιν  §α>ς  του  Σαφάτ  κατά 
πλάτος,  ματαίως  άγωνισθέντων  των  τότε  και  ύστερον  πατριαρχών 
της  Ιερουσαλήμ  διά  τήν  άναχαι'τισιν  της  λύμης•  θέλοντες  γάρ 
φυλάξαι  ούτοι  τήν  άκρφειαν  των  νόμων  βίς  τά  συνοικέσια,  εποί- 
ησαν πληθύνεσθαι  τους  κατολίκους  καΐ  περισσεύειν*  διότι  φέρ'  εί-  10 
ττεΐν  ό  δείνα  έβούλετο  λαβεΤν  τετάρτην  γυναίκα,  κωλυόμενος  δε 
υπό  του  νόμου,  άττήρχετο  είς  τους  κατολίκους  καΐ  ελάμβανε  κα- 
τόλικος  γενόμενος  ου  μόνον  αυτός,  άλλα  και  τά  τέκνα  αοτου  καΐ 
ϊσως  και  των  αύτοΰ  συγγενών  ολίγοι  ή  δλοι.  Τό  αυτό  έγίνετο 
και  είς  τους  κωλυόμενους  είς  δβδομον  καΐ  δκτον,  ναΙ  μην  και  15 
πέμτυτον  βαθμόν,  καθώς  συνέβη  και  δή  συμβαίνει  καΐ  είς  τους 
καιρούς  ημών.  Κώμαι  ολόκληροι  διά  τά  τοιαύτα  έκατολίκισαν, 
οι  δέ  ΤιβεριεΤς,  δηλαδή  οι  κάτοικοι  τής  πόλεως  Τιβεριάδος, 
διά  μόνην  τήν  χοιλίαν  πρώτοι  πάντων  εκείνων  τών  μερών  κα- 
τόλικοι  έγένοντο  άπαζάπαντες  μετά  τών  ψαρέων  και  του  έκεΐ  20 
ναού  του  αποστόλου  Πέτρου,  ως  όραται  μέχρι  της  σήμερον. 

Τα>  δέ  ^αωιη'  (1818)  κατά  ζήτησιν  τών  Αρμενίων  τών  έν 
Κωνσταντινουπόλει  έςεδόθη  ορισμός  τ^  Υψηλής  Πόρτας  εναντίον 
τών  έζ  Αρμενίων  κατολίκων,  ομοίως  και  τών  εκ  τών  Αράβων  χρι- 
στιανών και  Σύρων  καΐ  Κόπτων,  δπως  μή  εχωσιν  ίδίαν  έκκλη-  25 
σίαν  ουδέ  ιερείς,  άπέρχωνται  δέ  άφεύκτως  εις  τήν  έκκλησίαν  τών 
προγόνων  αυτών,  οί  μέν  έζ  Αρμενίων  είς  τους  Αρμενίους,  οί  δέ 
έκ  τών  Τωμαίων  Αράβων  εΙς  τους  Τωμαίους.  Ή  τοιαύτη 
προσταγή  ήν  σφοδρά  και  έντονος*  διελάμβα^^ε  γάρ  προς  τοΤς 
άλλοις  και  έζορίας  τών  μή  πειθομένων  καΐ  άρ^αγήν  υπαρ-  30 
χόντων.  ^Ηλθε  δέ  ή  τοιαύτη  και  είς  τόν  Αντιοχείας  πατριάρ- 
χην  καΐ  είς  τόν  μητροπολίτην  Χαλεπίου  Γεράσιμον  ονόματι  Χα- 
λεπηνόν^  δς  έδειξε  ταύτην    τω     έκεΐ    κριτή    και  τω  πάσα*  ό  δέ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  476  — 

πάσας  έχων  μίσος  ίσπονδον  χατεά  των  χατολίχων^  τη  επαύριον 
συνβχάλεσε  τους  Αρχοντας  α&των  χαΐ  τους  ιερείς  χαΐ  άνεγνβοαεν 
αύτοΤς  τον  όρισμόν  άλλ'  αύτοΙ  ουδαμώς  συνηχαν  χαΐ  τό  πράγμα 
εις  ουδέν  έλογίσαντο.    "Οθεν  ό  πάσας    μετά   δυο  τ^μέρας  αίφνης 

5  συλλαβών  αυτούς  τους  Ιερείς  όπέστε^λεν  εις  τήν  έξορίαν.  Οι 
ουν  χατόλκχοί  προς  τούτο  άγανακτήσαντες  ώρμησαν  εΙς  τήν 
μγ}τρόπολιν  θανατωσαι  τόν  μητροπολίτην,  λέγοντες  δτι  αυτός 
ήν  ό  αϊτιος.  Αυτός  δε  τήν  όρμήν  αύτων  άχούσας,  έξελθών  ευ- 
θέως   άπό    μιας    πλαγίου     θύρας,     χατέφυγεν     εις     τον     οίκον 

10  του  έχει  μουλλα.  Μαθόντες  δε  οι  χατέλιχοκ  (τούτο),  ωρμησαν 
κάχεΐ  μετά  χραυγών  μεγάλων  υβρίζοντες  καΐ  βλασφημουντες  τόν 
αρχιερέα  χαΐ  τόν  πατριάρχην.  Ό  δε  μουλλδς  φοβηθείς  δ(ά  το 
πλήθος  Ιφυγε  μετά  του  μητροπολίτου  έντρομος  χαι  άπηλθεν  εις 
τόν   πασαν,    χράζων  "οί    γχιαούριδες    ήλθον,    Ι'να    θανατώσωσιν 

15  ήμας"•  έρωτώντος  δε  του  πάσα  πώς  τούτο  χαί  διατί,  ιδού  έφθα- 
σαν χάχεΐ  οί  χατόλιχοι  χράζοντες.  Τέτε  ό  πάσας  θυμωθείς  προ- 
σέταξε  τοΤς  στρατιώταις  συλλαβεΐν  τους  αρχηγούς  αυτών  ου  γε- 
νομένου, αύτη  τη  ώρα  άπεχεφάλισεν  αυτούς•  ήσαν  δε  τόν  αριθ- 
μόν  13.    Τότζ    οί  λοιποί    διεσχορπίσθησαν    οΐχαδε    έντρομοι*   τη 

20  έπιούση  δε  συναχθέντες  ε!ς  Ιν  συνεβουλεύθησαν  χαΐ  ώμοσαν  αποη^• 
τες,  δπως  πρώτον  μέν  εύρόντες  χαφόν  θανατώσωσι  τόν  μητρο- 
πολίτην  έχεΐνον,  δεύτερον  δε  ϊνα  μή  εισέλθη  τις  εις  τήν  έχχλη- 
σίαν  τών  ορθοδόξων,  κδν  χαΐ  θανάτου  απειλή  γένηται.  Ταύτα  φυ- 
λάςαι    όμώσαντες    έμειναν    εΙς    τους    αυτών    οίκους  χαΐ  έδίδασχον 

25  τους  παΓδας  αυτών,  λέγοντες  οδτω'  **  Τέκνον,  Τωμαΐόν  τίνα  μέ- 
γαν  ή  μικρόν  μή  χαιρετίσης•  καΐ  δν,  διαπερώντός  σου  έμπρο- 
σθεν της  εκκλησίας  αυτών,  παιδίον  τι  άρπάση  τήν  της  κεφαλής 
σου  καλύτττραν  καΐ  ρίψη  αυτήν  ένδον  της  εκκλησίας,  ού  μή  εί- 
σέλθης    λαβείν    αυτήν,    ϊνα  μή  μολυνθης  εισελθών.    Βέλτιόν  σοι 

30  άσκεπη  καΐ  γυμνόν  τήν  κεφαλήν  περιπατήσαι,  ή  είσελθεΐν  είς  τήν 
τών  ΐωμαίων  έκκλησίαν.  Μηδεμίαν  φιλίαν  ποιήσατε  μετ'  αυτών 
επίβουλοι  γάρ  είσι  και  εχθροί  ημών".  Τοιαύτα  καΐ  άλλα  πολλά 
έδίδασκον    τους  υιούς  αυτών    και    θυγατέρας,  και  ουδείς  είσήλθεν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  477  — 

ζΐς  την  των  ορθοδόξων  έκκλησίαν,  ουδέ  κάν  τη  έορτη  τοδ  πάσχα. 
ΚαΙ  ταύτα  μεν  οδτοΕ. 

Ό  δέ  μτ^τροπολίτης  Γεράσιμος  μαθών  τόν  δρχον  αύτων,  άλλα 
καΐ  δΙς  έπιβουλευθείς  προς  δολοφονίαν,  όναχωρήσας  έκ  τοδ  Χα- 
λβπίοϋ  παραίτησιν  το5  θρόνου  έποιήσατο.  Αποσταλείς  δέ  έχ  της     5 
Μεγάλης  Εκκλησίας    άλλος    ωκονόμησε    τά  πράγματα,  φιλιωθείς 
μετά   των  κατολίκων.    Τό  αύτο    έποίησε  καΐ  ό  Αντιοχείας  Σερα- 
φείμ• Έπαναστάντων  των  Ελλήνων  τω  ^αωκα'  (1821)  και  πάν- 
των των  τη  Όθωμα^ηκη  βασιλεία  ορθοδόξων  υπηκόων  έκπεσόντων 
της  πρώην  εύνοίας,  ευρον  καιρόν  άρμόδιον  οί  κατόλικοι  και  Ιφε-    10 
ρον  πάλιν  ιερείς  καΐ  έλειτουργουν  αύτοΤς  κρυφίως-  ό  δέ  πατριάρ- 
χης έγίνωσκε  μεν  τούτο,  ουκ  έτόλμα  δέ  ουδέ  λόγον  λαλησαι  τότε, 
ώς  μή  2χων  τό  εύπρόσωπον.    Οι  ουν  κατόλικοι    και  πάλιν  πολι- 
τικώς   φερόμενοι    εις   τήν  Δαμασκόν    έβάτυτιζον  τά  έαυτων  τέκνα, 
διά  των  ορθοδόξων  ιερέων    καΐ  δι'  αυτών  ηύλόγουν  τά  συνοικέσια    15 
και   ένεταφιάζοντο,  άλλ'  εις  την  έκκλησίαν  όλιγότατοι  άττηρχοντο. 
Αποθανόντος    δέ    του  Σεραφείμ    έψηφίσθη  πατριάρχης  Μεθόδιος 
ό  άπό  της  Πάρου    καταγόμενος,    δς  μάλα  καλώς  ποιήσας    παρη- 
τησατο    βαπτίζειν    στεφανουν  εις  γάμον  καΐ  θάπτειν  τους  κατολί- 
κους*  διελογίσατο  γάρ   εις  εαυτόν  και  Ικρινεν  ως  έχέφρων  άσφα-    20 
λέστατα,  εΙπών  "  Κακώς  ποιουμεν  δίδοντες  τά  άγια  τοις  κυσι  και 
τους  μαργαρίτας    βάλλοντες    έμπροσθεν    τών  χοίρων  βατυτίζοντες 
γάρ  καΐ  ευλογουντες  τους  χατολίκους,    έτι  δέ  και  θάπτοντες,  πα- 
ριστώμεν    αυτούς    τέκνα    της    ορθοδόξου    εκκλησίας.  Άλλα  δηλον 
δτι  αυτοί  μητέρα    εαυτών  μόνην  τήν  Τώμην  γνωρίζουσι,   τήν  δέ    25 
όρθόδοξον    καταδιώκουσιν.  ^Αρα    ουκ  εισι    τέκνα,  άλλ'  έχθροΙ  και 
επίβουλοι,  ώς  άποστάται  άσπονδοι,  καΐ  κατά  άλήθειαν,  κατ'  έμήν 
γνώμην,  κακώς  έποίει  ή  ανατολική  εκκλησία  δίδουσα  τοΓς  τοιούτοις 
τά  μυστήρια,    βάπτισμα    χρίσμα    γάμον    καΐ  πολλάκις  εόχέλαιον, 
έκτος  μόνον  έάν  εΤπωμεν,  δτι  οικονομικώς  έποίει  ταύτα,  άπεκδε-    30 
χομένη    τήν  έπιστροφήν    αυτών,    ήτις    ουκ  έγένετο  μέχρι  τοΰδε, 
ουδέ  γενήσεται.  Γενοίμην,  Κύριε,  ψεύστης  κατά  τοοτο"". 

'^Ηλθεν  δμίος  καιρός  και  σινιασθέντος  του  σίτου  έχωρίσθησαν 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  478  — 

τά  £χυρα  άπο  τούτου  καΐ  τα  ζιζάνεα*  διότΓ  τω  1829  έξβδόθη 
ορισμός  της  Πόρτας  συγχωρών  τό  ελεύθερον  της  θρτυσκβίας  των 
κατολίκων,  τόσον  των  ες  Αρμενίων,  δσον  καΐ  των  εκ  των  ορθο- 
δόξων, καΐ  ούτως  ήρζαντο  ιυαρρησιάζεσθαί  οί  τούτων  ιερείς.  Περί 

5  δε  τό  1832  δι'  άδειας  του  Ίμβραΐμ-πασα  Αιγυπτίου  καΐ  ναόν 
μέγαν  εις  τήν  Δαμασκόν  ωκοδόμησαν,  άλλα  δη  και  εΙς  τό  Χα- 
λέπιον  καΐ  άλλαχου,  καΐ  τοιουτοτρόπως  έμειναν  έπειτα  έζιδιασμ^να 
εις  ίδίαν  ην  έζελέζαντο  μάνδραν  τά  ψωριώντα  ταύτα  πρόβατα. 
Τω  δε  1834    και    οι  εν  Ίόττπη  γραμματείς  και  έμποροι  κατόλι- 

10  κοι,  πλούσιοι  δντες,  εΐ  καΐ  ολίγοι,  άλλ'  ουν  ϊσχυσαν  οίκοδομησαι 
κάκεΐ  ναόν,  ον  και  τέμπλοις  και  είκοσι  κατεκόσμησαν.  Τω  δέ 
1839  ό  έν  Ιερουσαλήμ  γραμματεύς  του  πάσα  μετά  του  αύτα- 
δέλφου  αύτου,  πλουσιώτατοι  δντες,  υπερασπιζόμενοι  υπό  του  εν- 
ταύθα Γαλλικού  προξένου  ήγόρασαν  δνα  κήπον,  πλησίον  δντα  της 

15  μονής  του  Άγιου  Δημητρίου  και  ήβουλήθησαν  οίκοδομησαι  αυτόθι 
ναόν  καΐ  μοναστηριον  των  κατολίκων,  δντες  καΐ  αύτοι  τοιούτοι. 
Άλλα  της  Παλαιστίνης  και  πάσης  Συρίας  άφαιρεθείσης  άπό  της 
ΑΙγυ-πτιακης  εξουσίας,  έκωλύθησαν.  Τω  δέ  1824  βουληθέντες 
πάλιν    τούτο    ποιησαι,    έκωλύθησαν  ύπό  των  ενταύθα  Φρατόρων, 

20  μη  θελόντων  είναι  έν  Ιερουσαλήμ  άλλην  έκκλησίαν  κατολίκων, 
ατε  δή  πολλά  ύποτοπαζόντων.  Άλλ'  6  έν  Ιερουσαλήμ  νυν  Γαλ- 
λικός πρόξενος,  αυτών  υπερασπιζόμενος  δλαις  δυνάμεσιν,  Ιγραψε 
τω  παπα,  έγραψαν  δέ  καΐ  οί  κατόλικοΐ'  άπεκρίθη  δέ  ό  πάπας 
αύτοϊς  τε  καΐ  τω  προξενώ  λόγοις  χρηστοΐς•  έγραψε  και  τοις  Φρά- 

25  τορσι  μή  έναντιουσθαι  δλως  τοις  τοιούτοις  κατολίκοις,  άλλ'  έαν 
αυτούς  έχειν  ϊδιον  ναόν  δπου  θέλουσι,  και  ψάλλειν  τάς  ακολου- 
θίας αύτων  εις  τήν  ίδίαν  γλώσσαν,  δηλαδή  άραβιστί,  συνεορτά- 
ζειν  δέ  μετά  των  Γραικών  τό  πάσχα  και  τάς  λοιπάς  έορτάς, 
δεσποτικάς  τε    και  θεομητορικάς,  ως  ευρέθη    έκπαλαι,  καΐ  άλλα 

30  πολλά•  έφ'  οΤς  ένδοσάντων  τών  Φρατόρων  ήρξατο  οΙκοδομεΤσθαι 
βασιλικώς  ό  περίβολος  του  μοναστηρίου  κατά  τόν  παρελθόντα 
μάιον  του  ένεστώτος  έτους  1844,  χαΐ  οικοδομείται  τανυν,  έπι 
προσχήματι  δμως  και  λόγω,  ουχί  μοναστηρίου,  άλλ'  οΤκου. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


XIV. 

ΑΝΘΙΜΟϊ  ΜΟΝΑΧΟϊ  ΤΟϊ  ΕΞ  ΑΓΧΙΑΛΟϊ, 
γραμματέως  του  ΚθΕνο5  του  Παναγίου  Τάφου  ^ 


Περί  των  τριών  ιερών  λίΰων  τών  προχειμ-ένων  εί;  άσ^ασμόν  ένδον  του   ίερου 
ναού    της  αγίας    θέχλας    *,    όκοίοί    ε'ισί    και  πότε    έτέίΗ]σαν  εχεΐ  έμβαίνοντι 

•    δεξιόθεν. 


Ό  μέν  πρώτος,  έν  ώ  έπιφαίνονται  τυπωμένα  ως  εις  κηρόν 
δύο  βήματα,  άφηρεθη  άπό  τα  "Αγια  των  Άγιων  υπό  τών  έχεΐσε 
εΙς  άνακαινισμόν  πετυτωχότος  μέρους  συναχθέντων  υπό  της  εξου- 
σίας μαϊστόρων  χριστιανών,  οΐτινες  εχπαλαι  χατά  διαδοχήν  είχον 
την  γνώσιν  ταύτης  της  πέτρας  υπό  τών  προπατόρων  αυτών,  υιός  δ 
άπό  πατρός,  δτι  εισι  βήματα  του  κυρίου  χαί  σωτηρος  ημών  Ιη- 
σού Χρίστου•  άφηρέ&η  δε  τω  ^αωλγ'  μαΐου  η',  και  ούτω  μετ' 
εύλαβείας  έφέρθη  καΐ  έναπετέθη  έχεΤσε  εις  προσχύνησιν  και  άγια- 
σμόν  τών  άσπαζομένων,  έπιτροπευόντων  του  αγίου  Πέτρας  κυ- 
ρίου Μισαήλ,  του  αγίου  Ναζαρέτ  κυρίου  Δανιήλ  καΐ  του  αγίου  10 
Αύδδης  κυρίου  Δοσιθέου. 

Ή  δέ  άλλη,  ή  δευτέρα,    ή  χαΐ  μεγίστη    (πέτρα),    ήτον    κει- 
μένη εκπαλαι  ένδον  του  Πραιτωρίου,  8  έστι  του    Σεραγιου*    ήτον 


'  Άντεγράφη  εκ  του  πρωτοτύπου.  Κώδιξ  τών  πρωτοσυγκέ>7.ων  του  Παναγίου 
Τάφου,  φυλαττόμενος  έν  τω  άρχείω  του  Πατρ'.αρ/είου  τών  ""ίεροσολύμων,  φ.  Ιΐββ. — 
•  Ναός  έν  τω  μιεγάλω  μ,οναστηρίφ  της  έν  Ίεροβολύ}χοίς  *Αδελφότητος  τών  Άγιοτα- 
φιτών  Πατέρων. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  480  — 

δέ  και  γλυμμένη,  ώς  νδν  Ιχβι  καΐ  όραται*  ην  δε  καΙ  εις  τιμήν 
παρ'  αύτοΤς  τοις  Όθωμανοΐς  καΐ  κανδήλα  ήν  άπτομένη  έπ'  Λύ- 
της• άλλα  καΐ  οί  Φράγκοι  εΤχον  ?θος  δπαζ  του  ένιαυτου  δια  δό- 
σεως χρημάτων  είσέρχεσθαι  έκεΤσε  καΐ  έπιτελεΐν  τήν  σφών  λει- 
δ  τουργίαν  ή  λιμουργίαν  έπ'  αύτης  της  ίερας  πέτρας,  Ι^ν  τίνα  λόγος 
έχει  είναι  αυτήν  ταύτην  τήν  ττετραν,  έφ'  ης  καθεζόμενος  ό  Κύ- 
ριος ημών  έκρίνετο  ύττο  του  Πιλάτου.  ΚαΙ  αληθώς  (ούτως)  Ιχει. 
Κατά  το  ,αψτυη'  (1788)  έτος  σωτήριον,  εΤς  μουσελήμης  φιλίαν 
έχων  ειλικρινή  μετά    του  ημετέρου    δραγουμάνου,    του    μακαρίτου 

10  Άβερκιου,  άφείλετο  εκείθεν  καΐ  έν  βαθύτατη  νυκτί,  έν  άωρι'α, 
άπέστειλεν  αύτφ,  εις  τό  μοναστήριον,  προς  ενδειζιν  της  αύτοδ 
φιλίας.  Ό  αυτός  Ιερός  λίθος,  8ν  τίνα  κυρίως  θρόνον  καλώ  του 
Κυρίου  μου,  καΐ  θαύμα  έπεδείζατο  φρικτόν  μετά  τήν  τριήμερον 
αύτου  είσκομιδήν,  ώς  πάνυ    εύλαβώς    καΐ    φιλαλήθως    διηγήσατό 

15  μοι  ό  αυτόπτης  και  αύτήκοος  ευλαβέστατος  και  πανοσιώτατος  έν 
ίεροδιακόνοις  κυρ  Καλ).ίνικος,  παρά  τω  μακαρίτη  έκείνω  τότε  δια- 
τελών  έν  σχήματι  υποτακτικού•  έζιστορήσατο  δέ  μοι  μετά  με' 
χρόνους,  8  έστιν  ήδη,  δτε  καΐ  γράφω. 

Ή  δέ  τρίτη,    ή  και  τών    δύο    μικρότερα,  εστί    μέρος  έκ  του 

20  άποκυλισθέντος  λίθου  έκ  της  θύρας  του  Μνημείου  υπό  του  αγγέ- 
λου, δπερ  έν  τη  άνοικοδομη  του  ίερωτάτου  ναού  άπέσπασεν  ό 
τότε  πρωτομαΐστωρ  Κομνηνός  κάλφας,  δ  δέ  άγιος  Πέτρας  κύριος 
Μισαήλ  λαβών  έναπέθετο  έκεΤσε  εις  προσκύνησιν  και  εις  άγιασμόν 
τών  μετά  πίστεως    και  εύλαβείας   προσιόντων    καΐ    άσπαζομένων. 

25    αωλγ'  ίουνίου  δ'. 

Ό  γραμματικός  "Άνθιμος, 


(Του  αύτου)  ', 

Τω  ^αωιθ'    ετει,  μαρτίου    κζ',    έκαμεν    εις    Ιερουσαλήμ    τήν 

θριαμβευτική  ν  του  εΧοο^^  ό  Σάμ-βαλησι  ΣαλΙχ- πάσας,  πατριαρ- 

30   χουντος  του  κυρίου  Πολυκάρπου,  έπιτροπευόντων  δέ  του  τε  αγίου 

'  Έχ  του  αύτου  χώ^ιχος,  φ.  65. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  481  — 

Πέτρας  χυρίου  Μισαήλ  χαΐ  τοδ  χυρίου  Προχοπίου  (Άράμπογλου). 
Κατεφέρθη  τότε  ημών  πάνυ  σχληρ&ς;  άλλα  τη  θεία  άντιλήψει 
χαΐ  τξ  βαθεία  φρονήσει  των  προϊσταμένων  έματαιώθησαν  αι  χα- 
χο^οοΚίοίί  αύτοδ•  δθεν  χαί  τά  σχόλια  μετεβλήθησαν  εις  ευθείας 
οδούς  χαΐ  τότε  έλάβομεν  την  αδειαν  χαΐ  έχτίσαμεν  την  Καμάραν 
παρά  τη  άρχαί^.  Της  δέ  χατά  την  Άγίαν  Βηθλεέμ  οίχοδομης  τόν 
θεμέλιον  χατεθέμεθα  τη  ζ'  του  Σουνίου,  έν  ήμέρςί  αΙσίως  Παρα- 
σχευη,  εις  τόν  εζωθεν  του  μοναστηρίου  (ανεγερθέντα  Ξενώνα• 
έλαβε  δε  χαΐ  αυτός  το  αϊσιον  τυερας  περί  τά  μέσα  του  δεχεμβρίου* 
έν  ταύτώ  χαΐ  πάντα  τά  πέριξ  έκαλλωπίσθησαν,  έλιθοστρώθησαν 
χαΐ  τά  πάντα  άνεκαινίσθησαν.  Συγχρόνως  έγένετο  χαΐ  ή  των  έν 
τω  πανσέτττω  ναω  τέμπλων  άναστήλωσις  και  περιχρύσωσις,  ετι 
και  ό  άνακαινισμός  και  καλλωπισμός  δλου  του  πατριαρχείου,  οΤον 
πλακόστρωσις,  οικίσκων  προσθήκη  και  απάντων  τών  όνδάδων  έπΙ 
τό  κρεΐττον  μεταβολή,  έπΙ  υγεία  και  αναπαύσει  της  ίερας  Άδελ- 
φότητος,  ως  νυν  όραται. 


ΤΕΛΟΣ  ΤΟΪ  ΔΕΥΤΕΡΟΥ  ΤΟΜΟΥ. 


31 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


διορθώσεις  εν  τωι  πρωτωι  τομωι. 


α')  Προσθήχαι.  Σβλ.  γ'.  Τον  βίον,  ον  εγραψεν  Ανδρέας  ό  Κρή- 
της, ώς  ομολογεί  τοϋτο  του  χώδιχος  ή  επιγραφή,  ευρον  χαι  εν  έτέρψ  χώδιχι 
(Οοίδΐίη.  108,  ί.  116.  Μοηΐίαυοοη  ο.  185).  Έν  τούτψ  μέντοι  λείπει  το 
δνομα  του  συγγραφέως. — Σελ.  δ'.  Της  έλληνιχής  ερμηνείας  του  βίου  Αμ- 
βροσίου του  Μεδιολάνων,  δν  έγραψε  λατινιστι  Παυλινος,  έτερον  άπόγραφον 
ευρον  έν  χώδιχι  Παρισιαχφ  (οοά.  1461,  ίοΐ.  63)•  δήλοι  δέ  τοΰτο  ΜΠΙβΓ 
έν  ί)ποσημεΐώσει  τινί  (ΟΛί&Ιο^ιιβ  (1β8  Μ88  βΐΈΟδ  άβ  ΓΕδουη&Ι, 
σ.  268). — Σελ.  ιγ'.  Προς  τον  Δουχίτην  Ιγραφεν  έπιστολάς  χαι  Θεόδωρος 
ό  Τρταχηνός,  ων  εξ  έδημοσίευσεν  ήδη  !,&  ΡΟΓίβ  άυ  Τΐΐβίΐ  (Νοϋοθδ  β1 
βχίΓδίίΙβ  άθ8  ιη&ηυ8θπΐ8  κτλ.  ΡΛη8  1800,  τ.  VI,  σ.  7,  10,  11,  21, 
84,  37,  41). —  Σελ.  245,  6.  Έν  έγγράφψ  τινι  (1337  ?)  άναγινώσχω• 
«Έγώ  ό  δούλος  του  κραταιού  και  αγίου  ημών  αυ&έντου  και  βασιλέως 
σεβαστός  Ιωάννης  ο  Τρίχας  ομνύω»  χτλ.  (ΑοΐΛ  ΡαΙΠΛΓΟίΐΛΐυδ  Ι,  σ.  170). 
Όρα  και  σελ.  257  τούτου  του  τόμου  των  Αναλέκτων. 

β')  Παροράματα  και  διορθώσεις.  Σελ.  ια',  26  γράφε  έστι — 
ιγ',  19  γρ.  έκολόβωσε  —  Σελ.  1,  4  γράφε  κατά  τον  κώδικα  «μάλλον, 
ου»  II  11  γρ.  ανιστόρητα  τψ  —  2,  2  εύκ]  γρ.  ουκ  —  3,  1  γρ.  προστή- 
σομαι   τον  ||  14    γρ.    θαρρήσαντα.    "Εν&εν  —  4>    20   γρ.    έντυγχάνοντα  || 

26/27  γρ.  ενεφάνισε,  τούτφ  δή παρέχων  (ώς  ό  κώδιξ  έχει  καλώς)  — 

6,  25  γρ.  αυτών  ||  29  γρ.  άρρύπαρον  —  7,  17  γρ.  προσενέγκαντας  (κατά 
τον  κώδικα)  —  8,  26  γρ.  άλισγημάτων  —  19,  24  γρ.  εϊπωμεν  ||  26  γρ. 
αγνοείτε  (χατά  τον  χώδικα)  —  21,  14  γρ.  έκζητήσουσιν  ||  23  γρ.  Τί;  θέ- 
λεις II  25  γρ.  ύποβεβλημένης,  οΐ  ||  27  γρ.  κληρουχία,  ούτως  ||  30  γρ. 
προστρεχόντων  οριον  —  22,  21  γρ.  αναστήσω  —  23,  23  γρ.  δικαιοσ»> 
νην  —  26,  4  γρ.  παρήγγειλεν  —  29,  30  έξιόντων]  γρ.  έξόντων  —  30,  7 
γρ.  ύφέξομεν  —  32,  1  γρ.  μητρός  (και  της  αδελφής),  ή  το  της  || 
6  γρ.  επάγγελμα,  λοιπόν  ||  25  γρ.  έρρητόρευσεν  —  33,  13  γρ.  εαελέν 
τε  II  30  γρ.  έφίεντο — 36,  3  γρ.  αναφορά — 38,  16  γρ.  ώς  «και  ||  27  γρ. 
έξώρμησεν  II  28  γρ.  καταστήσαι  —  40,  27  γρ.  αύτου — 41,  6  γρ.  ω  (κατά 
τον  χώδικα)— 44,  22  γρ.  μάρτυρας — 45,  18  γρ.  κιστέρνη  —  50,  25  γρ. 
έν  αύτώ  —  55,  8  γρ.  έξείργασμαι;  —  64,  24  γρ.  εκείνον  (ώς  έν  τώ  κώ- 
δικι)  τόν  τόπον  χτλ. — 65,  20  γρ•  ζηλοτυπία — 66,  25  γρ.  άφεί&ησαν — 67, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  484  — 

29  γρ.  τίνος,  δς — 81,  8  γρ.  ανιόντα — 90,  27  γρ.  παρβιοενεγχωσι — 99, 
13  γρ.  άπ8[θαν6ν]"  αυτός,  7Γροσδ8οντ[ι  αυτψ]  του  υπεραπο&νήσχοντος  — 
101,  2  γρ.  ή  επαθεν  καί,  δσα  λέγει  ή  &ε{α  Γραφή,  πάντα  ||  4  γρ.  ί>π6ρ 
ημών; — 102,  14  γρ.  7αρ{σα[σ&αι]  —  108,  28  γρ.  μετανόησαν — 109,  1  γρ. 
Πρόσσχβς  II  29  γρ.  θαυμασίοις — 110,  26  γρ.  φραγελωΟ-^ — 121,  8  γρ. 
απατώ — 131,  33  γρ.  Θωμά — 134,  7  γρ.  ουρανίου  Ιερουργοί, —  144, 
13  γρ.  έπιτεθεντα — 147,  4  τάς]  γρ.  της — 148,  18  γρ.  ώσεί  τινβς — 
149,  19  γρ.  χατησχυμμένον  ||  20  γρ.  σίδηροι  ||  31  γρ.  έβόων — 151,  31  γρ. 
αγκύρων — 152,  10  γρ.  διέξοδον,  δι'  ων  ||  11  γρ.  καττβσχυμμένοι  ||  27  γρ. 
έακίρτων — 157,  30  γρ.  έκυβι'στων— 158,  22  γρ.  προσγείων — 159,  7  γρ. 
όψέ — 163,  18  γρ.  καλώς,  δπερ  ||  19  γρ.  έξίκοιτο,  και  ||  27  είδοίη]  γρ. 
ειδώς — 164,  25  γρ.  τόδε  θειας αληθώς — προς  ||  26  γρ.  άγίοο — πάν- 
τως II  27  γρ.  συναίρεται  και — 165,  6  γρ.  προαγορεύει  ||  32  γρ.  εκ  της — 166, 
6  γρ.  κύκλφ  ||  21  γρ.  συνετράφη — 167,  21  γρ.  μετακληθεις  ||  31  εΙς]  γρ. 
ει — 168,  16  γρ.  λοχίαν  ||  31  γρ.  μεταστήναι,  άχρι — 169,  1  γρ.  μοίρας, 
οΐ  II  12  γρ.  μέλλοντα,  και  ||  16  γρ.  εϊη,  έπι  ||  21  γρ.  απείρου,  της  ||  22  γρ. 
φύσεως,  τοΰτο  — 170,  25  γρ.  λΎΐ\ιατος — 171,    21  γρ.  προσκτηθείς,  εκ  || 

24  γρ.  δεξιότητος•  ποίησον — 172, 15  γρ.  χάριν;  ||  31  γρ.  έτεροιος — 178, 
6  κα]  γρ.  και  ||  8  γρ.  κεκόσμηται  ||  18  γρ.  κατάμαθε'  προς  ||  21  πλα- 
στουργήσαντος — τούτου  ||  23  γρ.    βουλομένου,    πέπεισο  ||  24  μοι]  γρ.  με  || 

25  γρ.  ήξίωσας  ||  32  γρ.  προτιμήσομαι — τί  γαρ — 174,  1  γρ.  καττιτέρινα; — 
τα  δε  ||  2  γρ.  άλλάξομαΐ'  και  ||  17  γρ.  δεινών,  καμίνων — 175,  25  γρ. 
άπεριτρέπτου  ||  26  γρ.  δαίμονα*  τάχ'  ||  31  γρ.  δηγμάτων — 176,  27  γρ. 
παρελαμβάνετο,  καί  που — 177,  1  γρ.  έπιγανύμενος  ||  7  γρ.  αύχών,  ούτος — 
179,  3  γρ.  Ξυνίστασό  μοι  ||  27  γρ.  εΐ  οΐόν  τε  ||  30  ή]  γρ.  ει  (ώς  ο  χώ- 
διξ)— 180,  28  γρ.  δνομα— δια  ||  30  γρ.  δακτυλίου  (εκεκλόφει  ||  32  γρ. 
Αουπος)  πολλάς  — 181,16  γρ.  Τί  γουν;  άπείποιμι  ||  18  γρ.  ωφελίμων; 
ωφέλιμα  ||  20  γρ.  μακάριον  και  ποίας  ||  32  γρ.  διάσημος,  το — 183,  10  γρ. 
τελεσ&έντων — 186,  16  γρ.  άπετόλμησεν, — άλλα  πώς  αν  άνασχοίμην  προβ- 
νεγκών; — ώς  κτλ. — 188,  15  γρ.  καδαπερεί  τινας  ||  17  γρ.  τοιαίδβ  (ως  ο 
κώδιξ  έχει)  ||  20  γρ.  στερρότατα — ων  ||  21  γρ.  βολίδες— γέρας  ||  80  γρ. 
φόντο  εκ  ||  31  γρ.  φυλάττεσθαι — του  πυρός — 189,  2  γρ.  επελθόν  (κοττά 
τον  κώδικα)  ||  10  γρ.  ελλιπής,  άνασκοποΰσι•  τά  ||  11  γρ.  καλλωπισμον 
ανευρίσκεται  ||  23  γρ.  προσοχών — 194,  24  γρ.  δεινά; — και  ||  26  γρ.  πα- 
ρακλήτορα,  ρΰσαί  με  κτλ. — 196,  27  γρ.  θεοπρόπους — 197,  19  γρ.  έκβί- 
νοις  Δημήτριον,  ους  δη  ||  24  γρ.  έκκεκαυται";  κάκείνους  ||  25  γρ.  ισχυρί- 
σασ&αι'  και  αυ&ις — 198,  21  γρ.  άναρριχασ&αι — 199,  10  άφεθέντων 
(ούτως  ό  κώδιξ  έχει)  ||  27  γρ.  ποικιλλομένην  ||  29  γρ.  όμίχλην— 203,  2  γρ. 
προανακόπτει  II  17  γρ.  καινά  — 204,  1  γρ.  έπ' ||  5  γρ.  άπειλήφειν — 205, 
16  γρ.  προθέσεως*  και  ό  μάρτυς•  "  όπως  ||  17  γρ.  στείλασθαι  "•  ||  18  γρ. 
προσκόπτοιμι  ||  31  γρ.  συμβάν  τι — 208,    23  γρ.  δεσποτικής  (δεσποτείας  || 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  485  — 

24  γρ.  διάφορον), — 210,  4  γρ.    παρίημι•    αίσχύνομ^ι  ||  6   γρ.  προ;  δν  — 
212,  2  γρ.    αττα  ||  3    γρ.   Σβναχβρβίμ,    χαΐ  ||  4  γρ.  θεσσαλονίκης  και  || 
32  γρ.  πολιορκητού — 213,  18  γρ.  άλλήλας  ||  31    γρ.  διαλίποις    (δβόμβθά 
σοο  II  32    γρ.    ικετβύομεν)  —  215,    2    γρ.    σονενοικίσαι  —  390,  18  γρ. 
ιχέτας  (κώδ.  οΐκέτας). — 405,  1  γρ.    απόστολος,    παρά  ||  2    γρ.    μοστηρίφ, 
και  II  10  γρ.  διάστασιν,  σονάδοντες  ||  18  γρ.  παρέστησαν,  εϊπερ— 406,  24  γρ. 
επιλογιζόμενος  και  δπα>ς  ||  25  γρ.  βέλτιστα*  ϊσασιν — 407,  7  γρ.  έννοών  || 
19  γρ.  κορυφουται — και  εμφ.  δ  φασι  πόλ.  ανεγείρεται  και  "Αδερ  τις  κτλ.  || 
22  γρ.  ηυλίσατο — 409,  10  γρ.  έπιπέσοιεν — 411,  24   γρ.  θεός — θεοδ  || 

25  γρ.  ένυπόστατος — και  ||  27  γρ.  δνομα — και  ||  31  γρ.  άπάρξασθαι,  ορά — 
415,  2  γρ.  έναλώμενος  ||  3  γρ.  ώραις  ||  12  γρ.  έγενηθην  —  416,  8  γρ. 
διηγκωνισμένοι  ||  15  και]  γρ.  αΐ  ||  22  γρ.  Ό  δ' — 417,  12  γρ.  άπαγαγειν, — 

σομπεφων μετενεγκεϊν — προς  δε  κτλ. — 418,  3  γρ.  μεταστασι  ||  6  γρ. 

σπένδοντες  ||  31  γρ.  άρύσασδαι — 426,  23  γρ.  όλιγάκις,  οι)  ||  26  γρ.  κοι- 
νόν — 428,  31  γρ.  πλησμονή — 431,  30  γρ.  έπειτα  καΐ  τάδε  γράφω  |  τολ- 
μηρώς  προς  τον  δεσπότην.  |  ΑΙχμαλωτισ&εισαν  κτλ. — 432,  στίχ.  118  γρ. 
καινά — 434,  234  γρ.  πείση  ||  248  γρ.  σωτηρία  ||  250  εΐσόδοος*  δώσει  κτλ. 
Έν  τψ  άνεπιγραφφ,  στίχφ  3  γράφε  «δρόσοις» — 486,  5  γρ.  ώ  βασιλέα — 
437,  31  γρ.  του  λαγωοδ— 438,  11  γρ.  άνδρφον — 440,  5  γρ.  πλη&ος  || 
13  γρ.  ψκησε,  μόνφ  ||  15  γρ.  λέγοοσα  (κατά  τον  κώδικα)  ||  28  γρ.  ποίος 
αν  ειπείν  βροτών  έζισχυσειεν; — 441,  22  γρ.  ήλοε  τη  ψοχη — 442,  4  γρ. 
τήν  εξ  ύψους — 445,  22  γρ.  κατηφιώντο  (κατά  τον  κώδικα) — 446,  25  γρ. 
τη  περιούση  νυκτι — 448,  4  γρ.  νενομισμένους  ||  17  γρ.  βοράν  τοΙς  κυσΐ 
παραδώσω — 450,  26  γρ.  δημεγερσίαις  δτι — 466,  15  γρ.  ταύτα*  ως  κτλ. 

γ')  Διορ&ώσεις  τοδ  κ.  Γαβριήλ  Δεστοονη,  φιλοφρόνως  άνακοινω- 
θεΐσαί  μοι.  390,  1  τη  έπιφανεία]  κωδ.  «τήν  έπιφάνειαν»  ||  16  γίνεσβαι] 
κωδ.  «λέγεσ&αι» — 388,  30  πεπλοκότα]  κωδ.  «πεπλανηκότα» . 

δ')  Διορθώσεις  του  κ.  Ο.  νοη  (χθΙ)1ι&Γί;  (Οβηίβοΐΐθ  ΙιϋΙβΓαΙυΓΖβίίυηκ. 
1893,  ΧΙΥ,  σ.  887).  Σελ.  387,  12  έστιν  ή]  Ιστ'  ή  ||  16  γενέσθαι]  κωδ. 
λέγεσθαι  ||  17  άνομου,  ου  Άντίχρ.  λέγ. —  388,  28  γρ.  της  <έν  τφ  ίύλψ) 
υπακοής. 

ε')  Διορθώσεις  του  φιλολόγου  κ.  Ε.  ΚπΓΐζ,  άνακοινωθεΐσαί  μοι 
παρ'  αυτού  φιλοφρόνως  επ'  ωφελεία  των  άναγινωσκόντων  τα  έν  τφ  πρώτφ 
τόμφ  σεσωρευμένα  κείμενα*  συνανεκοίνωσε  δε  ταύταις  καί  τινας  άναγνω- 
στικάς  έπιστάσεις,  αξιόλογους,  καταμηνυουσας  τήν  αυτοΰ  μετά  προσοχής 
αξιοθαύμαστου  των  προτετυπωμένων  άνάγνωσιν*  εφ'  φ  χάριτας  ομολογώ 
νυν  δτι  πλείστας  αυτφ.  —  Σελ.  1,  1  προσβαίνειν]  κωδ.  «προβαίνειν»  — 
3,  15  έπ'  ευγενεία]  κωδ.  «έπιγενεία». —  5,  18  ύπαλλαγής]  κωδ.  «απαλ- 
λαγής» —  6,  13  τήν  περί]  κωδ.  «περί  τήν».  —  7,  27  ελεγον]  κωδ. 
«ελέγχων».  —  9,  2  έπέσταλκεν]  κωδ.  «άπέσταλκεν»  ||  17  ων]  κωδ.  «περί 
ων».   —  22,  27  άνθρώπψ]    κωδ.    «άγίψ».  —  23,  80  σαλπίζεται]    κωδ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  486  — 

«σχορπίζεται» — 24,  8  εκροψεν]  χώδ.  «Ιρριψβν». — 25,  1  (οοδ')  δτι  χτλ. — 
27,  10  Τωρωναίων]  κωδ.  «των  ρωμαίων».  —  28,  23  τά  (τβ/.  —  29,  25 
χηπ8ϋμάτων=:1ιθΓΐοηιΐη]  χώδ.  «κινημάτων» — 30,  5  ψβοδές  τι]  χώδ.  «ψεο- 
δέσι.  —  32,  12  προσηχειν  ||  30  τούτον]  χώδ.  «τούτων». — 84,  27  δς  της] 
χώδ.  «δσης». — 52, 11  ως  εΐ  μη]  χώδ.  «δς  ει  μη»  ||  12  δρα]  χώδ.  «γαρ»  — 
66,  26  ήλαντο]  χώδ.  «ειλαντο». —  67,  2  ήλθεν]  χώδ.  «εΐδεν»  —62,  2 
φήμην  (άχούσασα)  —  69,  25  σπένδειν]  άττόγρ.  «σπεόδειν.  —  72,  6  οδτως 
(ταπεινός  έγένετο),  ως  οάβΓ  1)β88βΓ  σου»  (ταπεινός  έγένετο)  έπΙ  βΙΟ.  || 
18  άπεδίδου]  χώδ.  «έπεδίδοο». — 73,  3  ευπορίαις,  (ούτε  εν  άπορίαις)  σμι- 
κρύνεται II  10  πρώτον]  κώδ.  «πάντων». — 85,  6  ΙΐίηΙβΓ  παρακαλεΐν  εαυτόν 
(οοά.  αυτόν)  βίηβ  Ιαοΐεβ,  νβίοΐιβ  άΐβ  Ι&ΐβίηίβοΐιβ  \νοΓΐβ  κέ  εσίτβύ  Μβ 
αί  Ιίΐηιβη  ιιΐη&88ΐ;.  —  86,  9  χάν  άλλοις]  κώδ.  «καΐ  άλλοις».  —  $7,  19 
αΤρω=1ιοΐ1;θΓ.  Ηβ8γο1ΐ.  αΐρειν,  έγείρειν]  κώδ.  «αιρώ»  ||  29  φρονών  (ου). — 
98,  3  νιχητικός]    κώδ.   «νικητικώς» — 103,  19-21  εΐ  (οοά.  ή)  δε  βπι  τη 

μια   (οοά.   επιτιμία) πονηρευμάτων,    τις    αν  λοιπόν  βΙΟ.  ||  23  τόπου] 

κώδ.  «τόπου».  — 110,  6  οοά.  περί  του  αυτου=(1β  βαάβιη  Γβ.  —  118,  4 
λαμπρά  (και)  καυστική. — 145,  4  αυτού]  κώδ.  «έαυτο!5». — 149,  6  αυτοί^ς] 
κώδ.  «αυτοΐς»  ||  6  πραγματευτών]  άπόγρ.  «πράγματα  τών».  —  150,  11 
ήκροβόλιζε]  άπόγρ.  «ήκρψολόγιζε». — 151,  13  έπελθόντες]  άπόγρ.  «απελ- 
θόντες».— 163,  19  δεκτών]  κώδ.  «δεκτόν»  ||  27  ΰπείκειν  [αυ]τών  άρετη. — 
166,  28  την  (εν)  Διβάνφ.— 167,  33  τιηά  168,  1  ?ϋΓάβ  ίοΐι  1ίβΙ)θΓ  άίβ 
8.  487  αη8β8βΙ)βηβη  Αηάβηιηββη  τιηΙβΓί&δββη.  ΟβΓ  Νλο1ι8λΙζ  ζυ  έπεί 
1)β8ίηηΙ  βΓ8ΐ;  ΐηίΐ  ουδείς — 170  3,  αν&ρωπος? — 174,  11  ύποίσων]  κώδ. 
«υποίσειν». — 183,  13  τελεστοόντων?]  χώδ.  «τελεσ&έντων» — 192,  9  άνέ- 
στραπται]  άπόγρ.  «άντέστραπται». — 193,18  συνεϊραι?]  χώδ.  οσυναραι»  || 
20  επιχέλεσ&αι]  άπόγρ.  «έπικαλεσ&αι» — ^205,  4  (ουκ)  άγνοών.— 391,  26 
χρυσοπλάκωτε]  Καλίστη  διόρθωσις  άντι  του  εν  τφ  κώδικι  «χρυσοπλοκώ- 
τατε»•  παράβαλε  μεντοι  το  έξαποστειλάριον,  δπερ  άνεκοίνωσα  τη  Βγζαηΐ. 
ΖβϋδοΙιπΛ  II,  1898,  ο.  608.— 418,  2  άλλ'  ώς]  κώδ.  «άλλως»  ||  4  συν- 
επελάβοντο]  κώδ.  «συνεπεβάλοντο».  —  433,  139  συν]  άπόγρ.  «ου».  — 
436,  1  'Άν  άγγελος  άπ'  ουρανού  κωλύη  την  άγάπην  ||  3  κατάστερον]  άπόγρ. 

«κατά  πτερόν». — 439,  15-17  μάλλον  ή  οίκεΐν ενδουναι απώλεια, 

πάντα  πτωχοίς  κτλ.— 441,  18  Φ[αντασμό]ς  δε  αύτη  κτλ.— 446,  7  ευρον] 
κώδ.  «εύρόντες». 

δ')  Γ  ρ  α  φ  ι  κ  α  ι  ρήσεις  και  π  α  ρ  ο  ι  μ  ι  α  ι  κοινωθεισαί  μοι  παρά 
του  κ.  Κητίζ-  —  Σελ.  3,  2  χαν  γαρ  τις-λογισ&ήσεται]  Σοφία  Σολομ.  θ', 
6.— 10,  12  επουρανίων  λατρεύοντες]  προς  Εβραίους  έπιστ.  η',  5. — 23,  3 
του  ποταμου-του  Οεοΰ]  Ψαλμ.  ^ε%  5.-35.  3-4.  Δούκα  δ',  2  ||  27  ^Ασμα 
ς^σμ.  ζ',  4.-54,  15.  Ίερεμ.  α',  11.— 155,  9  οφθαλμοί  ώτίων  πιστότεροι] 
Ήροδότ.  α',  8.  Πρβλ.  Πράξ.  Άποστ.  ιη',  71  ||  12  ου  σφζεται-Ισχυος  αύτοϋ] 
Ψαλμ.  λβ',  16  II  15  εις  χίλιους    διώξεται]    Δεύτερον,    λβ',  30  ||  25  πδσα- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  487  — 

λοπην]  ΉσαΓοϋ  α',  5. — 158,  27  έταράχ&ησαν-κατβπό&η]  Ψαλμ.  ρς',  27. — 
168,  13  όπερ  τα  εσκαμμένα]  Ζηνοβ.  VI,  23.  —  165,  9  εξ  αοτης  γραμ- 
μής] Διογενειαν.  II,  83.  — 166,  25  δαοιτικόν]  Ψαλμ.  α',  3  ||  28  κέδρον] 
Ψαλμ.  πα',  13.  —  167,  18  ήν  πολλοί  λαοί  φημίξαιεν]  Ήσιόδοο  έργων 
στίχ.  768-765.  —  168,  20  πάντα  λίθον  κινοοντος]  Ζηνοβ.  V,  63  (πρβλ. 
σελ.  187,  10.  199,  1)  ||  30  τάς  δώδεκα-'Ισραήλ]  Ματ»,  ιθ',  28.— 173,  33 
χάλκεα  χροσέων]  πρβλ.  Όμήρ.  Ίλιάδ.  ζ,  236  καΐ  Πλάτων,  συμπόσ.  σ. 
219.  — 174,  7  λογισμούς  αρχόντων]  Ψαλμ.  λβ',  10.  —  175,  4  κοριακόν 
λόγον  κτλ]  Αουκα  ι',  19.  —  176,  5  αγγέλων  αρτφ]  Ψαλμ.  οζ',  25. — 
177,  31  τ{  διαλογισμοί  κτλ.]  Δουκ.  ε',  22.  —  179,  6  Άνάστη&ι  κύριβ* 
μη  κραταιοόα&ω  άν&ρωπος]  Ψαλμ.  &',  20. — 187,  7  Μοσών  λεία]  Ζηνοβ. 
V,  15.  —  186,  20  ποιήσεοος]  Γρηγόριος  Ναζιανζηνός  εν  τψ  πατρός  έπι- 
ταφίφ. — 188,  20  όπερ  ελαιον  κτλ.]  Ψαλμ.  νδ',  22  ||  ελαιον  άγαλλιάσεως] 
Ψαλμ.  μδ',  8.  —  190,  14  φείσασθαι]  Ίλιάδ.  ζ,  58.  — 191,  17  το  της 
Γραφής]  Δεοτερον.  λβ',  30.  —  194,  22  Ίλιάς  κακών]  Ζηνοβ.  IV,  43  || 
31  Παύλος]  προς  Κοριν&.  1,  ι',  13.  —  200,  9  κακοδ  κόρακος  φον]  Ζη- 
νοβ. IV,  82. —  201,  21  Σκο&ών  ερημιά]  Αριστοφάνης  εν  Άχαρν.  705. 
Μακαρ.  VII,  66.— 203,  3  Δαιδάλεια  μηχανήματα]  Ζηνοβ.  III,  7.— 210, 
3  ακρφ  δακτύλφ]  Ζηνοβ.  Ι,  61  ||  4  άνιπτοις  χβρσι]  Διογενειαν,  Ι,  43  ||  18 
αότοαλη&είας  άπόφασιν]  Ματθ.  κς',  52.  —  211,  6  σονήχθησαν  αετοί] 
Ματ»,  κδ',  28.— 212,  26  χύτρα  προς  λέβητα]  Σειράχ  ιγ',  2.-406,  11 
ο  εκ  των  λίθων  κτλ.]  προς  Τωμ.  δ',  17.  Ματ»,  γ',  9.  —  409,  2  Βακ- 
τρίας  καμήλου]  παροιμ.  Άποστολίοο  II,  73  ||  27  δρη  μεθιστάνειν]  προς 
Κοριν».  1,  ιγ',  2.  Ματ»,  ιζ',  20.-410,6  Δαοιδ]  Βασίλειων  1,  ι»',  12  || 
10  ελαιον  άγαλλιάσεως]  Ψαλμ.  μδ',  8.  —  412,  1  οίοος  των  ανθρώπων] 
Ψαλμ.  μδ',  3.—  413,  6  κενώσας  εαυτόν]  προς  Φιληππ.  β',  7  ||  24  Καν- 
δάκης]  Πράξεις  Άποστ.  η',  27.— 414,  1  λύκον]  Ματθ.  ζ',  15  ||  28  άπαρ- 
νήσασθαι  κτλ]  Ματθ.  ις',  24  ||  29  δέσμιος  εν  Χριστφ]  προς  Έφεσ.  δ', 
1.— 415,  12  κτηνώδης  κτλ.]  Ψαλμ.  οβ',  22,  23.-420,  13  ώς  εϊρηκεν] 
Ματθ.  ια',  30.— 423,  19-23.  Ψαλμ.  κα',  15,  16.— 442,  20  έπιθυμήσαι 
του  κάλλους]  Ψαλμ.  μδ',  12. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ    ΑΙΟΡβΩΤΕΔ 


ΕΝ  ΤΩΙ  ΔΕΓΤΕΡΩΙ  ΤΟΜΟΙ. 


Σελις, 

β 

12 

17 

18 
19 

25 
» 
» 

39 

48 

49 

57 

60 

65 

67 

73 

76 

78 

78 

79 

> 

81 

86 

95 

98 
101 
102 
103 
104 
109 


Στίχ. 

33  πβρβισήγγιγον 

2  παντός 
20     μαθητών 

,  Ι    ΓεθσηίΑονήν 

20  χαρπ(ο)φ(όρως?) 
28     υίώ 

82  παρατίθημι 

12  συγχβινεΐται 

2  μ6τ(ά) 

7  αύτοΟ  [εοά.] 

28  Οταν 

10  χϋχ).οθεν  [οοά.] 

22  ούρανόν  [οοά.] 

85  29 

6  τον 

10  τιατα 

4  αίσθανομένη, 

16  χρότων  [οοά.] 

15  εις 

25  αύτοΐς  [οοά.] 

12  αύτης  [οοά.] 

15  τι^Λαται 
24  περισώζε 
12  πλΰνων 

16  όσον 
1  ει^εί 

18  ευφροσύνης 

15  συσσταυρουμαι 

16  εις 


Γράφε, 
παρεισήγαγον 
παντός 
μαθητών 

Γεθσημανήν 

(υπέρ)  χαρπ(ο)φ(ορί3; ) 

υίώ 

παρατίθεμαι 

συγχινεΐται 

με  τα 

αύτοΟ 

"Όταν 

χυχ)Λθεν 

ούράνιον 

81 

τον 

χατά 

αίσθανομένη 

χρότον 

εις 

αύτοι 

αυτής 

τμαται 

περισώζε 

πλΰνον 

όσον 

ή  δε». 

ευφροσύνης 

συσταυρουμα 

εις 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  490  — 


Σελις 
113 

Στίχ. 

15     χύχλω. 

χύχλω. 

121 

13 

τις 

τις 

123 
126 

7 
15 

Γεθσημανήν 
Άλλο 

Γεθσηαανήν 
"Αλλο 

128 
129 

2 
13 

αυτών   [οοά.] 

βαοτοΰ 

αυτών 

εαυτού 

133 

28 

χύχλω 

χύχλω 

136 

21 

αύτοΰ  [οοά.] 

αύτοΰ 

137 
137 
139 

13 
14 
23 

τον  πηγάοοντα 
[οοά.  τω  πηγάσαντι] 

ίρώσβιν 

Όοά.  βρώσι  φβγόντο] 

ύλοισΰε 

τον  πηγάσαντα 

βρώσει  φαγόντα 
δλησθε 

141 

32 

δεδιώτες 

δεδιότες 

142 
146 

> 

24 
14 
15 

όδυρωμένη  [οοά.] 

σταυρόν 
αύτοΰ  [οοά.] 

οδυρομένη 

σταυρόν 

αύτοΰ 

148 

» 

1 
22 

Ιήμερον 

δόξα 

Ιήμερον 

δόξα 

151 

δ 

Τέλος 

Τέλος 

» 

19 

χά'Αεΐνα  μ.ε 

χάχεΐνά  με 

154 

80 

Και 

ΚαΙ 

159 

23 

ειλίσσεται 

είλίσβεται 

161 

20 

σοι 

σου 

172 

4 

υψίστοις 

ύψίοτοις 

174 

82 

δόξα 

δόξα 

177 
178 

12 
10 

αζυμοις 
"Αδης 

οζύμοις 
'^Αδης 

180 

21 

•Αδάμ 

'Αδάμ 

186 
208 

20 
21 

γέγραπται 
όξηφανίσ&η     , 

έγράφη 
έξηφανίσθη 

210 
211 

5 

14 

έυφρανθώμεν  " 
θαυμαζων 

εύφρανθώμβν 
Οαυμάζων 

212 
218 

18 
27 
24 

άνεοφημοΟσα 
οιχτίρ^Αων  [οοά.] 
θανέντων  [οοά.] 

άνευφημοΰσά 

οιχτΤρμον 

θανόντων 

222 

7 

ά-οθείαν  [οοά.] 

άπαθίαν 

> 
226 
227 

17 
14 
29 

φων•?, 

έχπνέων  [οοά.] 
του 

φωνή 
εμπνέων 

σοΰ 

229 

» 

> 
230 
231 

1 
14 
32 
26 
34 

όψώμεθα 

έπαγγείλατε  [οοά.] 
οψόμεθα 
άπλωθέντα 
δωσώπει 

οψόμεθα 

απαγγείλατε 

(όβέλιοον) 

άπλωθέντα 

δυσώπει 

Γράφε. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  491 


ΣελΙς 

Στίχ 

> 

Γράφε. 

233 

11 

πορ/τουργώ 

παντουργω 

236 

13 

ούρανώ 

ούρανώ 

241 

7 

άνυμνοΰμεν 

άνυρινουμέν 

9 

8 

τάφω 

τάφφ 

244 

29 

κραυζάζοντες 

χραυγάζοντες 

252 

27 

Χ(ριστ)ώ 

Χ(ριστο)ΰ 

255 

3 

1344 

1843 

255 

7 

,ςωνξ' 

,ςωνβ' 

258 

4 

ευσεβών 

ευσεβών 

268 

30 

έλεον  χτλ. 

ελεον  χτλ.  (Ώσηέ  ς',  6) 

264 

2 

τω  .  ,  .  Ούτω  χτλ. 

χψ  .  -  .  "  "Ολην  χτλ.  (Ψαλμ..  λς',  26). 

» 

4 

εξής. 

εξής  (Ματ»,  χε',  34). 

» 

13 

ί^έγας  "• 

μέγας  "  (αναβαθμών  άντίφωνον  γ'  ήχου  α'). 

274 

7 

ψηφώ 

ψήφφ 

» 

13 

διολη&φέντα 

διαληφθέντα 

302 

4 

θέλει 

θέλει 

304 

17 

σογχοφοιντίαν 

συχοφαντίαν 

324 

6 

διανούμενος 

διανοούμενος 

327 

16 

Ταύτα  τοι 

Ταοτά  τοι 

330 

33 

έχχλησιας 

έχχλησίας 

331 

29 

εις 

εΙς 

383 

11 

τούτους 

τούτοις 

341 

21 

αι5ω 

αιδώ 

343 

24 

άχιερέως 

άρχιερέως 

367 

21 

είχον 

είχον 

368 

12 

Κάλλιστος 

Κάλλιστος 

373 

16 

των 

τών 

435 

6 

ώμωσεν 

ώμοσεν 

447 

12 

Ά- 

ήν 

451 

2 

Ιερουσαλήμ. 

Ιερουσαλήμ 

461 

11 

εις 

«ίί 

478 

23 

παπα 

πάπα 

Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ. 


Σελ.  265.  Περί  της  τετυπωμενης  ώδε  συνοδικής  πράξεως  ό  Σι- 

ναΓτης  Νεκτάριος  έγραψε  ταύτα.  ιΜή  έχον  τό  (Σιναϊτικόν)  μοναστή- 
ριον  ίδικόν  τοϋ  αρχιερέα,  ώς  και  πρότερον,  τινές  μεν  των  ιερομόνα- 
χων έχειροτονουντο  υπό  του  Αλεξανδρείας,  τινές  δέ  υπό  τοδ  Ιε- 
ροσολύμων* δμως  τούτο  ήτον  6  έσχατος  κίνδυνος  της  έρημώσεως 
και  αφανισμού  του  μοναστηρίου,  διότι  δσους  έχειροτόνει  6  Αλε- 
ξανδρείας, τους  έκάθηρεν  6  Ιεροσολύμων  ^  καΐ  άνάπαλιν,  δσους 
έχειροτόνει  6  Ιεροσολύμων,  τους  έκάθηρεν  6  Αλεξανδρείας*  ώστε 
όπου  μη  δυνάμενοι  πλέον  οι  του  τότε  καιρού  όσιώτατοι  (Σιναϊται) 
πατέρες  να  ύποφέρουσι  την  άγρίαν  καΐ  ίλογον  ταύτην  όρμήν  των 
δύο  τούτων  πατριαρχών,  κινουμένην  κατά  του  μοναστηρίου  καΐ 
τέλειον  άφανισμόν  προξενούσαν,  ωρμησαν  εΙς  τό  οίκουμβνικόν  κρι- 
τήριον  της  Κωνσταντινουπόλεως.  Και  δη  έλθόντες  είς  Κ/πολιν 
δύο  έξ  αυτών,  6  εΤς  Ιωσήφ  τουνομα,  ιερομόναχος  τό  αξίωμα,  δ 
δεύτερος  Μωυσης,  καΐ  γέροντες  της  συνάξεως,  άνδρες  ούτοι  καΐ 
οι  δύο  φρόνιμοι  και  πρακτικοί•  εΤχον  δέ  τότε  εις  τήν  Κ/πολιν 
και  §να  φίλον  κληρικόν,  Ίέραξ  λεγόμενον,  6  όποιος  ήτον  ε[ς  τό 
όφφίκιον  του  μεγάλου  ρήτορος,  άνήρ  και  ούτος  ευλαβής  και  έλλό- 
γιμος,  ό  όποΤος  εις  τήν  παροΰσαν  ύπόθεσιν  πολλήν  συνδρομήν  καΐ 
βοήθειαν  έκαμε  του  μοναστηρίου,  ώς  φαίνονται  α?  γραφαΐ  όπου 
Ιστελλεν  εΙς  τό  μοναστήριον.  Ούτοι  γουν  οι  ^ηθέντες  πατέρες, 
παραστάντες  τη  ίερα  οικουμενική  συνόδω,  έπι  Ιερεμίου  (β')  του 
άοιδίμου  πατριάρχου,  παρόντων  τη  ίερα  συνόδω  καΐ  τών  λοιπών 
πατριαρχών,  του  τε  Ιωακείμ  Αντιοχείας  καΐ  Γερμανού  Ιεροσο- 
λύμων καΐ  Τιμοθέου  αρχιεπισκόπου  Κύπρου,  και  συνεδριαζόντων 
και  άλλων    πολλών    αρχιερέων,    έζήτησαν    πρώτον    μέν    ϊνα  ελθη 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-494  — 

ζΐς  μέσον  τό  συνοδικόν  όπου  ελαβεν  6  κυρ  Γερμανός  *Ιεροσολύ- 
μων  εις  τάς  ημέρας  του  κυρ  Διονυσίου  Κωνσταντινουπόλεως•  το 
οποίον  έβεβαίωνεν  άπό  παλαιούς  κώδικας,  δτι  τ6  Σίναιον  δρος 
είναι  εΖς  τα  δρια  των  Ιεροσολύμων  έπειτα  έζήτησαν,  ϊνα  άχυ- 
ρωθί]  και  άφανισ&η  το  κακώς  και  παραλόγως  γενόμενον  συνοδι- 
κόν  γράμμα,  ώστε  νά  μή  γίνεται  πλέον  επίσκοπος  είς  τό  Σίναιον 
δρος,  άλλα  ηγούμενος.  Τούτο  τό  ούδετιποτένιον  συνοδικόν  έργον 
εγινεν  είς  την  Αίγυπτον  έπΙ  έτους  ^ζζέ',  ίνδικ.  ιε'  (1557)•  γέγονε 
δε  υπό  τριών  πατριαρχών.  Ιωακείμ  Αλεξανδρείας,  Ιωακείμ  Αν- 
τιοχείας καΐ  Γερμανού  Ιεροσολύμων»  (Νεκταρίου,  Επιτομή  της 
ιεροκοσμικης  ιστορίας,  Ένετίησι  1677,  σ.  215-216).  Την  δέ 
ύπόθεσιν  του  γράμματος  ούτω  διασαφηνίζει  πάλιν  ό  αυτός  Νεκτά- 
ριος (σ.  217,  218).  «Άφ'  ου  λοιπόν  Ιδωσε  τό  ίδιόχειρόν  του 
(ό  Ιωακείμ)  είς  τόν  Ιεροσολύμων,  δτι  τό  Σίναιον  δρος  δεν  βΤναι 
είς  την  έπαρχίαν  του,  έπέρασαν  χρόνοι  εγγύς  που  τριάκοντα  (γρ. 
είκοσι  και  επτά),  και  συνέβη  να  είναι  αρχιεπίσκοπος  εΙς  τό 
Σίναιον  δρος  κάποιος  Μακάριος,  Κύπριος  τό  γένος,  άνθρωπος  μή 
έχων  εις  του  λόγου  του  μηδεμίαν  κάτάστασιν  καλογηρικήν  δθεν 
παντελώς  εΙς  τό  μοναστήριον  δεν  ήγάπα  νά  καθέζεται,  άλλα  καΐ 
τό  περισσότερον  δεν  έσυναυλίζετον  είς  τό  έκεΓ  μετόχιον  με  τους 
καλογήρους  του,  άλλα  μέ  κοσμικούς  φίλους  του  έσυναναστρέφετον, 
ώστε  όπου  παντελώς  τό  μοναστήριον  ήτον  ως  χηρευάμενον  άπό 
προεστώτα,  και  οι  καλόγηροι  ως  πρόβατα  μή  έχοντα  ποιμένα. 
"Οθεν  συνέβη  εκ  τούτου  να  χαλάσουσι  πολλαΐς  τάξες  του  μονα- 
στηρίου• βλέποντες  τό  τοαοοτο  κακόν  και  μή  υποφέροντες  τήν 
άκυβερνησίαν  και  άκαταστασίαν  τών  πραγμάτων,  έκραζαν  τους  δύο 
πατριάρχας,  τους  προρρηθέντας,  τόν  κυρ  Ιωακείμ  Αντιοχείας  και 
κύρ  Γερμανόν  Ιεροσολύμων,  και  ήλθον  είς  Αϊγυπτον,  ευρόντες 
έκεΐ  και  τόν  κύρ  Ιωακείμ  Αλεξανδρείας  και  τόν  καλόν  έπίσκοπον 
τόν  Μακάριον.  "Ήλθον  γουν  άπ'  Αιγύπτου  δλοι  τούτοι  απάνω  είς 
τό  μοναστήριον  του  Σινά,  φέροντες  μαζί  τως  και  τόν  Μακάριον 
να  τόν  άποκαταστησουσιν  είς  τόν  θρόνον  του  να  κυβέρνα  τό  μο- 
ναστήριον. "Ομως  ό  Μακάριος    ένθυμούμενος  τους  φίλους  του  είς 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


-  495  — 

τήν  Αϊγυπτον  έγέλΛσε  τοί>ς  τρεις  πατριάρχας  τοότοος^  και  φεύγον- 
τας άπό  τόν  δρόμον  εστράφη  πάλιν  οπίσω.  Τότε  ό  ΆλεςΛνδρείας 
εύρε  καιρόν  νά  συμβοϋλεύση  τους  πατέρας,  8τι  δεν  εΐναι  συμφέ- 
ρον του  μοναστηρίου  νά  εχουσιν  άρχιεπίσκοπον,  άλλα  νά  κάμουν 
ήγούμενον,  ώς  και  τά  άλλα  μοναστήρια».  Και  ταύτα  μεν  ό  Νε- 
κτάριος• τό  δε  συνοδικόν  σιγίλλιον,  δπερ  έπι  του  πατριάρχου  Κων- 
σταντινουπόλεως Ιερεμίου  α'  έγένετο,  τύποις  έςεδόθη  υπό  Γ.  Γ. 
Μαζαράκη•  έγράφη  ετει  1545 -ω  (Δημητρίου  Γρ.  Καμπούρογλου, 
ΜνημεΓα  της  ιστορίας  των  Αθηναίων  II,  1890,  σ.  139-142), 
και  τό  έπΙ  του  Σινά  κανονικόν  δίκαιον  ανέτρεπε  του  πατριάρχου  των 
Ιεροσολύμων  Γερμανού*  άλλ'  ούτος  άποκατέστησεν  αυτό  συνοδικώς 
εν  αυτή  τη  Κωνσταντινουπόλει,  πατριαρχουντος  εκεί  Διονυσίου  του 
δευτέρου  (1551-1552),  την  άρχαιοτέραν  δμολογίαν  Ιωακείμ  Αλε- 
ξανδρείας πατριάρχου  προβαλών  και  ταύτην  εγκυρον  άναδείςας  υπο- 
σημειώματι  κυρωτικω  του  πατριάρχου  Διονυσίου•  φαίνεται  δε  8τι 
καΐ  σιγίλλιον  έγράφη,  τό  γε  νυν  δγ^^ωστον. — Σελ.  270,  υποσημ. 
Πρόσθες  δτι  Σωφρονίου  πατριάρχου  των  Ιεροσολύμων  δτερον 
γράμμα  τύποις  έζέδωκεν  6  Κρούσιος  (ΤπΓΟΟβΓ&βοί&β  σ.  296)"  σι- 
γίλλιον δε  πάλιν  αύτου  (1588)  διά  τό  κοινό|3ιον  της  εν  Πάτμω 
μονής  έχει  τό  εφεξής  βιβλίον:  ΑοΐΛ  βί  άίρΙοιηβΐΛ  ιηοηΛδίβήο- 
ηιιη  βΐ  βοοΙβδίΛΓαιη  ΟπβηΙίδ,  1890,  τ.  III,  σ.  277-281.— 
Σελ.  285.  Περί  του  πατριάρχου  Δοσιθέου  δρα  την  εφεξής  άξιο- 
λογωτάτην  βίβλον:  Η.  ΚΛπτβρβΒΧ,  ΟΗΟΠίβΗΪΗ  ΙβργοΜΗΜΟΚΛΓΟ 
πΛτρΪΛρχα  ^Ι,οοΗθβΗ  οχ  ΡγοοκΗΜΈ  πρ&ΒπτβΛΒΟΤΒΟΜΈ.  Έν  Μόσχα 
1891,  σελίδες  III  +  359  +  91  ογδόου  σχήματος.  —  Σελ. 
348.  "Ορα  «Τά  κατά  τόν  άοίδιμον  Παρθένιον  πατριάρχην 
Ιεροσολύμων»,  δ  συγέγραψε  Κύριλλος  6  Αθανασιάδης  (Δελτίον 
τής  ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρίας  τής  Ελλάδος,  τ.  IV,  1893, 
σ.  234  -  252)  —  Σελ.  371,  αριθ.  5.  Ενταύθα  δυο  συνημμένα 
γράμματα  τύποις  έξέδωκα,  τό  μεν  ετει  γραφέν  1530-ω,  τό  δ' 
ετει  1551-ω  ή  1552-ω'  και  τό  μεν  πρώτον  υπάρχει  γράμμα  του 
πατριάρχου  τής  Αλεξανδρείας  Ιωακείμ,  τό  δ'  έτερον  έπικυρωτικόν  του 
πρώτου,  γραφέν,  ώς  φαίνεται,  υπό  Διονυσίου  α'  Κωνσταντινουπόλεως 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


! 


ι 


—  496  — 

ετει  1551-φ  ή  1552-ω.  Ή  δ'  έν  υποσημείωσει  παρατεθεΐσα  του  Δο- 
σε^έοϋ  παρατήρησες  (σ.  372),  δτε  ό  Αλεξανδρείας  Ιωακείμ  έδωκε  τω 
Γερμανω  γράμμα  βε|3αιωτικόν  έπΙ  Διονυσίου  α'  Κωνσταντινουπόλεως, 

άκρφής  μεν  έστιν,  ως  δείκνυσιν  ή  του  Νεκταρίου  διήγησις•  άλλα  της 
επικυρώσεως  το  κείμενον  αγνοείται*  αγνοείται  δ'  ετι  και  τό  συ- 
νοδεκόν  εγγραφον  του  Διονυσίου,  περί  ου  λέγουσιν  δ  τε  Δοσίθεος 
και  Νεκτάριος  6  ΣιναΓτης,  εκτός  δν  αμφότεροι  νοώσι  το  μικρόν 
έπικυρωτικόν  εγγραφον  (1551  - 1552),  δπερ  έξέδωκα  νυν  (σ.  373). 
Συνεχίζει  δε  την  διήγησιν  ό  Νεκτάριος  ώδε*  «Εϊπομεν  ανωτέρω, 
δτι  συνέβησαν  σκάνδαλα  πολλά  του  μοναστηρίου  υπό  των  δυο  πα- 
τριαρχών Αλεξανδρείας  και  Ιεροσολύμων,  με  τό  να  μην  εΤναι 
φανερόν  τό  πράγμα  είς  τίνος  δρια  ευρίσκεται  τό  μοναστήριον,  κώί 
δτι  πάντοτε  ό  Αλεξανδρείας  έζήτει  να  χειροτονη  και  νά  έξουσιάζτ} 
αυτό  ως  πλησιόχωρος  και  γείτονας  χαι  ωσάν  όπου  εις  την  έπαρ- 
χίαν  του  περισσότερον  οι  Σιναϊται  ευρίσκονται,  Ιχοντες  έκεΤ  καΐ 
μετόχιον  και  άλλα  εισοδήματα.  Άφ'  ου  δε  6  κυρ  Γερμανός  ό 
Ιεροσολύμων  έλθών  εις  Κωνσταντινούπολιν,  ζητών  συνοδικώς  τά 
όροθέσιά  του,  καΐ  εύρων  άπό  τους  παλαιούς  κώδικας  δτι  τό  Σί- 
ναιον  δρος  εδόθη  εΙς  τά  δριά  του  και  Ιλαβε  γράμμα  συνοδικόν 
περί  τούτου  ε[ς  τάς  ημέρας  του  κύρ  Διονυσίου  Κωνσταντινουπό- 
λεως πατριάρχου,  ως  προείπαμεν,  εστράφη  εις  τά  Ιεροσόλυμα. 
Έστειλε  γουν  εις  τόν  κύρ  Ιωακείμ  τόν  Αλεξανδρείας  νά  ^ε- 
βαιώση  τό  συνοδικόν  έκεΐνο  με  ίδιόχειρόν  του  γράμμα,  δτι  δεν 
έχει  παντελώς  νά  έξουσιάζη  εις  τό  Σίναιον  δρος,  επειδή  νά  μην 
είναι  εΙς  τήν  έπαρχίαν  του  κατά  τήν  διασάφησιν  του  παλαιού 
εκείνου  κωδικός  και  κατά  τήν  οίκουμενικήν  κρίσιν  και  άπόφασιν. 
Ό  γουν  Αλεξανδρείας  Ιωακείμ  βιαζόμενος  ύπό  της  αληθείας, 
είτε  βουλόμενος,  εϊτε  καΐ  μή  βουλόμενος,  Ιδωσεν  ιδιόχειρόν  του 
γράμμα,  δτι  τό  Σίναιον  δρος  αληθώς  εΤναι  ύποκείμενον  εις  τήν 
ένορίαν  του  Ιεροσολύμων.  "Ομως  καΐ  άφ'  ου  έδωσε  τό  γράμμα, 
πάλιν  έπεθύμει  νά  εχη  μέρος  τι  με  τους   Σιναΐτας»  κτλ. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


ΠΙΝΑΞ    ΚΥΡΙΩΝ   ΟΝΟΜΑΤΩΝ. 


Άβδελδς,  άρχων  των  Άρά|3ων. — 

299. 
Άβεφών.— 322. 
"Αβδλ,   υίόζ  του   Αδάμ.  -377. 

ΆβέρχΕος,  δραγουμδνος  του  πα- 
τριαρχείου των  Ιεροσολύμων 
1788.-480. 

Άβησσινοί. — 409. 

Αβραάμ  ό  προπάτωρ. — 82,  67, 
395.  Μοναστήριον  αύτου  έν 
Ίεροσολύμοις.  —  297,  313, 
351,  420,  423. 

ΆβραμιαΐοΕ  παίδες. — 12. 

Άβράμιος,  αρχιεπίσκοπος  Σεβά- 
στειας της  έν  Παλαιστίνη  1733- 
1734.  —  344,  346,  347, 
349. 

Αγάπιος  μοναχός  1734.  —  394. 

Άγαρηνοί.  — 368,  431. 

Άγγελιχή:  Νιχητήριος. 

"Αγια  των  Αγίων,  ναός  ό  του 
Σολομώντος  έν  Ίεροσολυμοις. 
—  19. 

Αγία  Άνάληψις,  ναός  έπΙ  της 
χορυφης  του  δρους  των  Έλαιών, 
έξω  της  Ιερουσαλήμ.  — 17. 

Αγία  Άνάστασις,  ναός  έν  τη  πό• 
λει  των  Ιεροσολύμων.  —  10, 
12,    26,    48,    65,    80,    83, 


105,  106,  155,  161,  179, 
184,  190,  200,  211,  220. 
230,  252,  253,  258,  279, 
307,  308,  333,  378,  379, 
406,  407,  408,  409,  411, 
412,  413,  414,  420,  429, 
430,  431,  432,  439,  441, 
447,    455,  458. 

Αγία  Άποχαθήλωσις,  τόπος  έν 
τω  ναω  της  Αγίας  Αναστάσε- 
ως, ενι>α  τό  σώμα  του  χυρίου 
ημών  Ίησου  Χρίστου  έτανύσθη 
χαι  έσμυρνίσι)η.  —  414,  417, 
443,  457,  459,  461. 

Αγία  Βασιλιχή,  ή  της  Άγιας 
Αναστάσεως.  —  3. 

'Αγία  Βηθλεέμ.— 311,   481. 
'Αγία  Γε&σημανή:  Γεθσημανή. 

'Αγία  Κορυφή,  ή  του  δρους  Ισως 
τών  Έλαιών,  ένθα  ό  ναός  της 
'Αγίας  Αναλήψεως.  — 147. 

'Αγία  Ναζαρέτ,  ή  πόλις.  — 303. 

"Αγιον  "Ορος,  τό  τών  Έλαιών. — 
119. 

'Αγία  Πόρτα,  ή  του  ναού  της 
Άγιας  Αναστάσεως.  —  290, 
420,   421. 

Αγία  Προσχύνησις,  τόπος  χαΐ 
ναός  έπΙ  της  ράχεως  του  δρους 
τών  Έλαιών,   εν&α,   χατά  τήν 

32 


0Ϊ9ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  498  — 


είχασίαν  μου,  τους  αποστόλους 
ό  Κύριος  ημών  έδίδαςε  λέγειν 
το  Πάτερ  ημών. —119. 

*Αγία  Σ  ιών,  ναός  και  το  βουνον 
αυτό  το  όμώνυμον. —  96,  99, 
105,  108,  203,  221,  413, 
415. 

Αγία  Σοφία,  ναός  εν  τώ  Λιθό- 
στρωτα) της  Ιερουσαλήμ.  — 
130.   ' 

Αγία  Φυλακή,  προσκύνημα  κεχω- 
ρισμένον  έν  τώ  ναώ  της  Αγίας 
Αναστάσεως,  τό  νυν  ίσως  Κλά- 
πα λεγόμενον.  —  146,  162, 
184,  212,  221. 

"Αγιον  Βήμα:   Βήμα. 

"Αγιον  Κουβούκλιον:  Κουβούκλιον. 

"Αγιον  Κρανίον,  προσκύνημα  κε- 
χωρισμενον  έντώ  ναώ  τής  Αγί- 
ας Αναστάσεως. — 12,  19,  21, 
31,  41,59,75,94,96,  105, 
146,  147,   154,   162,    221. 

Άγιοπολίτης:   Βασίλειος. 

Άγιοπολίτης  υμνωδός,  συντάκτης 
ασματικου    κα&ίσματος.  —  1 2 6. 

"Αγιος  Γολγοθάς  ό  έν  τώ  ναώ 
τής  Αναστάσεως:  Γολγοθάς. 

"Αγιος  Δημήτριος,  μοναστήριον  έν 
Ίεροσολύμοις.— 478. 

"Αγιος  Θεοδόσιος,  λαύρα  τής  Πα- 
λαιστίνης.— 147. 

Άγιοσιωνΐται  (μοναχοί). — 83. 

"Αγιος  Κήπος,  ό  νυν  χορός  του 
Καθολικού  τής  Αγίας  Αναστά- 
σεως.—19,  133,  184,  212, 
221. 

"Αγιος  Κωνσταντίνος,  ναός  έν  τη 
Αγία  Άναστάσει  κεχωρισμένος, 


6  νυν    λεγόμενος  Εδρεσις    του 

Σταύρου.  — 19,  23,    26,    43, 

49,  77,  99,  162,  184,  185, 

186,  212. 
"Αγιος  Λίθος  ό  έν  τω    ναώ  της 

Αναστάσεως.  —  147,      188, 

420,  448,   449. 
Αγίου  μύρου  κατασκευή  και  διά- 

ταξις  περί   αυτής. — 99. 
"Αγιος  Σάβας,  λαύρα.  — 147. 

ΆγιοταφΤται.— 278,  335,  344, 
383,  446. 

"Αγιος  Τάφος  ό  έν  τω  ναώ  τής 
Αναστάσεως,  ετι  δε  αυτός  ό 
ναός.  — 27,  76,  147,  155, 
160,  176,  179,  184,  188, 
191,  199,  203,  212,  258, 
260,  262,  263,  264,  270, 
275,  278,  279,  289,  292, 
296,  298,  299,  300,  301, 
302,  303,  304,  305,  307, 
308,  309,  314,  315,  323, 
324,  325,  326,  329,  331, 
333,  335,  340,  343,  347, 
349,  353,  355,  361,  377, 
378,  381,  382,  383,  399, 
400,  403,  404,  409,  418, 
420,  421,  445,  448,  449, 
450,  454,  456,  457,  458, 
459,    462,  479. 

"Αγιος  Χαρίτων,  λαύρα  τής  Πα- 
λαιστίνης.— 147. 

Αδάμ  ό  πρώτος  άνθρωπος. — 4, 
7,  8,  10,^30,  31,  35,  45, 
88,  113,  132,  135,  137, 
142,  145,  154,  156,  157, 
160,  163,  164,  165,  167, 
168,  169,  172,  173,  178, 
194,    196. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


499  — 


Άδβλφότης  ή  των  Άγιοταφι- 
τών.— 285,  286,  348,  349, 
481. 

"^δης.  — 38,    142,    145,    156, 

157,  160,  162,  164,   165, 

166,  167,  168,   170,  171, 

172,  173,  174,  175,   176, 

178,  181,  185,  187,  193, 

194,  195,  196,   197,  204, 

206,  208,  210,  215,  216, 

218,  221,  222,  223,  224, 

225,  228,  229,  231,  232, 

234,  235,  236,  238,  239, 

240,  241,  243,  244,  245, 

246,  248,  250,  320. 

Αδριανός  αύτοχράτωρ. — 298. 

Άδριανούπολις.— 301,  305,  307, 
326,  327,  374,  375,  397, 
398,    419,  420,  432. 

Άδωνίς.— 298. 

Άζορίας,  μητροπολίτης  θεοδο- 
σιουπόλεως  1734. — 389. 

Άζίζιος,  σουλτάνος  του  Βαγδα- 
τίοϋ.  —300. 

'Αηνγαζάλ,  χωρίον  της  μητροπό- 
λεως Καισαρείας  της  έν  Πα- 
λαιστίντ). — 283. 

Άήτα,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολβμαίδος.— 283. 

Αθανάσιος,  μοναχός  ΣιναΓτης 
1557.— 268. 

Αθανάσιος  Σάρος,  μοναχός  ΣιναΓ- 
της   1557.  — 269. 

Αθανάσιος  ό  έχ  Σαρασιτών 
1733.-403,  404. 

Αθανάσιος,  πατριάρχης  Αντιο- 
χείας.—386,  465. 

Αθανάσιος,    μητροπολίτης    Δρό- 


στος  1706-1709.  —  381, 
384. 

Αθανάσιος,  πατριάρχης  Ιεροσο- 
λύμων  1453.— 411. 

Αθανάσιος  Ιτβρος,  πατριάρχης 
Ιεροσολύμων  1828. — 457. 

Αθανάσιος  ε',  πατριάρχης  Κων- 
σταντινουπόλεως 1709. — 381. 

Αθανάσιος  του  Μιχαήλ,  έν  Κάνιν 
της  Χαλδίας  1733.-404. 

Αίγυπτία  (=  ή  του  Πετεφρη  σύζυ- 
γος).—37. 

Αίγυπτιαχή  εξουσία. — 478. 

Αιγύπτιοι.  — 405,  406,   407. 

Αϊγυπτος.— 37,  122,  213,  240, 
245,  265,  267,  268,  270, 
279,  286,  400,  407,  408, 
410,  411,  412,  413,  427, 
429,  430,  443,  444,  460, 
494,  496. 

Άχάκιος,  ίερομό^Λχχος  Άγιοταφί- 
της    1685.— 294. 

Άχάνθινος  Στέφανος,  προσκύνημα 
χεχωρισμένον  έν  τω  ναω  της 
Αγίας  Αναστάσεως.  —  421. 

Άχήσχα,  μητρόπολις  υπό  τον 
πατριαρχικόν  θρόνον  της  Αν- 
τιοχείας,—389. 

Άχλήτ,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Καισαρείας  της  Παλαιστίνης. — 
284. 

Αλεξάνδρεια  ή  της  Αιγύπτου. — 
265,  266,  267,  268,  371, 
399,  400,  493-496. 

Αλέξανδρος  ό  μέγας.— 406. 

Αλέξιος  Κομνηνός,  σεβαστός 
1191.— 362. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  500  — 


Αλέξιος  Κομνηνός,  αυτοκράτωρ. — 

408. 
Άλμα,    κώμη    της  μητροπόλεως 

Πτολεμαΐδος. — 283. 
Άλτήρε,   κώμη  της   μητροπόλεως 

Καισαρείας  της  Παλαιστίνης. — 

283. 
Άμ|3ρόσί.ος,   επίσκοπος    Μεδιολά• 

νων.  — 483. 
Άμβων,   ό  έν  τω  ναω  της  Αγίας 

Αναστάσεως.  —  47,    64.   79, 

200,   201. 

Άμβακούμ  ό  προφήτης.  — 167, 
192. 

Αμερικανοί  έν  Ίεροσολύμοις.  — 
458. 

Άμκα,  χωρίον  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαίδος.— 283. 

Άμπαζάδες,  φυλή  του  Καυκά- 
σου.—410. 

Άμπουσιναν,  κώμη  της  μητρο- 
πόλεως Πτολεμαΐδος.  —  283. 

Άμποΰτι,  κώμη  της  Παλαιστί- 
νης.—311. 

Άνάληψις:  Αγία  Άνάληψις. 

Άνανίας,  δραγουμανος  του  πα- 
τριαρχείου της  Ιερουσαλήμ 
1765.  — 360. 

Άνα^^ίας,  αρχιεπίσκοπος  του  Σι- 
νά.—401. 

Άνανίας,  αρχιεπίσκοπος  Φιλαδέλ- 
φειας της  έν  Παλαιστίνη  1765. 
360. 

Άνάπτα,    κώμη  της  άρχιεπισκο- 

ττης    Σεβαστείας    της    έν    Πα- 
λαιστίνη.—284. 

Ανατολή  ί=0πβη8).  — 389. 


Άνατόλ  -  καζασκέρ. — 445. 

Άνάστασις:  Αγία  *Ανάστασις. 

Ανδρέας,  αρχιεπίσκοπος  Κρή- 
της.—483. 

Ανδρόνικος  Κομνηνός,  πανσέβα- 
στος  σεβαστός  1191. — 362. 

Ανδρόνικος  Παλαιολόγος,  πρώτο - 
πα^>σεβαστο'ΰπέρτατος  1191. — 
362. 

Ανδρόνικος  Τογέριος,  πανσέβαστος 
σεβαστός,  προκαθήμενος  των 
έν  τω  παλατίω  των  Βλαχερ- 
νών  φυλασσομένων  πριμμικηρί- 
ων  και  στρατιωτών  1191.  — 
367. 

Άνθιμος  ό  ές  Αγχιάλου,  μονα- 
χός και  γραμματεύς  του  πα- 
τριαρχείου των  Ιεροσολύ- 
μων.—479,  480. 

Άνθιμος,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων 1803  -  1808.— 431. 

Άνθιμος  Ικονίου  μητροπολίτης 
1706.  — 381. 

Άννα  (Κομνηνή)  Τραπεζουντία, 
πορφυρογέννητος  1344. — 256, 
257. 

Άννας  ό  άρχιερεύς  των  Ιουδαί- 
ων.—304,  418. 

Αντιόχεια  ή  μεγάλη.  —  265, 
266,  268,  385,  386,  387, 
389,  390,  394,  397,  398, 
465,    467,  468,  469,  475. 

Αντίχριστος.— 318,   391. 

Άντούρ,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Καισαρείας  της  Παλαιστίνης. — 
284. 

Αντώνιος,  μητροπολίτης  Ναζα- 
ρέτ 1661.— 279. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  501  — 

Άοοοτρία. — 465.  ΆρΕμα&αΤος. — 156,   172. 

Άπατουρίας,    μουλλας  καΐ  άρχη-  Άράμπογλους:  Προχόπιος. 

γός  των  έν  Ίεροσολυμοες  Βαρ-  Αριστοτέλης.— 321. 

βαρέσχων  1810.— 442.  ,.       .    ,    \ 

,,  *    Γ,       ,          ^                 „  Αρκαδιουπολις.  — 365. 

ΑπεΛη,  χωμη  της  μητροπόλεως  ,  .           ,       , 

Ναζαρέτ.— 283.  Αρμενιαν  =  Αρμένιοι. -42  5. 

Άποκαθήλωσις:  'Αγία  Άποχαθή-  Αρμενία  ή  μιχρά.— 414. 

λωσις.  Αρμένιοι.- 289,  300,  301,  302, 

"Απρως,  δδρα  άρχιερέως.  — 364,  349,    351,   393,  406,  407, 

365,371.  409,    412-420,424-443, 

Άπτάλλα  -  ϊπνι  -  Ζάχβρ,  χριστια-  445  -  447,   450  -  453,  456  - 

νόςέκΧαλεπίοϋ  1724.  — 388.  463,  475,  478. 

Άπτβλμεοίχ:    ΚασΙς    χαΐ    Χουρι  Άρμενοπατριάρχης    έν  Ίεροσολύ- 

Άτττελμεσίχ.  μοις.— 428,  430,   431. 

Άπτοϋλλα  -  πάσας,  διοικητής  της  Άροένιος,    ιερομόναχος    ΣιναΓτης 

επαρχίας  Πτολεμαίδος    1826-  1557•  — 268. 

1828.— 456,  458.  Αρσένιος,  πατριάρχης  Ίεροσολύ- 

"■  Αραβες    μουσουλμάνοι.  —  296,  μων  1343. —257 

299,    300,  405,  406,  407,  , .  "^  ,                       ι/        ν    <» 

408    409    462    464  Αρσένιος,  μητροπολίτης  Σκυθου- 

,.     ο  '          '         <'  1  α^δ  Ε      *  πόλεως  1799.— 428. 
Αραρβς,  χριστιανοί  ορσοδοςοι   η 

λατΤνοι  τό  δόγμα.— 332,  358,  Αρτέμιδος     ναός    έν    Ίεροοολύ- 

379,    422,  423,  424,  465,  μοι«.  — 296. 

469,    475.  Αρχαγγέλου  ή  Αρχαγγέλων  μονα- 

Άραβία.— 308,  371,  373,  379,  στηριον    έν    Ίεροσολύμοις .  — 

408.  286,    313,  333,   338,  411, 

Αραβία  δευτέρα.— 348,  350.  423,  428,  459. 

Αραβική  γλώσσα.- 200.  Άο^α  ή  μ«ρά.— 459. 

Αραβικά  γράμματα. — 254,  280,  '-^σμα  ασμάτων,  βιβλίον  της  Πα- 

313.  λ«ιας  Διαθήκης.  — 101. 

Αράπικα  -|[•ράμματα. — 308.        .  Άσσύριοι  (=  Άραβες  μουσουλμα- 

'Αραβοκατολικισμός. — 469.  ^οή. — 188. 

'Αραβοχατόλιχοι.  —  458,     464,  Άτεμίδες,     οικογένεια     μουσουλ- 

473,  474,  μάνων   Αράβων  έν  Ίεροσολύ- 

'Αραβοφράγκοι — 429.  μοις. — 408. 

'Αρειος  ό  αίρεσιάρχης.— 390.  'Αττάλας  (=  Δωρόθεος  β'),  πατρι- 

'Αρεμπίε,    -/ώμη    της    μητροπό-  άρχης  Ιεροσολύμων   1512. — 

λεως  Ναζαρέτ. — 283.  412. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


502  — 


'^φούλη,  κώ[ΐη  της  μητροπό- 
λεως Καισαρείας  της  Παλαιστί- 
νης. —  284. 

Βαβουσχωμ,ίτης:  Νικόλαος. 

Βαβϋλών.— 89,  90,   241,   304. 

Βαβυλώνιοι.  — 406. 

Βαγώας,  στρατηγός  των  Βαβυ- 
λωνίων.— 406. 

Βαΐων  έβδομάς.— 442,  460. 
ΒαΓων  Κυριακή  — 1. 
Βαραββας.  — 130,   134,    143. 
Βαρβαρέσκοι. — 442. 
Βαρδαρειώται  — 367. 
Βαρδουβΐνος  =  Β»Μαίηπ8.  —  441. 
Βαρλαάμ,   Ιερομόναχος  Άγιοταφί- 

της    1714.— 338. 
Βαρνάβας,    ιεροδιάκονος    Σιναίτης 

1557.— 268. 
Βαρνάβας,   μητροπολίτης  Σκυθου- 

πόλεως  1765.  — 359. 
Βασάν,  μητρόπολις  υπό  τό  πατριαρ- 

χεΓον  των  Ιεροσολύμων. — 257, 

Βάσα  (ή),  κώμη  της  νήσου  Κύ- 
πρου.—  260. 

Βασίλειος  ό  μέγας.  — 255,  312, 
393. 

Βασίλειος  Άγιοπολίτης,  γραφευς 
και  αναγνώστης  της  Άγιας  Ανα- 
στάσεως  1122.  — 252. 

Βασιλειών  αναγνώσματα. — 183. 

Βασιλεύουσα  =  Κωσταντινούπο  - 
λις.— 349,  417,  418,  435, 
445,  450,  454. 

Βασιλικάριος  ό  της  Αγίας  Ανα- 
στάσεως.—  3,  43. 

Βασιλική:  Αγία  Βασιλική. 


Βασιλική  Πύλη  της  Αγίας  Ανα- 
στάσεως.— 190. 

Βασιλική  Καμάρα  της  Αγίας 
Αναστάσεως. — 422. 

Βαρνάβϊτζ,  πρωτοσύγκελλος  Άγιο- 
ταφίτης   1729—335. 

Βρεμένος:  Φίλιππος. 

Βελίαρ.— 226. 

Βενετία.— 465. 

Βενιαμίν,  ηγούμενος  της  μονής 
Αβραάμ  έν  Ίεροσολύμοκς 
1714.  — 339. 

Βέρροια  =  Χαλέπι. — 465 

Βέρροια  ή  της  Μακεδονίας. — 397. 

Βηθανία.  —  2,  3,  5,  12,  16, 
17,   25,   264. 

Βηθλεέμ.— 257,  264,  279,  282, 
286,  293,  299,  300,  303, 
311,  338,  406,  409,  412, 
413,  416,  417,  419,  423, 
424,  426,  427,  430,  451, 
452,  453,  462. 

Βήμα  τό  έν  τη  Αγία  Άναστά- 
σει.— 2,  49,  101,  102,  155, 
156,  176,  183,  184,  199, 
212,  343. 

Βλαχέρναι. — 367. 

Βλαχομπογδανία.'-301,336, 349. 

Βόστρα,  πόλιςτής  Συρίας.— 408, 

Γαβριήλ,     ηγούμενος    της    μονής 
του  Προδρόμου,  της  έν  'Ιερο 
σολύμοις    1714.  — 339. 

Γαβριήλ  ιερομόναχος  Άγιοταφίτης 
1661.— 280. 

Γαβριήλ-ΐπνι-Φινάν  1724.  — 387. 

Γαβριήλ  γ',  πατριάρχης  οικου- 
μενικός  1706.  — 376. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  503  — 


Γαβριήλ,  μητροπολίτης  Φιλιππου- 
πόλεως  1671.  — 277,    279. 

Γαγγρών  άρχιερεύς.  —  317. 

Γάζα,  αρχιεπισκοπή  χαι  πόλις 
έν  Παλακχτίνη.  —  294,  295, 
308,  311,  337,  352,  372, 
379,  427. 

Γαλιλαία.— 200,  219, 220,  234, 

245,    300,  371,  372,  373. 

Γαλίτζινος:     Δημήτριος     Μιχαη- 

λοβίτζης. 

Γαλλία.— 465. 

Γαλλικός  πρόξενος  έν  Ίεροσολύ- 
μοις.  — 478. 

Γαλλικός  πρέσβυς  έν  Κωνσταντι- 
νουπόλει.  — 420. 

Γάλλοι.— 421,   427,  429. 

Γαρδικίου  άρχιερεύς. — 365,  371. 

Γγινησία,  κώμη  της  αρχιεπισκο- 
πής Σεβαστείας  έν  Παλαιστί- 
νη.—284. 

Γγέμπα,  κώμη  της  αυτής  αρχιε- 
πισκοπής.—284. 

Γγινήν,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Καισαρείας  της  Παλαιστίνης. — 
283-84. 

Γγ^οδνες,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαΐδος.— 283. 

Γέεννα.— 389. 

Γεθσημανή  (ή).  — 18,  19,  123, 
409,  422,  424,  426,  430, 
431,  440,  441,  442,  452, 
453. 

Γενέσεως  αναγνώσματα.  — 40,  46, 
63,   78,  94,   182,   184. 

Γεννάδιος  Άγιοταφίτης  1729. — 
335. 


Γεννήσεως  (τοδ  Χρίστου)  ναός  έν 

Βηθλεέμ.— 412. 
Γένουα,  πόλις  ιταλική. — 465. 
Γεράσιμος,       μοναχός       Σιναΐτης 

1557.— 268. 
Γεράσιμος  Άγιοταφίτης  1687. — 

287,  288,  289,   290. 
Γεράσιμος,   οικονόμος  της  λαύρας 

του    αγίου     Σάβα    1714.     — 

338. 
Γεράσιμος     μοναχός,      ηγούμενος 

της    μονής    Ευθυμίου  τής     έν 

Ίεροσολύμοις  1343. — 255. 
Γερμανός,     μητροπολίτης     Βασάν 

1343.— 257. 
Γεράσιμος,    μητροπολίτης    Χαλε- 

πίου   1724.-388. 
Γεράσιμος    δτερος,    μητροπολίτης 

Χαλεπίου  1818.— 475,  477- 
Γερμανοί. — 421. 
Γερμανός,        μονάχος       Σιναΐτης 

1557.— 268. 
Γερμανός,     επίσκοπος     Σαβαΐτης 

1557.— 265,  266,  268. 
Γερμανός ,     πατριάρχης    Ίεροσο  • 

λύμων(1543, 1557, 1569).— 

258,    262,  264,  265,   268, 

298,  371,  414,  415,  493- 

496. 
Γερμανός,    μητροπολίτης   Καισα- 
ρείας τής  Φιλίττπου  1599.  — 

272. 
Γεωργιανοί.  —  410. 
Γεώργιος  ό  μεγαλομάρτυς.  —  338, 

378.  Μοναστήριον  έν  Ίεροσο - 

λύμοις.  —  330,    333,    456. 

Μοναστήριον  έν  τω  πατριαρχικω 

κλίματι  τής    Αντιοχείας,   όνο- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


504  — 


μαζόμενον  άρα^ιστί  Τέϊρ-Έχ- 
μέϊρε.  —  388.  Μετόχιον  το5 
Άγιου  Τάφου  έν  τω  Φαναρίω 
Κωνσταντινουπόλεως.  —  324. 
Μετόχιον  έτερον  του  αύτου 
έν  τω  Νεοχωρίω  του  θρακικού 
Βοσπόρου. — 377. 

Γεώργιος,  σκευοφύλας  της  Άγιας 
Αναστάσεως   1122.  — 252. 

Γεώργιος  Γκίκας  (Ιωάννης),  ^3οε- 
βό5ας  1601.— 273,    278. 

Γεώργιος  Δούκας  Μανιάτης  ό 
Κουρτίκας   1343.— 257. 

Γεώργιος  του  Ιγνατίου,  γραφεύς 
έν  Κάνιν  της  Χαλδίας  1733. 
—  404. 

Γεώργιος  Καρατζάς  1800.— 431. 

Γεώργιος  Καστριώτης  ή  Καστο- 
ριώτης,  μέγας  κόμισσος  της  ηγε- 
μονίας Ουγγροβλαχίας  1706. 
—307,  323,  324,  325,  376, 
377. 

Γεώργιος  ΞιφιλΤνος,  πατριάρχης 
Κωνσταντινουπόλεως  1191.  — 
371. 

Γεώργιος  Οιναιώτης,  παρακοι- 
μώμενος του  παλατιού  Κων- 
σταντινουπόλεως 1191. — 363. 

Γι^αρουν,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαΐδος. — 283. 

Γιάσιον.-— 314,   335. 

Γιεζης.  — 322,   389. 

Γκερμακ,  χωρίον  της  μητροπόλεως 
ΙΙτολεμαιδος.— 283. 

Γκίκας:   Γεώργιος  (Ιωάννης). 

Γοδοφρέδος.  λατΓνος  βασιλεύς  της 
Ιερουσαλήμ. — 44 1 . 

Γολγο»ας.  — 12,   21,   147,  184, 


212,    303,  305,  306,  416, 
417,  430,  448,  457. 
Γονίν,  κώμη  της  Παλαιστίνης. — 
475. 

Γραικοί.-423,  426,  464,466, 

473,  478. 
Γραικοκατόλικοι. — 464. 
Γραφή:   Παλαιά  Γραφή. 
Γρηγόριος,       μοναχός      Σιναΐτης 

1557.-269. 
Γρηγόριος,   ιερομόναχος   Άγιοτα- 

φίτης    1714.— 338. 
Γρηγόριος  Εερεύς,    οικονόμος    της 

άρχιεπισκοτυης  Χαλδίας  1733. 

—  404. 
Γρηγόριος  ό   Διάλογος. — 318. 
Γρηγόριος  ε'  Κωνσταντινουπόλεως 

1821.— 455. 
Γρηγόριος  ό  Νύσσης. — 163. 
Δαβίδ:  Δαυίδ. 
Δαθάν. — 322. 
Δαμασκός.  —  387,    388,    435, 

439,    442,  443,  449,  469, 

470,  472,  473,  477,  478. 
Δανιήλ  ό  προφήτης.  — 183,  304. 
Δανιήλ,  ιεροδιάκονος  Άγιοταφίτης 

1661.-280. 
Δανιήλ,  ιερομόναχος  Άγιοταφίτης 

1685-1690.-294,295,298. 
Δανιήλ  μοναχός,    ηγούμενος    του 

προφήτου  Ήλιου,   μονής  παρά 

τήν    Ιερουσαλήμ     1714.     — 

338. 
Δανιήλ,     μητροπολίτης     Ναζαρέτ 

1833.-479. 
Δαυίδ  ό  προφήτης.  —  δ,   6,    10, 

13,    15,    20,    22,    23,    25, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  505 


27,  28,  29,  34,  40,  42,  43, 
54,  60,  74,  76,  77,  78,  80, 
94,  95,  100,  166,  193, 
222,  230,  235,  239,  264, 
398,  405,  406,  415.  Πύλη 
του  Δαβίδ  έν  Ίεροσολύμ,οις.  — 
440.  Μνήμα  του  Δαβίδ  έν 
τη  Σίών.  — 440. 

Δαυίδ,  σκευοφύλαζ  του  "Αγίου 
Τάφου    1729.— 335, 

Δαβίδ,  αρχιμανδρίτης  Άγιοταφί- 
τη;   1714.  — 338. 

Δαβίδ,  μοναχός  Άγιοταφίτης 
1714.-338. 

Δαυιτικά  χύμβαλα. — 205. 

Δεβλέτι  ή  Δεβλέτιον  (  =  Τψηλή 
Πύλη,  Κυβέρνησις  της  Τουρ- 
κίας).—428,   445. 

Δεποτατοι  της  Αγίας  Αναστά- 
σεως.— 102. 

Δεραμουραίας:  Τζουάν. 

Δέρκων  άρχιερευς.  —  381. 

Δέσποινα  =  θ  εοτόκος . — 239. 

Δευτεράριος  της  Αγίας  Αναστά- 
σεως.—18,  105,  162,  179, 
189. 

Δευτεράριος  του  Άγιου  Γολγοθά. 

—  21. 
Δημγ]τριος    ό    μεγαλομάρτυς•   μο- 

ναστήριον    έν  Ίεροσολύμοις. — 

313,  410,   411. 

Δημήτριος  μπεϊζαδές  1811.  — 
451. 

Δημήτριος    Μιχαηλοβίτζης   Γαλί- 

τζινος,  πρέσβυς  της  Τωσσίας  έν 
ΆδριανουτΓολει  1701,  —  305. 

Δημήτριος  Τορνίχης,  σεβαστός  και 


λογοθέτης    του  δρόμου   1191. 
—  362. 

Διάβολος.  —  189,  212,  227, 
228,  291,  302,  304,  316, 
318,   385,   390,    391. 

Διαχόνισσαι  της  Αγίας  Αναστά- 
σεως.—199. 

Διοκλητιανός  αυτοκράτωρ, — 390. 

Διονύσιος  β',  άρχιεπίσκ.  Κ/πό• 
λεως.— 494,  495,  496. 

Διονύσιος,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης  1661.-280. 

Διονύσιος,  πρωτοσύγκελλος  του 
Αγίου  Τάφου  1729.— 335. 

Διονύσιος,  μητροπολίτης  Καστο- 
ρίας  1715.— 325. 

Δομέστιχος  της    Αγίας    'Αναστά-  ^ 
σεως.— 199. 

Δούκας:   Γεώργιος  Ιωάννης. 

Δούκας  τουΜαστί,  Κύπριος  1523. 
—260,   261. 

Δοσίθεος  α',  πατριάρχης  Ιερο- 
σολύμων και  είτα  Κωνσταντι- 
νουπόλεως 1191.  — 362,  363, 
364,    366,   367,  368,   370. 

Δοσίθεος  δτερος  (ό  Νοταράς),  πα- 
τριάρχης Ιεροσολύμων  1669- 
1706.  —  285,  292,  293, 
294,  295,  298,  307,  377, 
401,   402,  409,    421,  495. 

Δοσίθεος,  αρχιεπίσκοπος  Λύδδης 
1833.  — 479. ' 

Δρογοβιτία.  —  277. 

Δρύστα. — 381. 

Δύσις.— 426. 

Δυτικοί.  — 295,  407,  408,  410, 
413,  417,   442,  444. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


506  - 


Δωρόθεος  (Άττάλας),  πατριάρ- 
χης Ιεροσολύμων  1512  — 
412. 

Δωρόθεος,  μητροπολίτης  Καισα- 
ρείας της  έν  Παλαιστίνη  1733- 
1734.— 344,  346. 

Δωρόθεος,  μητροπολίτης  Πέτρας 
της  Αραβίας    1661.  —  279. 

Δωρόθεος,  μητροπολίτης  Σκυθου- 
πόλεως  1733  -  1734.  — 344, 
346,  347. 

Έβδομάς  8κτη  των  νηστειών.— 472- 

Εβραίοι.  — 2,  5,  15,  18,  22, 
27,  30,  31,  118,  127,  128, 
143,  249,  298,  302,  406, 
415,  457,  459. 

Έγχλείστρας  μοναστήριον  έν  Κύ- 
•      πρω.— 258. 

Εδέμ.— 3,  134,  137,  171,206. 

Ε [ρη ν ιχός:    θ εόδωρος . 

Έλαία  ή  έν  τη  Βηθανία. —  12, 
16,   17,   21. 

Έλαίας  μοναστήριον  έν  Ίεροσο- 
λυμοις. — 418. 

Έλαιών  δρος,  εξω  της  Ιερουσα- 
λήμ. —  17,  60,  116,  264, 
439,   462. 

Έλ-Γουμπέηε,  χώμη  της  επαρ- 
χίας Καισαρείας  της  Παλαιστί- 
νης.—283. 

Ελένης  της  αγίας  παρεχχλήσιον, 
προσχεχολλημένον  τω  ναω  της 
'Αγίας  Αναστάσεως.  — 416. 

Έλευθερούπολις  ή  έν  Παλαι- 
στίνη.—300. 

Έλληνες.  —  320,  406,  455, 
460;  477. 


Έλμάζραα,  κώμη  της  μητροπό- 
λεως Πτόλεμαΐδος. — 283. 

Έλ-Μεσιάδ,  χώμη  της  επαρχίας 
Ναζαρέτ.— 283. 

'Ελ-Μιγγ^αηντήλ,  χωρίον  της  αδ- 
τής  επαρχίας. — 283. 

Έλμπάνε,  χώμη  της  μητροπό- 
λεως Πτολεμαίδος.— 283. 

Έλμπάσα,  χώμη  της  αυτής  μη- 
τροπόλεως.—283. 

Έλ-Τάημπε,  κώμη  της  επαρχίας 
Καισαρείας  της  Παλαιστίνης.— 
284. 

Έλφουλη,  κώμη  της  αύτης  έπαρ- 
χίας.— 284. 

Εμμανουήλ  ό  Χριστός. — 71, 122, 
129,   180. 

Ένετίαι.  — 328. 

Ένταμουν,  κώμη  της  επαρχίας 
Ναζαρέτ. — 283. 

Εξόδου  αναγνώσματα. — 43,  58, 
60,  77,  97,  100,  158,  182. 

Έπιφάνιος,  αρχιεπίσκοπος  Ιορ- 
δανού. —  1 . 

Έπιφάνιος  ό  δγιος. — 164. 

Έράμε,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαίδος.- 283. 

Ερυθρά   θάλασσα. — 38. 

Ευα  ό  Αίγυπτία.  — 40. 

Ευα,  ή  πρώτη  γυνή. -7,  78, 163, 
164,  167,  168,  173,  217, 
223,   225,  226,   304. 

Ευγένιος  επίσκοπος  Σινά  1557. 
—  268. 

Ευδοκία  βασίλισσα.  — 408. 

Ευθυμίου  του  οσίου  μοναστήριον 
έν  Ίεροσολυμοις.  —  255,   256- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  507  — 


Ευθύμιος,  πατριάρχης  Ιεροσο- 
λύμων ψ  1223.  — 361. 

Ευθύμιος  Τορνίχης  1191.  — 
370. 

Ευρέσεως  του  τιμίου  σταυρού  ναός 
έν  τη  Αγία  'Αναστάσει. — 414, 
444,  448,  449. 

Ευρώπη  ή  χώρα.  —  328,  414, 
436,   464. 

Ευρωπαίος.  —  456. 

Εύσέβιος,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης   1661.-280. 

Έφεσος.— 364,   371. 

Έφραιμ  Σύρος    ό  δσιος.  —  53. 

ΈφραΙμ  Σύρος,  μοναχός  ΣιναΓ- 
της   1557.  — 268.  ' 

Έφραιμ,  μοναχός  ΣιναΓτης  1557. 

—  269. 

Έφραιμ  (Αθηναίος),  επίτροπος 
έν  Ίεροσολύμοις  πατριαρχικός 
1765.  —  360.  Ό  αυτός  πα- 
τριάρχης Ιεροσολύμων    1768. 

—  427. 
Εωσφόρος.  —  373. 

Ζαμπέτα,  σύζυγος  Νιχολάου  Κά- 
ρα-Ιωάννου  1729.  —  332, 
333. 

Ζαρεήν,  κώμη  της  επαρχίας  Και- 
σαρείας της  Παλαιστίνης.— 284. 

Ζαρπχανέ  έμίνης. — 446. 

Ζαχαρίας  ό  προφήτης. — 1,  19, 
80,  146,  148,  154.  Αγίου 
Ζαχαρίου  τοποθεσία  έν  Κων- 
σταντινουπόλει.  —  362,  363, 
371. 

Ζαχαρίας,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων.—407. 


Ζεβεδαίου  μήτηρ. — 44,  Του  αυ- 
τού οΤκος  έν  Ίεροσολύμοις.  — 
413. 

Ζευς.— 469. 

Ζήμπ,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαΐδος.— 283. 

Ζηφνα,  πολίχνη  έν  Παλαιστίνη. — 
310. 

Ζοροβάβελ.— 405. 

Ζωή  =  ό  Χριστός.—  157,  162, 
169. 

Ζωηφόρος  Τάφος  ό  του  Χρί- 
στου.— 10. 

Ζωοδόχος  Τάφος  ό  του  Χρίστου.  — 
422. 

Ηλίας,  μητροπολίτης  Βηθλεέμ 
1343.— 257. 

Ηλίας  ή  Ήλιου  ό  προφήτης:  μο- 
ναστήριον  πλησίον  της  Ιερου- 
σαλήμ.—286,   303,  338. 

Ήρακλείας  της  θρακικής  μητρο- 
πολίτης.—364,   371,   381. 

Ηράκλειος  ό  αυτοκράτωρ.  —  298, 
406,  407. 

Ηρακλέους  έπίσ/οπος. — 371. 

Ηρώδης.— 406. 

ΉσαΓας  ό  προφήτης.  —  40,  42, 
46,  63,  98,  100,  148,  150, 
152,  159,  168,  182,  183, 
297,   304. 

θαβώριον  δρος.— 264,  283,  335, 
344,  346,  347,  359. 

θάνατος.—  38,  165,  167,  169, 
170,  175,  178,  179,  180, 
185,  192,  196,  197,  198, 
202,  205,  208,  209,  210, 
212,  213,   214,  216,    219, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  508  — 

221,   222,   223,  225,    226,  Θεοφάνης,    πατριάρχης    Ίεροσο- 

228,   230,  231,   232,    234,  λυμών.  —  281,     300,     301, 

236,  237,  242,  243,    244,  417,  418. 

245,   246,   247,   248,    251.  Θεοφάνης,    μητροπολίτης  Πέτρας 

Θέκλας  της  ισαποατόλου  ναός  έν  Αραβίας  1729-1738.  — 335, 

Ίεροσολύμοις.-479.  344,   347,   348,  349. 

Θεοδόσιος    ό     μικρός,     αύτοκρά-  Θεόφιλος,  μοναχός  Σιναιτης  1557. 

τωρ.— 408.  —268. 

Θεοδόσιος,  μοναχός  ΣιναΓτης  1557.  θεσσαλονίκη  ή   πόλις.  —  353. 

269.  Θράκη  Δρογοβιτία.  —  277. 

Θεοδόσιος,   μοναχός  Άγιοταφίτης  ^^^^  απόστολος.— 158,   212. 

1569.-263.  Ιακώβ  ότου  Αβραάμ.— 37,  395. 

θεοδοσιουπολις.  — 389.  ,^       η-           Λ^νη 

Ιακωβιται.— 407. 

Θεόδουλος,    μοναχός    έν  Ίεροσο-  ,^      .η          --    γ^  α  >   ^           ^      - 

>,          \^Λη^^^η  Ίακωβου  του  Ζεβεοαιου  ναός    εν 

λυμοις   1343.— 256.  ,γ  *       ^,          ^  .λ  λ 

*  Ιεροσολυμοις.  —  414. 

Θεοδώρα    Μαυροδουκαινα    1216  ?  'χ^,ώβου  του  άδελφοθέου  λειτουρ- 

^^^•  γία.  —  23,   105,   188.  Ναός 

Θεόδωρος  Είρηνικός  1191.-370.  έν  Ίεροσολύμοις.  — 307,   330, 

Θεόδωρος,    πατριάρχης    Ίεροσο-  343,   378,  419,  420. 

λύμων.— 299.  Ιάκωβος,   ιερομόναχος  Άγιοταφί- 

Θεόδωρος  'Γρτακηνός.  — 483.  της   1714.— 338. 

θεόκλητος,    μητροπολίτης    Νίκο-  Ιάκωβος,    αρχιεπίσκοπος    θαβω- 

μηδείας  1735.  — 397.  Ρ''^'^  1765.  -  359. 

Θεοτόκος.  —  218,    223,     224,  Ιάκωβος,     άρχιερευς     Φερσάλων 

234,  240,  246,   253,    459.  1735.— 397. 

Τάφος  αύτης. — 18,   441.  Ίανίτζαροι    έν    Ίεροσολύμοις.  — 

Θεοτόκος  ή   των  Σπουδαίων,   πι-  433,   436,   439,  443. 

θανώς  ή  παρά   τόν    ναόν    της  "Ιβηρες  έν  Ίεροσολύμοις.— 410, 

Αναστάσεως  εκκλησία  των  πα-  411,  415,  423.   Μοναστηριον 

λαιών  Βενεδικτίνων.-  7.  αυτών  αυτόθι.— 257,   294. 

Θεοτόκου  της  Όδηγητρίας   μο-^οί-  Ίβηρ''α?   χώρα  Καυκασία.— 410, 

στήριον  έν  Ίεροσολύμοις,   ο  και  411. 

Μεγάλη    Παναγία    λέγεται.  —  Ιγνάτιος,    δραγουμανος    του    πα- 

282.  τριαρχείου     των    Ιεροσολύμων 

θ εούπολις  =  Αντιόχεια   ή    μεγά-  1729. — 335. 

λη.  —  265,   268,   385,   389,  Ιγνάτιος,     αρχιεπίσκοπος     Χαλ- 

390,   394,  398.  δίας  1733. —404. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  509  — 


Ιγνάτιος  έν  Κδτ/ιν,  ου  υίοΙ  Ιωσήφ 
και  Γεώργιος. — 404. 

Ιγνάτιος  Σαρασίτης  1733.  — 
403,  404. 

'ΙεβουσαΤοι. — 405. 

Ίεζεχιήλ  ό  προφήτης. — 60,  76, 
177. 

Ίέρα;,  μέγας  λογοθέτης  της  Με- 
γάλης 'Β/κλησίας. — 493. 

ΊερατεΤον  του  ναού  της  Αγίας 
Αναστάσεως.  —  101,  104, 
105,   106. 

Ιερεμίας  ό  προφήτης  — 95,  154, 
183. 

Ιερεμίας,  μοναχός  Σιναΐτης  1557. 
—  268. 

Ιερεμίας ,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης   1714.  —  338. 

Ιερεμίας ,  ττ^ευματικός  πατήρ 
Άγιοταφίτης   1729.   —   335. 

Ιερεμίας,  αρχιεπίσκοπος  Σεβά- 
στειας 1765.  —  359. 

Ιερεμίας  α',  πατριάρχης  Κων- 
σταντινουπόλεως 1545. — 495. 

Ιερεμίας  β',  πατριάρχης  Κ/πό- 
λεως.—270,   298,  493. 

Ιερεμίας  γ',  πατριάρχης  Κων- 
σταντινουπόλεως 1724.  —  385. 

Ιερόθεος,  μητροπολίτης  Σίδης 
1709.— 384. 

Ιερόν  της  Αγίας  Αναστάσεως.  —  2. 

Ιερόν  =  "Αγια  των  Αγίων,  ναός 
έν  Ίεροσολύμοις.  — 19. 

'Ιεροσολυμϊται. — 448,  455,  456. 

Ιερουσαλήμ,  Ιεροσόλυμα. -1,  3, 
5,  8,  9,  ΪΟ,  13,  15,  17,  20, 
21,  22,  27,30,  44,45,  147, 


186,   196,  230, 

256,  257,  258, 

264,   265,  268, 

272,  273,  274, 

279,  280,  281, 

285,  286,  287, 

295,  296,  298, 

301,  303,  304, 

307,  308,  309, 

312,  314,  315, 

328-333,  335, 
-344,    346-352, 

361,  362,  363, 

368,  369,  371, 

377-384,  386, 

401,  402,  403, 

407,  408,  409, 

413-419,  421, 

425,  427,  428, 

434-481,  493, 
496. 

Ιερώνυμος. — 406. 

Ίησοΰς  ό  του  Ναυή. — 182. 

Ίησουΐται.  —  389,  464,  466, 
468,  469,  473,  474. 

Ίκόνιον. — 381. 

Ίμβραΐμ  ή  Ίμπραΐμ  ή  Ήμπροϊμ- 
πασας  ό  Αιγύπτιος  1832.  — 
459,    461,  462,  463,  478. 

Ίόππη.  — 354,   429,  430,  445, 

456,  478. 
Ιορδάνης  ποταμός.  —  86,   132, 

154,    264,  290,   371,  373| 

462. 
Ιουδαία  ή  χώρα.  —   145,   459. 

462. 
Ιουδαίοι.— 9,   15,  38,  47,   50, 

92,  99,  106,  119,  122,  126, 

128,    129,   130,   132,   134, 


184, 

.185, 

252, 

255, 

260, 

262, 

270, 

271, 

277, 

278, 

282, 

283, 

292, 

293, 

299, 

300, 

305, 

306, 

310, 

311, 

323, 

325, 

337, 

340 

354, 

356, 

366, 

367, 

372, 

373, 

399, 

400, 

405, 

406, 

410, 

411, 

422, 

424, 

429, 

431, 

494, 

495, 

Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  510 


149,  150,  151,  152,  174, 
210,    389,  392,  414. 

Ιούδας  6  Ίσχαριώτης. — 30,  67, 
68,  72,  73,  75,  76,  79,  80, 
81,  83,  85,  87,  89,  92,  93, 
94,  97,  99,  106,  107,  117, 
118,  119,  120,  121,  122, 
123,  126,  151,  157,  292, 
294,  304,  313,  322,  323, 
325,    345,  389,  393. 

Ίοαλίττης  μεγαλομιάρτυροζ  ιερόν 
λείψ^νον  εν  Ίεροσολύμοίς.  — 
282. 

Ισαάκ  ότοϋ  Αβραάμ, — 241,  395. 

Ίσαάκιος  "Άγγελος,    αύτοχράτωρ. 

—  300,  409. 
Ίσκαρίώτης(Ίουδας).— 72,  90,92. 
Ίσμαηλΐται .  —  361. 

Ίσούφ,  βεζίρης  της  'Οθωμανικής 
βασιλείας   1799.  — 429. 

Ίσραήλ,-Ι,  8,  9, 10, 13,14, 125, 
129,   143,   152,  213,    407. 

Ισραηλίτης  λαός. — 8,   35. 

Ιταλοί.  — 405. 

Ιωακείμ,  πατριάρχης  Αλεξαν- 
δρείας 1530-1557.  —  265, 
266,  267,  268,  371,  494, 
495,    496, 

Ιωακείμ,  πατριάρχης  Αντιοχείας 
1557.-265,266,268,271, 
493,  494. 

Ιωακείμ,  μητροπολίτης  Βερροίας 
1735.  — 397. 

Ιωακείμ,  μητροπολίτης  Λιβύης 
1750.  — 400. 

Ιωακείμ,  μοναχός  Σιναΐτης  1557. 

—  269. 

Ιωακείμ  μοναχός,  σκευοφύλαξ  του 


πατριαρχικού   χελλίου  των  Ιε- 
ροσολύμων 1714.  — 338. 

Ιωακείμ,  μοναχός  Άγιοταφίτης, 
ηγούμενος  μονής  του  αγίου 
Δημητρίου  έν  Ίεροσολύμοις 
1714.— 339.• 

Ιωακείμ,  αρχιμανδρίτης  ^Αγιο- 
ταφίτης   1765•  — 360. 

Ιωακείμ,  αρχιμανδρίτης  Άγιοτα- 
φίτης,  επίτροπος  πατριαρχικός 
έν  Ίεροσολύμοις  1750.  —  352, 
399. 

Ιωάννης  ό  Πρόδρομος. — 116. 

Ιωάννης  ό  ευαγγελιστής  και  θεο- 
λόγος.-Π,  19,  25,  74,  96 
112,  116,  119,  126,  141 
146,  154,  188,  201,  205 
211,  235,  254,  320.  Μονά 
στήριον  αυτού  έν  Ίεροαολύ 
μοις.  — 416. 

Ίωχ^νης  Βασιλείου  βοεβόδας 
1661.-273,278. 

Ιωάννου  {^αμαατψου)  ποίημα. — 
191. 

Ιωάννης  Δούκας,  σεβαστοκράτωρ 
1191.— 362. 

Ιωάννης  Δούκας  Τρίχας,  λογο- 
θέτης των  οικιακών  (του  πα- 
λατίου  Τραπεζουντος)  1343.— 
257. 

Ιωάννης  Τρίχας  1337?— 483. 

Ιωάννης,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων.—296,  299. 

Ιωάννης  Καματηρός,  πρωτονοτά- 
ριος της  Μεγάλης  Εκκλησίας 
1191.  — 370. 

Ιωάννης  Καντακουζηνός,  αυτο- 
κράτωρ.—301. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟοοξΙ^ 


—  511  — 

Ιωάννης    Κωνσταντίνος  Μπασσα-  Ιωσήφ   ό  ποίγχαλος.  —  33,   37, 

ράμπας,    βοεβόδας    1706.   —  40,    158,    160,    162,    163, 

307,  328.  166,    171,   172,   175,   178, 

Ιωάννης,  θείος  Νικολάου  Κάρα-  231. 

Ιωάννου.  — 333.  Ιωσήφ    ό    από  Άριμαθαίας.  — 

Ιωάννης     Κομνηνός,      σεβαστός,  408,  414,   457. 

υ?ός  πρωτοστράτορος  1191. —  Ίωσηφ,      ιεροδιάκονος       Σιναίτης 

362.  1557.  — 268. 

Ιωάννης  Όρφανός,  ναός  εν  Άδρια-  Ιωσήφ ,      ιερομόναχος     ΣιναΓτης 

νουπόλει.  — 374,   375.  XVI.— 493. 

Ιωάννης    Ταράνης,    κόμης  πριμ-  Ιωσήφ    του  Ιγνατίου   1733.   — 

μικήριος     των    Βαρδαρειωτών  404. 

\^^^~^^^'  Ιωσήφ  Σαρασίτης,  ιερεύς.  — 403. 

Ιωάννης    ό  Χρύσανθου,  κανστρί-  »τ      χ            -              ^         ν     ' 

-      %/    .^        ,Ι^    Λ      Γ  Ιωσηφ-πασας,    σατράπης   λυριας 

1191-37^  '^'               '"'  χ«1  Παλαιστίνης  1810.-443. 

,γ    ,        * .   _^     '  ,                     ^  „  Κα&ολιχόν    της  Άγ(ας    Άναστά- 

Ιωαννης  ο  Χρυσόστομος.  —  53,  „^1     .Α     ..„    .  .„ 

200     δ'ΙΛ  σεως.- 303,  422,  442,  447, 

ζυυ,  Ζ04.  ^^3^  ^^3^             ^^3. 

Ιωάννης    Χωματηνός,   λογοθέτης  „  ^  .     .          .       ,.    ,         ^  - 

της  Μεγάλης  Έ^χλησίας  1191.  ^α&^λιχόν     της     Αγιας     Ναζα- 

—  370.  ρετ.-303. 

Ίωαννίχ'.ος,     ιερομόναχος    Άγιο-  Καθολιχόν  της  Αγίας   Βηθλεέμ. 

ταφίτης   1661.— 280.  —453. 

Ίωαννίχιος,    άρνιεπίσκοπος    Σινά  Καϊάφας,    άρχιβρεύς  Ιουδαίος— 

δροας.-340,"  401,  402.  δ^'    «^,    72,  80,  81,  129, 

,ϊ    ,            .       ,^           '   ,  136,    304.    ΟΤχος    αυτού    έν 

Ιωάννινα  η  πολις. — 381.  „     '    ^                   .,  .      .,_ 

'  Ιεροσολομοις.   —   414,    415, 

Ίωάσαφ,  αρχιμανδρίτης  Άγιοτα-  4Ι8. 

φίτης   1661.-279.  κάΙ\,  αδελφός  του  Άβελ. -389. 

Ίωάσαφ,  άρχιερευς    ΠτολεμαΓδος  Κάϊρον  —  265 

1685.-293,  294,  315.  ^^^^^^^^^  Παλαιστίνης.  -  314, 

Ίωάσαφ    (?)    Ετερος,     άρχιερεύς  283,    300,  343,  346,  347, 

Πτολεμαίδος  1734.-346.  353,    364,  371,   397. 

Ίώρ  ό  δίχαιος.— 43,  60,  77,  97,  Καισαρεία  Φιλίτυπου.  — 272. 

^δ°•  Καισάριος,     μοναχός    Άγιοταφί- 

Ίωνδς  ό  προφήτης.  —  88,   169,  της,     επίτροπος    πατριαρχικός 

182,   193,  249,  304.  έν  Ίεροσολυμοις  1729-1734. 

Ίώσηπος  ό  ίστοριχός. — 405,406,  —335,  346,   347. 

410.  Καισάριος,  μοναχός  Άγιοταφίτης. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


512 


οραγουμανος   του  πατριαρχείου 
των  Ιεροσολύμων  1714.-338. 

Καλές  =  φρουριον  της  Ιερουσα- 
λήμ. -437. 

Καλλίνικος,  ιερομόναχος  Άγιο- 
ταφιτης   1661.  — 280. 

Καλλίνιχος,  ιερομόναχος  έτερος 
Άγιοταφίτης   1714.— 338. 

Καλλίνιχος,  ιεροδιάκονος  Άγιοτα- 
φίτης   1833.-  480. 

Καλλίνιχος,  μητροπολίτης  Άχή- 
σχας  1734.-389. 

Καλλίνιχος  β',  πατριάρχης  Κων- 
σταντινουπόλεως 1693.—  298, 
374. 

Καλλίνιχος,  μητροπολίτης  Χαλ- 
κηδόνος 1735.-397. 

Καλούι,  μοναστήριον  Άγιοταφι- 
τιχόν  εν  Βλαχία. — 338. 

Καμάρα  έν  Ίεροσολύμοις,  κοινω- 
νούσα το  μοναστήριον  των 
Άγιοταφιτών  μετά  του  ναού 
της   Αναστάσεως.  -  481. 

Κανά  της  Γαλιλαίας.  — 139,  371, 

373. 
Κανονή:   Σουλεϊμάν. 
Καντακουζηνός:   Ιωάννης. 

Καντακουζηνός,  ήγεμών  Ούγκρο- 

βλαχίας.  -328. 
Κάλλιστος  Άγίοταφίτης  1687. — 

289. 
Καματηρός:   Ιωάννης. 
Καμμύτζης:  Μανουήλ. 
Καμπάτη,    κώμη    της    επαρχίας 

Καισαρείας  Παλαιστίνης.— 284. 
Κάπρα,    κώμη  της  μητροπόλεως 

ΠτολεμαΓδος. — 283. 


Καρά-Ίωάννης:   Νικόλαος, 

Καρθαγένη.  — 364. 

Καρσίφα,  κώμη  της  μητροπόλεως 
ΠτολεμαΓδος. — 283. 

Καρτζάδες  =  Κιρκάσιοι.  —  410. 

Καρτζαρας  Κύπριος  1523.  —  260. 

ΚασΙς-Άπτελμεσιχ  1 724.-388. 

Κασίς-Χάννα-Χουμπίγι,ε,  Δαμα- 
σκηνός χριστιανός  1724.  — 
388. 

Καστοριάς  σχολεϊον.  — 323,  324, 
325,   326. 

Καστρίσιος  της  Άγιας  Αναστά- 
σεως.— 184. 

Καστριώτης  η  Καστοριώτης:  Γε- 
ώργιος. 

Κατηχούμενα  της  Αγίας  Ανα- 
στάσεως. —  12,  179,  409, 
420,  422. 

Κατάστενον  του  θρακικού  Βοσπό- 
ρου.—377. 

Καταφλώρος:  Μάρκος. 

Κατόλικος  ή  Κατολούκ.  —  464. 

Καφαργ^ασηφ,  κώμη  της  μητρο- 
πόλεως Πτολεμαΐδος. — 283. 

Κάφρα,   κώμη    της  μητροπόλεως 

Καισαρείας  Παλαιστίνης.— 284. 
Κερτζέζιδοι  =  Κιρκάσιοι.  —  412. 
Κεφαρκιναν,  κώμη  της  επαρχίας 

Ναζαρέτ. — 283. 
Κεφαρμάντα,     κώμη     της    αύτης 

επαρχίας. — 283. 
Κιλικία,  χώρα  της  Μικρας  Ασίας. 

-  414. 
Κ^ορ- βεζίρης:  Ίσούφ  βεζίρης. 
Κιουπρουλόγλης,   βεζίρης. — 296. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  513  - 


Κφχάσιοι.— 410. 

Κιρχ(}ρ=Γρηγ(>ριος,  σαράφης  Αρ- 
μένιος.—429. 

Κλαυθμώνος  χοίλάς. — 410. 

Κλήμης,  μητροπολίτης  Ιωαννί- 
νων 1706. — 381. 

Κλαυδιούπολις. — 402. 

Κοινόν  του  Παναγίου  Τάφου  = 
Κοινότης  ή  Αδελφότης  Ελλή- 
νων χληρικών  περί  τόν  πατρι- 
άρχην  Ιεροσολύμων.  —  286, 
288,  332,  337,  355,  423, 
429,  445,  450,  456,  457, 
458,  479. 

Κοινόν  Αρμενίων  χληριχων  έν 
Ίεροσολύμοις. — 459. 

Κομνηνοί:  Αλέξιος,  Ανδρόνικος, 
Ιωάννης. 

Κομνηνός  (Λεσβίος),  χάλφας  = 
αρχιτέκτων. — 444,  480. 

Κονηκάτ,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαΐδος.  —  283. 

Κοπρώνυμος:  Κωνσταντίνος. 

Κόπται  κληρικοί  έν  Ίεροσολύ- 
μοις.— 407,  409,  410,  411, 
412,  415,  429,  439,  444, 
445,    451,  475. 

Κοράκι  τό  της  Πετραίας  Αρα- 
βίας.—308,   311,   372,  379. 

Κοσμάς  μοναχός  ό  μελωδός.— 
44,   164,  171,  172,  173. 

Κοσμάς,  άρχιερεύς  Κλαυδιουπό- 
λεως  1708.— 402. 

Κοσμάς,  μητροπολίτης  Πισιδίας 
1735.  — 397. 

Κοσμάς,  αρχιεπίσκοπος  Σιναίου, 
ε?τα  Κλαυδιουπόλεως. — 400. 


Κουβούκλιον  του  Αγίου  Τάφου.— :- 
289,  409,  418,  420,  421, 
422,  431,  436,  437,  439, 
441,  442,  444,  446,  447, 
448,    454,  457,  460,  461. 

Κουροπαλάτης:  Μιχαήλ. 

Κουρτίκας:   Γεώργιος  Δούκας» 

Κρανίου  Τόπος  έν  τω  ναω  της 
Αναστάσεως.— 42,  135,151, 
166,  250. 

Κριτήριον  =  Δικαστήριον  της  πό- 
λεως Ιερουσαλήμ. — 413,  414, 
416,  452,  454,  461. 

Κύζικος  ή   πόλις. — 381. 

Κυπριανός,  μοναχός  ΣιναΙτης 
1557.  — 268. 

Κύπρος  ή  νήσος.  —  258,  299, 
452,  493. 

Κυριακαι  της  νηστείας  των  Χρι- 
στουγέννων.— 333. 

Κυριακή  ημέρα.  —  211,  212, 
319,  357,  378,  438,  468, 
469,    471. 

Κυριακή  των  Βαΐων  δπως  έωρτά- 
ζετο   έν  Ίεροσολύμοις. — 1  κέ. 

Κυριακή  του  Πάσχα  δπως  έωρ- 
τάζετο  έν  Ίεροσολύμοις.  — 
253  κέ. 

Κυριακή  της  Αναλήψεως. — 254 

Κύριλλος  Άγιοταφίτης   1687. — 

290. 
Κύριλλος,  πατριάρχης  Αντιοχείας 

λατινόφρων.  — 385,  387,  388. 
Κύριλλος,   μητροπολίτης  Κυζίκου 

1706-1709.— 381,  384. 
Κύριλλος,   μητροπολίτης  Προύσης 

1706-1709.— 381,   384. 

33 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  514  — 

Κύριλλος,    μητροπολίτης     Πέτρας  446,    452,  455,  475,  493, 

Αραβίας  1765—359.  *94'    495,  496. 

Κύριλλος,  μοναχός  Άγιοταφίτης,  Κωνστάντιος,    μοναχός    Σιναίτης 

πρώην    δραγουμανος    του    πα-  1557.     269. 

τριαρχβίου    των   Ιεροσολύμων  Κωνστάντιος,  μητροπολίτης  Χαλ• 

1714.  — 338.  χηδόνος  1706  - 1709.— 381, 

Κύριλλος,  χαθηγούμενος  της  λαύ•  384. 

ρας  τοδ  οσίου  Σάβα  1714. —  Αάζαρος    ό    έχ    νβχρών    έζανα- 

338.  βτάς.  —  3,  4,  5,  7,  8,  11, 

Κυρίου  Τάφος  =^Αγιος  Τάφος.—  21,  27,  74,  118,  264.  Σάβ- 

^0    26.  βατον  τοϋ  αύτου.  —  423. 

Κυρίου  γεννήσεως  προσχΰνημα  έν  Αατινοι.      295,  300,  301,  361, 

Βηθλβέμ.-453.  408,  413,  422,  449. 

ΚωνσταντΤνος  ό  μέγας.  —  405,  Λαυρέντιος,  έπίσχοπος  Σινά  βροΰς 

406.  Ναός  αύτου  έν  τη  Άγί?  1 599.— 270  -  272. 

Άναστάσει. — 221.  Λαυρέντιος,  ή  Λοβρέντιος  Άγιο- 

Κωνσταντΐνος,    προοκυνγ}τής    τοδ  ταφιτης  1687.        287,  288, 

Αγίου    Τάφου    έν  Κάνιν   της  289,  290. 

Χαλδίας  1733  — 404.  Λαυρέντιος,    αρχιεπίσκοπος  Λόδ- 

(ΚωνσταντΤνος)  ό  Κοπρώνυμος:—  ^ης  1733-1734.— 344,  346. 

299.  Λεονταρης,  πατήρ  Νιχολάου  Καρβ- 

ΚωνσταντΤνος   Μπασσαράμπας:  Ιωάννου.— 332,  333. 

Ιωάννης  Κωνσταντίνος.  Λεόντιος,    αρχιεπίσκοπος   θαβω- 

Κωνσταντϊνος  του  Ταούλ,  σέβα-  ^  Ρ'^^^   ^Ρ^'^^    1729-1734.   - 

στός  1191.— 362.  ^^^'  ^■**'  ^^^'  ^^'^' 

Κωνσταντίνος  του  Σπαθαρίου,  ύπο-  Αεο^τιος,  μοναχός  ΣιναΓτης  1557. 

μνηματογράφος    της    Μεγάλης 

Εκκλησίας  11-91.— 370.  Λεόντιος,  ιερομόναχος  Άγιοταφί- 

Κωνσταντινούπολις.  —  78,  275,  ^^  1714.-338. 

278,    279,  285,  292,  263,  Αευκωσία,πόλιςένΚύπρω.— 258- 

295,    299,  305,  308,  309,  Λεχία  ή  χώρα.  — 319. 

323,    324,  326,  329,  341,  Λιβάνιον  δρος.-468,  469,  473. 

!ί?'    ΙΙΙ'  ΙΙί'  οοο'  ο.α'  Αιθόστρωτον    το    έν    Ίεροσολύ- 

364,    366,  367,  368,   369,  ^,/_ιολ                   *^ 

370,    374,  376,  382,  385,  ■*  *',    *'"• 

386,    395,  408,  409,  411,  ^Ή  η  χ<«>Ρ«.-399,  400. 

414,    416,  419,  421,  425,  Λουκδς  ό  ευαγγελιστής.— 18,  60, 

426,    432,  433,  434,  445,  66,94,137,149,152,211. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


515 


Αογίζοζ  Φλάτροα.  —  258,  259, 
260. 

Λόγος  =  Ίησοδζ  Χριστές.  —  2 1 6, 

218,    219,  221,   224,  225, 

226,    227,  228,  230,  231, 

239,  243,  246,  248,  250, 
251,    254,  353. 

Λοπάδιον,  πόλις  έν  Βηθονία. — 
365. 

Δουχίτης,  πρωτονοτάριος  καΐ  πρω- 
τοβδστιάριος.  —  483. 

Λουμπίβ,  κώμη  της  επαρχίας 
Ναζαρέτ.  — 283. 

Αύδδα  ή  πόλις.  —  287,  294, 
300,  337,  344,  346,  359, 
388,    479. 

Μαγδαληνή:  Μαρία. 

Μακάριος,  μοναχόςΣιναΐτης1557. 
—  268. 

Μακάριος  δτερος,  μοναχός  ΣιναΓ- 

της   1557.  — 269. 
Μακάριος  Τώσ<τος,    μοναχός  Σι- 

ναίτης   1557.  — 269. 
Μακάριος,    Ιερομόναχος    Άγιοτα- 

φίτης  1569.— 263. 

Μακάριος  δτερος,  ιερομόναχος  Ά- 
γιοταφίτης  (έκ  Κρήτης)  1691- 
1714.  — 280,  338. 

Μακάριος,  μοναχός  Άγιοταφίτης, 
καθηγούμενος  της  αγίας  Βη- 
θλεέμ 1714.  — 338. 

Μακάριος  Προυσηνός,  αρχιεπίσκο- 
πος Γάζης   1750.-352. 

Μακάριος,  αρχιεπίσκοπος  Σινά 
δροϋς  1223.— 361. 

Μακάριος  Κύπριος,  επίσκοπος  Σι- 


νά δροϋς  1557.  — 265,   266, 

494. 
Μακάριος,  άρχιερευς  Σίφνου  1709. 

—  384. 
Μακεδόνιος  ο  αιρετικός. — 390. 
Μακεδόνες. — 405,  406. 
Μάκρη,    κώμη    της  μητροπόλεως 

Πτολεμαΐδος. — 283. 
Μαλιάσης:  Νικόλαος. 
Μαμαλουκοι    ή    Μαμελουκοι.   — 

407,  410. 

Μανασσης,     μοναχός    ΣιναΓτης 

1557.— 268. 
Μανασσής,   ιερομόναχος   Σιναΐτης 

1557.— 268. 
ΜανικαΓτης:  Νικόλαος. 

Μανοοήλ     "Αγγελος,      εξάδελφος 

Ίσαακίοϋ  Αγγέλου    του  αύτο- 

κράτορος  1191.— 362. 
Μανοϋήλ  Καμμυτζης,  πρωτοστρά- 

τωρ  1191.— 362. 
Μανουήλ    Τατίκης,    πανσέβαστος 

σεβαστός   1191.  — 363. 
Μανούκ,   Αρμένιος  τραπεζίτης  έν 

Κωνσταντινουπόλει   1808.    — 

432,  433,  459. 
Μανσούρ  έκ  Δαμασκού   1724. — 

388. 
Μαζιμιανός  αυτοκράτωρ. — 390. 

Μαρία  ή  Θεοτόκος.— 103,  116, 
117,  120,  138,  139,  155, 
178,    192,  203,   227,  235. 

Μαρία  ή  Μαγδαληνή.  —  220,  444. 

Μαριάμ  ή  Θεοτόκος.— 10,  181, 

199. 
Μάρκος    ό    ευαγγελιστής.  —  ^7, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  516  — 


51,  76,  83,  106,  133,  144, 
151,   199. 

Μαρ'^ος  ό  μελωδός.  — 164,   167. 

Μαρχος  ό  Καταφλωρος,  πατριάρ- 
χης Ιεροσολύμων  1191.  — 
368. 

Μαρώνεια  ή  πόλις. — 397. 

Μαρωνΐται.  —  407,  413,  415, 
465. 

Μαρωνιτων  έν  τω  Αφανίω  βρει 
μοναστήριον. — 468. 

Μαστίς:    Δοόχας. 

Ματθαίος  ό  ευαγγελιστής.  —  21, 
43,  46,  59,  63,  80,  101, 
106,  123,  130,  137,  149, 
159,    177,  187,  220. 

Ματθαίος,  άρχιμοίνδρίτης  Άγιοτα- 
φίτης   1810.  — 441. 

Ματθαίος,  πατριάρχης  Αλεξαν- 
δρείας  1750.— 399. 

Μαλιάσης:  Νικόλαος. 

Ματθαίος,  πατριάρχης  Κωνσταν- 
τινουπόλεως 1599.— 270. 

Ματθαίος,  αρχιεπίσκοπος  '  Αόδ- 
δης  1765.-359. 

Ματος,  άρχιερευς  Γάζης  1343. — 
257. 

Μάτραχα  ή  πόλις. — 365. 

Μαυροδούχαινα:  Θεοδώρα. 

Μαχμούτ  α',  σουλτάνος  της  Τουρ- 
κίας 1734.— 425. 

Μαχμούτ  β',  σουλτάνος  1808- 
1827.  —  432,  433,  434, 
445,  457. 

Μεγάλη  Εκκλησία  =  ΠατριαρχεΓον 
της  Κωνσταντινουπόλεως.  — 
433,  466,  467,  473,    477. 


Μεγάλης  Εβδομάδος  ίεροσολυμι- 
τική  ακολουθία. — 32. 

Μεγγιτελκουρουν,  κώμη  της  μη- 
τροπόλεως Πτολεμα(δος.  -283. 

Μεδινέ  (ή),  πόλις  της  Αραβίας. — 
449. 

Μεεμέτ  β',  σουλτάνος  της  Τουρ- 
κίας 1453.-411,  412,  425. 

Μεεμέτ  δ',  σουλτάνος  1649.  — 
419. 

Μεεμέτ  -Άλή  -  πάσας ,  σατράπης 
της  Αιγύπτου.  —  444,  459, 
460. 

Μεθαλουν,  κώμη  της  άρχιεπι- 
σκοτϋης  Σεβαστείας.  — 284. 

Μεθόδιος,  ιερομόναχος  Σιναΐτης 
1557.— 268. 

Μεθόδιος  Πάριος ,  πατριάρχης 
Αντιοχείας. — 477. 

Μέκκα,  πόλις  ιερά  της  Αραβί- 
ας.—449. 

Μελάνης  της  άγί.ας  Ξενοδοχεΐον 
έν  Ίεροσολύμοις. — 411. 

Μελέτιος,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων 1731-1734.  —  340, 
342,  344,  346,  347,    403. 

Μελέτιος  Πηγας,  πατριάρχης  *Αλε- 
ζανδρείας   1599.— 271. 

Μελέτιος,  προηγούμενος  *Αγιοτα- 
φίτης  1714.— 338. 

Μελέτιος,  Ιεροδιάκονος  Σιναίτης 
1557.— 268. 

Μελχισεδέκ,  βασιλεύς  Σαλήμ.  — 
82,  405. 

Μελχισεδέκ  Άγιοταφίτης,  προη- 
γούμενος της  Βηθλεέμ  1714. 
—339. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


617  — 


Μεσημβρία  ή  πόλις.  — 371. 
Μβσηνή  πολις. — 364,  366. 
Μέσον  της  Γης  έν  τα>   ναω    της 

^Αναστάσεως.  —  1 36. 
Μεσοποταμία  ή  χώρα.  —  389. 

Μετάνοια  =  τό  μοναστηριον  της 
Άγιοταφιτιχης  Άδελφότητος. — 
344. 

Μετάνοια  του  αγίου  Πέτρου  του 
αποστόλου•  τόπος  καΐ  ναός  εξω 

του  Ίερου  έν  Ίεροσολυμοις. — 

126. 
Μεχχέμ   η    Μεχκεμές,    δικαστή - 

ριον    τουρχίχόν    έν    Ίεροσολυ- 

μοις.— 439,  441,  447,  450• 
Μεχμέτ:  Μεεμέτ  β'. 

Μη  μου   άτττου•    προσκύνημα    έν 

τω  ναω  της  Αναστάσεως.  — 

415,  444. 
Μικρά  Ασία.— 413,  459. 
Μισαήλ,     μητροπολίτης    Πέτρας 

Αραβίας  1809 -1833.  — 438, 

479,  480,  481. 
Μιχαήλ,    θείος    Νικολάου   Καρα- 

Ίωάννου.  — 333. 
Μιχαήλ,  ιερεύς  εξ  Άδάνων  1739. 

—  398. 
Μιχαήλ  ό  Κουροπαλάτης. — 299. 
Μιχαήλ  6  Παφλαγών. — 300. 
Μιχαήλ  Σύγκελλος.— 299. 
Μνημεΐον  =  "Αγιος  Τάφος.  —  480. 

Μόδεστος,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων.-299. 

Μολδοβλαχία.- 323,  381,  382, 
383. 

Μοναστήρια:  Αβραάμ  έν  Ίεροσο- 


λυμοις.  —  313,  339,  351, 
420,  423.  Βηθλεέμ.—  339. 
Αρχαγγέλου  ή  Αρχαγγέλων  έν 
Ίεροσολύμοις.  —  286,  313, 
333,  338,  410,  416,  428, 
459.  Αγίου  Γεωργίου  έν  Ίερο- 
σολύμοις.— 330,  333,  388, 
456.  Αγίου  Δημητρίου  αυτό- 
θι.—313,  ^89,  410,  411, 
478.  Έγκλείστρας  έν  Κυπρω. 
— 258.  Έλαίας  έν  Ιερουσα- 
λήμ.— 418.  Όσίου  Ευθυμίου 
έν  Ίεροσολύμοις.  — 255,  256. 
Προφήτου  Ήλιου  παρά  τήν 
Ιερουσαλήμ.  —  303,  338. 
Ιωάννου  του  θεολόγου  έν  Ίερο- 
σολυμοις. — 416.  Ιωάννου  του 
Προδρόμου  αυτόθι.—  313,339. 
Θεοτόκου  της  Όδηγητρίας  αυ- 
τόθι.—  282.  Αγίου  Νικολάου 
αυτόθι.— 410,  423.  Παναγίας 
της  Μεγάλης  αυτόθι.  —  282. 
Μοναστήριον  του  Πεζαλα.  — 
303.  Όσίου  Σάβα  λαύρα.  — 
266,  268,  303,  338,  411, 
423.  Σινά  δρους.— 265,  276. 
Τιμίου  Σταύρου  των  Ιβήρων, 
πλησίον  της  Ιερουσαλήμ.  — 
257,  292,  293,  294,  303, 
338,  410,  423. 

Μονομάχος  (Κωνσταντίνος).— 300. 

Μονοφυσΐται.  —  407,  409. 

Μουγάρ,  κώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.—283. 

Μουράτ,  σουλτάνος  της  Τουρκίας 
1628.— 417. 

ΜουσανΙφ  -  έφέντης,  μουλάς  της 
Ιερουσαλήμ  1811.  — 452. 

Μουσταφάς  γ',  σουλτάνος  της 
Τουρκίας.  — 426. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  518  — 


Μοϋίτταφας    δ',     σουλτάνος     της 

Τουρκίας.— 431,  432. 
Μουσταφάς,  μπαϊρακτάρης  η  μπαϊ- 

ρακτάρ  1807.— 43-2,  459. 
Μουστιγγιμπήν,    κώμη   της  άρχι- 

επισκοτυης  Σεβάστειας.  — 284. 
Μπαγδάτιον. — 299. 
Μπαλανος,  θείος  Νικολάου  Καρα- 

Ίωάννου. — 333. 

Μπαλάσα,  αδελφή  Νικολάου  Καρα- 
Ίωάν^/ου.  — 332,  333. 

Μπαρμπαρέσοι. — 438. 

Μπαρουα,  κώμη  της  μητροπό- 
λεως Πτολεμαίδος. — 283. 

Μπασσαράμπας  (Ίω.  Κωνσταντί- 
νος).—307. 

Μπέητ-Γγι'ν,  κώμη  της  μητροπό- 
λεως ΠτολεμαΓδος. — 283. 

Μπέητ-Μηρήν,  κώμη  της  αρχι- 
επισκοπής  Σεβαοτείας. —  284. 

Μπενέτα,  μήτηρ  Νικολάου  Καρα- 
Ίωάν^/ου. — 332,   333. 

Μπετζαλας,  κώμη  έν  τη  Ιου- 
δαία.—456. 

Μπογός-άγδς,  Αρμένιος,  ευνοού- 
μενος υπό  Μεχμέτ  Αλη-πασα 
της  Αιγύπτου.— 459. 

Μπούρκα,  χωρίον  της  αρχιεπι- 
σκοπής Σεβαστείας.  —284. 

Μύβρο:  Νικόλαος. 

Μυροφόροι  έν  τω  ναω  της  Ανα- 
στάσεως.— 179,   189,   191. 

Μωάβ  ή  πόλις.— 408. 

Μωάμεθ,  προφήτης  των  Μουσουλ- 
μάνων.—407,  411. 

Μωσής  ή  Μωυσής  ό  προφήτης. — 
141,   177,  212,   238. 


Μωσής,  Μούσας  ή  Μωυσής,  οικο- 
νόμος της  Δαμασκηνών  εκκλη- 
σίας 1747.  — 471,  472. 

Μωυσής,  μοναχός  Σιναΐτης  1557. 
269. 

Μωυσής  ΣιναΓτης  XVI.— 493. 

Ναβουχοδονόσορ,  βασιλεύς  των 
Χαλδαίων. — 406,  407. 

Νάγουρα,  κώμη  τής  μητροπό- 
λεως Καισαρείας  τής  Παλαι- 
στίνης.—284. 

Ναζαρέτ.— 279,  283,  300,  303, 
311,  314,  359,  475,    479. 

Ναζιανζός.  — 364,  371. 

Ναζωραΐοι. — 412,  455. 

Ναθαναήλ,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης  1661.-280. 

Νάίν-Τάμρα,  κώμη  τής  μητροπό- 
λεως Κακίαρείας  τής  Παλαι- 
στίνης.—284. 

Νακούρα,  χωρίον  τής  αρχιεπισκο- 
πής Σεβαστείας. — 284. 

Ναμπουλουσι  (αρχ.  Νεάπολις), 
κωμόπολις  έν  Παλαιστίνη.  — 
311. 

Ναπολέων  Βοναπάρτης.  —  427, 
429,  431,  450. 

Ναύπακτος. — 371. 

Νοσοκομεΐον  έν  Ιερουσαλήμ  Ευ- 
δοκίας τής  βασιλίσσης. — 408. 

Νεάπολις  ή  έν  Παλαιστίνη.  — 
337,   344,  346,  347. 

Νέα  Τώμη  =  Κωνσταντινούπολις. 
—385,  395. 

Νεκτάριος,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων 1661-1667.-273,274, 
275,  276,  277,  278,    279, 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  519 


280,  281,  282,  285,  402. 
Ό  αυτός  μοναχός  ών  Σιναιτης 
Ιγραψβν  Ιστορίαν  τοδ  Σινά.  — 
493,  494,  495,  496. 

Νεκτάριος,  Ιβρομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης  1714.-338. 

Νέμιτζοι. — 301. 

Νεμτζία.— 296. 

Νεοχαισάρεια.— 364,  371. 

Νεόφυτος,  μητροπολίτης  Βηθλεέμ 
1661-1667.-279,282. 

Νείίφυτος,  μητροπολίτης  Ήρα- 
χλείας  καΐ  Ταιδεστου  1706- 
1709.-381,  384. 

Νεόφυτος  Κύπριος,  Ιερομόναχος 
*Αγιοταφίτης,  υπομνηματογρά- 
φος  της  'Δδελφότητος  των 
*Αγιοταφιτών. — 405,  464. 

Νεόφυτος,  πατριάρχης  Κωνσταν- 
τινουπόλεως 1735.  — 395, 

Νεόφυτος,  αρχιεπίσκοπος  Λύδδης 
1685-1714.-287,294,337. 

Νεόφυτος,  μητροπολίτης  Πτολε- 
μαίδος  1714.  — 315. 

Νεόφυτος,  μητροπολίτης  Σαϊδα- 
νάγιας  1724.— 387. 

Νεόφυτος,  άρχιερεύς  Σίφνου  1735. 
—397. 

Νεόφυτος  ίερεύς  Άγιοταφίτης,  δι- 
δάσκαλος ένΊεροσολυμοιςΙ  685• 

—  293. 

Νεόφυτος,  μοναχός  ΣιναΓτης  1557. 

—  269. 

Νεόφυτος,     ιερομόναχος  Άγιοτα- 

φίτης  1661.-280. 
Νεόφυτος     δτερος ,      ιερομόναχος 

Άγιοταφίτης     καΐ     πρωτοσυγ- 

κελλος  1714.— 338. 


Νεόφυτος  δτερος ,  ιερομόναχος 
'Αγιοταφίτης  και  προηγούμενος 
του  Καλουϊ  1714.-338. 

Νεόφυτος,  μοναχός  Άγιοταφίτης, 
ηγούμενος  της  έν  Ίεροσολυ- 
μοις  των  Αρχαγγέλων  μονής 
1714.— 338. 

Νεόφυτος,  αρχιμανδρίτης  Άγιοτα- 
φίτης  1765.  — 360. 

Νεοχώρι  ή  Νεοχώριον  Κωνσταν- 
τινουπόλεως.—308,309,  377. 

Νεστοριανοί. — 407. 

Νεστόριος  ό  αιρεσιάρχης. —  390. 

Νίκαια  ή  πόλις.— 257,  267,  322. 

Νικητήριος  ή  Αγγελική•  τόπος 
έν  τω  ναω  της  Αναστάσεως, 
όπισθεν  του  προσκυνήματος 
του  "Αγίου  Κρανίου,  ένθα  ό 
Σταυρός  έφυλάττετο .  — 146. 

Νικηφόρος  Σιναΐτης,  ηγούμενος 
έν  Κωνσταντινουπόλει  του  Σι- 
ναϊτικού μετοχίου,  ψηφισ&εις 
εΓτα  του  Σινά  δρους  αρχιεπί- 
σκοπος 1731.— 340,  341. 

Νικόδημος  Φαρισαΐος,  δρχων  των 
Ιουδαίων.—  160,  171,  414, 
457.  Τάφος  αύτου  έν  τω  ναω 
της  Αναστάσεως. — 408. 

Νικόδημος ,  μοναχός  Σιναίτης 
1557.  —  269. 

Νικόδημος ,  άρχιερευς  Δερκών 
1709.  — 384. 

Νικολάου  του  αγίου  μνήμη.—  333. 
Μοναστηριον  αυτού  έν  Ίερο- 
σολύμοις.  —  410,  423.  Ναός 
αύτου  έν  Άδάνοις.  —  397, 
398,   399. 

Νικόλαος  Καρατζάς,  |3οεβόδας. — 
431. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  520  — 

Νικόλαος  Β^βουβχωμίτης,  ραιφβ-  'Οθωμανοί.  —  405,  411,  412, 

ρβνδάριος  της  Μεγάλης  Έχχλη-  421,  426,  432,  480. 

οίας  1191.— 370.  οΤχός    έν    Ίβροσολύμοις    "Αννα 

ΝιχΊλαος,   πατριάρχης  Ίεροβολύ-  άρχιβρέως. — 418. 

μων   1122.— 26.  ΟΤχος  Ζβββδαίοο  έν  Ίροσολύμοις. 

ΝιΧίΛαος  Καρδ-'Ιωάννης  1729.—  —413. 

327-335.  ΟΤχος  τοδ  Καϊάφα  έν  Ίβροοολύ- 

Νιχόλαος    Μβλιάσης    1191.  —  μοις.— 414,  415,  418. 

363.  Οίναιώτης:  Γεώργιος. 

Νικόλαος  Μανιχαίτης  1191.    —  Όμαρ-Χαττάπ,  ή  Όμέρης,  άρχη- 

370..  γ6ς  των  Αράβων.  — 299,  407, 

Νικόλαος  Μύβρο,  δημόσιος  νοτά-  409,    411,  412,  424,  426, 

ριος  έν  Κόπρφ  1523.— 261.  427. 

Νικομήδεια  ή  πόλις.  — 381,  397.  "Ομφαλός    (της    γης),    τόπος    έν 

Νιπτηρος  τοπική  διάταξις  έν  Ίε-  τω  κέντρω  τοδ  ναού  της  Άνα- 

ροσολόμοις.— 108.  στάβεως.— 133. 

Νοδρες,    κώμη  της  μητροπόλεως  '^ρβινή    ή  της  Ιουδαίας.— 423. 

Καισαρείας  της  Παλαιστίνης. —  "Ορθοδοξίας  Κυριακή. — 449. 

284.  Όσμανλήδες.— 405. 

Νόφχ,    κώμη    της    μητροπόλεως  "Οσφια,    κώμη  της  μητροπόλεως 

Πτολεμαίδος.-— 283.  Καισαρείας  της  Παλαιστίνης.— 

Ντέηρ,    κώμη    τη;  μητροπόλεως  283. 

Καισαρείας  τής  Παλαιστίνης.—  Οόγγροβλαχία.— 307,  324,  328, 

284.  377,  381,  382,  383. 

Ντιβάνιον    τής  "Οθωμανική;    βα-  Ούζουπέκ,  σατράπης    τούρκος  έν 

σιλείας  έν  Κ/πόλει.- 300.  Μικρά  "Ασία  XIV.— τ.  Ι,  149. 

Νώε.      18,   167.  Ούμελζεηνάδ,    κώμη    τής  μητρο- 

Βενοδοχεΐον    της    αγίας    Μελάνης  πόλεως    Καισαρείας    τής  Πα- 

έν  'Ιεροσολύμοις.  —  411.  λαιστινής.  — 283. 

Βενοδοχεΐον  των  Άγιοταφιτών  έν  Οόμιλμποότμοο,    κώμη    τής    αο- 

Ίεροσολόμοις. — 410•  τής  μητροπόλεως. —284. 

Ξενών  των  Άγιοταφιτών  έν  Βη-  Ούμιλφάχμη,  κώμη  τής  αυτής. — 

θλεέμ.— 481.  283. 

ΒιφιλΤνος:  Γεώργιο;.  Ούνίται. — 464  κέ. 

'Οθωμανιχή     βασιλεία.   —  429,  Παγχασίου  επαρχία  έν  τή  Μικρά 

477.  "Ασία,— 398. 

Ό&ωμανιχή  Πόρτα.  — 419,  464.  Παΐσιος'Αγιοταφίτη;  1738.— 349. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  521  — 


ΐΐαΐαιος,  ηγούμενος  του  τιμίου 
Σταυροϋ,  μονής  παρά  τά  Ιε- 
ροσόλυμα  1714.  — 338. 

Παίσιος,  μητροπολίτης  Ναζαρέτ 
1765.— 359. 

ΠαΓσιος,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων.—273,  276,  278,  281, 
301,  419,  420 

Παλαιά  Γραφή.  — 302,   304. 

Παλαιολόγος:  Ανδρόνικος. 

Παλαιστίνη.  —  270,  280,  282, 
295,  296,  300,  307,  310, 
311,  314,  323,  335,  336, 
340,  342,  344,  346,  348, 
349,  372,  373,  376,  377, 
383,  407,  410,  411,  412, 
427,  429,  443,  458,  459, 
464,    465,  473,  474,  478. 

Παλαιστίνη    Τρίτη.— 348,   349. 

Παμβω^  ιερομόναχος  εν  Ίεροσο- 
λυμοις  1343.  — 256. 

Πάμφου  ενορία  έν  Κύπρω. — 268. 

Παμφούπολις  έν   Κύπρω. —258. 

Παναγία•  μοναστήριον  έν  Ίεροσο- 
λύμοις. — 308. 

Παναγιωτάχης  μπεϊζαδές  •|-  1811. 
—  450. 

Πανάρετος,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης   1714.  — 338. 

Πάνος,  αδελφός  Νικολάου  Καρα- 
Ίωάννου. — 333. 

Πάνος  δτερος,  θείος  του  αυτοο 
Νικολάου.  — 332,   333. 

Παπίσται.— 301,  318,  319,  320. 

Παραδού  ναβον  .  —  382. 

Παραμονάριος  της  Αγίας  Ανα- 
στάσεως.— 179. 


Παρασκευής  της  Διαχινησίμου  εβ- 
δομάδος ακολουθία. — 238-246. 

Παρασκευή  ήμερα.  — 319,  393, 
415,  426,  468,  469,  470, 
471,    472. 

Παρθένιος,  προηγούμενος  Άγιο- 
ταφίτης   1729. 

Παρθένιος,  αρχιεπίσκοπος  Γάζης 
1714.  — 337. 

Παρθένιος,  πατριάρχης  Ιεροσο- 
λύμων 1738-1757.  —  348, 
349,  352,  356,  400,  424, 
495. 

Παρθένιος,  πατριάρχης  Κωνσταν- 
τινουπόλεως 1661.  —  273, 
275,  278. 

Παρθένιος  (ό  Αθηναίος),  μητρο- 
πολίτης Καισαρείας  Παλαιστί- 
νης (1734),  είτα  πατριάρχης 
Ιεροσολύμων.  —  347. 

Παρθένιος,  μτ^τροπολίτης  Καισα- 
ρείας Καππαδοκίας  1735.  — 
397. 

Παρθένιος.  μητροπολίτης  Μεσο- 
ποταμίας  1734. — 389. 

Παρθένιος,  αρχιεπίσκοπος  Νεα- 
πόλεως  της  Παλαιστίνης  1714. 
—  337. 

Παρθένιος,  μητροπολίτης  Νικο- 
μήδειας 1706-1709.  —  381, 
384. 

Παροιμιών  αναγνώσματα.  —  40.. 
46,  58,  63,  74,  78. 

Παροναξ  ίας  άρχιεπισκοτυή .  —  364. 
371. 

Πάσχα*  τυπικόν  Εεροσολυμιτικόν 
της  άκολου&ίας  αύτου.  — 189  χέ. 

Πατάβιον.  — 328. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  522 


Πατάπιος,    ιερομόναχος    ΣιναΓτης 

1557.— 268. 
Πάτρα  Παλαιά. — 352. 

ΠατριαρχεΤον  Αντιοχείας.-- 470, 
471. 

Πατριαρχεΐον  Ιεροσολύμων.  — 
189,  286,  294,  307,  313, 
331,    351,  355,  408,  428, 

438,  439. 

Παυλΐνος,  συγγραφεύς  βίου  του 
αγίου  Αμβροσίου. — 483. 

Παύλος  ό  απόστολος.  —  3,  24, 
101,  106,  112,  148,  149, 
150,  152,  154,  159,  177, 
187,    265,  303,   392. 

Παφλαγών:  Μιχαήλ. 

Παχώμιος,   Ιερομόναχος  Άγιοτα- 

φίτης   1661.— 280. 
Πεζαλα  μοναστήριον. — 303. 

Πεζαλα  χωρίον  παρά  την  Βη- 
θλεέμ, το  και  Μπετζάλα  ή 
Μπετζαλας.— 308,  310,  311, 
379. 

Πέμτυτης  της  Μεγάλης  χαΐ  Πέμ- 
πτης ημέρας  της  μετά  το  Πά- 
σχα διάταξις  ακολουθίας  Ιερο- 
σολυμιτική.  — 83,   325. 

Πέρσαι.  — 296,  405,  406,  407, 
410,  412,  413. 

Περσία.  — 407. 

Πέτρα  Αραβίας  ή  Τρίτης  Πα- 
λαιστίνης.—279,  294,  300, 
308,  335,  344,  347,  348, 
349,    359,  379,  408,  438, 

439,  479,  481. 

Πετραία  Αραβία.— 408. 
Πέτρος  ό  απόστολος.  —  12,  56, 


67,  73,  85,  96,  113,  124, 
136,  139,  140,  149,  158, 
211,  252,  254,  389,  394, 
398,  414,  473.  Ναός  έν  Τί- 
βεριάδι.— 475. 

Πέτρος,  προσκυνητής  του  Πανα- 
γίου Τάφου,  κάτοικος  έν  Κά- 
νιν  της  Χαλδίας  1733.— 404, 

Πιλάτος:  Πόντιος. 

Πισιδεία.— 397. 

Πλαταρέστων  μοναστήριον,  ϊσως 
έν  Βλαχία.— 335. 

Ποιμένες,  χωρίον  και  προσκύνημα 
έν  Παλαιστίνη.  —  287,  455, 
456. 

Ποιμενΐται,  οι  κάτοικοι  των  Ποι- 
μένων.— 455. 

Πόλις  =  Κωνσταντινούπολις.  — 
296. 

Πολύκαρπος  Άγχιαλίτης,  πατρι- 
άρχης Ιεροσολύμων  1808  - 
1828.  —  433,  454,  455, 
457,  480. 

Πομπήιος, — 406. 

Πόντιος  Πιλάτος.— 33,  63,  81, 
124,  129,  130,  133,  134, 
144,  145,  147,  151,  175, 
188,  215,    421,  480. 

Πόρτα  (ή  αγία),  πύλη  του  ναού 
της  'Αναστάσεως. — 434,  439. 

Πόρτα  =  'Οθωμανική  κυβέρνησις. 
—  446,  457,  478. 

Πραιτώριον  έν  Ίεροσολύμοις.  — 
436,  437,  443,  479. 

Πράξεων  Αποστόλων  αναγνώσμα- 
τα.—94,  201,   211,   254. 

Πρεσβύτεροι  του  ναού  της  Ανα- 
στάσεως.— 10. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  523 


Προβατική  (χολυμβή&ρα).-18, 19. 

Προβατιχή  Πόλη  έν  Ίεροσολό- 
μοις.— 440. 

Πρέδρο|Αθς,  μοναστήριον  έν  Ίερο- 
σολυμοις.  —  303,  313,  333, 
339,  408. 

Προκόπιος  Άράμπογλους  1819. — 
481. 

Προκουράτωρ  των  Φράγκων  έν 
Ίβροσολύμοις  (=  αρχηγός  των 
έκβΐ  Φραγκισκανών).  —  436. 

Προποντίς. — 377. 

Προσκύρια  ψαλλόμβνα. — 43,  77. 

Προόσα,  πόλις. — 381. 

Πρόχωρος,  ιερομόναχος  Άγιοτα- 
φίτης   1661.  — 280. 

Πρωτοδιάκων  του  "^αο^  τη;  Ανα- 
στάσεως.— 184. 

Πρωτοπαπάς  του  ναού  της  Ανα- 
στάσεως.—12,  19,  43,  105, 
190. 

Πτολεμαίς  ή  πόλίς,  το  νδν  *Ακρι. — 
283,  287,  294,  314,  315, 
346,  427,  429,  443,  444, 
447,    456,  458,  475. 

Πύλη  των  Μυροφόρων  μία  των 
τ]δη  κεκλεισμένων  πυλών  του 
ναού  της  Αναστάσεως. — 162, 
184. 

Ταιδεστός.— 381. 

Ταϊθώ.— 270. 

Τάμα  ή  καΐ  'Ραμαλα  ή  Ταμά- 
λα,  κώμη  έν  Παλαιστίνη.  — 
308,  310,  379. 

Τάμε,  κώμη  της  επαρχίας  Σε- 
βάστειας.—284. 

Τάμπα.— 296. 


Ταφίδια,  κώμη  έν  Παλαιστίνη. — 
311. 

Τέγλια.— 293. 

Τέμλιον,  κώμη  Συρίας.  — 387. 

Τεμπλη,  πολίχνη  Παλαιστίνης. — 
429. 

Τένη,  κώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.—283. 

Τογέριος:  Ανδρόνικος. 

Τόδος  ή  νήσος — 397. 

Τομάνη,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Καισαρείας  Παλαιστίνης,— 283. 

Τούμελαι,  χώραι  της  Ευρωπαϊ- 
κής Τουρκίας. — 302. 

*Ρούμελη-καζασκέρ.  — 425,    445. 
Τουμιάν  =  ΤωμαΤοι  =  ορθόδοξοι 

έν  Τουρκία.— 425. 
Τουσιμία,  κώμη  της  μητροπόλεως 

Καισαρείας  Παλαιστίνης.-'283. 
Τωμανός,  πρωτοβεστιάριος  1191. 

~  363. 
Τωμαϊκή   εκκλησία  .  —  473. 
Τωμανία  =  Βυζαντινόν  κράτος.  — 

106. 
Τωμαΐοι.  -  405,  406. 

ΤωμαΤοι=όρθόδοξοι  κάτοικοι  των 
μουσουλμανικών  χωρών .  — 
300,  303,  407,  408,  409, 
412,  416,  419,  422,  424, 
425,  427,  428,  430,  431, 
433,  334,  436,  438,  439, 
440,  441,  442,  443,  446, 
447,  448,  449,  450,  451, 
452,  454,  455,  457,  461, 
462,    468,  475,  476. 

*Ρωμαίων'  θρησκεία  =  ή  ορθόδο- 
ξος,—468. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


524  — 


Τωμα/ων  δρδινον  =  των  ορθοδό- 
ξων Άγιοταφιτών. — 258. 

Τώμη  ή  παλαιά..—  317,  318, 
464,  466,  474,  477• 

Τώμη  ή  νέα  =  Κωνσταντινού- 
πολις.—370,   376,   381. 

Τωσσία.  — 419,  420,  431,  450, 
457,  459. 

Τώσσοι.-269,  426,  432,  446. 

Σάβα  του  όσ^ου  λαύρα  έν  Παλαι- 
στίνη.—266,  268,  303,  338, 
411,  423. 

Σάββατον.  —  246,  319,  418, 
423,  439,  442,  461,  462, 
473,    474. 

Σαββάτου  του  μεγάλου  τοπιχή 
διάταζις  ακολουθίας  (εροσολυ- 
μιτική.  — 32. 

Σαϊδανάγια. — 387. 

Σακελλάριος  του  ^ίαοο  της  Ανα- 
στάσεως.— 184. 

ΣαλαδδΙν  ή  Σαλαδΐνος,  σουλτάνος 
των  Αράβων.  —  300,  408, 
409,  412,  442,  445. 

Σαλήχ-πασας. — 297. 

ΣαλΙχ-πασδς,  διοικητής  της  Συ- 
ρίας.—480. 

Σάμ  =  Συρία.— 480. 

Σάμ-βαλεσί  =  διοικητής  της  Συ- 
ρίας.—434,  480. 

Σαμάρεια.  —  462. 

Σαμουήλ  ό  προφήτης.  —  100, 
104. 

Σαμουήλ  (Καπασούλης),  πατρι- 
άρχης Αλεξανδρείας.  —  τ.  Ι, 
481. 

Σαρακηνοί.-299,361,408,410. 


Σαρασιτών  οικογένεια  έν  Χαλδί^ι. 
—  403. 

Σαραφαντίνης,  υιός  του  Σαλαδί- 
νου.  — 300. 

Σάρδεις.— 364. 

ΣαρκΙς,  ψευδές  βνομα  πατριάρχου 
τ&ν  έν  <Ιεροσολύμοις  "Αρμε- 
νίων.— 425. 

Σάσα,  κώμη  της  μητροπόλεως 
Πτολεμαίδος.  — 283.      . 

Σαφάτ  ή  Σάφετ,  χωρίον  έν  Πα- 
λαιστίνη.—283,  475. 

Σαφουρη,  χωρίον  της  επαρχίας 
Ναζαρέτ. — 283. 

Σαχνίαι,  χωρίον  της  αύτης  επαρ- 
χίας.—283. 

Σεβάστεια  Παλαιστίνης.  —  284, 
300,  344,  346,  347,  349, 
352,  359. 

Σέγγερε,  κώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.—283. 

Σεδεκίας,  βασιλεύς  των  Ιουδαίων. 
—405. 

Σέκρετον  του  πατριαρχείου  τής 
Ιερουσαλήμ.— 99,   189. 

Σελήμ  α,  σουλτάνος  της  Τουρ- 
κίας.—412,  413,  425,  426, 
446. 

Σελήμ  γ',  σουλτάνος  1808. — 432. 

Σεντουκιον  (=:ταμεΐον)  της  ίερας 
Συνάζεως  των  Άγιοταφιτών. — 

330. 

Σεράγιον  =  πραιτώριον  =  διοικη- 

τήριον    τουρκικόν    τής  πόλεως 
Ιερουσαλήμ.  — 479. 

ΣεραφΙμ  (τα  έζαπτέρυγα).  —  5, 
6,  7,   15,   140,   164. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  625  — 

Σβροιφβίμ,  επιβάτης  πατριάρχης  Σιναϊται.— 265,  270,  340,  374, 
Αντιοχείας,  μετονομασθείς  Κύ-  375,    401,  402,  493,  496. 

ριλλος    1724.-386,  387.  Σινιώτοι.— 440. 

Σεραφείμ,  πρωτοούγχελλος  Άγιο-  γ,ι^^^^  ή  νήσος.— 397. 

ταφίτης  1729.— 335.  γ. ,  ι     ο    η    ιλ    ίο     .κ 

ν  ,  ,  ,Λ  .  Σιων.  —  1,  8,  9,  10,  13,  15, 

Σεραφείμ,  πατριάρχης  Αντιοχείας         20,  83,  84,  90,  138,   180, 

ορθόδοξος    1821.-397.  194,    186,   195,  196,  217, 

Σέρβοι  μοναχοί  έν  Ίεροσολόμοις.  220,    230,  243,  254,  371, 

—411,412,423.  373,    440,  456,  458. 

Σέργιος  Ιερεύς  Άγιοταφίτης  1683.  Σχευοφολάχιον   ή  Σχευοφυλαχεΐον 

—  288,  289.  του  ναού  της  Αναστάσεως.  — 

Σέρτη,   χώμη  της  επαρχίας  Να-  22,  99,   102. 

ζαρέτ.  —  283.  Σχεαοφολάχιον  (Κοινόν)  του  τάγ- 
Σεφαάμερ,  χώμη  τ^ς  αύτης  έπαρ-         1*<"0«    "ί»»^   Άγιοταφιτών.  — 

χίας.-283.  344,  345. 

Σιάμα,    χώμη    της    αύτης  έπαρ-  Σχβοταριώτης:  Στέφανος. 

"χίας.— 283.  Σχοθούπολις.  — 344,    346,  347, 
Σβη  ή  πόλις.-364,  371.  ^^Ο,  428. 

Σιδών,πόλιςτηςΦοινίχης.  — 314,  Σολομών    6  αοφ<5ς.-101,  415, 

316,  317,  321,  474.  440.  Ναός  αύτοϋ.-407,  412. 

Σ|έχ-Μπουρέχη,    χώμη    της  μη-  Σοολεϊμάν-Κανονή,  σόολτάνος  της 

"τροπόλεως  Καισαρείας  Πάλαι-         Τοορχίας.  — 412,  414,  425, 

στίνης.  — 283.  426. 

Σίλβεστρος,  ιερομόναχος  Τώσσος  Σουλεϊμάν -πασάς,  διοιχητής  Πτο- 

1701. — 305.  λεμαΐδος    καΐ   πάσης  Φοινίχης 

Σίλβεστρος,    πατριάρχης    Άντιο-  1810-1811.   -    443,  444, 

χβίας  1724-1747.—  386,         ^45,  447. 

387,  389,  397    (ένθα    χατά  Σοομελίτης,  προσκυνητής  του  Πα- 

λδθος    έγράφη    τό  Σεραφείμ),         ναγίου  Τάφου  1733. — 404. 

469,  470,  473.  Σουμαρίε,    χώμη    της    μητροπό- 
Σίμων  6  χοΐ  Πέτρος.  — 12,   139,  λεως  Πτολεμαΐδος.  — 283. 

140,  252.  Σοΰμλα,  πόλις  παραδουνάβειος. — 
Σινά  όρος.  —  255,  265,  266,         450 

270,    276,  279,  298,  340,  ΣουπάχΙον,  πόλις.-372. 

361,    372,  374,  375,  402,  „        ,      .  ,  ,^„ 

^υ  Σοφονίας  ο  προφήτης.  — 183. 

Σίναιον  δρος.— 119,  274,  400,  ^παθάριος:  Νικόλαος. 

401,  494,   496.  Σπαντωνης.— τ.  Ι,  481. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  526  — 


Σπήλαιον  "Αγιον  έν  Βτ^θλεέμ, 
Ινθα  ό  Χριστός  έγεννήθη.  — 
298,  409,  416,  417,  419, 
422,    424,  430,  453. 

Σπουδαίοι•  τάγμα  μοναχών  έν 
'Ιεροσολόμοις,  Ταως  οι  Βενεδι- 
κτίνοι.—3,   7,   147,   161. 

Σταύρου  Ευρέσεως  ναός  ή  σπή- 
λαιον. — 408,  409.  Μοναστή- 
ριον  παρά  τήν  Ιερουσαλήμ. — 
257,  292,  293,  303,  338, 
410,  423. 

Στείρου  (Τα),  τόπος  έν  Κων- 
σταντινουπόλει. — 367. 

Στέφανος  Σχουταριώτης,  ίερομνή- 
μων  της  Μεγάλης  Εκκλησίας 
1191.— 370. 

Στέφανος  Σαρασίτης  1733.  — 
403,  404. 

Στρατών  δια  τους  Τεμπλαρίους  έν 
Ίεροσολύμοις. — 408. 

Συμεών  ό  θεοδόχος. — 176. 

Συμεών,  πρωτοσυγκελλος  Άγιο- 
ταφίτης   1714.  — 338. 

Συμεών,  αρχιμανδρίτης  Άγιοτα- 
φίτης   1765.— 360. 

Συμεών  θεσσαλονίκης.  — 353. 

Συμεών,  πατριάρχης  Ιεροσολύ- 
μων   1087.  — 300. 

Συναξις  ιερά  των  Άγιοταφιτών. 
-  330,  331,  347. 

Σύναζις  Κοινή  των  Άγιοταφιτών. 
345. 

Συνθρονον  πατριαρχικόν  έν  τω 
ναώ  της  Αναστάσεως — 201. 

Συνοδικόν  αίθουσα  κεχωρισμένη 
της  μονής  των  Άγιοταφιτών. — 
313,  314,   355. 


Σύνοδος  του  πατριαρχικού  θρόνου 
τών'Ιεροσολυμων. — 341, 350, 
354,   355. 

Σύνοδος  τοπική  έν  Καίρω  1557. 
265. 

Συρία.— 371,  373,  412,  413, 
434,  443,  464,  465,  469, 
473,  474,  478. 

Συριανοί. — 445,  456. 

Σύροι.-406, 407,408,451, 475. 

Συροφοίνισσα  διάλεκτος. — 405. 

Σωφρόνιος  Τραπεζούντιος,  μονα- 
χός έν  Ίεροσολύμοις  1343.— 
256. 

Σωφρόνιος ,  μοναχός  Σιναΐτης 
1557.  — 269. 

Σωφρόνιος  ιερεύς,  διδάσκαλος  έν 
Βηθλεέμ  1685.  — 293. 

Σωφρόνιος,  αρχιμανδρίτης  Άγιο- 
ταφίτης  1714.— 338. 

Σωφρόνιος,  Ιερομόναχος  *Αγιοτα- 
φίτης  1729.— 335. 

Σωφρόνιος,  μέγας  σκευοφύλαξ  του 
ναού  της  Αναστάσεως  1755. 
—  353. 

Σωφρόνιος  α',  πατριάρχης  Ιερο- 
σολύμων. —  147,  299,  407, 
4-24,  425. 

Σωφρόνιος  έτερος,  πατριάρχης 
Ιεροσολύμων  1580-1599.— 
270,  272,    300,  416,  495. 

Σωφρόνιος,  μητροπολίτης  Πτολε- 
μαΓδος   1768.-427. 

Σωφρόνιος  έκ  Καραμανίας,  αρχιε- 
πίσκοπος Σεβαστείας  175Λ.— 
352. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


527  — 


Τάφος  ό  του  Κυρίου  ημών.  — 
11,  12,  161,  179,  189. 
"Ορα  καΐ  το  "Αγιος  Τάφος. 

Ταήνιχ,  χωρίον  της  μητροπόλε- 
ως Καισαρείας  Παλαιστίνης. — 
283. 

Τάηπι,  Τάϊπι,  Τάϊττιν,  πολίχνη 
Παλαιστίνης.— 308,310,  379. 

Ταλά  ή  Τάλα,  χωρίον  έν  Κύπρω, 

—  258,   259,   260. 
Τάμρα,  χώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.—283. 

Ταράνης:  Ιωάννης. 

Ταρτουρα,  κώμη  της  μητροπό- 
λεως Καισαρείας  Παλαιστίνης. 

—  283. 
Τατίκης:  Μανουήλ, 

Τέϊρ  -  Έχμέΐρε,    δνομα  μοναστη- 
ρίου.—388. 
Τεμπλάριοι    έν  Ίεροσολόμοις.  — 

408. 
Τετάρτης  της  μεγάλης  ακολουθία 

κατά  το  τυπικόν  του  ναού  της 

Αναστάσεως.  -  32  κέ  ,    101. 
Τετάρτη    ή  μετά    τό  Πάσχα.  — 

223,  228. 
Τετράδα,    Τετράδαι,    Τετράς.  — 

317,  319,  398,  468,    469, 

470,  471,  472. 
Τζχουρτζηδες    =    Γεωργιανοί     ή 

Ίβηρες.— 412. 
Τζουάν    Δεραμουραίας    1523.— 

260. 
Τιβεριάς  θάλασσα.— 475. 
Τιμόθεος,     ιερομόναχος    *Αγιοτα- 

φίτης   1661.-280. 
Τιμόθεος,    αρχιεπίσκοπος  Κύπρου 


1575.  —  493.    Τό    σιγίλλιον, 

δπερ  έτυήγασεν  έκ  της  έν  Κων- 
σταντινουπόλει  συνόδου,  έν  η 
παρην  ό  Τιμόθεος,  υπάρχει  έν 
τω  ^3ίβλίφ  τούτφ.  Τό  κανονι- 
κόν  δίκαιον  του  πατριαρχικού 
θρόνου  των  Ιεροσολύμων  έπι 
της  αρχιεπισκοπής  Σίνα,  έπι- 
μαρτυρουμενον  υπό  επισήμων 
εκκλησιαστικών  έγγραφων.  Έν 
Κωνσταντινουπόλει  1868,  σ.  4, 
10.  Αυτόθι  φαίνεται  συνυπο- 
γεγραμμένος  ό  Τ'.μόδεος•  αυ- 
τόθι και  τεμάχιον  απολεσθέν- 
τος υπάρχει  σιγιλλίου  Διονυ- 
σίου β'  Κωνσταντινουπόλεως, 
περί  ου  τινά  καθ'  ύπόθεσιν 
εΐπον  (σ.  495)*  Ισωσε  δε  τό  τε- 
μάχιον ή  έπι  Ιερεμίου  β'  συν- 
ταχθείσα συνοδική  πραζις:  Τό 
κανονικόν  δίκαιον  κτλ.,  σ.  6,7. 

Τορνίκης:   Δημήτριος,    Ευθύμιος. 
Τουράν,  κώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.— 283. 

Τουρκία. --421,  426,  450,459. 

Τούρκοι.— 291,  296,  301,  354, 

410,    415,  416,  418,  421, 

423,    427,  428,  429,  435, 

437,    438,  440,  442,  443, 

455,  456,  461,  462,  463, 
464. 

Τραπεζους. — 256. 

Τρικάμαρον  του  ναού  της  Ανα- 
στάσεως.— 448,  449. 

Τρίτης  της  μεγάλης  ακολουθία 
κατά  τό  τυπικόν  του  ναού  της 
Αναστάσεως. — 32   κέ . 

Τρίτης  της  μετά  τό  Πάσχα  ακο- 
λουθία—214. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  528 


Τριχδς:  Ιωάννης  Δούχας  χαΐ  Ιω- 
άννης άπλως. 

Τόανα,  πόλίς  έν  Καππαδοκία. — 
364,  371. 

Τύρος  ή  πόλις.— 386,  474. 

'ϊψηλή  Αυλή  της  Όθω|ΐανιχ^ς 
κυβερνήσεως. — 418,  468. 

'ϊψηλή  Πόρτα  =  "Οθωμανική  Κο- 
βέρ>«3σις.  —417,  419,  421, 
422,  424,  426,  431,  450, 
451,  455,  466,  467,  473, 
475. 

'Γψηλόν  Διβάνιον. — 419. 

Φονάριον  Κωνσταντινουπόλεως. — 
324. 

Φαρισαιοι.— 73,  74,  129,  152. 
Φαραώ. — 223. 

Φάτνη  (Αγία)  έν  τ^  βασιλική 
της  Βηθλεέμ.— 418,  424. 

Φελάχιδες  λησταί. — 412. 

Φέρσαλα,  πόλις  έν  Θεσσαλία. — 
397. 

Φιλαδέλφεια,  πόλις  έν  Παλαιστί- 
νη.—294,   337,    360. 

Φίλιππος  Τζόρτζι  Νικόλαος  βρε- 
μένου 1523.— 260. 

Φίλιππος  Αο^ί<!,οο  Φλάτρου,  Κύ- 
πριος 1523.-258. 

Φιλιττπούπολις. — 277. 

Φιλόθεος  Άγιοταφίτης   1683. — 

287,   288,  289,  290. 
Φλάτρος:  Φίλιππος  Αογίζου, 

Φλόριος,  υίός  Φιλίππου  Φλάτρου. 

—  260. 
Φλούρης,      σκλάβος     έν     Κόπρυα 

1523.-260. 


Φοινίκη.— 443. 

Φούρζουλ,  χώμη  πλησίον  της  Δα- 
μασκού.— 387. 

Φράγγοι  ή  Φράγκοι.— 289,  296, 
297,  300,  301,  302,  303^ 
407,  412,  414,  428,    431, 

436,  439,  441,  443,  446, 
447,  448,  449,  453,  454, 
455,  457,  458,  462,  463, 
470,  480. 

Φραγγοπατέρες.   —  391,     393, 

421,  427. 

Φρογκίνης,  πρέοβυς  της  Τωσοί- 
ας  έν  Κωνσταντινοοπόλει  1800. 
—  431. 

Φραγκισκάνοι.— 413,  473,474. 
Φράντζας     έλτζής  =  πρέοβυς     έν 

Κωνσταντινουπόλει. — 30 1 . 
Φράροι. — 420. 
Φράτορες.  —  391,    413,    414, 

415,  416,  417,  420,    421, 

422,  423,  424,  426,  427, 
428,  429,  431,  435,    436, 

437,  439,  441,  442,  443, 
444,  445,  447,  449,  450, 
454,  455,  456,  460,  462, 
463,  464,  478. 

Φρύσαλα,  Φύρσαλα  =  Φέρσαλα. — 

365,  371. 
Φώτιος  έκ  Χαλδίας,  προσκυνητής 

του  Παναγίου  Τάφου  1733. — 

404. 
Φώτιος,     πατριάρχης    Κωνσταν- 
τινουπόλεως. —  78. 
Φώτιος,  αρχιεπίσκοπος    Φιλαδελ- 

φείας  της  Παλαιστίνης  1685- 

1714.— 294,  337. 
Φωτιστήριον,  το   έν  τφ  ναφ  της 

Αναστάσεως .  — 186. 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  529  — 


Χάηφα,  Χάϊφα,  χώμη  ττ,ς  μη- 
τροπόλεως Καισαρείας  Παλαι- 
στίνης.—283,  314. 

Χαλδαΐοι.  — 12,  406. 

Χαλδία,  επαρχία  της  Μ.  Ασίας, 
—  346,  347,  403,  404. 

Χαλέπ,  Χαλέπι,  Χαλέπιον.  — 
386,  388,  39δ,  465,  466, 
467,  468,  469,  475,  477, 
478. 

Χαλεπηνοί.-467,  472,   473. 
Χαλεπλίδες. — 465. 

Χοιλχηδών.  —  320,  364,  365, 
371,  381,  397. 

Χάλκη,  νήσος  παρά  τό  Βυζάν- 
τιον. — 255. 

Χαμπέσεια  οικήματα  εν  Ίεροσο- 
λύμοις. — 419. 

Χαμπεσία  ή  χώρα. — 409. 

Χαμπέσιοι  έν  Ίεροσολύμοις.  — 
409,  412,  414,  420,  429, 
451. 

Χαναναία. — 150. 

Χαναναΐοι. — 405. 

Χαρέμ-Σερφ,  ναός  του  Σολομών- 
τος  έν  'Ιεροσολυμοις. — 412. 

Χασάν-έφένδης,  μουφτής  της  Ιε- 
ρουσαλήμ   1809.— 435. 

Χάτζη  =  Μεδινέ.— 449. 

Χατίν,  κώμη  της  επαρχίας  Να- 
ζαρέτ.—283. 

Χειρών,  πόλις  έν  Ιουδαία.  — 
439. 

Χερουβίμ.— 4,  6,9,  14,15,17, 
20,  21,  27,  97,   107,  140. 


Χορός  ό  έν  τώ  ναώ  της  Ανα- 
στάσεως.— 12. 

Χοσρόης,  βασΛεύς  Πέρσης.  — 
298,  407. 

Χοΰρι  -  ΆπτουλμεσΙχ  Ζιμπάλ, 
χριστιανός  έκ  Δαμασκού  1724. 

—  388. 

Χουρι-Βόχπε,  χριστιανός  έκ  Λύδ- 

δης   1724.  — 388. 
Χοΰρι-Τάτρος,    χριστιανός     «άπό 

τα  πέριξ  της  Δαμασκού»  1724. 

—  388. 
Χουρι-Ούτράος,  χριστιανός  αύτό- 

θεν  1724.-388. 
Χουρφέση,  κώμη    της    μητροπό- 
λεως ΠτολεμαΓδος. — 283. 

Χριστόδουλος,  ιερομόναχος  ΆγΙο- 
ταφίτης   1661.— 280. 

Χριστόδουλος,  προηγούμενος  Άγιο- 
ταφίτης   1729.— 335. 

Χριστόδουλος,  αρχιεπίσκοπος  Γά- 
ζης  1685,1690.-294,295. 

Χριστόδουλος,  πατριάρχης  Ιερο- 
σολύμων 960.  — 299. 

Χριστούγεννα. — 333 . 

Χριστόφορος,  αρχιεπίσκοπος  Νεα- 

πόλεως    1733  -  1734.— 344, 
346,  347. 

Χριστόφορος,  πρωτοσυγκελλος  Ιε- 
ροσολύμων 1661. — 279. 

Χρύσανθος,  μοναχός  *Αγιοταφί- 
της   1714.— 339. 

Χρύσανθος,  πατριάρχης  Ιεροσο- 
λύμων 1708-1729,-310, 
311,  323,  326,  335,  336, 
340,  342,  383,  386,    402. 

Χωματηνός:  Λογοθέτης. 

84 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  530  — 

Ψαλτήρ  (ό).— 356.  Ώριγένης.— 320 

Ψαλτήριον.— 32.  Ώσηέ.  — 58,   74. 


Προσθήκη  ποροραμάτων:  τόμ,ω  Ι,  σελ.  507,  στήλη  α',  γραμ•.  7  γράφβ: 
*Ιαχώβ  ό  του  *Ισοάχ.  —  Τόμ.  II,  σελ.  6,  31  γράφε:  ποράραλε. —  Σελ.  270,  13  γράφε: 
μετά  χαΐ.  —  Σελ.  292,  23  άντΙ  1687  γράφε  1688.  —  Σελ.  397,  20  άντΙ  του  Σεραφείμ 
γράφε  Σι>^έστροϋ.  —  Σελ.  434,  32  γράφε  €προσάρξωνται».  —  508,  στήλη  β',  γραμ.  12 
γράφε:  'Ιαχώβ  6  του  *1σαάχ. 


ιΐ^  


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. 

Σελις 

Πρόλογος  (Πρβ^ΗΟΛΟΒίβ) α' 

1.  Τυπιχόν  της  έν  Ίεροσολύμοις  εκκλησίας.   Δίάταξις  των 

ιερών  ακολουθιών  της  μεγάλης  τών  παθών  εβδομά- 
δος το5  κυρίου  ημών  Ίησου  Χρίστου,  κατά  τό 
άρχαΤον  της  έν  Ίεροσολύμοις  εκκλησίας  εθος,  ήτοι 
τό  έν  τώ  ναώ  της  Αναστάσεως•  έκδίδοται  δε  κατά 
κώδικα    του   1122-ου  έτους.    Τηπηκοηί»  Ιβργοα- 

ΐΗΜΟΚΟβ    ΙΙΙβρΚΒΗ.    ΡαΟΠΟΐΟΏΚβΗίβ    ΟΒΗΙΠ,βΗΗΗΧ'Β 

οαΐ7«6•Β  ΟτραοτΗοβ  Ηβ;^•6-ΐΗ  πο  ;φβΒΗβΗ7  ο6βι- 
^ακ)  ΙβργοίυίΗΜΟκοβ  ηβρκΒΗ  τ.  β.  ΠΙβρκΒΗ 
ΒοοκρβοβΗΐΗ.   ΡγΚΟΠΗΟΒ    1122  Γ 1 

2.  "Έγγραφον    περί    του  έν  Ίεροσολύμοις    μονυδρίου    του 

αγίου    Ευθυμίου,    συνταχθέν    ετει     1343.    ^οκγ- 

ΜβΗΤΙ»  ο  ΜΟΠαΟΤΗρ*  ΟΒΗΤΕΓΟ  ΕβΘΗΜΙΗ  ΒΊ»  Ιβργ- 
6£ϋΙΗΜϋ,  ΗαΠΗΟαΗΗΕίΑ  ΒΊ»  1343  ΓΟ^^γ.  3αΒ']&ΙΠ,ΕΗί6 
ΜΟΗΒ,Χα     ΓβραβΗΜΑ,    3αΒ']&;ΐ,ΜΒΕΒΠΐαΓ0     ΜΟΗΕβΤΗ- 

ρβΜΊ» 255 

3.  Ανάθημα    Φιλίππου    Φλάτρου    του  Κυπρίου    εις  τόν 

έκ  'Ιεροσολύμοις  ναόν  της  Αγίας  Αναστάσεως  ετει 
1523.  Πο3κβρτΒθΒ&Ηίβ  Φηληππε  ΦΛατρα  Κππρ- 

0Κ8.Γ0    ΙβργΟΕΛΗΜΟΚΟΜγ    Χρ&Μγ  ΟΒΗΤΕΓΟ  ΒοΟΚρβ- 

οβΗΐΗ  Β-Β  1523  Γο^γ 258 

4.  Γερμανού  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  εγκύκλιος  υτυερ  του 

Παναγίου  Τάφου  (Ιτει  1569),  έκ  του  πρωτοτύπου 
άντιγραφεΐσα.    ΠοοΛΕπίβ  ΙβργοΕ;ΐΗΜθΚΕΓθ  ΠΕτρί- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  532  — 

ΣελΙς 

αρχα  ΓβρΜαΗθ,  ο  Οβητομέ»  Γροδΐ  (1569  γ.) 
0ΠΗ08.ΗΗ0Θ  0Ί>  πο;ϊ;:ιηηηηκ& 262 

5.  Πραςις    τοπικής    συνόδου  δια  το  κοινόβιον  των  Σιναϊ- 

τών,  άθροισθείσης  έν  ΚαΓρω  ετει  1557-ω,  προ- 
εδρεύοντος, ώς  εοικε,  του  πατριάρχου  Γερμανού 
Ιεροσολύμων.  ΑκτΒ  Μ*οτΗ8ΐΓθ  οοβορα  Βϊ»  Καπρ* 

Β'Β    1557  Γ0Λ7,    ^^Κ^    Πρβ^Ο'δΜΤβΛΒΟΤΒΟΜ'Β,   Κ8,- 

3κβτοΗ,    ΙβργοΕΛΗΜΟκαΓο    πίίτρίίΐρχα    ΓβρΜδ,πα, 

ΟΤΗΟΟΗΤβΛΒΗΟ  06IIίβ»ΗΤβ^IΒΗαΓ0  ΟΗΠαΛΟΚΟΓΟ  ΜΟ- 
ΗίΙΟΤΗρΗ 265 

6.  Σωφρονίου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  γράμμα  προς  τους 

ΣιναΓτας  1599.  Πηοβμο  ΟοφροΗΐΗ  πατίαρχα  Ιβργ- 

Ο&ΛΗΜΟΕ&ΓΟ    ΟΗΗΕΗΤαΜ'Β    1599    Γ 270 

7.  Νεκταρίου    πατριάρχου  Ιεροσολύμων    πράξεις   1661- 

1667.  ΑκτΗ  ΗβκταρίΗ  πατρίαρχα  ΙβργοαπΗΜ- 
οκαΓΟ   1661  —  1667  γγ 274 

α')  Ψήφος    του  πατριάρχου    Νεκταρίου.    ΑκτΒ  ΗθβραΗΪΗ 

ΗβκταρίΗ  πα  ΙβργοαπΗΜΟκίΛ  πρβοτοΛ-Β   ...» 

β')  Παρθενίου  Κωνσταντινουπόλεως  συνοδικόν  γράμμα  εί- 
δήσεως  περί  της  χειροτονίας  του  Νεκταρίου.  ΓραΜ- 
Ματθ,   ΠαρθβΗΐΗ   πατρίαρχα   ΚοΗΟταΗΤΗΗΟποΛΒ- 

ΟΚαΓΟ  ΠΟΟΛαπίβ  ΜΗΤρΟΠΟΛΗΤαΜΒ  ΙβργΟδίΛΗΜΟΚαΓΟ 
πρβοτοΛα   Οβί»   ΗΒβραΗΪΗ   ΗβΚΤΕρίΗ       .       .       .       .       275 
γ')  Πραζις  των  έν  Ίεροσολύμοις  Άγιοταφιτών  έπΙ  τη  πα- 
ραδοχή της  έν  Κωνσταντινουπόλει  γενομένης  εκλο- 
γής του  Νεκταρίου.   Ακγβ  πρΗΒΗδ,ΗΐΗ  θΒΗΤθΓρο6- 

Π,αΜΗ     ΟΟΒβρΠΙΗΒΠΙ&ΓΟΟΗ     Β'Β    ΚοΗ^Τ8,ΗΤΗΗΟΠΟ^IΓ6 

ΗββραΗΐΗ  πατρίαρχα  ΗβΕταρίπ 278 

δ')  Έπικύρωσις  αρχαιοτέρων  αποφάσεων  περί  της  οφει- 
λομένης δίδοσθαι  τ'ξ  νύμφγ]  παρά  του  νυμφίου  προ- 
γαμιαίας δωρεάς,  Γνα  τό  κράτησαν  εκ  παλαιού  περί 
ταύτην  έ&ος  έν  Παλαιστίνη  κύρος  έχη  και  είς  τον 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  533  — 

Σελις 

έςήζ  χρόνον  1667.  Ακγβ  πο;ϊ;τΒβρ3ΚΛβΗίΗ  οτα- 
ΡΗΧ!»  1ιοοτ3ΒθΒπβΗίβ  Ο  πο;ι;ΕρΕ'6  «βΗΗΧα  Ηβ- 
Βΐοτ*    πρβ^ΐΊ»    βρ&κοΜΈ»    ;ρ[Η  ΟΟΧραΗβΗΙΗ  ΛΡ^Β- 

ΗΗΓΟ    ΟβΗ^ΟΗ    Β'Β    ΠΕΛβΟΤΗΗ*  1667  Γ.       .       .       .       280 

ε')  Μαρτυρικόν  Νεχταρίοϋ  περί  του  αγίου  λειψάνου  του  έν 
τη  μονή  Παναγίας  της  Μεγάλης  1667.  Οβη^*- 
τβΛΒΟΤΒΟ  ΙβργοαΛΗΜΟΚίίΓΟ  πατρίΕρχα  ΗβκταρίΗ 

ο    6Β.    ΜΟίηαΧΊ»;  ΟΟΧραΗΗΒΙΠΗΧβΗ    ΒΊ>  ΜΟΕαΟΤΗρ*]^) 

τακϊ»  Ηα3ΒΐΒαβΜ0Μ•Β:  Ββ;ΐΗΚθβ  ΠρβΟΒΗτοβ    .     .     282 
ς')  "Ορια    επαρχιών    του    Ίεροσολυμιτικου    πατριαρχικού 

θρόνου.    Πρβ^ί'δΛΗ    βΠΘ,ρχίβ    ΤβργΟβ^ΙΗΜΟΕΕΓΟ    ΠδΙ- 

τρίαριπ&ΓΟ  πρβοτοΛα 283 

8.  Δοσιθέου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  πράξεις  και  γράμ- 
ματα     1669-1706.     ΑκΤΗ    η    ΠΗΟΒΜίΙ   ^ζΟΟΗΘβΗ 

πατρίαρχα  ΙβργοΕΛΗΜΟκαΓΟ  1669— 1706  γγ.    .     285 
α')  ΦροντΙς  περί  του  παραίτησιν  δόντος  πατριάρχου  Νε- 
κταρίου   1669.    3α6θΤΗ   βΓΟ  ο  ΠΟΛβΒΠΙβΜ'Β  Β'Β  οτ- 

οταΒκγ  πατρίαρχΐ  Ηβκτ&ρί'δ » 

β')  ^σον  του  συνοδικού  γράμματος,  δι'  ου  ό  πατριάρχης 
Δοσίθεος  άποκατέστησεν  εις  τόν  πατριαρχικόν  αύτου 
θρόνον  σύναξιν  εγκρίτων  αδελφών,  ήτοι  άριστοκρα- 
τίαν     1683.     Οηηολ&λβηοθ     ραοπορπίκβΗίβ     ο 

ΠρβΚραΠ^βΗΙΗ   ΕΟΜΜΗΟΟΙΗ   ΗΒΊ»   βΗΕΤΗΗΧ'Β   :ΐΗ);ΐ;6β 

πρΗ  πατρίΕρπιβΜ'Β  πρβοτοΛ* 287 

γ')  '*Ίσον  του  πατριαρχικού  καΐ  συνοδικού  γράμματος  περί 
των  ών  δεΤ  φυλάττειν  τον  κατά  καιρούς  καθηγού- 
μενον  του  τιμίου  Σταύρου  1685.  0ΗΗ0;ι,&ιΐΒΗ0β 
ποοΛαπίβ,  οπρθ^^ΐΛΗίοιςββ  ο6η38.ηηοοτη  καθΗτγ- 

Μ6Η&     Μ0Η3.6ΤΗΡΗ    ^βΟΤΗ&ΓΟ     Π     ^ΚΗΒΟΤΒΟρΗ^ΓΟ 

Κρβοτα 292 

δ')  Γράμμα  προς  τόν  άρχιεπίσκοπον  Γάζης  Χριστόδουλον 
περί    των    έν  'Ιεροσολύμοις  και  Κωνσταντινουπόλει 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  534  — 

ΣελΙς 

των  Λατίνων  ενεργειών  εις  άρπαγήν  των  προσκυ- 
νημάτων 1690.  Πηοβμο  κ-β  Γα3οκοΜγ  αρπίβπΗ- 
οκοπγ  ΧρΒ[θτο;ι;γΛ7  ο  3*βοτΒίΗΧ'Β  ,ΙΙλτηηηηι»  β•β 

Ιβργ02ϋΙΗΜ•6  Η  ΚΟΗΟΤαΗΤΗΗΟΠΟΛ*  ΟΒ  1I,*^IΒI0 
8αΧΒ£ΙΤ8;    ϋΜΗ   Η']^βΤΒ    ΠΟΚπΟΗβΗΪΗ 

ε')  Έγχύχλιοζ  ελέγχουσα  ψευδείς  αγγελίας  περί  των  προ- 
σκυνημάτων 1660.  ΠοοΛ3.Ηΐβ  οπροΒβρΓαιοπίββ 
^Iο;α^ΗΗΗ  ποβ^οτη  ο  Μ'έβταχΒ  ποκ;ιθΗ6ΗίΗ   .     .     298 

ς')  Τώσσος  ιερομόναχος  άναγορευ&εις  έπιτίμως  αρχιμαν- 
δρίτης του  Γολγοθά  1701.  06β  ο^ιρΟΜΐ»  ργοοκοΜΐ» 

ίβρΟΜΟΒαΧ*,     Β03Ββ;ΐβΗΗ0ΜΒ    •    αρΧΗΜαΠ^Ϊ,ρΗΤΗ 

ΓΟΛΓΟΘΗ 305 

ζ')  Συμφωνητιχόν  πβρί  των  έν  Παλαιστίνη  σχολείων,  δ 
συνέστη  δώ  των  άφιερωθέντων  χρημάτων  υπό 
Γεωργίου  του  Καστοριώτου  1706.  ^ΟΓΟΒΟρ'Β  0,Ί> 
ΓβορηβΜΒ  ΚαοτροίοτοΜ'Β  καοατβΛΒΠο  ποικβρτΒΟ- 

ΒΘ,ΗΗΗΧΒ  ΗΚΓΒ  ΛβΕβΓΈ  ΗΣΙ  ΟΟ^^βρΗίαπίβ  ΠίΙΛβΟΙΉΗ- 
ΟΚΗΧΒ   ΙΠΚΟΛΒ 307 

9.  Χρυσάν&ου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  πράξεις  χαι  γράμ- 
ματα 1707-1729.  ΑκτΗ  Η  ΠΗΟΒΜα  ΙβργοαΛΗΜ- 
οκαΓΟ  πατρίαρχα  ΧρΗοακθίΐ  1707 — 1729  γγ.  .     310 

α')  Περί  των  έν  Παλαιστίνη    σχολείων   1709.  Ο  ΠΜβο- 

ΤΗΗΟΚΗΧ'Β   ΠΙΚΟ^ΙΒ.Χ'Β » 

β')  "^Ισον  του  πατριαρχικού  γράμματος  περί  των  αρμάτων 

1714.  06•Β  οργ«ίΗ 311 

γ')  Εγκύκλιος  προς  επαρχίας  έν  Παλαιστίνη,  διελέγχουσα 
καΐ  κατακρίνουσα  βιβλίον  άραβιστι  συγγραφέν  ύπό 
του  λατίνου  μητροπολίτου  Σιδώνος  1714.  ΠΟΟΛΕ- 
Ηΐβ  θπαρχίπΜΒ  ΠαΛβοτΗΗΗ,  πορΗςαιοπίββ  η  οπρο- 
ΒβρΓαιοπίββ   ΚΗΗΓγ  ΗαπΗοαΗΗγκ)  Η21  αραδοκοΜΒ 

α8Ε3ΐΚ'6    ΟΠΑΟΗΟΚΗΗ'Β    ΜΗΤρθΠθ:ΐΗΤΟΜΓΒ .       .       .       .       314 

δ')  Περί    των  άφιερωθέντων    ύπό  Γεωργίου  Καστοριώτου 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


-  53δ  — 

ΣελΙς 

πραγμάτων  εΙς  τον  "Αγιον  Τάφον,  δεά  τήν  διατρο- 
φήν  δύο  διδασκάλων  της  έν  Καστοριά  σχολής  1715. 

Ο    Π03ΚβρΤΒΟΒ8,ΗίΗΧ1>  ΟβΗΤΟΜγ  Γρθ6γ  ΓβΟρΠβΜΊ» 
ΚΕΟΤΟρίοΤΟΜΈ»   πα   ΟΟΛβρΗεαπίβ     ;ΐ;Βγχ•Β    γ^ϊΗΤβΛββ 

ΚΕΟτορίβοκοή  πικοΛΗ 323 

δ')  Γράμμα    προς  το  σωματεΤον  ή   ρουφέτιον  των  γουνα- 

ράδων  1715.  ΠηΟΒΜΟ  Π,βΧγ  Μ'δΧΟΒΗΧ'Β  ρβΜβΟίβΗ- 

ΗΗΚΟΒΤ, 326 

ς')  Σιγιλλιώδες  γράμμα  δια  τό  νοσοχομεϊον  τό  έν  Ίεροσο- 
λυμοις  Νιχολάοϋ  Καρα-Ίωάννου   1729.    ΟπτΗϋοΰβ 

Πατρίαρχα  Οβί  γπραΒΛβΗΙΗ  Iβργ^Ε^IΗΜ^ΚΟIΟ  6θΛΒ- 

ΗΗςβκ)  αρχοΗτα  Ηηκολοη  Καρα-ΙοαπΗΗ .  .  .  327 
ζ')  ^σον  συνοδικού  γράμματος  περί  εκλογής  και  χειροτο- 
νίας των  αρχιερέων  διαμαρτύρησις  των  Άγιοτα- 
φιτων  προς  τον  πατριάρχην  αυτών  Νεκτάριον  1714. 
0ΗΗ0;];α;ΐΒΗ06  ποοΐΑΗίβ  ο6ί>  πββρ&Ηΐΐί  η  χπροτο- 
ΗΐΗ  αρχίβρββΒΐ».  ΠροτβοτΒ  ΟΒΗΤΟΓροδςβΒ-Β  πατρί- 

αρχγ  Χρποαπθγ 335 

10.  Μελετίου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  πράςεις  καΐ  γράμ- 
ματα 1731-1734.  ΑκτΒΐ  η  πηοβμε  ΙβργοαΛΗΜ- 
οκαΓο  πατρίαρχΕ  ΜβΛβτώ  1731  — 1734  γγ.  .  340 
α)  Αγγελία  περί  της  μελλούσης  γενέσθαι  χειροτονίας 
αρχιεπισκόπου  Σίνα,  πρό  πολλού  χρόνου  προκρι- 
θέντος υπό  των  Σιναϊτών  1731.  ΠοοΛαπίβ  ο  πρβ;ι;- 
οτοΗΠί,ββ  ΧΗροτοΗΐΗ  ΟΗΗαΗβΚΕΓο  αρχίβπποκοπα, 

Ιί36ρ21ΗΗ21ΓΟ   ΟΚΗΛΗΤΕΜΙ! » 

β')  Διάταζις  περί  των  αρχιερέων  του  πατριαρχικού  θρό- 
νου 1733.  ΠοοταΗΟΒΛβΗΐβ  ο6'β  αρχίβρβΗχ-Β  πα- 
τρίαρπίΕΓΟ  πρβοτο^α 342 

γ')  Άπόφασις  περί  των  πραγμάτων  των  εις  ταξίδια  απερ- 
χομένων Άγιοταφιτών    1734.    ΠοοταΗΟΒΛβπίβ  ο 

βαΓΟΜ^δ  γ'δΒΛΕΕΙΟΒα^ΗΧ'Β    ΟΒΗΤΟΓροβ^βΒ'Β   ....        344 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  536  — 

Σελις 

δ')  *Απ6φασΐζ  περί  τιον  έχ  Χαλδίας  άποστελλομιένων  τω 
Παναγία)  Τάφω  έλεημοσυνών   1734•  ΠοοταποΒΛβ- 

Ηΐβ    ο  ΜΗΛΟΟΤΗΗΗΧ'Β,  ΠΟΟΗΛαβΜΗΧ'Β  Ή3Ί>  Γ.  ΧλΛ- 

ΛΐΗ  ΚΊ>  Οβ.  Γρο6γ 

11.  Παρθενίου  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  πράζεις  και  γράμ- 
ματα 1738-1750.  ΑκτΗ  η  πηοβμε  ΙβργοαΛΗΜ- 
ΟΕΕΓΟ  πατρίαρχα  ΠαρθβΗίΗ  1738 — 1750  γγ.  .      348 

α')  Γράμμα  προς  θεοφάνην,  μητροπολίτην  Πέτρας  1738. 

Πηοβμο  θβοφαπγ  ΠβτροκοΜγ  ΜΗτροποίκτγ .    .        » 

β')  Γράμμα  δεύτερον  προς  τόν  αυτόν  1738.  Βτοροβ  πηοβμο 

βΜγ  Ηςβ 349 

γ')  Έχδοσις     αδείας    εις    χεφοτονίαν    αρχιερέων     1750. 

Η3ΛίΙΗίβ    Π03Β0ΛβΗ1Η   Η8.  ΧΗρΟΤΟΗΪΐΟ  αρχίβρββΒΙ» .        352 

δ')  Άπόφασις  περί  της  μετά  τρικηρίου  και  δικηρίου  αρχι- 
ερατικής λειτουργίας  1755.  Οπρβ;ι;'δΛβΗίβ  οβι»  αρχί- 

βρββΟΚΟΜΙ»    δΟΓΟΟΛγΗίβΗίΗ  Ο-Β  ΤρΗΚΗρίθΜ-Β  Η  ^Η" 

κπρίβΜΒ 352 

ε')  Κεφάλαια  άποφανθέντα  έπΙ  παρουσία  του  οικουμενικού 
πατριάρχου,  του  πατριάρχου  Ιεροσολύμων  και  των 
εγκρίτων  αρχόντων  καΐ  επιτρόπων  των  ρουφετίων, 
να  ύπογραφώσιν  υπό  του  σκευοφύλακος  και  νά  έγ- 
γραφώσιν  εις  τόν  κώδικα,  και  εις  τό  έξης  δποιος 
γίνεται  σκευοφύλαξ  νά  υπογράφεται.  Γ^I3ΒΗ  ο  οκβ- 
ΒοφΗπακο*  Οβ.  Γροδα,  ^ητοηηβιη  ββ  πρπογτ- 
οτΒΐΗ  ΒοβΛβΗΟκαΓΟ  Η  Ιβργο&ΛΗΜΟκ&ΓΟ  πατρίαρ- 
χοΒΐ  Η  βπατΗΗΧ'Β  αρχοΉτοΒΊ»  Η  πρ6;];βταΒΗΤ6;ΐ6& 
ρβΜβΟΛβΗΗΗΧ•Β  6ρατοτ• 354 

ς')  Οί  συλλεχθέ^/τες  δροι  καΐ  βεβαιωθέντες  κατά  τό  1765 
εν  μηνι  μαίω  έν  Ιερουσαλήμ.  Οπρβ;ΐ;'6ΛβΗίΗ,    οο- 

βραΠΗΒΙΗ     Η    Π0ΛΤΒβρ3Κ;ΐ,βΗΗΗΗ   •    1765    Γ.    ΒΒ 

ΙβργοδϋΐΗΜ*.  ΥοταΒ-Β  ΟΒΗΤΟΓροβςβΒ'Β    ....      356 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  537  — 

ΣελΙς 

12.  Διαφόρων    έγγραφων  σειρά  δευτέρα.    Βτοροβ  οτ;^ΪΛ•Β 

ρΕΒΗΗΧΊ»    ;ϊ;0Κ7ΜβΗΤ0Β'Β 361 

α')  Ιωάννου  Ναυπάκτου  γράμμα  προς  λύσιν  δρκου  γενο- 
μένου παρά  γυναικός  υποσχεθείσης  τω  θεω  παρα- 
γενέσθαι  προς  Ιεροσόλυμα   1216.   Ρα3ρ*ιΠΗΤβΛΒ- 

ΗΟβ    ΠΗΟΒΜΟ    ΙΟΗΗΗα   ΗαΒΠΕ^^ΟΚδΙΓΟ    ΟΤΙ»  ΕΛΗΤΒΒΙ 

3κβΗΐΐϊ,ΗΗΗ,  ;ι;&Βΐπβή  οβΐτΒ  οτπραΒΗΤΒΟΗ  Βΐ>  Ιβργ- 

ΟΟΗΜΊ»    1216    Γ » 

β')  Τό  σημείωμα  τό  γεγονός  έπι  ττ]  άπό  του  Κωνσταν- 
τινουπόλεως θρόνου  καταβάσει  του  κυρου  Δοσιθέου 
καΐ  άποκαταστάσει  του  των  Ιεροσολύμων  θρόνου 
1191.  ^οκγΜβΗΤ'Β,  Εαοαιοπ^ίβοΗ  οβρΕΤπαΓΟ  πβ- 

ρβΒΟ^α   ΙβργΟίΙΛΗΜΟΚίΙΓΟ    ΠατρίΕρΧΘ,    ^Ι^ΟΟΗΘβΗ  0'ϊ> 
ΚθΗΟΤ3ΗΤΗΗΟΠθ:[ΒΟΚθβ     Η8,   ΙβργΟίϋΙΗΜΟΚγΚ)    Κ3,- 

θβΛργ  1191   Γ 362 

γ')  Ή  παραίτησις  του  κυρου  Δοσίθέου  ή  έττί  τε  τω  θρόνω 
Κωνσταντινουπόλεως  καΐ  τω  των  Ιεροσολύμων  γε- 
γονυΐα  1191.  ΟτΕ£ΐ3ΐ>  ^οοΗθβΗ  οτι.  Κοηοτεητη- 

ΗΟΠΟΛΒΟΚίΙΓΟ     Η     ΙβργΟαΛΗΜΟΚίΙΓΟ     ΠΕΤρίαρΠΙΗΧ'Β 

πρβοτοΛθΒΤ>  1191  Γ 368 

δ')  Τό  δτερον  σημείωμα  της  ενώσεως  των  άποσχισθέντων 
αρχιερέων  έπΙ  τω  του  αγίου  Δοσι&έου  καταβιβασμω 
τω  άπό  του  θρόνου  της  Κωνσταντινουπόλεως  1191. 

ΑεΤΒ     ΟΟβ^ΙΗΗβΗΙΗ     αρχίρββΒΙι,    ρ813;ΐ'6ΛΗΒΙΠΗΧ0Η 
ΠρΗ  ΗΗΒΛΟΗΰβΗΪΗ  ^Ι,ΟΟΗΘβΗ  0Ί>  ΚΟΗΟΤαΗΤΗΗΟΠΟΛΒ- 

ΟΕ&ΓΟ  πρβοτοπα  1191  γ 370 

ε')  Τποσχετικόν  Ιωακείμ  πατριάρχου  Αλεξανδρείας  προς 
τόν  Ιεροσολύμων  Γερμανόν  περί  των  ενοριακών 
αυτού  δικαίων  1530.  Οβ'δπίατβΛΒΗΗβ  είΕΤ'Β  Αλθε- 
οαπ^ΐρίβοΕαΓο    πατρίαρχα    Ιο&ΕΗπα   ΙβργοΗαίΗΜ- 

ΟΕΟΜγ  ΓβρΜαπγ  ΕΟ,ΟαΤΘ ΛΒΗΟ  Πρβ;ΐ,'6ΛΒΗΗΧ'Β  ΠρΕΒΈ 

πβρΒαΓο  1530  γ 371 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  538  — 

Σελις 

ς')  Καλλινίχου  β'  Κωνσταντινουπόλεως,  σιγίλλιον  περί 
μετοχίοϋ  των  Σιναϊτών  έν  Άδριανουιτόλεκ  1693. 
ΟεγηλαϊΑ  Κοηοτ&ητηηοποχβοκ&γο  π&ΐ?ρίαρχα 
Κβ^υΐΗΗΗκει  II  ο  ποΑΒορΤ)*^  ΟκΗαιιτοΒ'&  βι 
Δ^1&Η0ΙΙ02'6 » 374 

ζ')  Γαβριήλ  γ'  Κωνσταντινουπόλεως,  συνόδιχόν  σιγίλλιον 
περί  των  έν  Παλαιστίνη  σχολείων  των  ύπό  Γεωργίου 
του  Καστριώτου  συστάντων  1706,  ΟηγηλλιΛ  Κοη- 

ΟΤ&ΗΤΗάΌΠΟΑΒΟΚΑΓΟ  Π3,Τρί^Χ&  ΓαΒρίΗ)Ι&  ΠΙ  Ο 
Π^ΘΟΤΙΙΗΟΚΗΧ^    ΙΠΚαΛ&ΧΊι,    γΟΤρΟβΗΗΜΧ^   ΓβΟρ- 

ΓΐβίΓΐ»  Κβοτρίοτοιί'ϊ» 376 

η')  Αθανασίου  ε'  Κωνσταντινουπόλεως  άπόφασις  συνοδιχή, 
χυρουσα  παλαών  έθος  έν  Ούγχροβλαχία  χαΙ  Μολ- 
δοβλαχία πε^Ι  του  μνημόσυνου  του  ονόματος  του 
πατριάρχου  των  Ιεροσολύμων  έν  τοις  έκεΤ  ναοΐς 
τοις    άφιερωμένοις    εΙς    τόν  "Αγιον    Τάφον  1709. 

0ΗΗ1»ΛβΛ&Η0θ  ΟΠρβΛ^ΛβΕίβ  ΚΟΗΟΤΑΗΤΗΗΟΠίΜΙΒ- 
ΟΚ&ΓΟ  ΗΑΤρί&ρχα  ΑβαΗΚΟΙΗ  V,  ΠΟΛΤΒ6ρ3Κ;ΐΕ10ΐη,«β 

ογπ^βοτΒγιοιςίβ  Β*  Υγροβλεχιη  η  Μο^^^οΒ^ίιιx^Η 

ΐα,ρβΒΠίβ     οβΗ^αβ    γΠΟΜΗΗαΗί)!    ΙβργΟβ^ΙΙΐΜΟΚΛΓΟ 

πατρίαρχΑ  β'β  τακοπίΗΗχτ»  χρβ,Μαχι»  πρβκΐΟΗβΗ- 

πυχί)  ΟΒΗτοιιγ  Γρο6γ .    •    .    .      381 

θ')  Ιερεμίου  γ'  Κωνσταντινουπόλεως  άποχήρυξις  του  λα- 
τινόφρονος  Κυρίλλου,  πατριάρχου  χεφοτοντ^θέντος 
Αντιοχείας  άνόμως,  και  χαταΐίχίΐ  τών  προς  τήν 
χειροτονίαν  αύτου  συνεργησάντων  1724.  ΗβπρΒ> 
Η&Ηίβ  ΚοΗ^τ&ΗΤΗΗοπο^IΒ^ΚΗΜ'Β  η£ΐτρίαρχοΜ%  Ιθ- 

ΡΘΜΙΘΜΊ»  ΠΙ  ΧΗΡΟΤΟΗΙΗ  ΚπρΗ^υΐΑ  ^I&ΤΗΗ0φΗ2& 
Η3,  ΑΗΤίοχίΑοκίβ  ΙΐρβΟΊΧΜΙ^  Η  ΟΟγ^Β^ΘΕίβ  3ίΕΩ,% 
αΟμ,ϋίΟΎΒΟΒΒύΝΠΆΧΊ»   06Μγ 385 

ι')  Σιλβέστρου  πατριάρχου  Αντιοχείας,  έγχυχλιος  χατά 
των  έν  ταΐς  χώραις  αύτοΰ  περιερχομένων  Ίησουϊ- 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  539  — 

Σελις 

των    1734.    Π;ΗρκγίΐΗρτ&   ΟππΒΒθοτρα  ΑΗτίοχίβ- 

ΟΚ&ΓΟ  ΠΡΟΤΗΒΊ»  ρ&3%'63»1&Η>ΙΙ^ΠΧ'Β  ΏΟ  6Γ0  βΟ&ρ- 
ΧΙΗΜΙ»   ΙββγΗΤΟΒΙ» 389 

ια')  Νεοφύτου  Κωνσταντινουπόλεως  άΐϋοκατάστασις  ίερέων 
ορθοδόξων  έν  Χαλεπίω  παρά  των  παιτιατών  άποβλη- 
θέντων  χαΐ  χαθβιρ^θέντων  1786.  ΒοβοΤ&ΗΟΒΙβΗΪβ 

Β%  Χ&;Ι6ΙΓ6  ΗθΟφΗΤΟΙΓΒ  ΚοΗΟΤΑΗΤΗΗΟΠΟΐΒΟΚΗΗ'Β 
ΠραΒΟ^^IαΒΗΗXΊ>  ΟΒΗΐηβΗΗΗΚΟΒ'Β,  ΒΒΠΉΟΗΗΙΙΧ'Β 
Π8ΙΙΗ0Τ&ΜΗ 395 

ιβ')  Σιλ^στρου  Αντιοχείας  άπανταχουβα  ζητείας  «ρός 
άνοικοδομήν  εκκλησίας  του  αγίου  Ιωάννου  έν  Άδά- 
νοις  1739.    ΙζΗρκγπίτρτ»  ΟπίΠΒΒβοτρΕ  Απτίοχίδ- 

6Κ3Γ0  01»  ΠρΟβΒβοΚ)  ΜΗ^ΙΟβΤΗΗΗ  Α;ΐβ  Β03βΤ8ΐΗΟ- 
ΒπβΗΙΑ   Π[6ρΚΒΒ   βΒ.    ΉϋΚΟΆΒΐΛ   Β%   Γ.    Α;(&Η%.     .       397 

ιγ')  Έκδοσις  αδείας  ϊνα  χεφοτονηθη  άρχιερεύς  του  *«- 
τριαρχικου    θρόνου  Αλεξανδρείας   έν  Ίβροσολυμοις 

1760.     Ηβ^ξΟΗίβ    Π08Β0^[6Ηί2  Η&   ΧΗροΤΟΗΙΙΟ   Β% 

I6ρ7^^.^IΗΜ'6    αρχίβρβΗ    ΑΐβκοαΗΑρί&βκοΑ    η&- 

τρίαρχίΗ 399 

ιδ')  Κοσμά  πρώην  Σιναίου  μαρτυρία  πβρί  τδν  υπ'  αύτου 
άνευρεθεισών  υπογραφών  των  επισκόπων  Σιναίου, 
δσοι  την  χειροτονίαν  αυτών  εΤχον  έν  Ίεροσολυμοις 
1708.  ΟΒΗ^ξΐτθαίΒοτΒΟ  6ΗΒΐπαΓ0  θΠΗΟΚοπα  Οη- 

ΗαβΟΚ&ΓΟ  ο  Η3δ;^6ΗΗΚΧΊ>  ΗΜΊ>  ΠΟ^ΙΙΠΗβαΧ'Β  Οη- 
ΗΟδΟΚΗΧΊ»    βΠΗΟΚΟΠΟΒΊ»,    ΚΟΤΟρΗβ   ΟΒΟΗ)  ΧΠρΟΤΟ- 

ΗΐΗ)  πο^Iγ^Η^IΗ  Βϊ»  Iβργ^^^IΗΜΐ 400 

ιε')  Αφιερώσεις  εΖς  τόν  "Αγιον  Τάφον  υπό  της  έν  Χαλ- 
δί(3ί    τών  Σαρασιτών  οικογενείας   1613-1733.  Πο- 

«θρΤΒΟΒαΗΙΗ  ΟβΗΤΟΜΥ  Γροδγ  ΟΘΜββΟΤΒΟΜΙ»  ΟΒγ 
Ρ&ΟΗΤΟΒΈ»    Έί3Ί>   Γ.    ΧΒϋί}φΐ 403 

13.  Νεοφύτου  Κυπρίου,    υπόμνημα  περί  τών  έν  Ιερουσα- 
λήμ διαφόρων  χριστιανικών  εθνών  καΐ  λογομαχιών 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


—  540  — 

ΣελΙς 

αυτών    περί    των  παναγίων   προσκυνημάτων.    Ρα3- 
0Κ3,3•Β    ΗβοφΗτα    ΚΗπροκΕΓΟ    Ο   η£ιχο;ι,ηιιι;ηχοη 

ΒΊ>   ΙβργΟδυΣΗΜ*    ΧρΗΟΤίαΚΟΚΗΧ'Β    ΒΐρΟΗΟΠΟΒΐ^α- 

ΕίΛΧΊ»  Η  Ο  οοορΕΧ'Β  ΕΧΊ>  Μβ»:;ι;γ  ΟΟβΟΗ)  πο  πο- 

Βθ;ΐ,Υ    Μ*ΟΤΤΒ   ΠΟΚΛΟΗβΗΙΗ 405 

14.  Νεοφύτου  Κυπρίου,  περί  Άραβοχατολίκων  η  Ουνιτών. 

ΗβΟφΗΤα  ΚΗΠΡΟΕΕΓΟ  06ί.  αρίΐβοΚίΙΤΟΛΗΚΒ.Χ'Β  ΗΛΗ 

γΗίαταχΈ» 464 

15.  Ανθίμου  μοναγοο  του  εξ  Αγχιάλου  σημειώματα.  Αη- 

ΘΗΜα  ΑΗΧίΟΛΒΟΚίΙΓΟ,  ΟβΚρβΤίίρΗ    Οβ.  Γροβθ,,    ΡΛ3- 
ΟΚ213Η 479 

16.  Διορθώσεις  έν  τω  πρώτω  τόμω.   ΠοπραΒΚΗ  Β%  πβρ- 

ΒΟΜΊ»  ΤΟΜ* 483 

17.  Παροράματα    διορθωτέα    έν  τω  δευτέρω  τόμω.   Οπβ- 

Ϊ3.ΤΚΗ    ΒΟ    ΒΤΟρΟΜΊ»    ΤΟΜΪ 489 

18.  Προσθηκαι.  ΠρΗβ&ΒπβΗΐΗ 493 

19.  Πίναζ  κυρίων  ονομάτων.    Υκαβ&τβΛΒ  οοβοτΒβΗΗΗΧΐ» 

ΗΜβΗΊ» 497 

20.  Προσθήκη  παροραμάτων.  ΠρπβαΒΛβΗίβ  κ-Β  0Πθτΐ3.τκαΜ•Β     530 

21.  Περιεχόμενα.  0ΓΛ2ΐΒΛβΗίθ 531 


^\^'\\\ζθό\:)γ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Τιμή. 

Ρ.    Κ. 

80-ον  τ«οχος.    Περιγραφή   του  τουρχιχοο   χράτοος    μ«ταζ6   των  έτΰν  1670  χαΐ  1686,  έχδι). 

όπό  Π.  Α.  Σύρχοο 8     — 

81-ον  »  Φα>τίοο  Κωναταντινοοπ6λ«ως  το  πιρί  του  τάφου  τοο  Κυρίου  ύπομινηϋΐάτιον 
(867-878)  «αι  άλλα  τινά  πονημάτια  του  αύτου  έλλιρ/ιστι  «α ι  άρμ,βνιατί  βχδι(^ 
ρι«να  ύπο  Α.  Ποπιαδοπουλοο  -  Κ«ραμ.έι»ς  χαΐ  (χ•τά  ^ωσσηιων  ρκτβφράσιων 
Δβστουνη  χαι  Μάρου • 6  ^  ^ 

82-ον  >  Παύλου  του  '£λλαδιχου  χαι  Κυρίλλου  Σχυθοπολίτου,  συγγραφέων  της  ς'  έχατ., 
βίοι  του  οσίου  θβογνίου  έπισχόπου  Βητυλίου,  έχδιδ.  μ«τά  προλ(}γου  όπό  Α. 
Παπαδοπούλου  Κβραμέως.  'Ρωσσιστι  ύπ6  Γ.  Σ.  Δ«στουνη 1     — 

83-ον  >  Βίος  χαι  περιήγησις  εΙς  Ιερουσαλήμ  χαι  Αιγυπτον  του  έχ  Καζανιού  Βασιλείου 
'Ιαχ.  Γαγάρου  (1684-1637)  μετά  επιστολής  περί  αύτου  του  *Αλεζανδρείας 
πατριάρχου  Γερασίμου.  Έχ&ιδ.  Σ.  Ο.  Δόλγοβ 2    — 

84-ον       η        Μαρτύριον   των  αγίων  60  νέων  μαρτύρων,  έχλδόμενον  μετά  προλ^ου  υπό  Α. 

Παπαοοπούλου-Κεραμέως.   'Ρωσσιστι  υπό  Γ.  Δεστουνη —,50 

85*ον  >  Παΐσίου  Άγιαποστολίτου  ιστορία  του  βρους  Σινά  χαι  των  περιχώρων  αύτου 
ί1677-1δ92),  έχ(.  μετά  προλόγου  υπό  Α.  Παπαδοποόλου-Κεραμέως.  Τωσσιστι 
υπό  Γ.  Δβστούνη 8    60 

86-ον       »         Έφρασις  όδοιπορίας  του  πατρός  Ιγνατίου  χατά  την  Βασιλεύουσατ^  τόν  Άθωνα 

τήν  Άγίαν  Γήν  χαι  τήν  Αιγυπτον  (1766-1776),  έχδιδ.  υπό  Β.  Ν  Χιτροβου.  —    60 

Δογοδοσίαι  τοο  όρθοδόξοο  Παλαιστίνου  σολλόγοο: 

1882—1888 1  60 

1883—1884  έξηντλήθη 1  10 

1884—1886 1  — 

1886 — 1886  μετά  τοπογραφιχου  νάρτου  της  Ιερουσαλήμ 4  — 

1886-1887        .............       1  60 

1887—1888 1  70 

1888—1890 6  — 

Άναχοινώσβις  του  αύτοχρατοριχοο  Παλαιστίνου  σολλόγοο: 

1-ος  τόμος,  φεβρουάριος  1886  μέχρι  (εχεμβρίου  1887 8  60 

2-ος       >       σεπτέμβριος  1890    >     φεβρουαρίου  1891 6  60 

Παράρτημα  τούτοο 1  — 

8-ος      >       έτος  1892 6  60 

Παράρτημα  τούτου —  60 

4-ος       »       έτους  1893 6  — 

Βίος  χαι  όδοιποριχόν  Δανιήλ  ήγοομβνοο  Τώσσοο,   μετά   12  σχεδίων  χαι  6  χαρτών. 

1106-1107  έτος.  *Α(ετον  8  ρούβλια.  Δεδεμένον 10    — 

Περιηγήσεις  Βασιλείοο  Γρηγορίοο  τοο  Βάρσχη.  4  τόμοι  μετά  146   ειχόνων  χαι  σχε- 
δίων. Άδετοι  26  ρούβλια.  Δεδεμένοι 88    — 

Ίεροσολομιτιχή  Βιβλιο&ήχη  ύπό  Α.  Παπαδοπούλου-Κεραμέως.  Τόμος  1-ος  χαι  2-ος  μετά 

29  φωτοτυπιών 80    — 

Άνάλεχτα  Ιεροσολομιτιχής  σταχοολογίας  ύπό  Α.  Παπαδοπούλου-Κεραμέως.  Τόμ.  Ι  χαι  II  20    — 
Παλαιστίνη  χαι  Σινά: 

1•ον  τεύχος.  Β!β>αογραφ(χός  χατάλογος  τών  ρωσσιστι  έχδεδομένων  βιβλίων  περί  τε  τών 

'Αγίων  Τόπων  χαι  της  Ανατολής  ύπό  Β.  Ν.  Χιτροβου 1     — 

2-ον        >       Περιγραφή  αρχαίων    χαι    μεσαιωνιχών    νομισμάτων,   δωρηθέντων  εΙς  τόν 

όρθόδοςον  Παλαιστινόν  Σύλλογον,  ύπό  Ι.  Β.  Πομιάλοβσχη —    66 

Πατερίχόν  Παλαιστίνης.    1-ον  τεΰχος  βίος  του  οσίου  Σάβα  του  ήγιασμένου  μετά  ειχόνων.  —  40 

2-ον       »      βίος  του  αγίου  Ευθυμίου  του  μεγάλου —  20 

3-ον       »      βίος  του  οσίου  Ιωάννου  του  ήσυχαστου —  10 

4-ον       »      βίος  του  οσίου  'Ιλαρίωνος  του  μεγάλου —  16 

Ό  ναός  της  ^Αναστάσεως  τοο  Χριστοδ•  12  πίναχες 8    — 

Ή  Βηθλεέμ  χαι  τα  πέριξ  αδτης.  12  πίναχες 8    — 

Διά  τά  μέλη  του  Σολ>Λγου  γίνεται  εχπτωσις  20%,  διά  τους  βιβλιοπώλας  80**/ο  χαι  διά  τάς  φιλο- 
λογιχας  εταιρίας  χαι  τά  έχπαιδευτιχά  χαθιδρύματα  χαι  τάς  δημοσίας  βιβλιοθήχας  6070• 

Ή  άποθήχη  τών  έχδόσεων  χείται  εν  τφ  Γραοείφ  του  Συλλόγου,  εις  Πετρούπολιν,  χατά  τήν 
προχυμαίαν  Μόΐχας,  παρά  τήν  Κυανήν  Γέφυραν,  *Αριθ.  91,  χατοιχίας  αριθ.  16. 

Αί  πωλήσεις  τών  έχδόσεων  της  'Βϋαιρίας  εχτός  της  'Ρωσσίας  γίνονται  διά  του  εν  Αειψί(|ΐ  βιβλιο- 
πώλου  αυτής  ΟΐΙο  Η&ΓΠΐ88θνί(θΙι.  ΑΙΙβιη&^β  Ιι€ίρζί^,  ^π6^8ϋΓ&886  14. 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Οϊ^ίίίζθεΙ  όγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


=.-•ί^^ί 


ΟίςίίίζθοΙ  ϋγ 


ΟθΟ§ΐ€ 


Τΐιίβ  1>οο1ί  βΐιοιιΐά  1>€  ΓβΙιίΓηβά  Ιο 
(1ΐ€  1αΐ\}ΤΒτγ  οη  ογ  1>€£ογ€  ϋΐ€  ΙμΙ  ά«^β 
8(8ΐηρ6ά  1>€ΐθ1¥• 

Α  &η€  οί  βν€  ε€ηΐ8  &  ά&7  ίβ  ίηειίΓΓβά 
1}γ  τ^^Βΐηιη^  ί(  1>€7οηά  ύι^  βρ«ο1£βά 
1ίιη€. 

Ρ1β&8€  Γ€^ιιπι  ρΓοιηρΙΙχ. 


ι 


■1^ 


βόοϋ 
Αυ 


^ί[[[! 


Η'^ΨΙ 


^976 


'λ. 


-:+•. 


, 


Οϊ^ίίίζθά  όγ 


Οοο3ΐ€ 


Ι 


/1..Λ 


/-■*^^ 


Η^,^ 


Ιί'// 


■1 


1>^ 


-^'    ^ΡΚ   Μ 


χ  ν 


^ 

^^ΡΒ^^^^^^^^^Ι 

Η^Ι 

Χ' 

νν  '